Όνειρα: Ο Επισκέπτης.


Ήτανε χειμώνας, τέλη Δεκεμβρίου. Κουρασμένος από μια δύσκολη μέρα στο σχολείο είχε έρθει η ώρα να κοιμηθώ. Είχα τελειώσει το διάβασμα και η ώρα κόντευε 24:00 τα μεσάνυχτα. Και έτσι αποφάσισα να ακούσω λίγη μουσική πριν πάω για ύπνο. Αλλά κάτι φαινόταν περίεργο εκείνη τη νύχτα. Κάτι σαν μια περίεργη αίσθηση . Τέλος πάντων 00:30 είχε πάει η ώρα, έκλεισα το κινητό και ξάπλωσα.

Και τότε είδα ένα από τα πιο φιστικά όνειρα της ζωής μου. Ήμουνα σπίτι, καθόμουν στον υπολογιστή (παρόλο που είναι διπλά στο παράθυρο, μου είναι αδύνατο να θυμηθώ αν ήταν μέρα η νύχτα). Οι γονείς μου είχαν φύγει, είχαν πάει κάπου για μια δουλειά. Και ο αδερφός μου μαζί. Ήμουνα λοιπόν στον υπολογιστή, τρώγοντας κόρον-φλεικς. Ξαφνικά ακούω την πόρτα από το υπνοδωμάτιο να ανοίγει…

Ένας ήχος κλάματος διαπέρασε το σαλόνι. Δεν μπορείτε να φανταστείτε ποσό τρομακτικό ήταν. Αμέσως λοιπόν παρατάω τα κορνφλεικς και σηκώνομαι. Άρχισα να περπατάω προς το δωμάτιο. Εντωμεταξύ η πόρτα είχε ανοίξει και οποίος ήταν είχε μπει μέσα. Το κλάμα συνεχίζονταν. Σαν κάτι κακό να είχε γίνει.

Πλησίαζα προς το δωμάτιο. Πλέον ένας τοίχος με χώριζε από το να τον δω. Εκείνη την στιγμή -ίσως ενστικτωδώς- θέλησα να φωνάξω, να του πω κατά κάποιο τρόπο ότι κάποιος άλλος ήταν μέσα στο σπίτι, να τον τρομάξω, να τον ρωτήσω τι είχε γίνει, δεν θυμάμαι ακριβώς. Εκείνη την στιγμή λοιπόν προσπαθώ να φωνάξω… τίποτα. Παίρνω μια πιο βαθιά εισπνοή… μα πάλι τίποτα. Δεν μπορούσα να βγάλω ήχο. να φωνάξω. Ήμουν εγκλωβισμένος.

Εκείνη την στιγμή… είδα την σκιά του. Πλησίαζε… Τότε παίρνω την πιο βαθιά εισπνοή που ένιωσα να είχα πάρει ποτέ, απογοητευμένος από πριν, ήξερα ότι έπρεπε να φωνάξω. Λες και η ζωή μου εξαρτιόταν από αυτό. Έβαλα όλη την δύναμη μου, λες και ήμουν σε πεδίο μάχης και φώναζα να επιτεθούν οι στρατιώτες. Από μέσα μου βρήκε κάτι σαν ιαχή πολέμου, και την στιγμή εκείνη διέκρινα λίγο από τον «επισκέπτη». Ένα μαύρο πράγμα …..και τότε πετάχτηκα.

Κατατρομαγμένος και λίγο ιδρωμένος, προσπάθησα να συνέλθω. Ήταν ένα από τα λίγα όνειρα που θυμάμαι ακόμα με παρά πολλές λεπτομέρειες. Αν είχατε πάθει κάτι παρόμοιο στον ύπνο σας ίσως θα ξέρετε τι είναι να μην μπορείς να μιλήσεις. Ίσως έφταιγε το άγχος, δεν ξερώ. Αλλά μετά από αυτό προσπάθησα να χαλαρώσω. Να ηρεμήσω. Γενικά στην ζωή μου. Ότι με απασχολούσε το διευθετούσα αμέσως και ήμουνα πιο άνετος. Από τότε δεν ξαναείδα τέτοιο παρόμοιο όνειρο.

About these ads

Φαντάσματα: Το Κοριτσάκι Της Καθαράς Δευτέρας.


Θα σας διηγηθώ τι μου συνέβη πέρυσι την καθαρά Δευτέρα. Πέρυσι λοιπόν την Καθαρά Δευτέρα αποφασίσαμε όλοι μαζί παρέα να πετάξουμε έναν χαρταετό, όπως λέει η παράδοσή μας, και είχε καλή μέρα. Έτσι όπως πετάγαμε τον χαρταετό σε ένα οικόπεδο έξω από το σπίτι μου, ξαφνικά ενώ φύσαγε μια χαρά, κόπασε ο άνεμος και έπεσε ο χαρταετός στην ταράτσα του διπλανού εγκαταλειμμένου σπιτιού για το όποιο υπήρχαν διαφορές φήμες.

Κοιτώντας λοιπόν προς την ταράτσα ψάχνοντας έναν τρόπο να ανέβουμε να πιάσουμε τον χαρταετό, βρήκαμε από δίπλα κάποιες σκάλες που οδηγούσαν στην ταράτσα. Όταν λοιπόν ανεβήκαμε για να τον πάρουμε φύσηξε άνεμος και οδήγησε τον χαρταετό στο υπόγειο του σπιτιού. Κατεβήκαμε τις σκάλες του υπόγειου μαζί με 3 κεράκια μιας και ήταν σκοτεινά. Καθώς προχωρούσαμε ακούσαμε μια παιδική φωνή να μας λέει: «Έλατε να παίξουμε μαζί. Γιατί δεν παίζετε μαζί μου;». Εμείς τρομάξαμε και φύγαμε. Τώρα το τι απέγινε  ο χαρταετός μένει μυστήριο!

Και ξέχασα να σας πω για το τι συνέβη στο κοριτσάκι. Μια Καθαρά Δευτέρα καθώς πετούσε χαρταετό, έπεσε και αυτής πάνω στην ταράτσα. Όπως ανέβαινε τις σκάλες στραμπούλιξε το πόδι της, έπεσε και σκοτώθηκε. Το πτώμα της δεν το βρήκε ποτέ κάνεις.

====================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

====================

Μωρά: Ο Δολοφόνος Και Το Μωρό.


Ήταν κάποτε ένα ζευγάρι που είχε πάρα πολλά λεφτά. Το ζευγάρι θα πήγαινε σε ένα σεμινάριο στην Αμερική, και ήθελε να πάρει και την μοναδική κόρη του, μα ο νόμος δεν το επέτρεπε. Οπότε προσέλαβαν μια νταντά για να προσέχει το κοριτσάκι. Την επόμενη μέρα αναχώρησαν χωρίς να αφήσουν κανένα μήνυμα, οδηγίες ή οτιδήποτε σχετικά με την φροντίδα του κοριτσιού.

H νταντά κάθισε αναπαυτικά στο σαλόνι, απομακρυσμένη από το δωμάτιο του κοριτσιού. Άνοιξε την τηλεόραση και έβαλε να βλέπει ένα θρίλερ. Μέσα στα ουρλιαχτά από την ταινία αφουγκράστηκε ένα κλάμα ενός μωρού, και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν το κοριτσάκι. Ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες και άνοιξε την πόρτα του δωματίου του μωρού. Όταν μπήκε μέσα είδε έναν δολοφόνο να την απειλεί κρατώντας ένα πιστόλι μπροστά της.

Όταν επέστρεψαν οι γονείς του παιδιού είδαν την νταντά κρεμασμένη από το ταβάνι και στην κοιλιά της γραμμένο με αίμα: Όταν βλέπεις ένα δολοφόνο, να κοιτάς πρώτα πίσω σου και μετά μπροστά σου.

============================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

============================

Τρόμου: Η Γριά Με Το Γαϊδούρι.


Όταν ήμουν μικρός σχεδόν ολόκληρα τα καλοκαίρια τα περνούσαμε με την μητέρα μου και τα αδέρφια μου στο χωριό της μάνας μου. Κλασικό επαρχιακό χωριό της Στεραιάς Ελλάδας, με 50 μόνιμους κατοίκους παπουδογιαγιάδες. Τα καλοκαίρια όμως, πλυμμήριζε με παιδιά κυρίως, που μπάρκαραν οι γονείς στους παπούδες-γιαγιάδες τους.

Το περιστατικό που θα σας διηγηθώ έλαβε χώρα κάπου αρχές 2000, ενώ ήμουν στα τελειώματα του Γυμνασίου. Το χωριό δεν είχε κάτι ιδιαίτερο να μας προσφέρει πέρα από δύο καφενία και μία μεγάλη πλατεία. Η συγκεκριμένη πλατεία ήταν το σημείο μάζωξης και αράγματος. Συγκεκριμένα το μόνο μέρος για συνεύρεση και διασκέδαση. Αράζαμε στην πλατεία από νωρίς το απόγευμα μέχρι το πρωί. Κατά τις 11 το βράδυ που μαζεύονταν σπίτι οι παπουδογιαγιάδες με τα μικρότερα εγγόνια, εμείς μέναμε και αρχίζαμε τα δικά μας. Βέβαια παιδιά ήμαστε, απλά αράζαμε, λέγαμε ιστορίες, πουλούσε μούρη ο ένας στον άλλον, πειράζαμε τα κορίτσια και που και που παίζαμε κάνα παιγνίδι έτσι για χαβαλέ. Κανα κρυφτό και τέτοια.

Ένα βράδυ λοιπόν που παίζαμε κρυφτό, πήγαμε εγώ και άλλα πέντε παιδιά να κρυφτούμε σε ένα σημείο, λίγο έξω από το χωριό, περίπου καμιά τρακοσαριά μέτρα μακρυά από την πλατεία. Το συγκεκριμένο σημείο έχει δύο κλασικές χωριάτικες βρύσες που πάνε οι χωρικοί τα γαιδούρια τους για να πιουν νερό. Οι δυο βρύσες βρίσκονται δίπλα σε ένα μικρό ρέμα με δέντρα και πουρνάρια που δεν μπορείς να διασχίσεις, λόγω των απότομων πλαγιών του και της πυκνής βλάστησης. Στις δυο βρύσες υπάρχει ένα υπόστεγο και γενικά ήταν καλή κρυψώνα και καλή καβάτζα για τσιγάρο. Ενώ καθόμασταν εκεί, ακούσαμε βήματα να έρχονται προς το μέρος μας. Πιστέψαμε πως είχε έρθει  το παιδί που τα φίλαγε και επειδή ήταν σκοτεινά, αντί να αρχίσουμε να τρέχουμε προς την πλατεία όπως ύφισται, εμείς προσπαθήσαμε να καβατζωθούμε στην γωνιά του υπόστεγου και να καλυφθούμε ο ένας πίσω από την πλάτη του άλλου, έτσι ώστε να μην μας δει.

Όμως προς μεγάλη μας έκπληξη, δεν ήταν το παιδί που τα φύλαγε, αλλά μια μαυροντυμένη γριά πάνω σε έναν γάιδαρο, με μαντίλι στο κεφάλι και δεν φαινόταν το πρόσωπό της. Σαν να ήταν ολόκληρη μια σκιά. Πέρασε από μπροστά μας χωρίς να μας δώσει καμία μα καμία σημασία, σαν να μην υπήρχαμε. Ακόμη και το γαιδούρι δεν έδειξε καμία ανησυχία. Εμείς μείναμε αποσβολομένοι. Η γριά συνέχισε την πορεία της και ξαφνικά χώθηκε μέσα στο ρέμα και χάθηκε μέσα στα δέντρα, χωρίς να παρεκλίνει ούτε μια στιγμή. Κανείς δεν μίλησε, θυμάμαι μόνο εμένα να λέω στον ξάδερφό μου ψιθιριστά ”τί έπαιξε ρε μαλάκα μόλις τώρα;” και εκείνος μου έκανε χαρακτηριστικά την κίνηση με το δάχτυλο στα χείλη ώστε να μην μιλήσω. Φύγαμε αμέσως σχεδόν τρέχοντας, χωρίς να κοιτάμε πίσω, αμίλητοι και χεσμένοι από τον φόβο μας. Μόλις πλησιάσαμε την πλατεία αρχίσαμε να συζητάμε το γεγονός, όπου το διηγηθήκαμε και στους υπoλοίπους, όπου φυσικά κανείς δεν μας πίστεψε και όλοι μας κορόιδευαν.

Πλέον έχω δύο απορίες. Τί έκανε η γιαγιά με τον γάιδαρο στις 2 το βράδυ, και πως χώθηκε μεσα στο ρέμα; Και η άλλη είναι: Λες η γιαγιά να χέστηκε πιο πολύ από εμάς, όταν είδε κάτι μαύρες σκιές να κινούντε περίεργα σε μια σκοτεινή γωνιά, δίπλα ακριβώς από την ρεματιά, στις 2 το βράδυ;

===============

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για τις πολύ καλές ιστορίες του.

===============

Όνειρα: Η Κλήση Στο Κινητό.


Ήταν αρχές Οκτωβρίου 2007, είχαμε κατέβει με τον κολλητό μου στο χωριό του στη Μεσσηνιακή Μάνη, αφενός για τριήμερο κωλοβάρεμα, αφετέρου για να βοηθήσουμε -και καλά- τον ξαδερφό του στο ρόγγισμα των ελιών. Λεπτομέρειες, απλά και μόνο για να τοποθετήσω το συμβάν.

Γενικά στο χωριό, έπαιζε ξεραΰλα μιας και ήταν φθινόπωρο. Τελευταίο βράδυ που θα μέναμε εκεί και την πέσαμε από νωρίς για να σηκωθούμε νωρίς το πρωί ώστε να γυρίσουμε Αθήνα, εξάλλου δεν είχαμε και τίποτα αξιόλογο να κάνουμε, καθώς η νυχτερινή ζωή δεν είχε σχεδόν καμία επιλογή να μας δώσει.

Κοιμόμασταν στο δωμάτιο της αδερφής του που είχε δύο κρεβάτια για να είμαστε παρέα. Ο κολλητός μου είχε βάλει μουσική στο Mp3 και σε κάτι φορητά ηχεία, έτσι για νανούρισμα, ενώ εγώ είχα πάρει ένα βιβλίο από την βιβλιοθήκη του πατέρα του για να νυστάξω διαβάζοντας.

Συγκεκριμένα, ήμουν ξαπλωμένος στο αριστερό μου πλευρό ενώ διάβαζα, ώσπου κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα. Σε κάποια φάση ξύπνησα, ήμουν γυρισμένος στο δεξί πλευρό και το βιβλίο ανοιχτό πάνω μου. Έκλεισα το βιβλίο, το άφησα στο κομοδίνο, έσβησα το φως και συνέχισα τον ύπνο μου.

Το επόμενο πρωί, και ενώ ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε, με παίρνει η μάνα μου στο τηλέφωνο. Πέρα από τα ”καλημέρα” και λοιπά τυπικά, με ρώτησε: ”Τί μου έλεγες χθες το βράδυ που με πήρες τηλέφωνο και με ξύπνησες;”. Απόρησα, της είπα ότι δεν την πήρα τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ και εκείνη μου είπε ”καλά, τα λέμε όταν έρθεις”.

Γύρισα σπίτι το απόγευμα και την ρώτησα τί ήταν αυτά που μου έλεγε. Εκείνη μου είπε ότι την πήρα το βράδυ, κατά την μιάμιση και της είπα πως έχουμε πέσει να κοιμηθούμε, ότι ο φίλος μου είχε βάλει μουσική και εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ γι’αυτό διάβαζα ένα βιβλίο. Συγκεκριμένα της είπα τον τίτλο του βιβλίου που διάβαζα, πως είχαμε πάει για μπύρα νωρίτερα σε ένα διπλανό χωριό και ότι είχα λίγο υπερένταση. Παρέμεινα απορριμμένος πιστεύοντας πως μου έκανε πλάκα, αλλά και πάλι, πως ήξερε όλες αυτές τις λεπτομέρειες αφού δεν είχαμε να μιλήσουμε από το προηγούμενο πρωί που ήμαστε ακόμη στα χωράφια; Της είπα πως εγώ δεν την πήρα ποτέ τηλέφωνο. Κοίταξα το κινητό μου και δεν υπήρχε καμία εξερχόμενη κλήση προς την μάνα μου το προηγούμενο βράδυ. Κοίταξα το κινητό της μάνας μου και υπήρχε εισερχόμενη κλήση από εμένα στις 01:37 το βράδυ.

Από τότε το όλο σκηνικό παραμένει ανεξήγητο για μένα και σημειωτέων, δεν είχα ποτέ ιστορικό υπνοβασίας πριν ή μετά το συγκεκριμένο γεγονός. Ακόμη, το συγκεκριμένο βράδυ, πριν πέσω για ύπνο, είχα αφήσει το κινητό μου να φορτίζει στην κουζίνα οπού είχε απόσταση από το δωμάτιο που κοιμηθήκαμε…

=================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για τις πολύ καλές ιστορίες του.

=================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Η Αόρατη Φίλη Της Χάνα.


Στα μέσα του 2011 ζούσε μια οικογένεια στο Ρίο Ντε Τζανέιρο στη Βραζιλία.

Ήταν μια 3μελης οικογένεια, η μικρή 5 χρονών Χάνα και οι γονείς της. Στο κέντρο του Ρίο είχε πολύ φασαρία και η οικογένεια δεν μπορούσε να βρει ησυχία ούτε μια μέρα.

Τότε μια μέρα αποφάσισαν να μετακομίσουν κάπου ήρεμα, σε ένα μικρό χωριό που λεγόταν Χουάν Κάρλος με ελάχιστους κατοίκους, όπου εκεί θα έβρισκαν λίγη ηρεμία.

Την άλλη μέρα το πρωί μάζεψαν τα πράγματά τους, πήραν το αυτοκίνητο και ξεκίνησαν το μικρό ταξίδι με προορισμό το μικρό χωριό.

Σε 2 ώρες είχαν φτάσει λίγο πιο έξω από αυτό το χωριό. Πάρκαραν το αμάξι, βγήκαν έξω και άρχισαν να ψάχνουν ένα σπίτι για να μείνουν. Καθώς έψαχναν παρατήρησαν ότι σε αυτό το μικρό χωριό υπήρχαν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας με παράξενη εμφάνιση. Η μικρή Χάνα είχε αρχίσει και φοβόταν και έλεγε συνεχώς στους γονείς της ότι θέλει να φύγει. Η μαμά της η Ρεμπέκα την καθησύχαζε λέγοντας της ότι όλα θα πάνε καλά.

Η οικογένεια δεν έβρισκε σπίτι και αποφάσισαν να ρωτήσουν κάποιον της περιοχής για το αν υπάρχει κάποιο σπίτι για να μείνουν. Οι περισσότεροι δεν μιλούσαν μέχρι που βρέθηκε μια μυστήρια γυναίκα και τους είπε ότι υπάρχει ένα σπίτι στην άκρη του χωριού. Τους έδειξε τον δρόμο και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί.

Όταν έφτασαν σε εκείνο το σπίτι είδαν ότι το σπίτι ήταν του 17ου αιώνα.

Η Χάνα μόλις είδε αυτό το σπίτι τρομοκρατήθηκε και έλεγε στους γονείς της ότι θέλει να γυρίσει πίσω στο Ρίο. Εκείνοι της είπαν ότι θα περάσουν καλά και ήσυχα και ότι θα της αρέσει πολύ έστω και αν είναι το σπίτι λίγο παράξενο.

Αυτό το σπίτι είχε να κατοικηθεί 200 χρόνια και οι τελευταίοι άνθρωποι που έζησαν σε αυτό ήταν η οικογένεια Γκίλμπερντ. Και μάλιστα υπάρχει ένας θρύλος για αυτή την οικογένεια. Ο θρύλος λέει ότι ο πατέρας της 3μελους οικογένειας Γκίλμπερντ βίαζε την μικρή του κόρη επί 3 χρόνια. Μια μέρα παρανόησε και σκότωσε την γυναίκα του και την κόρη του και έπειτα αυτοκτόνησε με ένα δίκαννο. Ένας γείτονας άκουσε τους πυροβολισμούς και κάλεσε την αστυνομία. Μόλις έφτασαν, πήγαν οι αστυνόμοι στο σπίτι που ακούστηκε ο πυροβολισμός, σπάσανε την πόρτα και είδαν τα δυο πτώματα μέσα στα αίματα. Η κόρη τους δεν βρέθηκε ποτέ, και από τότε λένε ότι το πνεύμα της Σαμάνθας ζει σε αυτό το στοιχειωμένο πλέον σπίτι. Η οικογένεια από το Ρίο δεν ήξερε τίποτα για αυτόν το θρύλο, και η γυναίκα που τους οδήγησε σε αυτό το σπίτι ήξερε αλλά δεν τους είπε τίποτα.

Τελικά αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε αυτό το σπίτι, και την επόμενη μέρα άρχιζαν να μετακομίζουν από την παλιά τους κατοικία. Η μικρή Χάνα δεν συμφωνούσε καθόλου με την απόφαση των γονιών της και επέμενε να γυρίσουν στο παλιό σπίτι τους αλλά μάταια, οι γονείς της είχαν πάρει την απόφαση τους. Σε δυο μέρες είχαν φύγει οριστικά από το παλιό τους σπίτι και έμεναν κανονικά στο χωριό Χουάν Κάρλος. Οι γονείς της Χάνα βρήκαν μια νέα δουλειά λίγο έξω από το χωριό και ήδη είχαν αρχίσει μια καινούργια ζωή. Τις πρώτες μέρες τα πράγματα ήταν ήρεμα και ήσυχα, η Χάνα είχε αρχίσει να μη φοβάται άλλο και αυτό έδινε χαρά στους γονείς της. Μια μέρα που έλειπαν για δουλειά, στο σπίτι ήταν μόνο η Χάνα και η μπεϊμπισίτερ που είχαν στείλει οι γονείς της Χάνα για να είναι ασφαλής και να μην είναι μόνη της. Καθώς η Χάνα έπαιζε με τις κούκλες της και η μπεϊμπισίτερ χαλάρωνε, ξαφνικά η Χάνα ακούει μια κοριτσίστική φωνή να λέει: «Θέλεις να παίξουμε;»

Η Χάνα γυρνάει φοβισμένη και βλέπει ένα ταλαιπωρημένο κοριτσάκι με σκισμένα και ματωμένα ρούχα με πολλές πληγές στο πρόσωπο και κρατούσε στο ένα χέρι της μια κούκλα.

Η Χάνα είχε τρομοκρατηθεί και έτρεμε από τον φόβο της. Το μυστήριο κοριτσάκι δεν έδειχνε ότι ήθελε να της κάνει κακό. Σε μια στιγμή πάει κοντά στην Χάνα και της λέει: «Μη φοβάσαι, δεν θα σε πειράξω. Είμαι η Σαμάνθα. Εσένα πως σε λένε;» Η Χάνα ηρέμησε και έπαψε να φοβάται.

- Με λένε Χάνα

- Έχεις πολύ ωραίο όνομα, θες να γίνουμε φίλες;

Η Χάνα δέχτηκε και άρχισαν να παίζουν με τις κούκλες τους.

Η μπεϊμπισίτερ άκουσε φωνές και πήγε στο δωμάτιο της Χάνα να δει τι γίνετε. Μπαίνει μέσα και βλέπει την Χάνα να παίζει με την κούκλα της και να μιλά στον αέρα. Η μπεϊμπισίτερ απορημένη ρωτά την Χάνα σε ποιον μιλά. Η Χάνα γυρνά και της λέει: «Είναι η φίλη μου η Σαμάνθα, μόλις γίναμε φίλες και τώρα παίζουμε με τις κούκλες μας. Θες να παίξεις μαζί μας;».

H μπεϊμπισίτερ ανησύχησε για λίγο και παίρνει την Χάνα στο σαλόνι για να δώσει εξηγήσεις.

Στην Σαμάνθα δεν άρεσε καθόλου αυτή η κίνηση της μπεϊμπισίτερ και την έβλεπε με κακό μάτι. H μπεϊμπισίτερ έλεγε θυμωμένα πως δεν υπήρχε κανένα κοριτσάκι και ότι μιλούσε παρά μόνο στον αέρα! H Χάνα δεν συμφωνούσε, και επέμενε ότι μιλούσε στην φίλη της την Σαμάνθα.

H μπεϊμπισίτερ ήταν μια αυστηρή και νευρική γυναίκα, και ξαφνικά ενώ η Χάνα εξηγούσε, η Babysitter της κλείνει το στόμα και της βαράει ένα χαστούκι.

Η Σαμάνθα που ήταν πάντα δίπλα στην Χάνα, εξοργίστηκε με αυτό που είδε και αποφάσισε να αντιδράσει.

Η Χάνα έκλαιγε από το χαστούκι, ενώ παράλληλα η μπεϊμπισίτερ της φώναζε ακόμα.

Ξαφνικά τα φώτα άρχιζαν να τρεμοπαίζουν και η μπεϊμπισίτερ κοιτούσε γύρω της και απορούσε.

Σε μια στιγμή, ένα αρκετά βαρύ βάζο αρχίζει και αιωρείται. Το βλέπει η μπεϊμπισίτερ και ξαφνικά με μεγάλη ταχύτητα το βάζο σπάει στο κεφάλι της.

Η μπεϊμπισίτερ πέφτει ζαλισμένη στο πάτωμα με αιμορραγία στο κεφάλι. Η Σαμάνθα δεν είχε τελειώσει ακόμα. Εκεί που ήταν ζαλισμένη η μπεϊμπισίτερ, ακριβώς από πάνω της κρεμόταν ένας τεράστιος πολυέλαιος που κρεμόταν επί 500 χρόνια σε αυτό το σπίτι. Ξαφνικά άρχισε και έτρεμε, η μπεϊμπισίτερ ζαλισμένη, κοιτάζει ψηλά και τότε ο πολυέλαιος ξεριζώνεται από το ταβάνι και πέφτει πάνω της και την σκοτώνει ακαριαία λιώνοντας όλο της το σώμα και γεμίζοντας παντού αίματα.

Η Χάνα βλέποντας όλο αυτό δεν πανικοβλήθηκε, κάθε άλλο, ένιωσε ότι πήρε μια μικρή εκδίκηση και ήξερε ότι όλο αυτό το προκάλεσε η «πνευματική» της φίλη, Σαμάνθα.  Σε μια στιγμή η Χάνα πάει και στέκεται πάνω από το πτώμα και λέει: «Στο είπα ότι υπάρχει», εννοώντας ότι η Σαμάνθα υπάρχει και δεν μιλούσε στον αέρα.

Εκείνη την στιγμή φτάνουν οι γονείς της Χάνα στο σπίτι, ανοίγουν την πόρτα, μπαίνουν μέσα (εντωμεταξύ υπήρχε απόλυτη ησυχία) και κατευθύνθηκαν προς το σαλόνι. Καθώς πήγαιναν να δουν αν όλα είναι καλά, η μανά της Χάνα, η Ρεμπέκα, είδε ότι υπήρχαν αίματα προς το σαλόνι. Έτρεξε προς τα εκεί μαζί με τον πατέρα της Χάνα, τον Τζακ, και είδαν την μπεϊμπισίτερ να την έχει καταπλακώσει ένας τεράστιος πολυέλαιος, και την Χάνα να στέκεται από πάνω της σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

Η Ρεμπέκα ξαφνικά λιποθύμησε και σωριάστηκε στο πάτωμα, ο Τζακ πήρε γρήγορα την Χάνα από το πτώμα και την κλείδωσε στο δωμάτιό της. Αμέσως μετά κάλυψε το πτώμα με ένα σεντόνι και έφερε νερό στην Ρεμπέκα για να την συνεφέρει αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε, και έτσι την πήγε στο κρεβάτι της για να ηρεμήσει.

Ο Τζακ μετά από όλα αυτά είχε μπερδευτεί εντελώς και δεν ήξερε τι να κάνει.

Μετά από λίγη ώρα ο Τζακ πήγε στο δωμάτιο της Χάνα για να του πει τι ακριβώς συνέβη. Ξεκλειδώνει την πόρτα του δωματίου της και την βλέπει να έχει γονατίσει στο πάτωμα και να κοιτάζει τον τοίχο. ο Τζακ πάει κοντά της και μόλις της αγγίζει τον ώμο η Χάνα γυρνά ξαφνικά με παραλλαγμένο πρόσωπο και βγάζει μια κραυγή τρομάζοντας τον Τζακ. Η Χάνα συνέχισε να ουρλιάζει και σε ένα σημείο σταματά και αρχίζει να κοιτάζει υπομονετικά τον Τζακ που είχε κολλήσει στον τοίχο τρομαγμένος από όλο αυτό το θέαμα. Η Χάνα ενώ είχε μια παράξενη συμπεριφορά πλησίαζε γονατιστή αργά αργά τον Τζακ και άρχισε να του λέει χαρακτηριστικά: «η κόρη σου είναι δική μου, η κόρη σου είναι δική μου». Ο Τζακ κατάλαβε ότι κάποιο πνεύμα ελέγχει το σώμα της Χάνα και ξαφνικά με μια απότομη κίνηση πάει να την πιάσει στα χέρια του, αλλά λίγο πριν την πλησιάσει μια αόρατη δύναμη τον απωθεί και τον πετά με δύναμη στον τοίχο. Το σπίτι άρχισε να τρέμει και τα φώτα να τρεμοπαίζουν. Ο Τζακ ζαλισμένος ξανασηκώνεται και παρακαλάει το πνεύμα να αφήσει ήσυχο το σώμα της Χάνα και την οικογένεια του.

Η Σαμάνθα μόλις το ακούει αυτό εξοργίζεται περισσότερο λέγοντας πως εκείνη δεν είχε ποτέ πραγματική οικογένεια, και ξαφνικά εκεί που στεκόταν ο Τζακ από πίσω του βρισκόταν μια τεράστια ντουλάπα, και πριν προλάβει να δει από πίσω του, τον καταπλακώνει και τον λιώνει με αποτέλεσμα να χάσει και αυτός την ζωή του.

Στο άλλο δωμάτιο η Ρεμπέκα που είχε λιποθυμήσει συνέρχεται και σηκώνεται από το κρεβάτι. Μη έχοντας συνειδητοποιήσει το τι έχει γίνει βγαίνει στο σαλόνι και βλέπει το σεντόνι που είχε σκεπάσει ο Τζακ την μπεϊμπισίτερ και τότε η Ρεμπέκα άρχισε πάλι να χάνει τα λογικά της. Μόνη και τρομαγμένη πια φώναζε Τζακ, Χάνα, αλλά τίποτα. Και ενώ φώναζε και έψαχνε τον άντρα της και την κόρη της, πάει στο δωμάτιο της Χάνα και βλέπει τον Τζακ να τον έχει καταπλακώσει μια τεράστια ντουλάπα και να έχει βρει ακαριαίο θάνατο. Η Ρεμπέκα πέφτει στα γόνατα κλαίγοντας και φωνάζοντας γιατί και γιατί, και ενώ έκλεγε έβλεπε ότι από πάνω της έσταζαν σταγόνες αίματος, η Ρεμπέκα σηκώνει το κεφάλι της και βλέπει πάνω στο ταβάνι την Χάνα να την έχει διαπεράσει στην κοιλιά ένα τεράστιο δόρυ και δίπλα της μια αναγραφή όπου έλεγε: «είναι δική μου πια» . Η Ρεμπέκα χάνει τις αισθήσεις της και σωριάζεται στο πάτωμα.

Μετά από ώρες ξυπνάει στο νοσοκομείο και αρχίζει να ουρλιάζει λέγοντας: «θέλω την κόρη μου και θέλω την κόρη μου», και να χτυπιέται. Οι γιατροί την ακούνε και της δίνουν μια ηρεμιστική ένεση.

Την Ρεμπέκα την έκλεισαν σε ψυχιατρική κλινική και παρατήρησαν να μιλά μόνη της στον τοίχο και ανά διαστήματα να φωνάζει το όνομα της κόρης της. Ο θάνατος του Τζακ παραμένει ανεξήγητος και η Χάνα δεν βρέθηκε ποτέ.

================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την πάρα πολύ καλή ιστορία του.

================

Θάνατος: Τώρα Επιβιώνουμε.


Φωνές και μουσική. Γυαλιά που σπάνε, αμάξια, σειρήνες. Η Άννα άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια της καθώς ένιωσε κάτι να της γαργαλάει το πόδι. Ο αρουραίος έτρεξε φοβισμένος κάτω από την πόρτα και χάθηκε από το σπίτι. Ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα ενός σπιτιού, το οποίο ήταν κρύο και βρώμικο. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω το δωμάτιο. Υπήρχαν διάφορα μικρά τραπεζάκια στους τοίχους, παντού γλίτσα και υγρασία. Σηκώθηκε και παραπάτησε στην προσπάθεια της να κάνει ένα βήμα. Πάγωσε, όμως, μόλις συνειδητοποίησε πως μέσα στο δωμάτιο βρίσκονταν λιπόθυμα άλλα τέσσερα άτομα τα οποία αμέσως αναγνώρισε. Ήταν όλοι φίλοι της από τη σχολή και έβγαιναν συχνά μαζί.

Ξαφνικά, σαν αστραπή, την χτύπησε στο κεφάλι μια ανάμνηση από το χθεσινό βράδυ. Άνθρωποι να χορεύουν πάνω σε τραπέζια και μετά από λίγο σε ένα στενό, κάποιος από πίσω της την χτύπησε στο κεφάλι με κάτι βαρύ. Ένιωσε φρίκη και άρχισε να κλαίει μόλις ακούμπησε την πληγή στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Οι φίλοι της είχαν αρχίσει να ξυπνούν. «Τι συμβαίνει;» ρωτούσαν όλοι και κοιτούσαν δεξιά και αριστερά αναστατωμένοι. Μια κοπέλα έβαλε τα κλάματα και έκατσε σε μια γωνία τρομαγμένη. Ένα από τα δύο αγόρια πήγε στο παράθυρο του δωματίου και κοίταξε έξω. «Δεν είμαστε στην πόλη» είπε ο Γιώργος θυμωμένος. «Τι εννοείς;» τον ρώτησε η Άννα. «Κοίτα». Πλησίασε το παράθυρο και αντίκρισε το θέαμα. Βρίσκονταν πάνω σε ένα ψηλό βουνό και πρέπει να ήταν αρκετά μακριά από οπουδήποτε. Επίσης χιόνιζε σε σημείο εγκλεισμού. «Ποιος μας κάνει φάρσα;» φώναξε θυμωμένος ο Γιώργος και βάρεσε ένα τραπέζι με τη γροθιά του.

«Παιδιά, κοιτάξτε» είπε η Κατερίνα, η κοπέλα που προηγουμένως έκλαιγε στη γωνία. Κοιτούσε το ταβάνι και το έδειχνε με το δείκτη της φρικαρισμένη. Οι υπόλοιποι κοίταξαν πάνω. Στο ταβάνι ήταν χαραγμένα τα γράμματα «Βήμα 1: Βρείτε τον ψεύτη». «Βρείτε τον ψεύτη; Τι πρέπει να κάνουμε;» αναρωτήθηκε η Άννα. «Προφανώς, κάποιος μας έφερε εδώ και, προφανώς, κάποιος προσπαθεί να παίξει μαζί μας» απάντησε σκεπτόμενος ο Πέτρος. «Εγώ λέω να μείνουμε ενωμένοι. Όσο είμαστε μαζί δεν μπορεί να μας κάνει και πολλά» είπε η Μαρία. «Εγώ θα βγω από εδώ» μουρμούριζε οργισμένος ο Γιώργος. «Αγάπη μου, ηρέμησε. Πρέπει να σκεφτούμε κάτι!» του απάντησε η Κατερίνα, που ήταν η κοπέλα του. «Πώς να ηρεμήσω; Κάποιος ψυχοπαθής μας απήγαγε χθες στο πάρτι, μας έσυρε εδώ και τώρα παίζει μαζί μας». «Στο πάρτι!» η Άννα θυμήθηκε που βρίσκονταν χθες το βράδυ. Είχαν πάει στο σπίτι μιας συμφοιτήτριας τους για πάρτι. Εκεί ήπιαν πολύ και δεν θυμάται τι έγινε μετά.

Ο Γιώργος βημάτιζε θυμωμένα πέρα δώθε. Σταμάτησε όμως όταν σκούντηξε κατά λάθος ένα παλιό έπιπλο και ένα βάζο έπεσε και έσπασε στο πάτωμα. Από μέσα πετάχτηκαν μία φωτογραφία και ένα κλειδί. Όλοι τους κοιτάχτηκαν για ένα δευτερόλεπτο και η Κατερίνα που ήταν πιο κοντά σε αυτά μπουσούλισε μέχρι εκεί να τα πάρει. Κοίταξε την φωτογραφία και μετά πάγωσε. Άρχισε να τρέμει. Η φωτογραφία της έπεσε από τα χέρια καθώς έπιανε το στόμα της και έκλαιγε μπουσουλώντας προς τα πίσω. Όλοι αναρωτιούνταν τι είδε. Η Άννα πήρε τη φωτογραφία από το πάτωμα και την κοίταξε. Μετά κοίταξε το Γιώργο. «Φερ’ το αυτό εδώ» είπε και της την άρπαξε απ’ τα χέρια. Ήταν μια φωτογραφία του Γιώργου με μια άλλη κοπέλα. Από κάτω έγραφε «Βρήκατε τον ψεύτη. Τελικά δεν είναι και τόσο εύκολο να μείνετε ενωμένοι, ε; Βήμα 2: Βρείτε τον κλέφτη». Ο Γιώργος το διάβασε φωναχτά στους υπόλοιπους και μετά πέταξε τη φωτογραφία κάτω και πήρε το κλειδί. «Πως μπόρεσες;» ρώτησε με κλάματα η Κατερίνα. «Δεν έχω χρόνο γι’ αυτό, δεν το πιστεύω ότι ασχολείσαι με αυτό όσο είμαστε εδώ! Εγώ φεύγω» πήγε στην πόρτα του δωματίου και προσπάθησε να βάλει το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Μόλις έστριψε το κλειδί, μια καταπακτή άνοιξε κάτω από τα πόδια του κι εκείνος έπεσε μέσα. Οι υπόλοιποι έτρεξαν και φώναζαν αν είναι καλά, μα η καταπακτή έκλεισε και άνοιξε η πόρτα.

Οι υπόλοιποι πέντε βγήκαν σε έναν σκοτεινό και κρύο διάδρομο. Στην άκρη του διαδρόμου, πάνω στον τοίχο είχε χαραγμένο: «Αριστερά είναι η κόλαση, δεξιά ο παράδεισος. Που θα διαλέγατε να πάτε;». Αριστερά από το μήνυμα είχε μία κόκκινη πόρτα και δεξιά μία άσπρη. «Εγώ λέω να πάμε στην άσπρη!» είπε η Μαρία. «Μα, γιατί;» αναρωτήθηκαν οι υπόλοιποι. «Είναι μήνυμα, δεν το πιάσατε; Ο παράδεισος είναι εκεί που θέλουμε να πάμε!» είπε και προχώρησε στην άσπρη πόρτα. Μόλις άγγιξε το χερούλι της άρχισε να τρέμει. Έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε κάτω νεκρή. Οι υπόλοιποι έτρεξαν γύρω της. Δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τη φρίκη και τα δάκρυα τους μπροστά στο θέαμα. Μόλις ξεπέρασαν το σοκ σηκώθηκαν και κοίταξαν αρρωστημένοι την κόκκινη πόρτα. Ο Πέτρος κοίταξε τα δύο κορίτσια για ένα δευτερόλεπτο και μετά έβαλε το χέρι του στο χερούλι. Όλα ήταν καλά.

Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ο μοναδικός φωτισμός του δωματίου ήταν ένας μικρός προβολέας πάνω στον τοίχο που ήταν χαραγμένο ένα ακόμη μήνυμα: «Καλή επιλογή. Έτσι κι αλλιώς δεν ανήκετε αλλού. Η ανταμοιβή σας είναι ο κλέφτης…» Ένας δεύτερος προβολέας άναψε σε έναν άλλο τοίχο. Τα τρία παιδιά κοίταξαν. Ήταν μια προβολή βίντεο. Έδειχνε τον Πέτρο να σπάει το παράθυρο και να μπαίνει μέσα σε ένα σπίτι και μετά από λίγο να βγαίνει με κλοπιμαία. «Πέτρο τι είναι αυτό;» φώναξε η Άννα. «Πέτρο, αυτό είναι το σπίτι μου! Πως μπόρεσες, σκουλήκι! Δεν το πιστεύω! Εσύ το είχες κάνει; Εσύ; Μα γιατί;». «Άννα, άκουσε με! Αυτό ήταν εκείνη την εποχή… που είχα προβλήματα με ναρκωτικά… ήμουν πολύ ναρκωμένος εκείνο το βράδυ… και δεν ήξερα τι έκανα… έχω αλλάξει το ορκίζομαι…». «Δεν ξέρω ποιον να εμπιστευτώ πλέον! Δεν σας αναγνωρίζω. Τι άλλα μυστικά κρύβουμε; Πείτε μου; Τι υπάρχει που πρέπει να μάθω. Πείτε το εσείς, πριν το μάθω από αυτόν τον ψυχάκια…» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της καθώς η Κατερίνα τη διέκοψε και της έδειξε ένα μοχλό. Από επάνω έγραφε: «Θέλει έναν για να σώσεις δύο». «Τι εννοεί;» αναρωτήθηκε η Άννα. «Δεν ξέρω… Ας τον τραβήξουμε για να μάθουμε». «Κατερίνα, όχι!» δεν πρόλαβε να τη σταματήσει. Η Κατερίνα τράβηξε το μοχλό προς τα κάτω. Ένα τσεκούρι έπεσε από το ταβάνι και την ακρωτηρίασε στα δύο. Ο Πέτρος άρχισε να βήχει. Γονάτισε και έκανε εμετό. Η Άννα ούρλιαξε από τη φρίκη της και αγκάλιασε το κεφάλι με τα χέρια της.

Μια καταπακτή άνοιξε και τα δύο παιδιά έπεσαν μέσα. Κυλούσαν σαν να βρίσκονται σε τσουλήθρα ένα μακρύ και φαρδύ σωλήνα. Μόλις έφτασαν στο τέλος έπεσαν μέσα σε ένα σκοτεινό υπόγειο. Στη γωνία είδαν το Γιώργο να κάθεται, ο οποίος σήκωσε το βλέμμα του και τους κοίταξε άγρια μόλις τους πήρε είδηση. «Που είναι οι άλλοι; Που είναι η Κατερίνα;». «Π… Π… πέθαναν… Τους σκότωσε…». Ο Γιώργος έφτυσε δίπλα του και έτριψε τα μαλλιά του. «Πέτρο κοίτα» του είπε η Άννα. Κοίταξαν το ταβάνι και οι τρεις. Υπήρχε ένα ακόμη μήνυμα χαραγμένο: «Σε ποιον θα χάριζες τη ζωή; Σε ένα κλέφτη ή σε ένα ψεύτη; Βήμα 3: Βρείτε εμένα» Ξαφνικά, στην άκρη του δωματίου, αρκετά μακριά από τους τρεις, άνοιξε μια πόρτα. Πίσω από την πόρτα ήταν ο έξω κόσμος, η ελευθερία από αυτό το φρικτό μέρος. Τα παιδιά σηκώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν. Δεν παρατήρησαν πως στη μέση της διαδρομής υπήρχε δεμένο ένα νήμα που τους έκανε να σκοντάψουν και να πέσουν κάτω. Μπροστά στην πόρτα εμφανίστηκε η φιγούρα ενός άντρα τον οποίο η Άννα αναγνώρισε.

Ήταν ένα ακόμη μέλος της παρέας τους. Ένα βράδυ πριν από τρία χρόνια είχαν πάρει ένα αμάξι για να βγουν για διασκέδαση. Εκείνο το βράδυ είχαν πιει πολύ και είχαν μεθύσει. Η Άννα οδηγούσε το αμάξι μεθυσμένη με όλους τους υπόλοιπους δίπλα και πίσω της. Στη διαδρομή έγινε ένα τροχαίο δυστύχημα μα στην άλλη άκρη του ατυχήματος βρισκόταν η μητέρα του αγοριού, την οποία χτύπησαν και σκότωσαν εκείνο το βράδυ… Μετά από εκείνο το περιστατικό δεν άκουσαν ποτέ ξανά για αυτόν… μέχρι σήμερα. Η φιγούρα μίλησε και η φωνή του ακούστηκε ψυχρή και διεστραμμένη.

«Από εδώ και πέρα είστε μόνοι σας. Σας αφήνω ελεύθερους στο βουνό να βρείτε το δρόμο σας για την πόλη, αν μπορέσετε. Όσο και αν θέλω να κάτσω να βλέπω έναν μαστουρωμένο κλέφτη, έναν ψεύτη με προβλήματα θυμού και μια δολοφόνο να πεθαίνουν από το κρύο και την πείνα σε ένα χιονισμένο βουνό, λυπάμαι, μα δεν μπορώ. Κάπου στο βουνό είναι κρυμμένη μια βαλίτσα με όλα τα απαραίτητα, φαγητό και ζεστά ρούχα μα αρκούν μόνο για ένα άτομο. Σε ποιον θα χαρίσεις τη ζωή; Σε ένα κλέφτη ή ένα ψεύτη; Συγχαρητήρια για το τρίτο βήμα. Με βρήκατε.»

Μόλις το είπε αυτό γύρισε την πλάτη του και έφυγε. Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους τρομοκρατημένοι.

«Τι θα κάνουμε τώρα, Άννα;» τη ρώτησε ο Πέτρος. Εκείνη τον κοίταξε με άδειο βλέμμα χωρίς να ξέρει την απάντηση.

Τώρα… επιβιώνουμε…

======================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την πολύ καλή ιστορία του.

======================

Ταινίες: Insidious – Παγιδευμένη Ψυχή.


Insidious – Chapter 1

Μια οικογένεια αποφασίζει να μετακομίσει όταν αντιλαμβάνεται ότι το σπίτι που κατοικεί είναι στοιχειωμένο. Το πνεύμα όμως θα εξακολουθήσει να τους καταδιώκει, αφού έχει βάλει στόχο το μικρό τους γιο… Ο δημιουργός των ταινιών Saw και Dead Silence φτιάχνει ένα θρίλερ για γερά νεύρα που μας θυμίζει κάτι από τη μαγεία του προ εικοσαετίας Poltergeist.

Insidious – Chapter 2

Η ταινία ξεκινάει ακριβώς από το σημείο που την είχαμε αφήσει στο Chapter 1. Η Renai Lambert (Rose Byrne) ανακαλύπτει το πτώμα του δολοφονημένου μέντιουμ, της Elise Rainier (Lin Shaye). Ο σύζυγός της Josh Lambert (Patrick Wilson) θεωρείται ο κύριος ύποπτος. Από το ανακριτικό υλικό και τις έρευνες της αστυνομίας δεν προκύπτουν στοιχεία ενοχής του. Έτσι, η οικογένεια θα επιστρέψει στους κανονικούς ρυθμούς ζωής. Οι ρυθμοί όμως κάθε άλλο παρά κανονικοί θα είναι για την οικογένεια Lambert. Εν τω μεταξύ οι πρώην βοηθοί της Elise, Specs (Leigh Whannell) και Tucker (Angus Sampson) έρχονται σε επαφή με ένα άλλο μέντιουμ, τον Carl (Steve Coulter), για να τους βοηθήσει να έρθουν σε επαφή με τη μέντορα τους. Όμως, καθώς ερευνούν το φόνο, θα ανακαλύψουν πολλά στοιχεία που συνδέουν τον Josh Lambert με τα απόκοσμα όντα που τον έχουν στοιχειώσει, φτάνοντας κοντά στη σκοτεινή αλήθεια που συνδέει τον χώρο και τον χρόνο, τη ζωή και τον θάνατο.

Πηγή: Popcorn

Θάνατος: Το Σπίτι Δίπλα Στη Θάλασσα.


Ονομάζομαι Φάνης και αυτή είναι η ιστορία μου.

Τα όνειρα είναι οι ψυχές μας που ταξιδεύουν ελεύθερες όσο τα σώματα μας κοιμούνται. Αυτό σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου την άγρια εξοχή. Το πράσινο αυτοκίνητο άνηκε στο φίλο μου, τον Γιώργο, που είναι και συμφοιτητής στη σχολή. Ήταν Ιούνιος μα ο ήλιος κρυβόταν πάνω από τα σύννεφα που έριχναν άγρια τη βροχή τους στο έδαφος. Δεν μας ενόχλησε αυτό, ήμασταν ήδη στο δρόμο για το εξοχικό σπίτι δίπλα στη θάλασσα που του άφησε κληρονομιά η γιαγιά του μαζί με δύο φίλους: τον Κώστα και τον Γρηγόρη.

Φτάσαμε στο σπίτι βράδυ και το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν ο έρημος τόπος που ήταν χτισμένο το σπίτι. Γύρω ήταν παραλία και δίπλα ακριβώς η θάλασσα. Λίγο πιο πίσω από το σπίτι δέντρα και χορτάρια. Ο Γιώργος μας είπε πως υπήρχε ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα μακριά και μπορούσαμε να πάρουμε προμήθειες από εκεί ή και να πάμε για διασκέδαση τα βράδια. Όλα πήγαιναν καλά.

Αφού ξεπακετάραμε είχε πάει γύρω στις μία και η βροχή σταμάτησε, κάτσαμε στο τραπεζάκι έξω από το σπίτι για τσιγάρο και χαρτιά με μοναδικό φως ένα κεράκι και το φεγγάρι. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο μοναδικός ήχος εκτός από τις κουρασμένες φωνές μας ήταν ένας τζίτζικας. Τότε ο Γιώργος μας είπε για το θάνατο της γιαγιάς του. Δύο ληστές μπήκαν στο εξοχικό της αργά το βράδυ και την έσφαξαν βίαια πετώντας το πτώμα της στη θάλασσα. Η αστυνομία φυσικά το βρήκε και το έβγαλε. Η ιστορίας μας ανατρίχιασε μα είχε πάει τρεις και πέσαμε όλοι για ύπνο.

Πήγε τέσσερις όταν νόμιζα πως άκουσα ένα ουρλιαχτό και πετάχτηκα από τον ύπνο μου. Όνειρο θα ‘ταν. Σηκώθηκα από το άβολο ράντζο και κατέβηκα στο σαλόνι για να πιω λίγο νερό. Τινάχτηκα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ποιος να ‘ταν στις τέσσερις το χάραμα; Σκέφτηκα κάτι κακό έγινε και με έπιασε ανατριχίλα. Σήκωσα το ακουστικό και ρώτησα ποιος είναι. Το αίμα μου πάγωσε και κάθε ίνα της ύπαρξης μου ανατρίχιασε από τη γνώριμη φωνή που βρισκόταν στην άλλη μεριά της γραμμής. Πως γίνεται να μου τηλεφωνεί η αδερφή μου που πέθανε βίαια σε τροχαίο δυστύχημα πριν από τρία χρόνια; Το ακουστικό έκανε ένα δυνατό κρότο μόλις έπεσε στο πάτωμα. Έτρεξα ξανά στον πάνω όροφο λουσμένος στον κρύο ιδρώτα και σκεπτόμενος πως είχα τρελαθεί.

Μπήκα στο σκοτεινό δωμάτιο μου μα κάποιος ξάπλωνε στο κρεβάτι μου. Πλησίασα να δω ποιος είναι μα δεν χρειάστηκε. Το χέρι του άρπαξε τον καρπό μου και το κεφάλι του γύρισε και με κοίταξε. Ήμουν εγώ ο ίδιος μα φαινόμουν αλλιώς. Είχα μαύρο γύρω από τα μάτια μου και χαμογελούσα πλατιά. Επίσης ο λαιμός μου είχε ένα μεγάλο κόψιμο και έτρεχε αίμα. Τα μάτια του εαυτού μου στριφογύρισαν τρεις φορές στο δωμάτιο και μετά σηκώθηκε και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό μου φωνάζοντας: «Γιατί τη σκότωσες, χα χα χα χα χα, γιατί οδηγούσες μεθυσμένος; Γιατί τη σκότωσες» Άρχισα να ουρλιάζω όσο πιο δυνατά μπορώ και ο εαυτός μου σταμάτησε να φωνάζει. Μετά πλησίασε τα χείλη του στο αυτί μου και ψιθύρισε: «δεν σε ακούν… έρχεται» και ένιωσα ένα χτύπημα ενός δαχτύλου στον ώμο από πίσω μου. Τραντάχτηκα και γύρισα να δω ποιος είναι.

Είδα μια ηλικιωμένη κυρία να προσπαθεί να δει ποιος είμαι μέσα από τα γυαλιά της. Μετά είπε με την αργή φωνή της: «Γιώργο εσύ είσαι, Γιώργο; Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ να με δεις; Γιατί; Γιατί; Γιατί;» Το πρόσωπο της άρχισε να λιώνει και οι σταγόνες της έπεφταν στο πάτωμα καυτές. Βγήκα τρέχοντας από το δωμάτιο και μπήκα ένα ένα στα δωμάτια των φίλων μου. Ήταν όλοι νεκροί με κομμένους λαιμούς.

Κατέβηκα ξανά τις σκάλες και είδα μια πολυθρόνα δίπλα στην τζαμένια πόρτα του σπιτιού. Στην πολυθρόνα καθόταν ένας παππούς που κάπνιζε την πίπα του και φυσούσε τον καπνό στο ταβάνι. Δεν μου έδωσε σημασία και δεν γύρισε να με κοιτάξει. Δεν σκέφτηκα καθόλου, απλώς έτρεξα προς την έξοδο πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τον παππού. Μόλις έφτασα ένα βήμα πριν την πόρτα ο παππούς σήκωσε το πόδι του και σκόνταψα πάνω του πέφτοντας με φόρα στην πόρτα σπάζοντας τα τζάμια. Πολλά από τα γυαλιά καρφώθηκαν στο πόδι μου το οποίο γέμισε αίματα. Χωρίς να μπορώ να σταθώ όρθιος μπουσούλισα στο αμάξι του Γιώργου και οδήγησα όπως μπορούσα στο χωριό. Είχε ξημερώσει…

Στο χωριό είδα πολλούς ανθρώπους στο δρόμο αλλά ήμουν πολύ σοκαρισμένος. Προσπάθησα να τους μιλήσω αλλά τρόμαζαν από την ένταση και τη μανία μου. Η αστυνομία με συνέλαβε και στις εφημερίδες το επόμενο πρωί βγήκε άρθρο «εικοσάχρονος δολοφονεί τους φίλους του στο εξοχικό δίπλα στη θάλασσα». Το σπίτι εξαφανίστηκε από προσώπου γης…

================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

================

Φαντάσματα: Η επίσκεψη της Μώρας.


Γεια σας! Με λένε Μαίρη και σας γράφω για πρώτη φορά! Είμαι 13 ετών. Ελπίζω να απολαύσετε την ιστορία μου! Το έχω ζήσει!

Λοιπόν, όλα άρχισαν πέρσι, στις διακοπές των Χριστουγέννων. Εγώ, η ξαδέλφη μου και οι γονείς μου από την πρώτη μέρα των διακοπών των Χριστουγέννων φύγαμε για το χωριό μας! Το χωριό μου λέγεται Ζωοδόχος Πηγή! Το ξέρω, δεν είναι καθόλου γνωστό. Τέλος πάντων, ήταν μέρα σκοτεινή, κρύα και βροχερή. Όταν φτάσαμε, μετά από πολύ δρόμο, εγώ με την ξαδέλφη μου ανεβήκαμε στον πάνω όροφο, όπου ήταν και το δωμάτιό μας. Ανάψαμε το τζάκι και χαλαρώναμε στα κρεβάτια μας. Παίξαμε επιτραπέζια, λέγαμε ιστορίες, άλλοτε τρόμου, άλλοτε αγάπης, διαβάζαμε βιβλία κ.τ.λ! Εγώ, μέχρι να ακούσω την ιστορία της ξαδέρφης μου, δεν πίστευα στα πνεύματα και τα φαντάσματα.

Μου είπε όμως μια που μου σηκώθηκε η τρίχα! Ήταν λέει ένα κοριτσάκι, το οποίο ήταν μοναχοπαίδι, οπότε ήταν μόνο του στο δωμάτιο τα βράδια. Οι γονείς του δούλευαν ως το βράδυ στις 7:30. Ένα Σαββατοκύριακο, όπου οι γονείς του ήταν στη δουλειά (πρωί) εκείνο έβλεπε τηλεόραση. Ξαφνικά ακούει το καζανάκι να τρέχει. Δεν έδωσε σημασία, διότι νόμιζε ότι ήταν από το διαμέρισμα των από κάτω. Συνέχισε αυτό που έκανε, λοιπόν, αλλά μετά από ώρα, το μεσημέρι, που πήγε να ξαπλώσει, άκουσε την πόρτα να χτυπά 2 φορές. Πήγε να ανοίξει και δεν είδε κανέναν. Έπειτα κάποιος χτύπησε το παράθυρο, δίχως η μικρή να αντικρίσει κάποιον. Έβαλε λοιπόν τα κλάματα. Το βράδυ οι γονείς της δεν γύρισαν. Δεν έμαθε ποτέ τι απ’ έγιναν. Ξαπλώνοντας, κάτι την πίεζε ασταμάτητα στο στήθος, χωρίς αυτή να μπορεί να μιλήσει, να κουνηθεί και να αναπνεύσει. Έτσι και πέθανε! Από τότε, Όλοι την φωνάζουν Μώρα.

Πιστεύω όλοι την γνωρίζετε. Τρόμαξα, όπως σας είπα, πολύ. Το βράδυ πέσαμε για ύπνο. Κάπου στις 2 η ώρα ξύπνησα από φριχτό εφιάλτη με επίκεντρο την Μώρα. Ήθελα να πάω τουαλέτα, αλλά φοβόμουν αφάνταστα. Ευτυχώς που είχαμε ανοιχτό το τζάκι για να έχω και λίγο φως στο δωμάτιο. Αποφάσισα να πάω. Κατέβηκα γρήγορα τη σκάλα και μπήκα στη τουαλέτα. Βγαίνοντας είδα κάτι σαν λάμψη πάνω στη πόρτα. Έτρεξα βολίδα στο δωμάτιο. Μετά από λίγο είδα μια σκιά στο τοίχο ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι την Άννας (η ξαδέλφη). Προσπάθησα να μείνω ψύχραιμη και να ηρεμήσω, σκεπτόμενη ότι όλα είναι στη φαντασία μου. Όμως δεν πέτυχε. Εξακολουθούσα να το βλέπω. Έτσι θυμήθηκα μια φράση που μου πρότεινε να λέω η γιαγιά μου όταν τρομάζω: Ιησούς Χρηστός νικάει κι όλα τα κακά σκορπάει. Είπα αυτή τη φράση από μέσα μου τρεις φορές και όταν ξανακοίταξα τον τοίχο, δεν είδα τίποτα. Μετά κοιμήθηκα χωρίς να δω εφιάλτη και ξύπνησα αργά το πρωί! Σας προτείνω να λέτε κι εσείς αυτή τη φράση όταν τρομάζετε!

===========================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===========================

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 414 other followers