Ζώα: 25/7


Γεια σας… Λοιπόν, αποφάσισα να γράψω και εγώ για ένα περιστατικό που μου συνέβη… Ήταν 25/7/2007 ( παραμονή της Αγίας Παρασκευής) και είχα πάει μαζί με την οικογένεια μου στο χωριό του πατέρα μου του οποίου το πατρικό σπίτι είναι λίγα βήματα μακριά από μία μικρή, παλιά, γραφική εκκλησία της Αγίας. Έτσι, είχα πάει μαζί με τους γονείς μου και το μικρό αδερφό μου στην εκκλησία. Εγώ τότε ήμουν εφτά οπότε ούτε πολυκαταλάβαινα από εκκλησίες και λειτουργίες αλλά ούτε και πολυνοιαζόμουνα για τίποτα άλλο από το παιχνίδι, όχι πρωτοτυπώντας κιόλας… Οπότε είχα πάει να παίξω μαζί με τα ξαδέλφια μου, τη Μαριάννα και τον Βασίλη και μια κοινή φίλη μας, κολλητή της ξαδέρφης και του ξαδέρφου μου και δικιά μου πολύ καλή φίλη, την Άρτεμη. Και επειδή τα δύο κορίτσια ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερα και ο ξάδερφος μου τέσσερα, άρα καταλάβαιναν καλύτερα, οι γονείς μας, μας άφησαν να πάμε όλοι μαζί μια βόλτα με την προϋπόθεση να παραμείνουμε κοντά στην εκκλησία και να μην φωνάζουμε βραδιάτικα. Βλέπετε, έχει πάντα ολονυκτία τέτοια μέρα οπότε θα καθόμασταν μέχρι αρκετά αργά. Έτσι κι αλλιώς, άνετα θα μας παρακολουθούσαν αφού κάθονταν  στο προαύλιο της εκκλησίτσας και συζητούσαν με τη γιαγιά και τους λοιπούς συγγενείς…

Έτσι λοιπόν φύγαμε και εμείς από το μικρό, πέτρινο προαύλιο και πήγαμε και κάτσαμε ακριβώς απέναντι, στα σκαλάκια του σπιτιού της γειτόνισσας (και ξαδέλφης) του πατέρα μου, της θείας Κατερίνας. Εκείνη το πήρε χαμπάρι και έρχεται και μας λέει “Παιδιά, προσέχετε γιατί έχω το σκύλο στην πίσω αυλή, μην τρομάξετε εάν τον δείτε…”. Ο Ρεξ, ο σκύλος της θείας Κατερίνας, είναι ένας σκύλαρος δύο μέτρα… Τον είχε βρει κουτάβι και τραυματισμένο και επειδή άρεσε στα ξαδέλφια μου τον κράτησε. Με το που φεύγει η θεία, ρίχνει την ιδέα ο Βασίλης “Ποιά από εσάς τολμάει να πάει κοντά στο Ρεξ;”. Εγώ λίγο ήθελα, μόλις το άκουσα τρελάθηκα και σκεφτόμουνα το σκυλί να σπάει την αλυσίδα και να τρώει εμένα, το Βασίλη, τη Μαριάννα και την Άρτεμη, όλους μαζί… (Τότε το φοβόμουνα πολύ και ας μην είναι επιθετικό…). Οπότε βάζω τα κλάματα και την αφήνουμε την κουβέντα. Επειδή όμως μου είχε κολλήσει η ιδέα ότι θα μας φάει ο σκύλος, τους λέω “Πάμε στη ράχη;”.

Η ράχη είναι κάτι σαν πάρκο αλλά όχι σαν αυτά των πόλεων. Παλιά εκεί βρίσκονταν η καμπάνα της Αγίας Παρασκευής διότι η εκκλησία είναι χαμηλά και όσο και αν την χτυπούσαν, δεν ακούγονταν. Ωστόσο, μετά από ένα γερό σεισμό, η καμπάνα ήταν έτοιμη να καταρρεύσει και ο ιερέας της εκκλησίας μαζί με τους κατοίκους, την έριξαν. Στην θέση της φύτρωσε μία μικρή βελανιδιά που με τα χρόνια απλώθηκε και έγινε ένα τεράστιο δέντρο. Γύρω από αυτή, φτιάχτηκε ένα μικρό “παρκάκι”, ενώ τα παιδιά της γειτονιάς έχουν φτιάξει και δεντρόσπιτα πάνω της. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι οι κάτοικοι (μιλάμε για τους ηλικιωμένους) που πιστεύουν πως ήταν λάθος που γκρεμίστηκε η καμπάνα και ισχυρίζονται πως η βελανιδιά είναι σημάδι… Τέλος πάντων, όσον αφορά την καμπάνα, ξαναχτίστηκε αυτή τη φορά κοντά στο σπίτι του πατέρα μου.

Για να επιστρέψω εκεί που ήμουν, φύγαμε με τα παιδιά και πήγαμε στη ράχη κι ας μην ήταν κοντά στην εκκλησία… Η Άρτεμις και ο Βασίλης είχαν κάτι gameboy (τα σημερινά nintendo) και εγώ ένα… packman, οπότε κάτσαμε και παίζαμε με αυτά. Είχαμε πάρει και ένα φακό από το σπίτι της γιαγιάς γιατί είχε καεί η λάμπα στην κολώνα που κανονικά θα έπρεπε να φωτίζει… Κάποια στιγμή, εκεί που καθόμασταν και ενώ εγώ είχα δώσει το packman μου στην Άρτεμη για να παίξει εκείνη, γυρνάω και κοιτάζω γύρω γύρω. Οπότε πετάω ένα “Ρε παιδιά, γιατί τον πήραμε το φακό;”. “Γιατί δεν έχει φως ρε Μελίνα και πως θα δούμε να παίξουμε…” μου κάνει ο Βασίλης (να σημειώσω πως οι οθόνες των παιχνιδιών ήταν από τις παλιές, τις μαύρες). “Μα…” απαντάω εγώ, “αναμμένο είναι το φως…”. Ξαφνικά κοιτάμε όλοι απάνω και βλέπουμε τη λάμπα αναμμένη και σαν ολοκαίνουρια. “Μα είμαι σίγουρη ότι ήταν σβηστή” είπε η Άρτεμη. Τότε το πράγμα έγινε πολλλλύ περίεργο. Ο Βασίλης άρχισε να πειράζει τη Μαριάννα και να της λέει ότι σε λίγο θα άκουγε την καμπάνα και θα στοιχειώνονταν για πάντα και εκείνη έβαλε τα κλάματα και έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς που ήταν δέκα δευτερόλεπτα δρόμος από τη ράχη. Μέχρι να φτάσει όμως, στο δρόμο είδε τον Ρεξ, το σκύλο της θείας Κατερίνας, ο οποίος είχε ελευθερωθεί από την αλυσίδα του, οπότε έβαλε την τρεχάλα και ήρθε σε εμάς. Ακόμα και αν της φωνάζαμε πως αν τρέξει θα την κυνηγήσει το ζώο, εκείνη δεν μας άκουγε, απλά έτρεχε. Το σκυλί άρχισε να γαυγίζει τρομερά δυνατά και έτσι νομίζαμε πως θα κοίταζε κάποιος από την εκκλησία τι γινόταν ή έστω, θα ερχόταν η θεία νομίζοντας πως κάποιος πήγε στο σπίτι ή πως τρομάξαμε εμείς το Ρεξ αλλά τίποτα. Έτσι το βάλαμε τα πόδια και πήγαμε στο απέναντι σπίτι, εκεί όπου κατοικεί μία κυρία λιγάκι τρελή. Μπήκαμε μέσα στο πατητήρι που είχε στην αυλή της (το οποίο είχαμε κάνει και καλά club…) και κρυφτήκαμε. Θυμάμαι ότι ενώ η Άρτεμις προσπαθούσε να ηρεμήσει τη Μαριάννα και ο Βασίλης να δει που ήταν ο σκύλος, εγώ κοίταξα πάλι την κολώνα και το φως ήταν ακόμα πιο λαμπερό. Και τότε ακούω το Βασίλη “Λέτε να μπορεί ο σκύλος να μπει εδώ γιατί μου φαίνεται πως αυτό σκοπεύει να κάνει…”

Δεν είναι λίγες η φορές που τα σκυλιά αποκτούν επιθετική συμπεριφορά ακόμα και απέναντι σε άτομα που τους έχουν φερθεί με στοργή και αγάπη και δεν είναι και πολύ δύσκολο γι’ αυτά να πηδήξουν πάνω σε μάντρες, τοίχους κλπ… Και, όταν πάθουν μία τέτοια κρίση, εύκολο είναι να πηδήξουν και μέσα σε ένα χαμηλό πατητήρι και να επιτεθούν σε τέσσερα μικρά και τρομαγμένα (να μην χρησιμοποιήσω άλλη λέξη…) παιδάκια. Ε, κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα… Μάλιστα θυμάμαι τον εαυτό μου έντρομο να κοιτάζει το σκύλο να παίρνει φόρα και από την άλλη μεριά τον ξάδερφό μου να με τραβά πάνω στον τοίχο φωνάζοντάς μου “Τρέχα ρε βούρλο…”. Το επόμενο λεπτό είχα διασχίσει όλη τη μάντρα μέχρι το επόμενο διπλανό σπίτι και σκαρφάλωνα πάνω στα κάγκελα όταν ξαφνικά άκουσα κάτι σαν κλάμα σκύλου. Ο Ρεξ είχε ανέβει στη μάντρα και ήταν κάπου στη μέση της αλλά αντί να μας κυνηγά κοιτούσε κάτι στο κενό και καθισμένος έκλαιγε. Στη συνέχεια σηκώθηκε και τρέχοντας έφυγε πηγαίνοντας στην αντίθετη κατεύθυνση από το σπίτι της θείας Κατερίνας.

Όταν είδα το σκύλο να κάθεται εκεί θυμάμαι πως κοίταξα αμέσως τη λάμπα στην κολώνα. Το φως της ήταν πλέον αμυδρό, πολύ αμυδρό. Και όταν ο Ρεξ έφυγε, η λάμπα ξαφνικά έσβησε και μείναμε στο σκοτάδι καθώς ο φακός ήταν ακόμα στο παλιό πατητήρι εκεί όπου τον είχε ξεχάσει ο Βασίλης.

Σιγά σιγά κατεβήκαμε από τη μάντρα και πήγαμε στο πατητήρι για να πάρουμε το φακό. Ύστερα πήγαμε στη ράχη και πήραμε τα ηλεκτρονικά. Και τότε θυμηθήκαμε ότι ο σκύλος δεν είχε γυρίσει σπίτι. Οπότε τρέξαμε στην εκκλησία. Θυμάμαι να πηγαίνω στη θεία και να της λέω “Γρήγορα θεία, ο Ρεξ το έσκασε!”. Η θεία σηκώθηκε μαζί με τη μαμά και άλλα δύο άτομα και έτρεξαν καθώς αφού δεν έβλεπαν τη Μαριάννα και την Άρτεμη εκεί νόμισαν ότι τις κυνήγησε το σκυλί. Ωστόσο, όταν φτάσαμε στο σπίτι της θείας, τα κορίτσια ήταν εκεί και χαμογελούσαν. Οπότε μου λέει η μαμά “Που πήγε αγάπη μου ο σκύλος;” και εγώ της έδειξα το δρόμο που πήρε. Και τότε έμεινα. Η θεία Κατερίνα είχε πάει πίσω να δει πως έφυγε το σκυλί και αυτό που ανακάλυψε είναι πως ο Ρεξ ήταν εκεί, δεμένος στην αλυσίδα του και τόσο φιλικός όσο ποτέ! Θυμάμαι πως ρώτησα τα κορίτσια εάν το σκυλί είχε επιστρέψει εκείνη τη στιγμή και μου απάντησαν αρνητικά. Αλλά ακόμα και αν είχε γίνει αυτό, πως μπορούσε να είναι δεμένο στην αλυσίδα του; Οι μεγάλοι νόμιζαν πως τους κοροϊδεύαμε και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τις ακούσουμε, αλλά εμείς ξέραμε πως ο σκύλος είχε φύγει. Και τότε ο Βασίλης μας είπε “Η Αγία! Η Αγία μας έσωσε από το σκύλο!” Εμείς χεστήκαμε (συγχωρέστε με για την έκφραση) πάνω μας και τρέξαμε στην εκκλησία χωρίς να βγάλουμε άχνα.

Από τότε δεν έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό, ο Βασίλης που θέλει να περάσει ψυχολόγος λέει ότι μάλλον εμείς νομίζουμε ότι τα ζήσαμε όλα αυτά, “…ο Ρεξ ήταν κάποιος άλλος σκύλος, η λάμπα έλαμψε για λίγο και απλά ο σκύλος ήθελε να παίξει μαζί μας…” (ενώ η Μαριάννα το εξηγεί ως “επιπτώσεις από τις πολλές τρομακτικές ιστορίες για να τρομάξουμε ο ένας τον άλλο”) αλλά εγώ και η Άρτεμις είμαστε σίγουρες ότι το ζήσαμε και καμία από αυτές τις θεωρίες δεν θα μας αλλάξει άποψη… Όσο για το Ρεξ, εκείνος ζει ακόμα και είναι το πιο χαρούμενο, τεράστιο σκυλί που έχει δει ποτέ άνθρωπος…

===================

Ευχαριστούμε την Μελίνα για την ιστορία της.

===================

About these ads

Μακάβρια: Ο Δασοφύλακας.


Ήταν μια μέρα που είχα πάει σε ένα βουνό με κάτι φίλους μου. Όλα καλά μέχρι τώρα. Κάποια στιγμή μας έπιασε η νύχτα και δεν προλάβαμε να φύγουμε από το βουνό. Ευτυχώς είχαμε πάρει τα απαραίτητα δηλ.: Σκηνές, αντικουνουπικά, υπνόσακους κ.λπ. Έτσι αναγκαστήκαμε να κατασκηνώσουμε στο βουνό.

Οι φίλοι μου κοιμήθηκαν. Μόνο εγώ ήμουν ξύπνιος. Κάποια στιγμή άκουσα τον ήχο ενός αυτοκινήτου και λίγο αργότερα σταμάτησε δίπλα μου. Από το αυτοκίνητο βγήκε ένας κύριος ο οποίος τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν δασοφύλακας. Ευγενικά με ενημέρωσε ότι στην περιοχή θεάθηκε λύκος και με συμβούλεψε να ανάψω μια φωτιά και να μπω στη σκηνή μου μέχρι το πρωί.

Την άλλη μέρα κατεβήκαμε από το βουνό και εγώ ανέφερα σε ένα καφενεδάκι στους πρόποδες του βουνού το περιστατικό. Όλοι με κορόιδεψαν (και οι φίλοι μου) γιατί μου είπαν ότι περιπολία του δασαρχείου δεν είχε γίνει ποτέ στην περιοχή και οι φίλοι μου δεν είχαν ακούσει τίποτα το βράδυ. Ένας γέρος μόνο μου είπε ότι παλαιότερα είχε γίνει ένα γεγονός αλλά δεν θυμόταν ακριβώς τι.

Όταν πήγα σπίτι μου πήρα τηλέφωνο στο κοντινότερο δασαρχείο και έμαθα την αλήθεια. Πριν από δεκαπέντε χρόνια ένας λύκος είχε κατασπαράξει έναν δασοφύλακα στο ίδιο μέρος που εγώ και η παρέα μου είχαμε πάει για ορειβασία.

=====================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

=====================

Τρόμου: Ο Μαυροφορεμένος Άντρας Στο Μπαλκόνι Μου.


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινό γεγονός και μου συνέβη πριν περίπου 3 χρόνια, όταν ήμουν φοιτήτρια στην Ηγουμενίτσα. Βρισκόμουν στο πρώτο έτος της φοίτησης μου και όπως είναι εύλογο ζούσα μόνη μου, για πρώτη φορά, πολύ μακριά από τους γονείς μου και την ασφάλεια του σπιτιού μου. Μόλις που είχα αποκτήσει κάποιους φίλους και μαζευόμασταν και αράζαμε σπίτι μου μιας και ήταν 2άρι και το πιο μεγάλο που διέθετε κάποιος από τη παρέα.

Ένα βράδυ λοιπόν, όπως όλα τα άλλα μαζευτήκαμε με τα παιδιά, καθίσαμε, φάγαμε, παίζαμε «πες βρες» και χασκογελούσαμε, μέχρι που πήγε περίπου 3 και φύγανε. Ήμουν τόσο εξαντλημένη που με το που έκλεισε και ο τελευταίος την πόρτα έπεσα ξερή για ύπνο, αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά (φώτα, μπαλκονόπορτα, ξεκλείδωτη πόρτα, τηλεόραση κλπ…). Κάποια στιγμή, βλέπω στον ύπνο μου ότι ξύπνησα και σηκώθηκα λέει μηχανικά και κλείδωσα τη πόρτα, μετά έσβησα τα φώτα, και έκλεισα την τηλεόραση. Και καθώς πήγαινα να κλείσω και την μπαλκονόπορτα, βλέπω στη βεράντα, έναν άντρα καθιστό, ελαφρώς χαμογελαστό με μαύρα ρούχα και μαύρο καπέλο να κοιτάει προς τα μέσα. Πηγαίνοντας να σηκωθεί εγώ βιαστικά έκλεισα την μπαλκονόπορτα και έτρεξα στο κρεβάτι μου. Το τρομακτικό της ιστορίας είναι πως δεν ήταν όνειρο. Όταν ξύπνησα (κανονικά αυτή τη φορά κάπου στις 5) είδα πως όλα τα φώτα ήταν κλειστά, η πόρτα κλειδωμένη, η τηλεόραση κλειστή και όσο για τη μπαλκονόπορτα, το χερούλι που κλειδώνει ήταν χαλασμένο και την βρήκα μισάνοιχτη. Στο χέρι μου φορούσα ένα κομποσκοίνι που μου είχε κάνει δώρο η κολλητή μου, διαβασμένο σε μοναστήρι όπως μου είχε πει. Το πρωί λοιπόν το βρήκα στο χέρι μου πάνω αλλά ξεχειλωμένο, σαν κάποιος να προσπαθούσε να μου το βγάλει.

Μετά από μια βδομάδα, συνομιλώντας με μια κοπέλα από τη σχολή η οποία πιστεύει ακράδαντα σε αυτά τα μεταφυσικά και τα περίεργα μου είπε πως ο πνευματικός της, της είχε πει πως πολλές φορές ο διάβολος εμφανίζεται ως ένας καλοντυμένος άντρας μαυροφορεμένος, συχνά όμορφος και προσπαθεί να σε δελεάσει με αυτό τον τρόπο για να πάρει τη ψυχή σου και πως μάλλον, το κομποσκοίνι το βρήκα σε αυτή τη κατάσταση γιατί ήταν το μόνο που τον εμπόδιζε από το να κάνει αυτό που ήθελε και πως γι αυτό ξύπνησα καλά και υγιής. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι συνέβη, και γιατί, ούτε είμαι σίγουρη αν πιστεύω σε αυτά… Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι, το σίγουρο όμως είναι ότι συνέβη πραγματικά και είναι αληθινό γεγονός πέρα για πέρα.

===============================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===============================

Μυστήριο: Robert The Doll.


Το όνομα της κούκλας είναι «Robert the doll» και είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο. Φημολογείται πως… είναι δαιμονισμένη! Ένα φαινόμενο που απασχολεί πολλούς επισκέπτες του μουσείου Martello στο ιστορικό Custom House, στο Key West της Φλόριντας. Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν τι συμβαίνει με την συγκεκριμένη κούκλα μα κάνεις μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να δώσει κάποια απάντηση. Η κούκλα ανήκει στον Ελληνικής καταγωγής ζωγράφο Robert Eugene Otto, ο οποίος απέκτησε την κούκλα το 1906 όταν ήταν 6 χρόνων. Του τη χάρισε η νταντά του που κατάγονταν από τις Μπαχάμες και εξασκούσε μαύρη μαγεία.

Η κούκλα είναι φτιαγμένη από άχυρο και ο Robert δεν την αποχωρίστηκε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Συμπεριφερόταν στην κούκλα λες και ήταν άνθρωπος. Την έντυσε με τα δικά του ρούχα και της έδωσε το όνομά του. Τον είχαν ακούσει να ρωτάει πράγματα στην κούκλα και μετά να απαντάει ο ίδιος με εντελώς διαφορετική φωνή και μάλιστα σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα.

Λίγους μήνες μετά την άφιξη της κούκλας στο σπίτι του Robert Eugene, άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Αντικείμενα να εξαφανίζονται και να επανεμφανίζονται σπασμένα. Όταν ρωτούσαν τον Robert Eugene για τις ζημιές που γίνονταν, απαντούσε πως «Ο Robert The Doll το έκανε». Γείτονες έλεγαν πως έβλεπαν τον Robert The Doll στα παράθυρα του σπιτιού, τη νύχτα. Τις νυχτερινές ώρες οι υπηρέτες ξυπνούσαν από έναν περίεργο ήχο και άκουγαν βαριά βήματα πάνω στη στέγη. Ένα περίεργο βουητό και τραγούδι ακουγόταν κατά καιρούς από το φυτώριο και ύστερα υπήρχε μια αλλόκοτη μεταφυσική δραστηριότητα. Επιτραπέζιες λάμπες γύριζαν ανάποδα, έπιπλα άλλαζαν θέση από μόνα τους μπροστά στα μάτια του προσωπικού αλλά και των γονιών του Ρόμπερτ.

Όταν οι γονείς του Ρόμπερτ πέθαναν εκείνος παντρεύτηκε την Άνν Πάρκερ, μια κοσμική κυρία και μετακόμισε στο δικό της σπίτι. Η κούκλα τοποθετήθηκε στη σοφίτα της καινούριας οικίας αλλά την έβλεπαν συχνά να κάθεται στο κεφαλόσκαλο και να παρακολουθεί τον Ρόμπερτ να εκτινάσσεται από τις σκάλες της σοφίτας. Η σύζυγος του Ρόμπερτ άκουσε κάποτε την κούκλα να τραγουδάει με φωνή παιδιού νηπιακής ηλικίας. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η γυναίκα του πέθανε και το 1974 απεβίωσε και ο ίδιος. Ερευνητές μεταφυσικών δραστηριοτήτων δηλώνουν ότι η φοβερή κούκλα συνέχιζε τη δραστηριότητά της και μετά το θάνατο του Ρόμπερτ. Κάποιοι ακούν τον ήχο του τραγουδιού της, ενώ λένε ότι τρομάζει τα παιδιά με τρομακτικές γκριμάτσες.

Μετά την απώλεια του ζεύγους το σπίτι πωλήθηκε σε μια οικογένεια που είχε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι. Το παιδί βρήκε στη σοφίτα την κούκλα και έτσι έγινε η νέα ιδιοκτήτρια του Robert The Doll. Όμως η κούκλα αντιπαθούσε το κοριτσάκι και έτσι ποδοπάτησε και ακρωτηρίασε τις άλλες κούκλες του κοριτσιού. Λένε πως το 10χρονο κοριτσάκι ξυπνούσε κι έβρισκε την κούκλα να κάθεται στο πρόσωπό του, επειδή ήθελε να το πνίξει. Η οικογένεια μετακόμισε αμέσως και το σπίτι μετατράπηκε σε σπίτι με ιστορική αξία του καλλιτέχνη, ενώ η κούκλα δωρίθηκε στο μουσείο Martello.

Και στο μουσείο τα προβλήματα δεν άργησαν να ξεκινήσουν αφού η κούκλα σκαρφάλωνε στον τοίχο όπως οι αράχνες, από εκεί έβριζε και καταριόταν το τρομοκρατημένο προσωπικό. Τελικά την έπιασαν και την τοποθέτησαν σε μια πλαστική θήκη όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Ωστόσο την κατηγορούν ακόμη για πολλά περίεργα γεγονότα μέσα και έξω από το μουσείο. Είναι ακόμη ντυμένη με τη στολή του ναύτη που της έφτιαξε ο Ρόμπερτ από τα δικά του ρούχα και κρατάει ένα μικρό αρκουδάκι.

Αυτή η κούκλα ήταν αφορμή για όλες τις ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν μέχρι σήμερα αλλά και τα βιβλία τρόμου που έχουν γραφτεί. Ο Robert The Doll καταχωρήθηκε ως «στοιχειωμένη κούκλα» από την Παραψυχολογική Εταιρία των ΗΠΑ. Υπάρχει η φήμη πως ο Robert The Doll καταριέται αυτούς που τον φωτογραφίζουν, εκτός εάν πάρουν ευγενικά την άδειά του. Χιλιάδες γράμματα έχουν σταλεί στο μουσείο και ζητούν από τον Robert The Doll, να τους συγχωρέσει και να πάρει πίσω την κατάρα του.

454006_original dscn1379 Robert_The_Doll_(5999680656) robertdoll Robert-the-Doll

================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

================

Θάνατος: Οτοστόπ.


Κάποτε ήταν μια παρέα φίλων, όπου πήγαν σε ένα δάσος για να κατασκηνώσουν. Η παρέα αποτελούταν από 4 άτομα, από ένα ζευγάρι, την Έλεν και τον Τζέις, και δύο άλλα παιδιά, την Κλερ και τον Φίλιπ.  Καθώς ταξίδευαν η Κλερ κοιτούσε έξω από το παράθυρο και είδε έναν να κάνει οτοστόπ. Ήταν κάπως περίεργος, κουκουλωμένος με μαύρα ρούχα και υφάσματα. Η κοπέλα τρόμαξε και το είπε στα παιδιά, αλλά αυτοί γελώντας την κορόιδεψαν. Τότε αυτή απελπίστηκε. Μετά από λίγο ξανά η ίδια ιστορία, και  η Κλερ  πήρε ένα σοβαρό ύφος.

- Τί γίνεται Κλερ; είδες πάλι τον κουκουλοφόρο με την μάσκα; Είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ο Τζέις.

- Μην με κοροϊδεύεις Τζέις! Δεν είναι αστείο!

- Μπα, και γιατί;

Η Κλερ ήταν τελείως εκνευρισμένη, και τότε έκαναν μια στάση στο πιο κοντινό fast-food:

- Παιδιά πάω να πλύνω τα χέρια μου και μετά θα έρθω να φάμε, είπε η Έλεν.

- Έρχομαι και εγώ μαζί σου Έλεν! είπε η Κλερ.

Καθώς τα κορίτσια κατέβηκαν τις σκάλες για να πάνε να πλυθούν, βρέθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ, όπου ένα αυτοκίνητο κατευθυνόταν προς αυτές, και μέσα, ο κουκουλοφόρος με την μάσκα να βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και να κάνει οτοστόπ. Ξαφνικά η πόρτα του fast-food  κλείνει. Τα κορίτσια τρέχουν σοκαρισμένα από εδώ και από εκεί:

- Λυπάμαι που δε σε πίστεψα Κλερ, είπε η Έλεν.

-Τρέχα και ας τα αυτά!

Τα κορίτσια βρήκαν κάτι, σαν σπιτάκι, και ενώ ο κουκουλοφόρος είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε και πάλι μπροστά τους, στο σπιτάκι. Οι κοπέλες θα ήταν σε λίγο νεκρές. Ο Τζέις και ο Φίλιπ ανησύχησαν και κατέβηκαν και αυτοί κάτω. Βρήκαν το πάρκινγκ, κηλίδες αίμα  που κατέληγαν  σαν  ένα ποτάμι.  Ο Φίλιπ μιλούσε με τον Τζέις  ώσπου ξαφνικά εξαφανίστηκε, το ίδιο και τα κορίτσια. Ο Τζέις πέθανε στο πάρκινγκ, ο Φίλιπ στο αυτοκίνητο και τα κορίτσια στο σπιτάκι, μετά όλοι αυτοί κατασκήνωσαν τελικά κάπου πολύ μακριά, στον Παράδεισο…

===================

Ευχαριστούμε την Ιωάννα για την ιστορία της.

===================

Θάνατος: Το Κορίτσι Με Τα Μαύρα Μαλλιά.


Κάποτε η  Τάνια, ένα κορίτσι 5 ετών, ζούσε με την μαμά της και τον μπαμπά της σε μια απομακρυσμένη πόλη. Οι γονείς της κανόνισαν να πάνε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για 2 μέρες. Θα ήθελαν να πάρουν την Τάνια αλλά ήταν πολύ μικρή για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Οπότε την άφησαν στο σπίτι, με την γειτόνισσά τους την Έλενα. Η Έλενα ήταν γύρω στα 20, και σπούδαζε γιατρός.

Έφυγαν λοιπόν οι γονείς, και άφησαν την Έλενα μαζί με την Τάνια. Γύρω στις 10, η Τάνια έπρεπε να κοιμηθεί, ήταν ήδη αργά, και έλεγε πως πονούσε η κοιλιά της. Η Έλενα την καθησύχασε και την έβαλε για ύπνο, και κατέβηκε στο σαλόνι για να διαβάσει επιτέλους τα μαθήματα για το πανεπιστήμιο. Ξάφνου, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Έλενα τρόμαξε γιατί ήταν μόνη της και δεν ήθελε να έχει ευθύνη για την  μικρή Τάνια.

Πήγε λοιπόν να δει ποιός χτυπούσε την πόρτα. Η πόρτα είχε ένα μικρό παράθυρο, και πριν το ανοίξει, ρώτησε:

- Ποιός είναι παρακαλώ;

- Ναι.

- Ορίστε; Ποιός είναι;

- Ναι.

- Τί ναι; Ποιός είναι;

Η Έλενα άνοιξε το παραθυράκι για να δει ποιος ήταν. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, με μαύρα ολόισια μαλλιά, που έπεφταν στο πρόσωπό της. Φορούσε και ένα κατάλευκο φόρεμα.

Και πριν καταλάβει κάτι, η Έλενα απομακρύνθηκε από την πόρτα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου το κορίτσι είχε φύγει, τουλάχιστον αυτό νόμιζε η Έλενα.

Αργότερα άκουσε μια δυνατή κραυγή, και ανέβηκε τρέχοντας πάνω παρότι φοβόταν πολύ. Στο τέλος του διαδρόμου βλέπει την Τάνια με σκισμένη κοιλιά και ένα σημείωμα με αίμα να γράφει: «Εσύ δεν την φρόντισες, το έκανα εγώ! Η Ανώνυμη».

Το επόμενο πρωί οι γονείς γύρισαν, και είδαν το πτώμα, ή μάλλον τα πτώματα, γιατί η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε για ακόμη μία φορά…

================

Ευχαριστούμε την Ιωάννα για την ιστορία της

================

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (τρίτο μέρος).


Σε όλη την διαδρομή που περπατούσα ένιωθα γύρω μου μια αύρα να υπάρχει. Όλη την ώρα είχα την σκέψη – Να τώρα θα εμφανιστεί – αλλά δεν εμφανιζόταν. Όχι ακόμα τουλάχιστον… Κοιτούσα με πολλή προσοχή σε κάθε σημείο, κάθε λεπτομέρεια, για κάποιο σημάδι που θα μπορούσε να υπάρχει. Ούτε και κατάλαβα πότε χάθηκαν από τα μάτια μου οι φίλοι μου… Καινούργιες σκέψεις μπήκαν στο μυαλό μου αλλά δεν έδωσα σημασία. Ξαφνικά νιώθω ένα ψυχρό αεράκι να με χτυπάει στο σβέρκο.

-Και πολύ άργησες να εμφανιστείς… αμέσως σκέφτηκα.

Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει αρκετά στο σημείο όπου είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά η ψυχή του κοριτσιού. Από στιγμή σε στιγμή ήξερα ότι θα εμφανιστεί, αλλά αυτή την φορά δεν θα άφηνα τον φόβο μου να με κυριαρχήσει. Και κατά βάθος ήξερα γιατί πήρα εγώ αυτό το μονοπάτι… Φαντάζομαι ότι δεν θα άντεχαν οι φίλοι μου αυτό που άντεξα εγώ. Ακόμα δεν μου έχει περάσει όλο αυτό που είχα νιώσει εκείνη την ημέρα.

Ήταν σαν εκείνη τη νύχτα όπου είδα για πρώτη φορά στην τηλεόραση το ALIEN και πριν προλάβει να τελειώσει έπεσα σε έναν βαθύ ύπνο και ξύπνησα σε έναν κόσμο από εφιάλτες. Πρέπει να ήταν το 1992 σε μια ηλικία 10 χρονών. Δεν θα το ξεχάσω αυτό το όνειρο. Είχα δει ότι με ξύπνησε ένα μαύρο χέρι που με τράβηξε μέσα από το κρεβάτι και που με πήρε σε έναν κόσμο όπου γίνονταν φρικτά πράγματα.

Είχα βάλει τα κλάματα ενώ παράλληλα ήθελα να κοιτάξω από κάτω από το κρεβάτι αλλά ο φόβος με είχε κυριαρχήσει, μέχρι που μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο, άναψε το φως και με πήρε στην αγκαλιά της για να με ηρεμήσει. Ήταν από τις λίγες φορές που αναζήτησα την παρέα της τις νύχτες…

Και όπως το φαντάστηκα, το κοριτσάκι ήταν εκεί. Λίγο χάθηκα μέσα στις σκέψεις μου και εμφανίστηκε. Στεκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο γονατισμένο με τα χέρια να ακουμπάνε στο έδαφος. Στην αρχή πήγα πάλι να καταρρεύσω αλλά όχι. Αυτή τη φορά νίκησα. Κατάπια λίγο από το σάλιο μου που είχε κολλήσει στο λαιμό και πλησίασα αρκετά ώστε να μπορέσω να της μιλήσω.

-Είμαι εδώ για σένα, για να σε βοηθήσω να βρεις τον δρόμο σου. Αυτές ήταν οι λέξεις που βγήκαν από μέσα μου.

Το κοριτσάκι σταμάτησε να κλαίει, γυρνάει, με κοιτάζει με ένα βλέμμα από πάγο και τότε έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα. Πρέπει να ήταν τόσο δυνατή που με ανάγκασε να κλείσω με τα χέρια τα αυτιά μου για να μην πάθουν κάποια ζημιά, σφίγγοντας τα βλέφαρα μου με όλη μου την δύναμη.

Η κραυγή σταματάει, ανοίγω τα μάτια μου, την βλέπω να σηκώνεται στα πόδια της και έρχεται προς το μέρος μου με ένα βλέμμα αυτή την φορά που σκοτώνει. Τα αντανακλαστικά μπήκαν σε λειτουργία και άθελά μου κάνω δύο βήματα προς τα πίσω που αυτό είχε σαν κατάληξη να σκοντάψω σε μια πέτρα που υπήρχε πίσω μου. Βρισκόμουν με τον κώλο καθισμένος και τα χέρια ακουμπισμένα πίσω από την πλάτη μου στο χώμα. Έρχεται από πάνω μου, σκύβει στο σημείο που βρισκόταν το πρόσωπο μου, βγάζει άλλη μια τσιρίδα πιο δυνατή αυτή τη φορά και τρέχει μέσα στο δάσος με ένα σατανικό γέλιο.

-Ωχ, οι φίλοι μου. Αυτή ήταν η σκέψη που υπήρχε στο μυαλό μου.

Αμέσως κατάλαβα ότι κινδυνεύουν, σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω και εγώ να προλάβω να τους ειδοποιήσω. Αλλά δεν πρόλαβα.

Το κοριτσάκι δεν φαινόταν πουθενά, λίγα μέτρα έξω από το φάρο είδα τους φίλους μου να περπατάνε μαζί να χαχανίζουν σαν χαζοί. Ένας Θεός ξέρει τι λέγανε αλλά κατάλαβα ότι πρέπει να έλεγαν αστεία. Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολύ κάνανε περίπατο παρά να ψάχνουνε για κάποιο στοιχείο, πόσο μάλλον ένα πτώμα.

-Γιάάάάάάάαννηηηηηηηηη Δημήήήήήήήήτρηηηηηηηη; Φύγετεεεε από το φάααααροοοο.

-Τιιιιιιιιιιιιιι; Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Δημήτρη και του Γιάννη που άκουσα για την υπόλοιπη ζωή μου.

Δεν πρόλαβα να τους σώσω. Σπάει ένα μεγάλο κλαδί και καρφώνεται με τόση δύναμη στο κεφάλι του Δημήτρη που διαπερνάει όλο του το σώμα και σταματάει στο έδαφος. Όπως ένα αρνί που το έχουν σουβλίσει και περιμένουν να το ψήσουν για να γιορτάσουν το Πάσχα. Ο φίλος μου στέκεται ακόμα όρθιος, όρθιος αλλά νεκρός. Τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ο φακός έχει γλιστρήσει από το χέρι του και το αίμα έχει γίνει γύρω του ποτάμι.

Ο Γιάννης έχει βάλει τις κραυγές και τρέχει να φύγει από το φάρο κουνώντας τα χέρια του ανέμελα στον αέρα καθώς δάκρυα ξεγλιστρούν πίσω του πέφτοντας στο έδαφος σαν σταγόνες από βροχή.

Τότε γυρίζω το κεφάλι μου προς το δέντρο που έσπασε το κλαδί και βλέπω το κορίτσι να πηδάει από την κορυφή του δέντρου και πάντα γελώντας τρέχει πίσω από τον Γιάννη, περνάει από μέσα του και σταματάει λίγα μέτρα μπροστά του. Ο φίλος μου έχει μείνει σαστισμένος, ο φόβος αυτή την στιγμή είναι ο μόνος κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού.

«Μην με σκοτώσεις σε παρακαλώ μη», είναι τα μόνα λόγια που ξεπηδούν από τα χείλη του. Το κοριτσάκι τον πλησιάζει με ένα βλέμμα αυτή την φορά «σσσσσσς…. Εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι». και τότε απλώνει το χέρι της και με ένα απλό άγγιγμα του νυχιού της ανοίγει ο λαιμός στα δύο ξαπλώνοντας το κεφάλι προς τα πίσω ακουμπώντας στην πλάτη. Το κορμί του φίλου μου έχει πέσει στο πάτωμα και σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος μυς. Το κορίτσι τώρα κοιτάει εμένα, μου δίνει ένα γλυκό χαμόγελο σαν να μου λέει ευχαριστώ και φεύγει χοροπηδηχτή ή μάλλον χορεύοντας.

Τρέχω αμέσως στον Γιάννη, βάζω το σώμα του σε μια οριζόντια θέση με το κεφάλι του κανονικά, «απίστευτο πόσο αίμα ακόμα Θεέ μου»;

Βλέπω τα μάτια του είναι ακόμα ζωντανά και τα χείλη του να κουνιούνται σαν να θέλει να μου πει «ωραία περάσαμε όσο κράτησε αυτή η φιλία σε αυτή την ζωή. Θα τα πούμε στην επόμενη».

«Ναι φίλε μου, ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά». Τότε νιώθω το χέρι του να σφίγγει το δικό μου για μια στιγμή και μετά, μετά τίποτα, όλα τελείωσαν για αυτόν…

Έκλεισα τα μάτια του και τότε δεν μπόρεσα να φανώ δυνατός. Εγώ ξέσπασα σε κλάματα και τα κλάματα σε δάκρυα φωνάζοντας ξανά και ξανά «γιατίίίίίίίίίίίίί;». Τότε εμφανίστηκε πάλι το κορίτσι μπροστά μου με ένα ποιο ζωηρό βλέμμα αυτή την φορά και με ένα ύφος σαν να μου λέει «έλα πάμε». Τότε σηκώθηκα και την ακολούθησα μέχρι το σημείο που την συνάντησα για πρώτη φορά και μου δείχνει με το χέρι της το σημείο που στεκόταν.

-Τι θέλεις τώρα;

Αλλά δεν παίρνω απάντηση. Ήξερα όμως τι ήταν αυτό που ζητούσε.

-Θέλεις να σκάψω εδώ έτσι;

Αυτή την φορά παίρνω την απάντηση κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά…

-Ναι αλλά δεν έχω φτυάρι.

Και τότε μου δείχνει πάλι με το χέρι της την πέτρα όπου σκόνταψα πριν. Πριν γίνουν όλα αυτά.

Ήταν αρκετά μυτερή για να μπορέσω να σκάψω. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η πέτρα ήταν εκεί για έναν σκοπό, αυτό τον σκοπό. Την πήρα με τα δυο μου χέρια και άρχισα να σκάβω με ότι δύναμη και κουράγιο θα μπορούσε να μου έχει απομείνει μέχρι που διακρίνω κάτι ξανθά μαλλιά να ξεπροβάλουν από το σημείο που έσκαβα και έτσι συνέχισα με τα χέρια μου. Μέχρι να αποκαλυφθεί και το υπόλοιπο κορμί της ή μάλλον τα οστά της να πω καλύτερα και ένα σημείωμα.

-Αυτή είσαι εσύ;

Την ρώτησα αλλά δεν χρειάστηκε να μου απαντήσει, την ήξερα την απάντηση.

Σκύβει πάλι από πάνω μου αλλά αυτή την φορά δεν βγάζει κάποια κραυγή, κάθε άλλο, φέρνει τα χείλη της πάνω στα δικά μου και με φιλάει.

-Θεέ μου, με φιλάει μια πεθαμένη, τι αηδία;

Τότε βλέπω μια δέσμη φωτός να προβάλει από τον ουρανό και για άλλη μια φορά και μάλλον η τελευταία της λέω.

-Αυτό είναι για σένα. Είναι η πύλη για τον παράδεισο, μην το χάσεις.

Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και φεύγει. Την βλέπω να χάνεται μέσα στην δέσμη και όσο χανόταν έσβηνε και αυτή,.

-Τελικά υπάρχει παράδεισος, σκέφτηκα.

Κοίταξα την σημείωση αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω και πολλά. Ο χρόνος το είχε ξεθωριάσει. Αλλά κατάφερα τελικά να ξεχωρίσω τρία επίθετα. Παπαγιαννακόπουλος, Κουτσοφτάρης και Λαχανακόπουλος που συνοδευόταν με ένα παράξενο σύμβολο. Η με μια υπογραφή που ο χρόνος το είχε αλλοιώσει. Αμέσως κατάλαβα ότι οι φίλοι μου είχαν τα ίδια επίθετα. Αμέσως κατάλαβα ότι το κορίτσι πήρε την εκδίκηση που ζητούσε σκοτώνοντας τους απογόνους των δολοφόνων της.

Το έργο μου είχε τελειώσει εδώ. Έφυγα από το φάρο, αλλά όχι δεν πήγα στο σπίτι μου. Αν και είχα ανάγκη από ένα ζεστό μπάνιο έτσι στα αίματα που ήμουν. Πήγα αμέσως στην αστυνομία. Ένας αστυνομικός με ρώτησε τη συμβαίνει και η μόνη λέξη που βγήκε από τα χείλη μου ήταν «φάρος». Από τότε δεν ξαναέβγαλα άλλη λέξη, έτσι και αλλιώς δεν θα με πίστευαν. Με πήγαν στα κρατητήρια μέχρι να γίνει η δίκη αφού οι κατηγορίες θα έπεφταν πάνω μου. Έτσι και αλλιώς μόνο εγώ βγήκα ζωντανός από το φάρο και ήμουν στα αίματα.

Οι δικοί μου άνθρωποι όταν ερχόντουσαν στα επισκεπτήρια με παρακαλούσαν να μιλήσω, να πω τι έγινε αλλά ούτε ακόμα και σε αυτούς το μόνο πού μπορούσε να βγει από μέσα μου ήταν δάκρυα. Η δίκη έγινε και μαντέψτε τη έγραφε η επικεφαλίδα στην Ευβοϊκή Γνώμη…

15ΧΡΟΝΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΣΕ ΜΕ ΒΙΑΙΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΦΑΡΟ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ…

Άσχημο τέλος επεφύλαξε η μοίρα για τρεις έφηβους φίλους.

Τα μυαλά του έχασε ο 15χρονος Καλημέρης Παπαχρήστος με αποτέλεσμα να σκοτώσει δύο φίλους του στο φάρο της Κακής Κεφαλής. Νεκροί είναι ο Γιάννης Λαχανακόπουλος και ο Δημήτρης Κουτσοφτάρης, και δύο 15 χρόνων κάτοικοι Χαλκίδας. Λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου βρέθηκαν τα πτώματα των άτυχων αγοριών, βρέθηκε το πτώμα ενός μικρού κοριτσιού ηλικίας 9-13 χρόνων σύμφωνα με τις δηλώσεις της αστυνομίας.

Αυτή η υπόθεση πάντως αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα… Για τον 15χρονο Καλημέρη Παπαχρήστο η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν ψυχικές διαταραχές…

=============================================

ΣΥΓΓΡΑΦΗ: Καλημέρης Παπαχρήστος (ssppaccee@hotmail.com)

Προς όλους τους αναγνώστες θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι η ιστορία σαν φήμη είναι αληθινή στα εξής: Ο φαροφύλακας με το γυάλινο μάτι, το κοριτσάκι που βίασαν και η περιγραφή του φάρου. Το πτώμα από το κοριτσάκι το βρήκαμε εμείς όταν ήμασταν 14 χρόνων…

=============================================

το πρώτο μέρος

το δεύτερο μέρος

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (δεύτερο μέρος).


Το επόμενο πρωί πήγα μόνος μου στο φάρο για να εξακριβώσω το σχέδιο του συμβόλου αφού όλοι μου οι φίλοι κοιμόντουσαν και ένας που ήταν ξύπνιος είχε φύγει με την μητέρα του για ψώνια. Φτάνοντας στο φάρο διαπίστωσα πως είχε μαζευτεί περίπου οι μισοί αστυνομία της Χαλκίδος. Πήγα σε ένα αστυνομικό να ρωτήσω τι είχε συμβεί αλλά κανείς δεν μου έδωσε πληροφορίες γιατί ήμουν ανήλικος. Δεν άργησα να μάθω πληροφορίες από κάτι περαστικούς που συζητούσαν για αυτό που είχε συμβεί.

Το βράδυ λίγο μετά που φύγαμε από το φάρο βρήκε τραγικό τέλος ο δασοφύλακας. Ναι αυτός ο τρομακτικός άνθρωπος με το γυάλινο μάτι ήταν πλέον νεκρός. Θεέ μου… Εγώ είμαι σίγουρος ότι έχει να κάνει με όλη αυτήν την μυστήρια ιστορία που επικρατεί στο δάσος. Κάτι μου λέει πως αυτό που έζησα το βράδυ δεν ήταν μόνο η φαντασία μου. Λίγο αργότερα κατέφθασα στο σπίτι και αφού δεν μπορούσα να κάνω και πολλά, μπήκα στο ίντερνετ για να ψάξω για το σύμβολο που θυμόμουν αμυδρά. Δεν κατάφερα να βρω αρκετά μόνο κάτι μεσαιωνικά σύμβολα που πιστεύω δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που είχα δει.

Λίγο αργότερα άρχισα να παίρνω τους φίλους μου τηλέφωνο για να τους διηγηθώ αυτό που είχε γίνει λίγο μετά που φύγαμε εμείς από το φάρο. Και τα τρία παιδιά εκπλαγήκαν που το άκουσαν αυτό. Στην αρχή ήταν διστακτικά και δεν ήθελαν να με πιστέψουν αλλά το έκαναν. Δεν εκπλάγηκα όταν άκουσα έναν από τους τρεις να μου λέει πως πρέπει να σταματήσει αυτό το θέμα εδώ πριν γίνει άλλο κακό η βρούμε τον μπελά μας. Εκεί κατάλαβα πως ήμουν μόνος. Κανένας τους δεν ήθελε να λύσει το μυστήριο που επικρατεί στο δάσος. για κάποιες μέρες το άφησα και εγώ αυτό το θέμα αφού πιθανόν να παρακολουθούσε την περιοχή η αστυνομία.

Χωρίς καλά καλά να ξεκινήσω την έρευνα πρόσεξα ότι στο σημείο που είχε γονατίσει το κοριτσάκι υπήρχαν αποτυπώματα από παλάμες. Τελικά αποδεικνύεται ότι δεν ήταν όλα στην φαντασία μου. Κοίταξα για το σύμβολο αλλά αυτή τη φορά δεν το είδα, λες και ο χρόνος είχε σβήσει κάθε ίχνος από την πέτρα. Νομίζω εδώ τελείωσε η έρευνα μου έτσι πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Φτάνοντας στο σπίτι κάτι περίεργο είχε συμβεί, όλοι οι γονείς των φίλων μου και οι δύο φίλοι μου ήταν στο σπίτι και με περίμεναν. Για κάποιο λόγο το μυαλό μου πήγε αμέσως στο κακό αφού ένας από τους φίλους μου έλειπε. Ο ένας από τους καλύτερους μου φίλους βρήκε τραγικό θάνατο. Αν και οι γονείς του μου είπαν πως το τελευταίο καιρό είχε πέσει παρά πολύ ψυχολογικά έτσι πήδηξε από την ταράτσα του σπιτιού δεν το πίστεψα. Δεν ήταν άνθρωπος που θα έφτανε σε τέτοιο σημείο ότι και αν του συνέβαινε. Ότι δυσκολίες και να του παρουσιάζονταν σε αυτή τη ζωή πάντα έβρισκε μέσα του τη δύναμη να τις αντιμετωπίσει.

Έμεινα άφωνος όταν άκουσα αυτή την άσχημη είδηση. Ήθελα να βάλω τα κλάματα αλλά ήξερα ότι έπρεπε να φανώ δυνατός. Δεν πήγε ούτε λίγο στο μυαλό μου ότι δεν θα ξαναδώ έναν από τους καλύτερους μου φίλους, και πόσο μάλλον θα μου λείψουν οι πλάκες που κάναμε μαζί…

Ήξερα μέσα μου πως για όλα είχε σχέση η ιστορία που κυριαρχεί στο φάρο. Καλημέρη βοήθησέ με… τον άκουγα βλέποντας από μακριά το πρόσωπο του να χάνεται στο σκοτάδι… Ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω γύρω μου, όλα στο δωμάτιο ήταν φυσιολογικά, μόνο ο κρύος ιδρώτας υπάρχει να λούζει το κορμί μου. Άραγε ήταν μόνο ένα όνειρο; Μήπως σημαίνει κάτι; Πρέπει να μάθω και γρήγορα… Πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία πριν γίνει άλλο κακό.

Έτσι αφού ξημέρωσε, περίπου στις 10 η ώρα πήγα πάλι στο φάρο. Κάτι πρέπει να υπάρχει που δεν το έχω βρει ακόμα και είναι εκεί και με περιμένει. Το μόνο που χρειαζόταν είναι να ψάξω στο σωστό σημείο. Φτάνοντας όμως κάτι σταματάει τα σχέδια μου, η αστυνομία είναι και πάλι εκεί και φιλάει την περιοχή. Έτσι συνέχισα την πορεία μου με διακριτικό τρόπο ώστε να μην δώσω κάποια αφορμή για να με σταματήσουν και να αρχίσουν τις ερωτήσεις. Μάλιστα ένας από τους αστυνομικούς με κοίταζε επίμονα…

Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να έρθω όταν νυχτώσει και ήθελα να το αποφύγω. Ακόμα υπάρχει αυτός ο φόβος από εκείνη την νύχτα που με είχε κυριεύσει. Έτσι σαν Παρασκευή που ήταν πήρα την εφημερίδα Ευβοική Γνώμη και μάντεψε τι είχε για επικεφαλίδα: ΤΡΑΓΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΒΡΗΚΕ Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΑΙΤΙΑ.

Έμεινα λίγο σαστισμένος κοιτάζοντας συνεχώς τον τίτλο, δεν καταλαβαίνω τον λόγο όμως. Ήταν κάτι που ήδη το γνώριζα. Τώρα πήρα το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι και αφού δεν είχα να κάνω κάτι περίμενα να περάσουν οι ώρες που είχαν απομείνει ανιαρά ανοιγοκλείνοντας κάθε λίγο την τηλεόραση μήπως έχει κάτι ενδιαφέρον, πηγαίνοντας που και που στο δωμάτιο και ξάπλωνα έστω για πέντε λεπτά η ανοίγοντας το ψυγείο ψάχνοντας για καμία λιχουδιά παρόλο που δεν πεινούσα. Απλά για να φύγει η λαιμαργία η για να περάσει η ώρα.

Οι ώρες αν και δύσκολες η καλύτερα βαρετές με πολλούς αργούς ρυθμούς πέρασαν. Έτσι κατά της εννιά το βράδυ άρχισα να εφοδιάζομαι με όλα τα απαραίτητα, όχι πολλά πράγματα, ένα φακό και ένα κομποσκοίνι που μου είχαν κάνει δώρο στη γιορτή μου όπου το είχε φτιάξει ένα ασκητής στο Άγιο Όρος λέγοντας από μέσα του ΚΎΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι ξεκίνησα πάλι για το φάρο. Το φάρο της κακής κεφαλής όπου ο μύθος του πήρε άλλες δύο ψυχές. Του φαροφύλακα και του καλύτερου μου φίλου.

Στο δρόμο καθώς πήγαινα κάτι παράξενο συνέβη, κάποιος φώναξε το όνομα μου, γυρνάω και παρατηρώ από απόσταση δύο σκιές να με πλησιάζουν. Δεν αργώ όμως να καταλάβω ότι ήταν οι δύο φίλοι μου.

-εεε… Καλημέρη, περίμενε και εμάς. Φωνάζει ένας από τους δύο.

-Που πάτε βρε παιδιά τέτοια ώρα;

-Σε εσένα. Μου απαντούν.

-Φανταστήκαμε ότι θα συνέχιζες την έρευνα και είπαμε να έρθουμε και εμείς να σε βοηθήσουμε. Παίρνει τον λόγο ο Γιάννης.

-Εξάλλου… Δεν τον άφησα να τελειώσει την κουβέντα του.

-Εξάλλου τι; Τον ρώτησα με βλέμμα που καρφώνει.

-Εξάλλου από την μέρα που πέθανε ο φίλος μας, μας στοιχειώνει τα όνειρα μας σαν να θέλει να μας πει κάτι.

-Σαν να θέλει να λύσουμε το μυστήριο. Συμπληρώνει ο Δημήτρης και συνεχίζει πάλι ο Γιάννης.

-Δεν έπρεπε να σε αφήσουμε μόνο, υπάρχει ένα μυστήριο που πρέπει να λυθεί και μόνος δεν θα μπορέσεις.

-Ευχαριστώ βρε παιδιά με συγκινήσατε.

-Ας το κάνουμε για το φίλο μας και την ψυχή που είναι εγκλωβισμένη τόσα χρόνια στο φάρο.

Δώσαμε και οι τρεις μας τα χέρια και ξεκινήσαμε μαζί για το φάρο. Στο δρόμο με ρώτησε ο Γιάννης τη ανακάλυψα αυτό τον καιρό με τις έρευνες μου.

-Οχι και πολλά. Σκέφτηκα, μάλλον τίποτα.

Αλλά ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό ότι έχει να κάνει με μια ψυχή και για να υπάρχει η ψυχή κάπου πρέπει υπάρχει και ένα πτώμα. Άμα βρεθεί το πτώμα θα ησυχάσει και η ψυχή και τότε όλα θα λυθούν.

- Θα σας πω όταν φτάσουμε

Προχωρώντας παραλιακά και αυτή την φορά όχι μόνος, μια όμορφη βραδιά επικρατούσε και έτσι παραμυθένια που απλωνόταν σαν κουρτίνα με την πόρτα ανοιχτή να την κυματίζει ο αέρας το φεγγάρι πάνω στην θάλασσα ήθελα να τα ξεχάσω όλα, να πετάξω ότι ρούχο φορώ και να βουτήξω μέσα της. Αλλά όχι, είχα ένα μυστήριο να λύσω μια αποστολή να πω καλύτερα…

Για λίγο είχα μείνει να κοιτάω την θάλασσα κάνοντας διάφορες σκέψεις στο μυαλό μου. Όπως για παράδειγμα πρέπει να ήταν πέρσι που ακριβώς σε αυτό το σημείο είχαμε μαζευτεί οικογενειακά και με κάποιους φίλους για ένα νυχτερινό μπάνιο και η βραδιά ήταν το ίδιο όμορφη σαν ένα παραμύθι με αίσιο τέλος.

-Εεεεεε Καλημερη που χάθηκες; Νιώθοντας ένα χέρι να με ακουμπά στον ώμο.

Τα λόγια του Γιάννη που τόσο με ξάφνιασαν με έκαναν να επιστρέψω στην πραγματικότητα.

-Εεεεεε όχι, τίποτα, πάμε.

φτάνοντας έξω από το φάρο είδα πως είχαν βγάλει τις κίτρινες προειδοποιητικές κορδέλες της αστυνομίας και πως μεγάλη μου έκπληξη οι πόρτες ήταν ανοιχτές σαν να μας περίμεναν. Καλύτερα σκέφτηκα, δεν θα χρειαστεί να πηδήξουμε.

Αμέσως πήρα το λόγο και είπα στους δύο φίλους μου ότι ψάχνουμε για ένα πτώμα, πως πρέπει να βρίσκεται οπουδήποτε και πως πρέπει να είμαστε πολύ παρατηρητικοί μα και προσεκτικοί γιατί ο κίνδυνος παραμονεύει. Κοιταχτήκαμε στα μάτια, δώσαμε τα χέρια και χωριστήκαμε μέσα στο σκοτεινό δάσος.

=================

το πρώτο μέρος εδώ

=================

Ταινίες: The Ring.


The Ring

Μία νεαρή δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει την υπόθεση μίας μυστηριώδους βιντεοταινίας η οποία υποτίθεται ότι σκοτώνει μέσα σε μία εβδομάδα όποιον τολμάει να τη παρακολουθήσει… Remake γιαπωνέζικης ταινίας τρόμου που διατηρεί ατόφια όλη την ατμόσφαιρα της αυθεντικής ταινίας και δίνει στο σενάριο μια πιο φιλική μορφή.

Αυθεντικός τίτλος: The Ring (US).

Σκηνοθέτες: Gore Verbinski.

Ηθοποιοί: Naomi Watts, Martin Henderson, Brian Cox, Daveigh Chase, Adam Brody.

Διάρκεια: 115′

Έτος προβολής: 2002.

The Ring Two

Πιστεύοντας πως έχουν ηρεμήσει από την κατάρα, η Ρέητσελ μαζί με την κόρη της μετακομίζουν σε καινούργια κατοικία. Ένα φρικιαστικό έγκλημα όμως θα επαναφέρει το τρόμο στην ήσυχη ζωή τους. Το δεύτερο remake του ιαπωνικού φιλμ τρόμου, από τον σκηνοθέτη του πρωτότυπου, Hideo Nakata.

Αυθεντικός τίτλος: The Ring Two.

Είδος: Τρόμου.

Σκηνοθέτες: Hideo Nakata.

Ηθοποιοί: Naomi Watts, David Dorfman, Sissy Spacek, Gary Cole, Daveigh Chase.

Διάρκεια: 110′.

Έτος προβολής: 2005.

Πηγή: Popcorn

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (πρώτο μέρος).


Η ιστορία μας έχει να κάνει με τον φάρο της Χαλκίδας, θυμάμαι που ήμασταν μικρά παιδιά και παίζαμε ανέμελα μέσα στο δάσος, στις κούνιες, η τρέχαμε σαν παλαβά στα σκοτεινά μονοπάτια.

Τώρα θα μου πείτε ποιο δάσος κρύβει μέσα του έναν φάρο. Και όμως ο φάρος της Χαλκίδας βρίσκεται σε ένα δάσος και είναι ακόμα σε λειτουργία. Ο φάρος της κακής κεφαλής. Είναι ένα πολύ όμορφο μέρος για ζευγαράκια για περίπατο η ακόμα για ιστορίες τρόμου. Και ναι αυτός ο φάρος κρύβει πολλά σκοτεινά μυστικά…

Θυμάμαι που τα βράδια μαζευόμασταν στα παγκάκια και λέγαμε διάφορες ιστορίες και ο σκοπός μας ήταν ένας. Να τρομάξουμε και να φύγουμε τρέχοντας από το σκοτεινό δάσος. Υπήρχε όμως μια αληθινή ιστορία όπου μας την είχε διηγηθεί ο δασοφύλακας που δούλευε και σαν υπεύθυνος στον φάρο και για αυτό τον λόγο ποτέ δεν μας άφηνε να καθόμασταν μετά τις δύο η να ερχόμασταν τα βράδια όπου είχε πανσέληνο.

Η ιστορία του μετά από λίγα χρόνια μάθαμε πως ήταν αληθινή γιατί εμείς οι ίδιοι ήμασταν που βρήκαμε έναν τάφο ενός μικρού κοριτσιού. Και το μόνο που θέλω τώρα είναι να μοιραστώ μαζί σας την ιστορία μου.

Ξέχασα να σας αναφέρω ότι ο δασοφύλακας είχε πολύ τρομακτική όψη και τον φοβόμασταν. Είχε μεγάλη γενειάδα και το ένα μάτι ήταν γυάλινο και πάντα κρατούσε στο δεξί χέρι ένα μπαστούνι. Μάλιστα κάποιοι έλεγαν πως είχε σκοτώσει κάποιον με αυτό μια φορά…

Η ιστορία του έχει να κάνει με μια ψυχή ενός κοριτσιού που είχε εγκλωβιστεί μέσα στο δάσος στοιχειώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, μέχρι κάποιος να πάρει εκδίκηση για τον άδικο και βίαιο μα και απαίσιο θάνατο της… Πρόκειται για ένα κορίτσι 13 χρόνων που το απήγαγαν 5 παιδιά όπου το χτυπούσαν ανελέητα, την βίαζαν και την κακομεταχειρίζονταν ξανά και ξανά μέχρι τελευταίας πνοής. Kαι όλα τα στοιχεία, μαζί με το άψυχο και βασανισμένο κορμί της, θάφτηκαν κάπου στο φάρο μέσα στο δάσος. Στο φάρο της κακής κεφαλής…

Το όνομα αυτό το έχει πάρει για πόλους λόγους, έχουν γίνει παρά πολλά και συνεχίζονται να γίνονται. Από ναρκωτικά, δολοφονίες, βιασμοί, μέχρι και μαύρη μαγεία. Και μάλιστα αυτό το κορίτσι έπεσε θύμα τελετής. Αυτά τα πέντε παιδιά άνηκαν σε ένα γκρουπ σατανιστών. Ο σκοπός τους ήταν να χαρίσουν την ψυχή της στον σατανά με αντάλλαγμα λίγο πλούτο αφού πρώτα πέρασαν καλά μαζί της. Αλλά φαίνεται πως αυτός δεν την ήθελε, δεν ήταν ποια παρθένα. Έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να εγκλωβίσουν την ψυχή της ανάμεσα σε δύο κόσμους περιστοιχειώνοντας το φάρο μέσα στο δάσος…

Θυμάμαι ποιο παλιά πριν απαγορευτεί η είσοδος μετά τα μεσάνυχτα, πως είχα ακούσει κάποια ζευγαράκια να λένε πως καθώς έτυχε να απολαμβάνουν τον έρωτα τους εκείνες τις απαγορευμένες ώρες να ακούνε αμυδρά έναν ψίθυρο στο αυτί η να ακούνε κάποιον να τρέχει μέσα στο δάσος πατώντας στις πευκοβελόνες και στα ξεροκλάδια που υπήρχαν στο χώμα, η ακόμα ένα γέλιο η ένα κλάμα ενός μικρού κοριτσιού. Η ακόμα πως ένιωσαν κάτι να τους πιάνει στον ώμο η ένα μικρό σπρώξιμο. Αλλά κανένας δεν είδε τίποτα, ποτέ δεν έβλεπαν. Μόνο άκουγε. Κάπως έτσι και εγώ με την παρέα μου.

Από την μέρα που μας είπε την ιστορία ο δασοφύλακας θέλαμε να μάθουμε πόσο αλήθεια ήταν όλα αυτά. Και κάπου εδώ ξεκινάει η δίκη μου ιστορία. Η περιέργεια πάντα κέντριζε το μυαλό μας και κάθε νύχτα πηγαίναμε με την παρέα μου έξω από το δάσος. Αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειστή και μάλιστα με αλυσίδες… Εκεί συναντούσαμε συνέχεια την ησυχία και στην ατμόσφαιρα ακούγονταν μόνο οι δικές μας ομιλίες και τα γέλια μας.

Μια νύχτα σκέφτηκα να κάνω εγώ το πρώτο βήμα και είπα στους φίλους μου να πηδήξουμε την είσοδο και να περπατήσουμε μέχρι το φάρο. Τους καθησύχαζα ότι όλα επρόκειτο για μια φήμη… Ένας από την παρέα, ο Στέλιος, δεν σταμάτησε τα αστεία και τα κακόγουστα σχόλια. “Άντε Καλημέρης, πήγαινε εσύ πρώτος κι αν γυρίσεις ζωντανός, θα ακολουθήσουμε κι εμείς” μου είπε και έσκασε στα γέλια. Αν και όλοι παίζαμε τα παλικάρια, κανένας μας δεν είχε το κουράγιο να μπει στο σκοτεινό δάσος κι έτσι αποφασίσαμε να περιμένουμε έξω μήπως και ακούσουμε κάτι…. Όλα ήταν ήρεμα ώσπου ξαφνικά γύρω στις 4 τα ξημερώματα μια άγρια φωνή από το βάθος. Ποιος είναι εδώ; Τα πόδια μας κόπηκαν αλλά δεν πήρε πολύ ώρα να καταλάβουμε πως ήταν ο δασοφύλακας και το βάλαμε αμέσως στα πόδια τρέχοντας και γελώντας δυνατά.

Την επόμενη μέρα ξαναπήγαμε και όλα ήταν και πάλι ήρεμα. Αυτή τη φορά ήμασταν κι εμείς πιο ήρεμοι. Το ίδιο σκηνικό ακολούθησε για αρκετές μέρες. Πηγαίναμε και περιμέναμε έξω από το δάσος. Ώσπου ένα βράδυ Κυριακής βρήκα το θάρρος και πήδηξα μέσα. Δεν ξέρω το γιατί αλλά μόλις το έκανα, μια ανατριχίλα και κρύος ιδρώτας περιέλουσε το κορμί μου, ενώ ταυτόχρονα ένας ψυχρός αέρας με χτύπησε για λίγο στο σβέρκο. Υποψιάστηκα ότι μάλλον θα ήταν από το φόβο μου. Στα υπόλοιπα παιδιά είπα πως όλα είναι εντάξει και έτσι ακολούθησαν κι αυτοί. Στην αρχή κοιτούσαμε ο ένας στα μάτια τον άλλον και μετά με μεγάλη επιφυλακτικότητα κοιτούσαμε δεξιά και αριστερά. Όλα φαίνονταν ήρεμα μέσα στο σκοτάδι. Μόνο το θρόισμα από τα φύλλα των δέντρων υπήρχε.

Έτσι σιγά – σιγά και πάντα δειλά αρχίσαμε να περπατάμε προς το βάθος… Το σκοτάδι μας είχε περικυκλώσει. Δεν βλέπαμε ούτε τη μύτη μας. Ώσπου ξαφνικά μια λάμψη από το πουθενά εμφανίστηκε λίγα μέτρα μακριά μας. Εκεί παγώσαμε για τα καλά. Δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο φόβο. Για λίγο ήταν ακίνητο σαν να μας παρακολουθούσε… Και μετά τίποτα… Απλά εξαφανίστηκε… Δεν μείναμε άλλο εκεί… Αμέσως τρέξαμε προς την έξοδο και φύγαμε για την πλατεία στον Άγιο Ταξιάρχη. Αυτό που θέλαμε να πιστέψουμε ήταν πως αυτό που είδαμε ήταν ο δασοφύλακας που κρατούσε το φανάρι… Όμως, ήταν αυτός; Ή απλά κοροϊδεύαμε τον εαυτό μας;

Για μέρες δεν ξαναπατήσαμε το πόδι μας εκεί… Είχαμε φοβηθεί όσο ποτέ στη ζωή μας! Αλλά καταλάβαμε ότι σε αυτό το δάσος υπήρχε ένα μυστήριο που περίμενε υπομονετικά κάποιον να το λύσει. Η περιέργεια όμως μας νίκησε και αρχίσαμε τα τηλεφωνήματα μεταξύ μας για να συμφωνήσουμε να ξαναπάμε. Όπως και τις πρώτες μέρες έτσι και τώρα ήμασταν διστακτικοί αλλά τελικά αποφασίσαμε να πάμε. Το ότι υπήρχε πανσέληνος εμείς το αγνοήσαμε και είχαμε ξεχάσει και τα λόγια που μας είχε πει ο δεσμοφύλακας για τα βράδια με ολόκληρο το φεγγάρι.

Όταν φτάσαμε στο δάσος, έκανα εγώ την πρώτη κίνηση για δεύτερη φορά και ξανάνιωσα εκείνη την ανατριχίλα, τον κρύο ιδρώτα και αυτή τη φορά ένα ψίθυρο στο δεξί αυτί μου πιστεύοντας ότι αυτό που άκουσα ήταν το όνομα μου…

Ένιωσα ότι κάποιος η κάτι με καλούσε προς το βάθος του δάσους. Αυτή τη φορά δεν περίμενα τους φίλους μου. Δεν ξέρω γιατί αλλά κάτι με έσπρωχνε σαν μαγνήτης προς το απόλυτο σκοτάδι… Οι υπόλοιποί βλέποντας με, με ακολούθησαν χωρίς να υποψιάζεται κανένας μας για αυτό που θα συνέβαινε.

Ναι καλά ακούσατε, αυτό που θα μας συνέβαινε. Καθώς προχωρούσαμε προς το σκοτεινό δάσος ο ψυχρός αέρα περιέλουζε για δεύτερη φορά ολόκληρο το κορμί μου. Αμέσως αντίκρισα ξανά το ίδιο φως να βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά μου ξαφνικά όλα πάγωσαν. Τα χέρια μου κοκκάλωσαν και ένιωσα να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Κρύος ιδρώτας να με λούζει και καθώς διακρίνω την άχνα μου να βγαίνει από το στόμα μου να νιώθω ότι θέλω να βάλω τις κραυγές και να φύγω τρέχοντας έξω από το δάσος. Κάτι όμως με σταματούσε, και κάτι με έσπρωχνε όλο και ποιο δυνατά να πάω προς το μέρος του. Οι φίλοι μου είχαν χαθεί δεν τους έβλεπα πια. Άκουγα να με φωνάζουν αλλά δεν έδινα καμία σημασία και αυτό γιατί ήμουν χαμένος. Χαμένος στο κάλεσμα του φωτός.

Ξαφνικά ένιωσα κάτι να με καθοδηγεί προς το μέρος του κι εγώ δειλά δειλά και έντρομος απλά ακολουθούσα. Λίγα μέτρα μακριά του το διακρίνω πλέον καθαρά και ήταν, είναι ότι αυτό που έβλεπα ήταν ακριβώς αυτό που μας είχε περιγράψει ο δασοφύλακας.

Και ναι ήταν το σχήμα του κοριτσιού που μας είχε περιγράψει. Κυριευμένος από το φόβο κατάφερα και πλησίασα αρκετά κοντά και διέκρινα ότι ήταν πολύ λυπημένο και έκλαιγε γονατιστό. Έτσι δεν δίστασα να το ρωτήσω άμα είναι καλά η αν χρειάζεται κάποια βοήθεια. Ξαφνικά σταματά να κλαίει, γυρίζει να με κοιτάξει, βγάζει μια κραυγή και πετώντας έρχεται κατά πάνω μου, περνάει από μέσα μου με άγριο ύφος και εξαφανίζεται. Ρίγος και ανατριχίλα κυριεύει πλέον το κορμί μου. Το αίμα μου έχει παγώσει και νιώθω την καρδιά μου να σταματά. Τα γόνατα μου και τα χέρια μου ακουμπισμένα στο χώμα να κάνω προσπάθειες να σηκωθώ, το σώμα ακίνητο παραμένει αφού εξασθένησαν όλες οι δυνάμεις μου.

Αμέσως κραυγές και ουρλιαχτά στοιχειώνουν όλο το δάσος. ώσπου νιώθω ένα χέρι από πίσω να με ακουμπά στον ώμο και μια φωνή να με ρώτα άμα είμαι καλά. Αμέσως όλα σταματάνε και απόλυτη σιωπή κυριαρχεί και πάλι στο δάσος. Οι δυνάμεις μου επέστρεψαν και πάλι στο κορμί μου, ενώ τα ρίγη και οι ανατριχίλες που κυρίευαν ποιο πριν έφυγαν και αυτά έτσι ξαφνικά. Δεν αργώ να διαπιστώσω ότι βρισκόμουν γονατισμένος στο σημείο που ήταν γονατισμένο η μορφή του κοριτσιού. Παρατήρησα πως υπήρχε ένα σύμβολο πάνω σε μια πέτρα αλλά δεν μπορούσα να το διακρίνω καθαρά μέσα στο σκοτάδι και έτσι σηκώθηκα και έφυγα με τους φίλους μου.

Στο δρόμο της επιστροφής εξηγούσα στους φίλους μου όλο το σκηνικό που είχε συμβεί αλλά κανένας δεν πίστεψε από όλα όσα είπα για το λόγο ότι για αυτούς ήταν όλα φυσιολογικά και ήρεμα. Ούτε σκιές ούτε κλάματα ούτε κραυγές και ουρλιαχτά. Το μόνο που έλεγαν ήταν πως υπήρχε πρόβλημα στον εγκέφαλο μου και πως τα έχω χάσει αλλά να μην ανησυχώ, με ένα γενικό σέρβις θα είμαι σαν καινούργιος. Χα χα δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να με πειράζουν μέχρι να πάρει ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του. Αλλά μήπως έχουν δίκιο; Μήπως όλα ήταν στο μυαλό μου και ήταν όλα στη φαντασία αφού ήμουν επηρεασμένος από το φόβο και το σκοτάδι; Όπως και να έχει θα πρέπει να πάω ξανά εκεί μα πρώτα πρέπει να μάθω για το σύμβολο που είδα τη συμβολίζει και ποια η σημασία του.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 784 other followers