Μυστήριο: Περίεργο Συμβάν Στην Παραλία.


Γεια σας, με λένε Νίκο και ζω σε μια κωμόπολη δίπλα στην θάλασσα. Κάτι παράξενο συνέβη  σε μια παραλία που βρίσκετε κοντά στο σπίτι μου και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας για να μου πείτε κι εσείς την γνώμη σας.

Πριν λίγες μέρες ήρθαν να μας επισκεφτούν οι θείοι μου από την Αθήνα. Οι θείοι μου κάθε απόγευμα πάνε σε μια ωραία παραλία όπου συχνάζει πολύς κόσμος. Συνήθως πάω κι εγώ μαζί τους αλλά τότε δεν είχα και πολύ όρεξη κι έτσι έκατσα σπίτι.

Μόλις γύρισαν μου είπαν τι είχε γίνει στην παραλία. Είχαν κάτσει σε μια ξαπλώστρα δίπλα από ένα ζευγάρι που είχε μαζί του ένα παιδάκι. Αυτό το παιδί από την ώρα που είχαν πάει εκεί έκλαιγε και ούρλιαζε ασταμάτητα, σε σημείο που ο θείος μου ρώτησε τους γονείς του τι είχε… Αυτοί απάντησαν πως είχαν επίσης παραξενευτεί από την συμπεριφορά του γιατί συνήθως ήταν ήρεμος και του άρεσε η θάλασσα, πρώτη φορά έκανε κάπως έτσι.

Τότε ο θείος μου τους πρότεινε να το ξεματιάσουν, όμως αυτοί δεν ήξεραν οπότε το έκανε η θεία μου. Αμέσως μόλις τέλειωσε το ξεμάτιασμα το παιδί σταμάτησε να κλαίει και η θεία μου άρχισε να χασμουριέται ασταμάτητα.

Μετά από λίγη ώρα και αφού η θεία μου είχε σταματήσει να χασμουριέται οι γονείς του παιδιού και οι θείοι μου παρατήρησαν πως το παιδάκι προσπαθούσε να λιώσει κάτι σαν καβουράκι με το φτυαράκι του. Μόλις όμως πήγαν πιο κοντά είδαν έναν κόκκινο σκορπιό…

======================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του

======================

About these ads

Φαντάσματα: Ο Ψαράς.


Μια μέρα με τα ξαδέρφια μου είχαμε πάει για νυχτερινό ψάρεμα με τη βάρκα. Είχαμε φτάσει  σε μεγάλο βάθος και ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε το ψάρεμα. Ξαφνικά είδαμε να έρχεται μια άλλη βάρκα. Σε αυτή βρισκόταν ένας ψαράς και  μας είπε να σταματήσουμε το ψάρεμα και να γυρίσουμε πίσω γιατί θα άρχιζε μπουρίνι. Τον ακούσαμε και γυρίσαμε πίσω.

Το επόμενο πρωί ένας γείτονας ήρθε και μας ρώτησε αν ήμασταν καλά γιατί το προηγούμενο βράδυ έπιασε μπουρίνι και μας είδε ότι πήγαμε για ψάρεμα. Του είπαμε ότι για καλή μας τύχη μας ενημέρωσε ένας ψαράς και έτσι βγήκαμε έξω. Όταν του περιγράψαμε τον ψαρά φοβήθηκε πολύ και μας είπε ότι αυτό είναι αδύνατον γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει από μπουρίνι που είχε γίνει στη θάλασσα πριν από πολλά χρόνια. Και μάλιστα μας έδειξε το σημείο στο οποίο είχε  καταστραφεί η βάρκα του και ήταν ίδια με τη βάρκα που είχαμε δει το προηγούμενο βράδυ.

Αυτό ήταν πολύ τρομακτικό και εγώ με τα ξαδέρφια μου φοβηθήκαμε πολύ αλλά κατά κάποιο τρόπο αυτός ο ψαράς μας προστάτευσε. Η ιστορία είναι αληθινή και παρόλο που μας βοήθησε με αυτά που μάθαμε τρομοκρατηθήκαμε απίστευτα.

===============

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

===============

Φαντάσματα: Η Σκιά.


Μια  φορά με έναν φίλο μου αποφασίσαμε να πάμε να εξερευνήσουμε μία ταράτσα που είναι σχεδόν ένα ερείπιο. Έτσι όταν νύχτωσε ανεβήκαμε στην ταράτσα. Εκεί υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι και κάποια σκαλιά τα οποία οδηγούσαν στο κάτω μέρος της ταράτσας. Επίσης υπήρχε ένα καρφιτσωμένο γράμμα που έλεγε ότι κανείς δεν πρέπει να πατήσει το πόδι του στο κάτω μέρος της ταράτσας γιατί έχουν σημειωθεί πολύ παράξενα περιστατικά. Με το φίλο μου όμως φτάσαμε στο κάτω μέρος της ταράτσας και το μόνο που υπήρχε ήταν παλιά αντικείμενα και επίσης πολύ σκουριασμένα.

Με το φίλο μου καθίσαμε εκεί γιατί μας άρεσε το μυστήριο και ο τρόμος και επίσης θέλαμε να δούμε τι κακό μπορεί να συμβεί. Όταν πέρασε η ώρα και ετοιμαζόμασταν να φύγουμε από τα σκαλιά φαινόταν να κατεβαίνει ένας άντρας ο οποίος κρατούσε μαχαίρι. Ξαφνικά όμως ο άντρας εξαφανίστηκε και εμείς το βάλαμε στα πόδια. Ο φίλος μου πήρε τέτοια τρομάρα που δεν μπορούσε να μιλήσει για μέρες και εγώ μόλις ξεπέρασα το φόβο ρώτησα τη γιαγιά μου τι ήταν αυτή η ταράτσα πριν ερειπωθεί. Μου είπε πως έμενε ένας άντρας μοναχικός στο κάτω μέρος της ταράτσας και επειδή είχε προβλήματα αυτοκτόνησε.

Εγώ τρόμαξα υπερβολικά και θυμήθηκα πως με το φίλο μου είδαμε τη σκιά του άντρα και όχι τον ίδιο. Όταν είπα στη γιαγιά μου αυτό που ζήσαμε με το φίλο μου με πίστεψε γιατί ήξερε ότι διάφορα πράγματα δεν πήγαιναν καλά με αυτή την ταράτσα και μου είπε ότι δεν πρέπει να ξαναπάμε ποτέ εκεί. Η ιστορία μου είναι αληθινή και ήταν η πιο τρομακτική εμπειρία που έχω ζήσει ποτέ.

====================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

====================

Ζώα: 25/7


Γεια σας… Λοιπόν, αποφάσισα να γράψω και εγώ για ένα περιστατικό που μου συνέβη… Ήταν 25/7/2007 ( παραμονή της Αγίας Παρασκευής) και είχα πάει μαζί με την οικογένεια μου στο χωριό του πατέρα μου του οποίου το πατρικό σπίτι είναι λίγα βήματα μακριά από μία μικρή, παλιά, γραφική εκκλησία της Αγίας. Έτσι, είχα πάει μαζί με τους γονείς μου και το μικρό αδερφό μου στην εκκλησία. Εγώ τότε ήμουν εφτά οπότε ούτε πολυκαταλάβαινα από εκκλησίες και λειτουργίες αλλά ούτε και πολυνοιαζόμουνα για τίποτα άλλο από το παιχνίδι, όχι πρωτοτυπώντας κιόλας… Οπότε είχα πάει να παίξω μαζί με τα ξαδέλφια μου, τη Μαριάννα και τον Βασίλη και μια κοινή φίλη μας, κολλητή της ξαδέρφης και του ξαδέρφου μου και δικιά μου πολύ καλή φίλη, την Άρτεμη. Και επειδή τα δύο κορίτσια ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερα και ο ξάδερφος μου τέσσερα, άρα καταλάβαιναν καλύτερα, οι γονείς μας, μας άφησαν να πάμε όλοι μαζί μια βόλτα με την προϋπόθεση να παραμείνουμε κοντά στην εκκλησία και να μην φωνάζουμε βραδιάτικα. Βλέπετε, έχει πάντα ολονυκτία τέτοια μέρα οπότε θα καθόμασταν μέχρι αρκετά αργά. Έτσι κι αλλιώς, άνετα θα μας παρακολουθούσαν αφού κάθονταν  στο προαύλιο της εκκλησίτσας και συζητούσαν με τη γιαγιά και τους λοιπούς συγγενείς…

Έτσι λοιπόν φύγαμε και εμείς από το μικρό, πέτρινο προαύλιο και πήγαμε και κάτσαμε ακριβώς απέναντι, στα σκαλάκια του σπιτιού της γειτόνισσας (και ξαδέλφης) του πατέρα μου, της θείας Κατερίνας. Εκείνη το πήρε χαμπάρι και έρχεται και μας λέει “Παιδιά, προσέχετε γιατί έχω το σκύλο στην πίσω αυλή, μην τρομάξετε εάν τον δείτε…”. Ο Ρεξ, ο σκύλος της θείας Κατερίνας, είναι ένας σκύλαρος δύο μέτρα… Τον είχε βρει κουτάβι και τραυματισμένο και επειδή άρεσε στα ξαδέλφια μου τον κράτησε. Με το που φεύγει η θεία, ρίχνει την ιδέα ο Βασίλης “Ποιά από εσάς τολμάει να πάει κοντά στο Ρεξ;”. Εγώ λίγο ήθελα, μόλις το άκουσα τρελάθηκα και σκεφτόμουνα το σκυλί να σπάει την αλυσίδα και να τρώει εμένα, το Βασίλη, τη Μαριάννα και την Άρτεμη, όλους μαζί… (Τότε το φοβόμουνα πολύ και ας μην είναι επιθετικό…). Οπότε βάζω τα κλάματα και την αφήνουμε την κουβέντα. Επειδή όμως μου είχε κολλήσει η ιδέα ότι θα μας φάει ο σκύλος, τους λέω “Πάμε στη ράχη;”.

Η ράχη είναι κάτι σαν πάρκο αλλά όχι σαν αυτά των πόλεων. Παλιά εκεί βρίσκονταν η καμπάνα της Αγίας Παρασκευής διότι η εκκλησία είναι χαμηλά και όσο και αν την χτυπούσαν, δεν ακούγονταν. Ωστόσο, μετά από ένα γερό σεισμό, η καμπάνα ήταν έτοιμη να καταρρεύσει και ο ιερέας της εκκλησίας μαζί με τους κατοίκους, την έριξαν. Στην θέση της φύτρωσε μία μικρή βελανιδιά που με τα χρόνια απλώθηκε και έγινε ένα τεράστιο δέντρο. Γύρω από αυτή, φτιάχτηκε ένα μικρό “παρκάκι”, ενώ τα παιδιά της γειτονιάς έχουν φτιάξει και δεντρόσπιτα πάνω της. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι οι κάτοικοι (μιλάμε για τους ηλικιωμένους) που πιστεύουν πως ήταν λάθος που γκρεμίστηκε η καμπάνα και ισχυρίζονται πως η βελανιδιά είναι σημάδι… Τέλος πάντων, όσον αφορά την καμπάνα, ξαναχτίστηκε αυτή τη φορά κοντά στο σπίτι του πατέρα μου.

Για να επιστρέψω εκεί που ήμουν, φύγαμε με τα παιδιά και πήγαμε στη ράχη κι ας μην ήταν κοντά στην εκκλησία… Η Άρτεμις και ο Βασίλης είχαν κάτι gameboy (τα σημερινά nintendo) και εγώ ένα… packman, οπότε κάτσαμε και παίζαμε με αυτά. Είχαμε πάρει και ένα φακό από το σπίτι της γιαγιάς γιατί είχε καεί η λάμπα στην κολώνα που κανονικά θα έπρεπε να φωτίζει… Κάποια στιγμή, εκεί που καθόμασταν και ενώ εγώ είχα δώσει το packman μου στην Άρτεμη για να παίξει εκείνη, γυρνάω και κοιτάζω γύρω γύρω. Οπότε πετάω ένα “Ρε παιδιά, γιατί τον πήραμε το φακό;”. “Γιατί δεν έχει φως ρε Μελίνα και πως θα δούμε να παίξουμε…” μου κάνει ο Βασίλης (να σημειώσω πως οι οθόνες των παιχνιδιών ήταν από τις παλιές, τις μαύρες). “Μα…” απαντάω εγώ, “αναμμένο είναι το φως…”. Ξαφνικά κοιτάμε όλοι απάνω και βλέπουμε τη λάμπα αναμμένη και σαν ολοκαίνουρια. “Μα είμαι σίγουρη ότι ήταν σβηστή” είπε η Άρτεμη. Τότε το πράγμα έγινε πολλλλύ περίεργο. Ο Βασίλης άρχισε να πειράζει τη Μαριάννα και να της λέει ότι σε λίγο θα άκουγε την καμπάνα και θα στοιχειώνονταν για πάντα και εκείνη έβαλε τα κλάματα και έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς που ήταν δέκα δευτερόλεπτα δρόμος από τη ράχη. Μέχρι να φτάσει όμως, στο δρόμο είδε τον Ρεξ, το σκύλο της θείας Κατερίνας, ο οποίος είχε ελευθερωθεί από την αλυσίδα του, οπότε έβαλε την τρεχάλα και ήρθε σε εμάς. Ακόμα και αν της φωνάζαμε πως αν τρέξει θα την κυνηγήσει το ζώο, εκείνη δεν μας άκουγε, απλά έτρεχε. Το σκυλί άρχισε να γαυγίζει τρομερά δυνατά και έτσι νομίζαμε πως θα κοίταζε κάποιος από την εκκλησία τι γινόταν ή έστω, θα ερχόταν η θεία νομίζοντας πως κάποιος πήγε στο σπίτι ή πως τρομάξαμε εμείς το Ρεξ αλλά τίποτα. Έτσι το βάλαμε τα πόδια και πήγαμε στο απέναντι σπίτι, εκεί όπου κατοικεί μία κυρία λιγάκι τρελή. Μπήκαμε μέσα στο πατητήρι που είχε στην αυλή της (το οποίο είχαμε κάνει και καλά club…) και κρυφτήκαμε. Θυμάμαι ότι ενώ η Άρτεμις προσπαθούσε να ηρεμήσει τη Μαριάννα και ο Βασίλης να δει που ήταν ο σκύλος, εγώ κοίταξα πάλι την κολώνα και το φως ήταν ακόμα πιο λαμπερό. Και τότε ακούω το Βασίλη “Λέτε να μπορεί ο σκύλος να μπει εδώ γιατί μου φαίνεται πως αυτό σκοπεύει να κάνει…”

Δεν είναι λίγες η φορές που τα σκυλιά αποκτούν επιθετική συμπεριφορά ακόμα και απέναντι σε άτομα που τους έχουν φερθεί με στοργή και αγάπη και δεν είναι και πολύ δύσκολο γι’ αυτά να πηδήξουν πάνω σε μάντρες, τοίχους κλπ… Και, όταν πάθουν μία τέτοια κρίση, εύκολο είναι να πηδήξουν και μέσα σε ένα χαμηλό πατητήρι και να επιτεθούν σε τέσσερα μικρά και τρομαγμένα (να μην χρησιμοποιήσω άλλη λέξη…) παιδάκια. Ε, κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα… Μάλιστα θυμάμαι τον εαυτό μου έντρομο να κοιτάζει το σκύλο να παίρνει φόρα και από την άλλη μεριά τον ξάδερφό μου να με τραβά πάνω στον τοίχο φωνάζοντάς μου “Τρέχα ρε βούρλο…”. Το επόμενο λεπτό είχα διασχίσει όλη τη μάντρα μέχρι το επόμενο διπλανό σπίτι και σκαρφάλωνα πάνω στα κάγκελα όταν ξαφνικά άκουσα κάτι σαν κλάμα σκύλου. Ο Ρεξ είχε ανέβει στη μάντρα και ήταν κάπου στη μέση της αλλά αντί να μας κυνηγά κοιτούσε κάτι στο κενό και καθισμένος έκλαιγε. Στη συνέχεια σηκώθηκε και τρέχοντας έφυγε πηγαίνοντας στην αντίθετη κατεύθυνση από το σπίτι της θείας Κατερίνας.

Όταν είδα το σκύλο να κάθεται εκεί θυμάμαι πως κοίταξα αμέσως τη λάμπα στην κολώνα. Το φως της ήταν πλέον αμυδρό, πολύ αμυδρό. Και όταν ο Ρεξ έφυγε, η λάμπα ξαφνικά έσβησε και μείναμε στο σκοτάδι καθώς ο φακός ήταν ακόμα στο παλιό πατητήρι εκεί όπου τον είχε ξεχάσει ο Βασίλης.

Σιγά σιγά κατεβήκαμε από τη μάντρα και πήγαμε στο πατητήρι για να πάρουμε το φακό. Ύστερα πήγαμε στη ράχη και πήραμε τα ηλεκτρονικά. Και τότε θυμηθήκαμε ότι ο σκύλος δεν είχε γυρίσει σπίτι. Οπότε τρέξαμε στην εκκλησία. Θυμάμαι να πηγαίνω στη θεία και να της λέω “Γρήγορα θεία, ο Ρεξ το έσκασε!”. Η θεία σηκώθηκε μαζί με τη μαμά και άλλα δύο άτομα και έτρεξαν καθώς αφού δεν έβλεπαν τη Μαριάννα και την Άρτεμη εκεί νόμισαν ότι τις κυνήγησε το σκυλί. Ωστόσο, όταν φτάσαμε στο σπίτι της θείας, τα κορίτσια ήταν εκεί και χαμογελούσαν. Οπότε μου λέει η μαμά “Που πήγε αγάπη μου ο σκύλος;” και εγώ της έδειξα το δρόμο που πήρε. Και τότε έμεινα. Η θεία Κατερίνα είχε πάει πίσω να δει πως έφυγε το σκυλί και αυτό που ανακάλυψε είναι πως ο Ρεξ ήταν εκεί, δεμένος στην αλυσίδα του και τόσο φιλικός όσο ποτέ! Θυμάμαι πως ρώτησα τα κορίτσια εάν το σκυλί είχε επιστρέψει εκείνη τη στιγμή και μου απάντησαν αρνητικά. Αλλά ακόμα και αν είχε γίνει αυτό, πως μπορούσε να είναι δεμένο στην αλυσίδα του; Οι μεγάλοι νόμιζαν πως τους κοροϊδεύαμε και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τις ακούσουμε, αλλά εμείς ξέραμε πως ο σκύλος είχε φύγει. Και τότε ο Βασίλης μας είπε “Η Αγία! Η Αγία μας έσωσε από το σκύλο!” Εμείς χεστήκαμε (συγχωρέστε με για την έκφραση) πάνω μας και τρέξαμε στην εκκλησία χωρίς να βγάλουμε άχνα.

Από τότε δεν έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτό, ο Βασίλης που θέλει να περάσει ψυχολόγος λέει ότι μάλλον εμείς νομίζουμε ότι τα ζήσαμε όλα αυτά, “…ο Ρεξ ήταν κάποιος άλλος σκύλος, η λάμπα έλαμψε για λίγο και απλά ο σκύλος ήθελε να παίξει μαζί μας…” (ενώ η Μαριάννα το εξηγεί ως “επιπτώσεις από τις πολλές τρομακτικές ιστορίες για να τρομάξουμε ο ένας τον άλλο”) αλλά εγώ και η Άρτεμις είμαστε σίγουρες ότι το ζήσαμε και καμία από αυτές τις θεωρίες δεν θα μας αλλάξει άποψη… Όσο για το Ρεξ, εκείνος ζει ακόμα και είναι το πιο χαρούμενο, τεράστιο σκυλί που έχει δει ποτέ άνθρωπος…

===================

Ευχαριστούμε την Μελίνα για την ιστορία της.

===================

Μακάβρια: Ο Δασοφύλακας.


Ήταν μια μέρα που είχα πάει σε ένα βουνό με κάτι φίλους μου. Όλα καλά μέχρι τώρα. Κάποια στιγμή μας έπιασε η νύχτα και δεν προλάβαμε να φύγουμε από το βουνό. Ευτυχώς είχαμε πάρει τα απαραίτητα δηλ.: Σκηνές, αντικουνουπικά, υπνόσακους κ.λπ. Έτσι αναγκαστήκαμε να κατασκηνώσουμε στο βουνό.

Οι φίλοι μου κοιμήθηκαν. Μόνο εγώ ήμουν ξύπνιος. Κάποια στιγμή άκουσα τον ήχο ενός αυτοκινήτου και λίγο αργότερα σταμάτησε δίπλα μου. Από το αυτοκίνητο βγήκε ένας κύριος ο οποίος τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν δασοφύλακας. Ευγενικά με ενημέρωσε ότι στην περιοχή θεάθηκε λύκος και με συμβούλεψε να ανάψω μια φωτιά και να μπω στη σκηνή μου μέχρι το πρωί.

Την άλλη μέρα κατεβήκαμε από το βουνό και εγώ ανέφερα σε ένα καφενεδάκι στους πρόποδες του βουνού το περιστατικό. Όλοι με κορόιδεψαν (και οι φίλοι μου) γιατί μου είπαν ότι περιπολία του δασαρχείου δεν είχε γίνει ποτέ στην περιοχή και οι φίλοι μου δεν είχαν ακούσει τίποτα το βράδυ. Ένας γέρος μόνο μου είπε ότι παλαιότερα είχε γίνει ένα γεγονός αλλά δεν θυμόταν ακριβώς τι.

Όταν πήγα σπίτι μου πήρα τηλέφωνο στο κοντινότερο δασαρχείο και έμαθα την αλήθεια. Πριν από δεκαπέντε χρόνια ένας λύκος είχε κατασπαράξει έναν δασοφύλακα στο ίδιο μέρος που εγώ και η παρέα μου είχαμε πάει για ορειβασία.

=====================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

=====================

Τρόμου: Ο Μαυροφορεμένος Άντρας Στο Μπαλκόνι Μου.


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινό γεγονός και μου συνέβη πριν περίπου 3 χρόνια, όταν ήμουν φοιτήτρια στην Ηγουμενίτσα. Βρισκόμουν στο πρώτο έτος της φοίτησης μου και όπως είναι εύλογο ζούσα μόνη μου, για πρώτη φορά, πολύ μακριά από τους γονείς μου και την ασφάλεια του σπιτιού μου. Μόλις που είχα αποκτήσει κάποιους φίλους και μαζευόμασταν και αράζαμε σπίτι μου μιας και ήταν 2άρι και το πιο μεγάλο που διέθετε κάποιος από τη παρέα.

Ένα βράδυ λοιπόν, όπως όλα τα άλλα μαζευτήκαμε με τα παιδιά, καθίσαμε, φάγαμε, παίζαμε «πες βρες» και χασκογελούσαμε, μέχρι που πήγε περίπου 3 και φύγανε. Ήμουν τόσο εξαντλημένη που με το που έκλεισε και ο τελευταίος την πόρτα έπεσα ξερή για ύπνο, αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά (φώτα, μπαλκονόπορτα, ξεκλείδωτη πόρτα, τηλεόραση κλπ…). Κάποια στιγμή, βλέπω στον ύπνο μου ότι ξύπνησα και σηκώθηκα λέει μηχανικά και κλείδωσα τη πόρτα, μετά έσβησα τα φώτα, και έκλεισα την τηλεόραση. Και καθώς πήγαινα να κλείσω και την μπαλκονόπορτα, βλέπω στη βεράντα, έναν άντρα καθιστό, ελαφρώς χαμογελαστό με μαύρα ρούχα και μαύρο καπέλο να κοιτάει προς τα μέσα. Πηγαίνοντας να σηκωθεί εγώ βιαστικά έκλεισα την μπαλκονόπορτα και έτρεξα στο κρεβάτι μου. Το τρομακτικό της ιστορίας είναι πως δεν ήταν όνειρο. Όταν ξύπνησα (κανονικά αυτή τη φορά κάπου στις 5) είδα πως όλα τα φώτα ήταν κλειστά, η πόρτα κλειδωμένη, η τηλεόραση κλειστή και όσο για τη μπαλκονόπορτα, το χερούλι που κλειδώνει ήταν χαλασμένο και την βρήκα μισάνοιχτη. Στο χέρι μου φορούσα ένα κομποσκοίνι που μου είχε κάνει δώρο η κολλητή μου, διαβασμένο σε μοναστήρι όπως μου είχε πει. Το πρωί λοιπόν το βρήκα στο χέρι μου πάνω αλλά ξεχειλωμένο, σαν κάποιος να προσπαθούσε να μου το βγάλει.

Μετά από μια βδομάδα, συνομιλώντας με μια κοπέλα από τη σχολή η οποία πιστεύει ακράδαντα σε αυτά τα μεταφυσικά και τα περίεργα μου είπε πως ο πνευματικός της, της είχε πει πως πολλές φορές ο διάβολος εμφανίζεται ως ένας καλοντυμένος άντρας μαυροφορεμένος, συχνά όμορφος και προσπαθεί να σε δελεάσει με αυτό τον τρόπο για να πάρει τη ψυχή σου και πως μάλλον, το κομποσκοίνι το βρήκα σε αυτή τη κατάσταση γιατί ήταν το μόνο που τον εμπόδιζε από το να κάνει αυτό που ήθελε και πως γι αυτό ξύπνησα καλά και υγιής. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι συνέβη, και γιατί, ούτε είμαι σίγουρη αν πιστεύω σε αυτά… Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι, το σίγουρο όμως είναι ότι συνέβη πραγματικά και είναι αληθινό γεγονός πέρα για πέρα.

===============================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===============================

Μυστήριο: Robert The Doll.


Το όνομα της κούκλας είναι «Robert the doll» και είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο. Φημολογείται πως… είναι δαιμονισμένη! Ένα φαινόμενο που απασχολεί πολλούς επισκέπτες του μουσείου Martello στο ιστορικό Custom House, στο Key West της Φλόριντας. Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν τι συμβαίνει με την συγκεκριμένη κούκλα μα κάνεις μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να δώσει κάποια απάντηση. Η κούκλα ανήκει στον Ελληνικής καταγωγής ζωγράφο Robert Eugene Otto, ο οποίος απέκτησε την κούκλα το 1906 όταν ήταν 6 χρόνων. Του τη χάρισε η νταντά του που κατάγονταν από τις Μπαχάμες και εξασκούσε μαύρη μαγεία.

Η κούκλα είναι φτιαγμένη από άχυρο και ο Robert δεν την αποχωρίστηκε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Συμπεριφερόταν στην κούκλα λες και ήταν άνθρωπος. Την έντυσε με τα δικά του ρούχα και της έδωσε το όνομά του. Τον είχαν ακούσει να ρωτάει πράγματα στην κούκλα και μετά να απαντάει ο ίδιος με εντελώς διαφορετική φωνή και μάλιστα σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα.

Λίγους μήνες μετά την άφιξη της κούκλας στο σπίτι του Robert Eugene, άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Αντικείμενα να εξαφανίζονται και να επανεμφανίζονται σπασμένα. Όταν ρωτούσαν τον Robert Eugene για τις ζημιές που γίνονταν, απαντούσε πως «Ο Robert The Doll το έκανε». Γείτονες έλεγαν πως έβλεπαν τον Robert The Doll στα παράθυρα του σπιτιού, τη νύχτα. Τις νυχτερινές ώρες οι υπηρέτες ξυπνούσαν από έναν περίεργο ήχο και άκουγαν βαριά βήματα πάνω στη στέγη. Ένα περίεργο βουητό και τραγούδι ακουγόταν κατά καιρούς από το φυτώριο και ύστερα υπήρχε μια αλλόκοτη μεταφυσική δραστηριότητα. Επιτραπέζιες λάμπες γύριζαν ανάποδα, έπιπλα άλλαζαν θέση από μόνα τους μπροστά στα μάτια του προσωπικού αλλά και των γονιών του Ρόμπερτ.

Όταν οι γονείς του Ρόμπερτ πέθαναν εκείνος παντρεύτηκε την Άνν Πάρκερ, μια κοσμική κυρία και μετακόμισε στο δικό της σπίτι. Η κούκλα τοποθετήθηκε στη σοφίτα της καινούριας οικίας αλλά την έβλεπαν συχνά να κάθεται στο κεφαλόσκαλο και να παρακολουθεί τον Ρόμπερτ να εκτινάσσεται από τις σκάλες της σοφίτας. Η σύζυγος του Ρόμπερτ άκουσε κάποτε την κούκλα να τραγουδάει με φωνή παιδιού νηπιακής ηλικίας. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η γυναίκα του πέθανε και το 1974 απεβίωσε και ο ίδιος. Ερευνητές μεταφυσικών δραστηριοτήτων δηλώνουν ότι η φοβερή κούκλα συνέχιζε τη δραστηριότητά της και μετά το θάνατο του Ρόμπερτ. Κάποιοι ακούν τον ήχο του τραγουδιού της, ενώ λένε ότι τρομάζει τα παιδιά με τρομακτικές γκριμάτσες.

Μετά την απώλεια του ζεύγους το σπίτι πωλήθηκε σε μια οικογένεια που είχε ένα δεκάχρονο κοριτσάκι. Το παιδί βρήκε στη σοφίτα την κούκλα και έτσι έγινε η νέα ιδιοκτήτρια του Robert The Doll. Όμως η κούκλα αντιπαθούσε το κοριτσάκι και έτσι ποδοπάτησε και ακρωτηρίασε τις άλλες κούκλες του κοριτσιού. Λένε πως το 10χρονο κοριτσάκι ξυπνούσε κι έβρισκε την κούκλα να κάθεται στο πρόσωπό του, επειδή ήθελε να το πνίξει. Η οικογένεια μετακόμισε αμέσως και το σπίτι μετατράπηκε σε σπίτι με ιστορική αξία του καλλιτέχνη, ενώ η κούκλα δωρίθηκε στο μουσείο Martello.

Και στο μουσείο τα προβλήματα δεν άργησαν να ξεκινήσουν αφού η κούκλα σκαρφάλωνε στον τοίχο όπως οι αράχνες, από εκεί έβριζε και καταριόταν το τρομοκρατημένο προσωπικό. Τελικά την έπιασαν και την τοποθέτησαν σε μια πλαστική θήκη όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Ωστόσο την κατηγορούν ακόμη για πολλά περίεργα γεγονότα μέσα και έξω από το μουσείο. Είναι ακόμη ντυμένη με τη στολή του ναύτη που της έφτιαξε ο Ρόμπερτ από τα δικά του ρούχα και κρατάει ένα μικρό αρκουδάκι.

Αυτή η κούκλα ήταν αφορμή για όλες τις ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν μέχρι σήμερα αλλά και τα βιβλία τρόμου που έχουν γραφτεί. Ο Robert The Doll καταχωρήθηκε ως «στοιχειωμένη κούκλα» από την Παραψυχολογική Εταιρία των ΗΠΑ. Υπάρχει η φήμη πως ο Robert The Doll καταριέται αυτούς που τον φωτογραφίζουν, εκτός εάν πάρουν ευγενικά την άδειά του. Χιλιάδες γράμματα έχουν σταλεί στο μουσείο και ζητούν από τον Robert The Doll, να τους συγχωρέσει και να πάρει πίσω την κατάρα του.

454006_original dscn1379 Robert_The_Doll_(5999680656) robertdoll Robert-the-Doll

================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

================

Θάνατος: Οτοστόπ.


Κάποτε ήταν μια παρέα φίλων, όπου πήγαν σε ένα δάσος για να κατασκηνώσουν. Η παρέα αποτελούταν από 4 άτομα, από ένα ζευγάρι, την Έλεν και τον Τζέις, και δύο άλλα παιδιά, την Κλερ και τον Φίλιπ.  Καθώς ταξίδευαν η Κλερ κοιτούσε έξω από το παράθυρο και είδε έναν να κάνει οτοστόπ. Ήταν κάπως περίεργος, κουκουλωμένος με μαύρα ρούχα και υφάσματα. Η κοπέλα τρόμαξε και το είπε στα παιδιά, αλλά αυτοί γελώντας την κορόιδεψαν. Τότε αυτή απελπίστηκε. Μετά από λίγο ξανά η ίδια ιστορία, και  η Κλερ  πήρε ένα σοβαρό ύφος.

- Τί γίνεται Κλερ; είδες πάλι τον κουκουλοφόρο με την μάσκα; Είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ο Τζέις.

- Μην με κοροϊδεύεις Τζέις! Δεν είναι αστείο!

- Μπα, και γιατί;

Η Κλερ ήταν τελείως εκνευρισμένη, και τότε έκαναν μια στάση στο πιο κοντινό fast-food:

- Παιδιά πάω να πλύνω τα χέρια μου και μετά θα έρθω να φάμε, είπε η Έλεν.

- Έρχομαι και εγώ μαζί σου Έλεν! είπε η Κλερ.

Καθώς τα κορίτσια κατέβηκαν τις σκάλες για να πάνε να πλυθούν, βρέθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκινγκ, όπου ένα αυτοκίνητο κατευθυνόταν προς αυτές, και μέσα, ο κουκουλοφόρος με την μάσκα να βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και να κάνει οτοστόπ. Ξαφνικά η πόρτα του fast-food  κλείνει. Τα κορίτσια τρέχουν σοκαρισμένα από εδώ και από εκεί:

- Λυπάμαι που δε σε πίστεψα Κλερ, είπε η Έλεν.

-Τρέχα και ας τα αυτά!

Τα κορίτσια βρήκαν κάτι, σαν σπιτάκι, και ενώ ο κουκουλοφόρος είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε και πάλι μπροστά τους, στο σπιτάκι. Οι κοπέλες θα ήταν σε λίγο νεκρές. Ο Τζέις και ο Φίλιπ ανησύχησαν και κατέβηκαν και αυτοί κάτω. Βρήκαν το πάρκινγκ, κηλίδες αίμα  που κατέληγαν  σαν  ένα ποτάμι.  Ο Φίλιπ μιλούσε με τον Τζέις  ώσπου ξαφνικά εξαφανίστηκε, το ίδιο και τα κορίτσια. Ο Τζέις πέθανε στο πάρκινγκ, ο Φίλιπ στο αυτοκίνητο και τα κορίτσια στο σπιτάκι, μετά όλοι αυτοί κατασκήνωσαν τελικά κάπου πολύ μακριά, στον Παράδεισο…

===================

Ευχαριστούμε την Ιωάννα για την ιστορία της.

===================

Θάνατος: Το Κορίτσι Με Τα Μαύρα Μαλλιά.


Κάποτε η  Τάνια, ένα κορίτσι 5 ετών, ζούσε με την μαμά της και τον μπαμπά της σε μια απομακρυσμένη πόλη. Οι γονείς της κανόνισαν να πάνε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη για 2 μέρες. Θα ήθελαν να πάρουν την Τάνια αλλά ήταν πολύ μικρή για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Οπότε την άφησαν στο σπίτι, με την γειτόνισσά τους την Έλενα. Η Έλενα ήταν γύρω στα 20, και σπούδαζε γιατρός.

Έφυγαν λοιπόν οι γονείς, και άφησαν την Έλενα μαζί με την Τάνια. Γύρω στις 10, η Τάνια έπρεπε να κοιμηθεί, ήταν ήδη αργά, και έλεγε πως πονούσε η κοιλιά της. Η Έλενα την καθησύχασε και την έβαλε για ύπνο, και κατέβηκε στο σαλόνι για να διαβάσει επιτέλους τα μαθήματα για το πανεπιστήμιο. Ξάφνου, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Έλενα τρόμαξε γιατί ήταν μόνη της και δεν ήθελε να έχει ευθύνη για την  μικρή Τάνια.

Πήγε λοιπόν να δει ποιός χτυπούσε την πόρτα. Η πόρτα είχε ένα μικρό παράθυρο, και πριν το ανοίξει, ρώτησε:

- Ποιός είναι παρακαλώ;

- Ναι.

- Ορίστε; Ποιός είναι;

- Ναι.

- Τί ναι; Ποιός είναι;

Η Έλενα άνοιξε το παραθυράκι για να δει ποιος ήταν. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, με μαύρα ολόισια μαλλιά, που έπεφταν στο πρόσωπό της. Φορούσε και ένα κατάλευκο φόρεμα.

Και πριν καταλάβει κάτι, η Έλενα απομακρύνθηκε από την πόρτα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου το κορίτσι είχε φύγει, τουλάχιστον αυτό νόμιζε η Έλενα.

Αργότερα άκουσε μια δυνατή κραυγή, και ανέβηκε τρέχοντας πάνω παρότι φοβόταν πολύ. Στο τέλος του διαδρόμου βλέπει την Τάνια με σκισμένη κοιλιά και ένα σημείωμα με αίμα να γράφει: «Εσύ δεν την φρόντισες, το έκανα εγώ! Η Ανώνυμη».

Το επόμενο πρωί οι γονείς γύρισαν, και είδαν το πτώμα, ή μάλλον τα πτώματα, γιατί η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε για ακόμη μία φορά…

================

Ευχαριστούμε την Ιωάννα για την ιστορία της

================

Μυστήριο: Ο Φάρος Μέσα Στο Δάσος (τρίτο μέρος).


Σε όλη την διαδρομή που περπατούσα ένιωθα γύρω μου μια αύρα να υπάρχει. Όλη την ώρα είχα την σκέψη – Να τώρα θα εμφανιστεί – αλλά δεν εμφανιζόταν. Όχι ακόμα τουλάχιστον… Κοιτούσα με πολλή προσοχή σε κάθε σημείο, κάθε λεπτομέρεια, για κάποιο σημάδι που θα μπορούσε να υπάρχει. Ούτε και κατάλαβα πότε χάθηκαν από τα μάτια μου οι φίλοι μου… Καινούργιες σκέψεις μπήκαν στο μυαλό μου αλλά δεν έδωσα σημασία. Ξαφνικά νιώθω ένα ψυχρό αεράκι να με χτυπάει στο σβέρκο.

-Και πολύ άργησες να εμφανιστείς… αμέσως σκέφτηκα.

Κατάλαβα ότι είχα πλησιάσει αρκετά στο σημείο όπου είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά η ψυχή του κοριτσιού. Από στιγμή σε στιγμή ήξερα ότι θα εμφανιστεί, αλλά αυτή την φορά δεν θα άφηνα τον φόβο μου να με κυριαρχήσει. Και κατά βάθος ήξερα γιατί πήρα εγώ αυτό το μονοπάτι… Φαντάζομαι ότι δεν θα άντεχαν οι φίλοι μου αυτό που άντεξα εγώ. Ακόμα δεν μου έχει περάσει όλο αυτό που είχα νιώσει εκείνη την ημέρα.

Ήταν σαν εκείνη τη νύχτα όπου είδα για πρώτη φορά στην τηλεόραση το ALIEN και πριν προλάβει να τελειώσει έπεσα σε έναν βαθύ ύπνο και ξύπνησα σε έναν κόσμο από εφιάλτες. Πρέπει να ήταν το 1992 σε μια ηλικία 10 χρονών. Δεν θα το ξεχάσω αυτό το όνειρο. Είχα δει ότι με ξύπνησε ένα μαύρο χέρι που με τράβηξε μέσα από το κρεβάτι και που με πήρε σε έναν κόσμο όπου γίνονταν φρικτά πράγματα.

Είχα βάλει τα κλάματα ενώ παράλληλα ήθελα να κοιτάξω από κάτω από το κρεβάτι αλλά ο φόβος με είχε κυριαρχήσει, μέχρι που μπήκε η μητέρα μου στο δωμάτιο, άναψε το φως και με πήρε στην αγκαλιά της για να με ηρεμήσει. Ήταν από τις λίγες φορές που αναζήτησα την παρέα της τις νύχτες…

Και όπως το φαντάστηκα, το κοριτσάκι ήταν εκεί. Λίγο χάθηκα μέσα στις σκέψεις μου και εμφανίστηκε. Στεκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο γονατισμένο με τα χέρια να ακουμπάνε στο έδαφος. Στην αρχή πήγα πάλι να καταρρεύσω αλλά όχι. Αυτή τη φορά νίκησα. Κατάπια λίγο από το σάλιο μου που είχε κολλήσει στο λαιμό και πλησίασα αρκετά ώστε να μπορέσω να της μιλήσω.

-Είμαι εδώ για σένα, για να σε βοηθήσω να βρεις τον δρόμο σου. Αυτές ήταν οι λέξεις που βγήκαν από μέσα μου.

Το κοριτσάκι σταμάτησε να κλαίει, γυρνάει, με κοιτάζει με ένα βλέμμα από πάγο και τότε έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα. Πρέπει να ήταν τόσο δυνατή που με ανάγκασε να κλείσω με τα χέρια τα αυτιά μου για να μην πάθουν κάποια ζημιά, σφίγγοντας τα βλέφαρα μου με όλη μου την δύναμη.

Η κραυγή σταματάει, ανοίγω τα μάτια μου, την βλέπω να σηκώνεται στα πόδια της και έρχεται προς το μέρος μου με ένα βλέμμα αυτή την φορά που σκοτώνει. Τα αντανακλαστικά μπήκαν σε λειτουργία και άθελά μου κάνω δύο βήματα προς τα πίσω που αυτό είχε σαν κατάληξη να σκοντάψω σε μια πέτρα που υπήρχε πίσω μου. Βρισκόμουν με τον κώλο καθισμένος και τα χέρια ακουμπισμένα πίσω από την πλάτη μου στο χώμα. Έρχεται από πάνω μου, σκύβει στο σημείο που βρισκόταν το πρόσωπο μου, βγάζει άλλη μια τσιρίδα πιο δυνατή αυτή τη φορά και τρέχει μέσα στο δάσος με ένα σατανικό γέλιο.

-Ωχ, οι φίλοι μου. Αυτή ήταν η σκέψη που υπήρχε στο μυαλό μου.

Αμέσως κατάλαβα ότι κινδυνεύουν, σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω και εγώ να προλάβω να τους ειδοποιήσω. Αλλά δεν πρόλαβα.

Το κοριτσάκι δεν φαινόταν πουθενά, λίγα μέτρα έξω από το φάρο είδα τους φίλους μου να περπατάνε μαζί να χαχανίζουν σαν χαζοί. Ένας Θεός ξέρει τι λέγανε αλλά κατάλαβα ότι πρέπει να έλεγαν αστεία. Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολύ κάνανε περίπατο παρά να ψάχνουνε για κάποιο στοιχείο, πόσο μάλλον ένα πτώμα.

-Γιάάάάάάάαννηηηηηηηηη Δημήήήήήήήήτρηηηηηηηη; Φύγετεεεε από το φάααααροοοο.

-Τιιιιιιιιιιιιιι; Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Δημήτρη και του Γιάννη που άκουσα για την υπόλοιπη ζωή μου.

Δεν πρόλαβα να τους σώσω. Σπάει ένα μεγάλο κλαδί και καρφώνεται με τόση δύναμη στο κεφάλι του Δημήτρη που διαπερνάει όλο του το σώμα και σταματάει στο έδαφος. Όπως ένα αρνί που το έχουν σουβλίσει και περιμένουν να το ψήσουν για να γιορτάσουν το Πάσχα. Ο φίλος μου στέκεται ακόμα όρθιος, όρθιος αλλά νεκρός. Τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ο φακός έχει γλιστρήσει από το χέρι του και το αίμα έχει γίνει γύρω του ποτάμι.

Ο Γιάννης έχει βάλει τις κραυγές και τρέχει να φύγει από το φάρο κουνώντας τα χέρια του ανέμελα στον αέρα καθώς δάκρυα ξεγλιστρούν πίσω του πέφτοντας στο έδαφος σαν σταγόνες από βροχή.

Τότε γυρίζω το κεφάλι μου προς το δέντρο που έσπασε το κλαδί και βλέπω το κορίτσι να πηδάει από την κορυφή του δέντρου και πάντα γελώντας τρέχει πίσω από τον Γιάννη, περνάει από μέσα του και σταματάει λίγα μέτρα μπροστά του. Ο φίλος μου έχει μείνει σαστισμένος, ο φόβος αυτή την στιγμή είναι ο μόνος κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού.

«Μην με σκοτώσεις σε παρακαλώ μη», είναι τα μόνα λόγια που ξεπηδούν από τα χείλη του. Το κοριτσάκι τον πλησιάζει με ένα βλέμμα αυτή την φορά «σσσσσσς…. Εγώ είμαι εδώ, μην φοβάσαι». και τότε απλώνει το χέρι της και με ένα απλό άγγιγμα του νυχιού της ανοίγει ο λαιμός στα δύο ξαπλώνοντας το κεφάλι προς τα πίσω ακουμπώντας στην πλάτη. Το κορμί του φίλου μου έχει πέσει στο πάτωμα και σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος μυς. Το κορίτσι τώρα κοιτάει εμένα, μου δίνει ένα γλυκό χαμόγελο σαν να μου λέει ευχαριστώ και φεύγει χοροπηδηχτή ή μάλλον χορεύοντας.

Τρέχω αμέσως στον Γιάννη, βάζω το σώμα του σε μια οριζόντια θέση με το κεφάλι του κανονικά, «απίστευτο πόσο αίμα ακόμα Θεέ μου»;

Βλέπω τα μάτια του είναι ακόμα ζωντανά και τα χείλη του να κουνιούνται σαν να θέλει να μου πει «ωραία περάσαμε όσο κράτησε αυτή η φιλία σε αυτή την ζωή. Θα τα πούμε στην επόμενη».

«Ναι φίλε μου, ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά». Τότε νιώθω το χέρι του να σφίγγει το δικό μου για μια στιγμή και μετά, μετά τίποτα, όλα τελείωσαν για αυτόν…

Έκλεισα τα μάτια του και τότε δεν μπόρεσα να φανώ δυνατός. Εγώ ξέσπασα σε κλάματα και τα κλάματα σε δάκρυα φωνάζοντας ξανά και ξανά «γιατίίίίίίίίίίίίί;». Τότε εμφανίστηκε πάλι το κορίτσι μπροστά μου με ένα ποιο ζωηρό βλέμμα αυτή την φορά και με ένα ύφος σαν να μου λέει «έλα πάμε». Τότε σηκώθηκα και την ακολούθησα μέχρι το σημείο που την συνάντησα για πρώτη φορά και μου δείχνει με το χέρι της το σημείο που στεκόταν.

-Τι θέλεις τώρα;

Αλλά δεν παίρνω απάντηση. Ήξερα όμως τι ήταν αυτό που ζητούσε.

-Θέλεις να σκάψω εδώ έτσι;

Αυτή την φορά παίρνω την απάντηση κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά…

-Ναι αλλά δεν έχω φτυάρι.

Και τότε μου δείχνει πάλι με το χέρι της την πέτρα όπου σκόνταψα πριν. Πριν γίνουν όλα αυτά.

Ήταν αρκετά μυτερή για να μπορέσω να σκάψω. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η πέτρα ήταν εκεί για έναν σκοπό, αυτό τον σκοπό. Την πήρα με τα δυο μου χέρια και άρχισα να σκάβω με ότι δύναμη και κουράγιο θα μπορούσε να μου έχει απομείνει μέχρι που διακρίνω κάτι ξανθά μαλλιά να ξεπροβάλουν από το σημείο που έσκαβα και έτσι συνέχισα με τα χέρια μου. Μέχρι να αποκαλυφθεί και το υπόλοιπο κορμί της ή μάλλον τα οστά της να πω καλύτερα και ένα σημείωμα.

-Αυτή είσαι εσύ;

Την ρώτησα αλλά δεν χρειάστηκε να μου απαντήσει, την ήξερα την απάντηση.

Σκύβει πάλι από πάνω μου αλλά αυτή την φορά δεν βγάζει κάποια κραυγή, κάθε άλλο, φέρνει τα χείλη της πάνω στα δικά μου και με φιλάει.

-Θεέ μου, με φιλάει μια πεθαμένη, τι αηδία;

Τότε βλέπω μια δέσμη φωτός να προβάλει από τον ουρανό και για άλλη μια φορά και μάλλον η τελευταία της λέω.

-Αυτό είναι για σένα. Είναι η πύλη για τον παράδεισο, μην το χάσεις.

Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και φεύγει. Την βλέπω να χάνεται μέσα στην δέσμη και όσο χανόταν έσβηνε και αυτή,.

-Τελικά υπάρχει παράδεισος, σκέφτηκα.

Κοίταξα την σημείωση αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω και πολλά. Ο χρόνος το είχε ξεθωριάσει. Αλλά κατάφερα τελικά να ξεχωρίσω τρία επίθετα. Παπαγιαννακόπουλος, Κουτσοφτάρης και Λαχανακόπουλος που συνοδευόταν με ένα παράξενο σύμβολο. Η με μια υπογραφή που ο χρόνος το είχε αλλοιώσει. Αμέσως κατάλαβα ότι οι φίλοι μου είχαν τα ίδια επίθετα. Αμέσως κατάλαβα ότι το κορίτσι πήρε την εκδίκηση που ζητούσε σκοτώνοντας τους απογόνους των δολοφόνων της.

Το έργο μου είχε τελειώσει εδώ. Έφυγα από το φάρο, αλλά όχι δεν πήγα στο σπίτι μου. Αν και είχα ανάγκη από ένα ζεστό μπάνιο έτσι στα αίματα που ήμουν. Πήγα αμέσως στην αστυνομία. Ένας αστυνομικός με ρώτησε τη συμβαίνει και η μόνη λέξη που βγήκε από τα χείλη μου ήταν «φάρος». Από τότε δεν ξαναέβγαλα άλλη λέξη, έτσι και αλλιώς δεν θα με πίστευαν. Με πήγαν στα κρατητήρια μέχρι να γίνει η δίκη αφού οι κατηγορίες θα έπεφταν πάνω μου. Έτσι και αλλιώς μόνο εγώ βγήκα ζωντανός από το φάρο και ήμουν στα αίματα.

Οι δικοί μου άνθρωποι όταν ερχόντουσαν στα επισκεπτήρια με παρακαλούσαν να μιλήσω, να πω τι έγινε αλλά ούτε ακόμα και σε αυτούς το μόνο πού μπορούσε να βγει από μέσα μου ήταν δάκρυα. Η δίκη έγινε και μαντέψτε τη έγραφε η επικεφαλίδα στην Ευβοϊκή Γνώμη…

15ΧΡΟΝΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΣΕ ΜΕ ΒΙΑΙΟ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΦΑΡΟ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ…

Άσχημο τέλος επεφύλαξε η μοίρα για τρεις έφηβους φίλους.

Τα μυαλά του έχασε ο 15χρονος Καλημέρης Παπαχρήστος με αποτέλεσμα να σκοτώσει δύο φίλους του στο φάρο της Κακής Κεφαλής. Νεκροί είναι ο Γιάννης Λαχανακόπουλος και ο Δημήτρης Κουτσοφτάρης, και δύο 15 χρόνων κάτοικοι Χαλκίδας. Λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου βρέθηκαν τα πτώματα των άτυχων αγοριών, βρέθηκε το πτώμα ενός μικρού κοριτσιού ηλικίας 9-13 χρόνων σύμφωνα με τις δηλώσεις της αστυνομίας.

Αυτή η υπόθεση πάντως αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα… Για τον 15χρονο Καλημέρη Παπαχρήστο η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν ψυχικές διαταραχές…

=============================================

ΣΥΓΓΡΑΦΗ: Καλημέρης Παπαχρήστος (ssppaccee@hotmail.com)

Προς όλους τους αναγνώστες θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι η ιστορία σαν φήμη είναι αληθινή στα εξής: Ο φαροφύλακας με το γυάλινο μάτι, το κοριτσάκι που βίασαν και η περιγραφή του φάρου. Το πτώμα από το κοριτσάκι το βρήκαμε εμείς όταν ήμασταν 14 χρόνων…

=============================================

το πρώτο μέρος

το δεύτερο μέρος

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 795 other followers