Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Κάτι Παράξενο Στο Μοναστήρι.


Αυτή η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή γιατί συνέβη σε εμένα πριν μερικά χρόνια. Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι κάτι κακό σας παρακολουθεί; Εγώ πάντως σίγουρα. Ήταν Μεγάλο Σάββατο και είχα πάει με όλη την οικογένεια μου σε ένα μικρό μοναστήρι για την ανάσταση. Αφού τελείωσε η λειτουργία βγήκαμε έξω στο προαύλιο και περιμέναμε το Άγιο Φως. Γυρνάω το κεφάλι μου προς τα κεραμίδια της εκκλησίας που υπήρχε στο μοναστήρι. Πάνω στα κεραμίδια ήταν σκαρφαλωμένο ένα πλάσμα αλλόκοτο. Είχε φολίδες αντί για δέρμα και το ύψος του ήταν περίπου στο ένα μέτρο. Επίσης είχε μεγάλα γαμψά δόντια και μεγάλα νύχια.

Πίστεψα ότι ήταν ένας δαίμονας από την κόλαση. Όταν έκανα αυτή την σκέψη άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες. Έστριψα το κεφάλι μου προς την οικογένειά μου να τους πω Χριστός Ανέστη και εκείνοι μου είπαν Αληθώς ο Κύριος και μου άναψαν την λαμπάδα με το Άγιο Φως. Επειδή ήμουν ακόμα περίεργος για το περίεργο πλάσμα ξανακοίταξα τα κεραμίδια της εκκλησίας. Είχε εξαφανιστεί και ο φωτιζόμενος σταυρός που υπήρχε λίγο πιο πάνω από το σημείο που στεκόταν το πλάσμα είχε ανάψει. Εγώ φυσικά κατατρόμαξα γιατί ήμουν πολύ μικρός και είπα στους γονείς μου να φύγουμε αμέσως από το μοναστήρι.

=============================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του

=============================

Τρόμου: Ο δαίμονας Της Αιτωλοακαρνανίας.


Δεν ξέρω τι σας έχουν πει για φαντάσματα, για βρικόλακες ή για λυκάνθρωπους αλλά οι δαίμονες είναι αληθινοί. Σε ένα μικρό χωριό στην Αιτωλοακαρνανία ένα βράδυ στα χωράφια που υπήρχαν στην περιοχή εμφανίστηκε ένας δαίμονας που έτρεχε πάρα πολύ γρήγορα και μετά βίας τον έβλεπες. Οι κάτοικοι του χωριού επειδή φοβήθηκαν και δεν ήθελαν να υπάρχει ένα τόσο μεγάλο κακό στο χωριό ήθελαν να τον σκοτώσουν.

Δεν ήξεραν πως σκοτώνεται ένας δαίμονας και πήγαν να ρωτήσουν τον παπά του χωριού. Τους είπε να φτιάξουν ένα δίχτυ και να το καθαγιάσουν. Έτσι και έκαναν. Το επόμενο βράδυ καθώς έτρεχε στα χωράφια τον πιάσανε και τον σταύρωσαν στην κουφάλα μιας πλατανιάς. Καθώς ο δαίμονας αργοπέθαινε καταράστηκε τους κάτοικους του χωριού να μην ευτυχίσουν ποτέ ξανά.

Αν τύχει και βρεθείτε στο χωριό και πάτε στην κουφάλα θα δείτε τα καρφιά με τα οποία κάρφωσαν τον δαίμονα.

=================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

=================

Τρόμου: 20 Τρομακτικές Ιστορίες Που Μπορείτε Να διηγηθείτε με δυο φράσεις.


Από μικρά παιδιά αγαπούσαμε τις τρομακτικές ιστορίες. Φαντάσματα, τέρατα, μπαμπούλες και στοιχειωμένα σπίτια ήταν το αγαπημένο θέμα συζήτησης της παρέας γύρω από το τζάκι ή της τάξης στις σχολικές εκδρομές.

Ίσως για αυτό, ως ενήλικες πια, λατρεύουμε τα τρομακτικά, γεμάτα μυστήριο και σασπένς, κινηματογραφικά θρίλερ. Άσχετο βέβαια το ότι σε κάθε θρίλερ που βλέπουμε μόνοι μας στο σπίτι, θα σκεφτούμε πάνω από 10 φορές να το κλείσουμε και να δούμε κάποια κωμωδία στη θέση του.

Ποιος θα πίστευε ότι τόσο λίγες λέξεις μπορούν να προκαλέσουν τόσο τρόμο;

  1. Ξύπνησα από έναν ενοχλητικό συνεχόμενο θόρυβο, σαν κάποιος να χτυπούσε κάποιο αντικείμενο πάνω σε γυαλί. Στην αρχή νόμιζα ότι ο θόρυβος προέρχονταν από το παράθυρο. Όταν ανασηκώθηκα όμως, κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος. Ο θόρυβος προέρχονταν από τον καθρέπτη.
  2. Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν η ώρα στο ξυπνητήρι, 12:07, λίγο πριν νιώσω τα μακριά νύχια του πλάσματος να χώνονται στο στήθος μου ενώ το άλλο του χέρι, μου έκλεινε το στόμα για να μην ακουστούν οι κραυγές μου. Ξύπνησα ανακουφισμένος. Ευτυχώς ήταν ένας ακόμη εφιάλτης. Το βλέμμα μου πήγε στο ρολόι. Έγραφε 12:07… τότε άκουσα την πόρτα της ντουλάπας να ανοίγει πίσω μου.
  3. Μεγαλώνοντας με γάτες και σκυλιά, συνήθισα τους ήχους που κάνουν όταν ξύνουν με τα νύχια τους την πόρτα του υπνοδωματίου μου τις ώρες που κοιμάμαι. Τώρα που ζω χωρίς ζώα όμως, αυτοί οι ήχοι ακούγονται πιο τρομακτικοί…
  4. Όλο αυτό το καιρό που ζω μόνη μου σε αυτό το σπίτι, ορκίζομαι ότι έχω κλείσει περισσότερες πόρτες από όσες έχω ανοίξει…
  5. Ένα κορίτσι άκουσε τη μαμά της να την καλεί να κατέβει στον κάτω όροφο. Την στιγμή που πάτησε το πόδι της στο πρώτο σκαλοπάτι, ένιωσε κάποιο χέρι να την τραβάει ξανά επάνω. Ήταν η μαμά της. «Το άκουσα και εγώ» της είπε.
  6. Με ρώτησε γιατί ανάσαινα τόσο βαριά. Δεν το έκανα.
  7. Η γυναίκα μου με ξύπνησε χθες το βράδυ για να μου πει ότι κάποιος είχε μπει στο σπίτι μας. Η γυναίκα μου δολοφονήθηκε από κάποιον που είχε εισβάλλει στο σπίτι μας πριν από 2 χρόνια.
  8. Ξύπνησα όταν άκουσα από το ηχείο το μωρό να γελάει την ώρα που η γυναίκα μου του τραγουδούσε με σιγανή φωνή. Χαμογέλασα και άλλαξα πλευρό για να συνεχίσω τον ύπνο μου. Όπως άπλωνα το χέρι μου όμως, έπιασα το χέρι της γυναίκας μου.
  9. Πάντα πίστευα ότι η γάτα μου έχει πρόβλημα. Κάθονταν εκεί, ακίνητη και με κοιτούσε επίμονα με τις ώρες. Μέχρι που κατάλαβα ότι δεν κοιτούσε έμενα. Κοιτούσε ακριβώς πίσω μου.
  10. Δεν υπάρχει τίποτα ποιο όμορφο, από το γέλιο ενός μωρού. Εκτός φυσικά και αν δεν υπάρχει μωρό στο σπίτι.
  11. Έβλεπα ένα ευχάριστο όνειρο, όταν με ξύπνησε ένας ήχος από σφυρί. Άρχισα να ουρλιάζω μέσα στο ξύλινο φέρετρο αλλά ο ήχος από το σφυρί που κάρφωνε τις πρόκες κάλυπτε τις φωνές μου.
  12. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ» μου ψιθύρισε την ώρα που ξάπλωσε δίπλα μου στο κρεβάτι. Ξύπνησα παγωμένος κρατώντας στο χέρι μου το φόρεμα που φορούσε όταν την θάψαμε.
  13. Πήγα να δω αν κοιμάται η κόρη μου. Δεν κοιμόνταν. Με κοίταξε και μου ψιθύρισε χαμηλόφωνα: «Μπαμπά, υπάρχει ένας μπαμπούλας κάτω από κρεβάτι μου». Για να την καθησυχάσω της είπα ότι θα κοιτάξω και αν υπάρχει θα τον διώξω. Έσκυψα, κοίταξα κάτω από το κρεβάτι και είδα την κόρη μου να μου λέει τρομαγμένη: «Μπαμπά, υπάρχει κάποιος ξαπλωμένος πάνω στο κρεβάτι μου».
  14. Μπαίνεις στο σπίτι, εξουθενωμένος μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά και έτοιμος για ένα μοναχικό χαλαρωτικό βράδυ. Ανοίγεις τη πόρτα, απλώνεις το χέρι στον διακόπτη για να ανοίξεις το φως αλλά ένα άλλο χέρι είναι ήδη εκεί.
  15. Μιλούσα με τον φίλο μου στο Skype όταν με ρώτησε ποιο ήταν το κορίτσι με τα παράξενα ρούχα που στέκονταν πίσω μου.
  16. Πήγε στον πάνω όροφο για να δει αν κοιμάται το παιδί της. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και το κρεβάτι του ήταν άδειο.
  17. Μην φοβάστε τα τέρατα, απλά ψάξτε τα γύρω σας. Κοιτάξτε μήπως είναι αριστερά σας, δεξιά σας, κάτω από το κρεβάτι σας, πίσω από το κομοδίνο σας, στην ντουλάπα σας. Ποτέ όμως μην σηκώσετε το κεφάλι για να τα ψάξετε ψηλά, πάνω από το κεφάλι σας. Δεν τους αρέσει να τα βλέπουν.
  18. Η κόρη μου δεν σταματάει να κλαίει και να ουρλιάζει όλη νύχτα. Έχω επισκεφθεί τον τάφο της για να της ζητήσω να σταματήσει, αλλά ούτε αυτό είχε αποτέλεσμα.
  19. Μετά από μια κουραστική μέρα, μπήκα στο σπίτι μου και είδα τη γυναίκα μου να κάθεται στον καναπέ κρατώντας το παιδί μας. Δεν μπορώ να πω τι με τρόμαξε περισσότερο. Η εικόνα της νεκρής γυναίκας μου να κρατάει το αγέννητο παιδί μας ή η σκέψη ότι κάποιος διέρρηξε το σπίτι μου για να τους αφήσει να μπουν.
  20. Υπήρχε μια φωτογραφία μου στο τηλέφωνό μου, την ώρα που κοιμάμαι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι ζω μόνος μου.

Τρόμου: Ο Μαυροφορεμένος Άντρας Στο Μπαλκόνι Μου.


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινό γεγονός και μου συνέβη πριν περίπου 3 χρόνια, όταν ήμουν φοιτήτρια στην Ηγουμενίτσα. Βρισκόμουν στο πρώτο έτος της φοίτησης μου και όπως είναι εύλογο ζούσα μόνη μου, για πρώτη φορά, πολύ μακριά από τους γονείς μου και την ασφάλεια του σπιτιού μου. Μόλις που είχα αποκτήσει κάποιους φίλους και μαζευόμασταν και αράζαμε σπίτι μου μιας και ήταν 2άρι και το πιο μεγάλο που διέθετε κάποιος από τη παρέα.

Ένα βράδυ λοιπόν, όπως όλα τα άλλα μαζευτήκαμε με τα παιδιά, καθίσαμε, φάγαμε, παίζαμε «πες βρες» και χασκογελούσαμε, μέχρι που πήγε περίπου 3 και φύγανε. Ήμουν τόσο εξαντλημένη που με το που έκλεισε και ο τελευταίος την πόρτα έπεσα ξερή για ύπνο, αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά (φώτα, μπαλκονόπορτα, ξεκλείδωτη πόρτα, τηλεόραση κλπ…). Κάποια στιγμή, βλέπω στον ύπνο μου ότι ξύπνησα και σηκώθηκα λέει μηχανικά και κλείδωσα τη πόρτα, μετά έσβησα τα φώτα, και έκλεισα την τηλεόραση. Και καθώς πήγαινα να κλείσω και την μπαλκονόπορτα, βλέπω στη βεράντα, έναν άντρα καθιστό, ελαφρώς χαμογελαστό με μαύρα ρούχα και μαύρο καπέλο να κοιτάει προς τα μέσα. Πηγαίνοντας να σηκωθεί εγώ βιαστικά έκλεισα την μπαλκονόπορτα και έτρεξα στο κρεβάτι μου. Το τρομακτικό της ιστορίας είναι πως δεν ήταν όνειρο. Όταν ξύπνησα (κανονικά αυτή τη φορά κάπου στις 5) είδα πως όλα τα φώτα ήταν κλειστά, η πόρτα κλειδωμένη, η τηλεόραση κλειστή και όσο για τη μπαλκονόπορτα, το χερούλι που κλειδώνει ήταν χαλασμένο και την βρήκα μισάνοιχτη. Στο χέρι μου φορούσα ένα κομποσκοίνι που μου είχε κάνει δώρο η κολλητή μου, διαβασμένο σε μοναστήρι όπως μου είχε πει. Το πρωί λοιπόν το βρήκα στο χέρι μου πάνω αλλά ξεχειλωμένο, σαν κάποιος να προσπαθούσε να μου το βγάλει.

Μετά από μια βδομάδα, συνομιλώντας με μια κοπέλα από τη σχολή η οποία πιστεύει ακράδαντα σε αυτά τα μεταφυσικά και τα περίεργα μου είπε πως ο πνευματικός της, της είχε πει πως πολλές φορές ο διάβολος εμφανίζεται ως ένας καλοντυμένος άντρας μαυροφορεμένος, συχνά όμορφος και προσπαθεί να σε δελεάσει με αυτό τον τρόπο για να πάρει τη ψυχή σου και πως μάλλον, το κομποσκοίνι το βρήκα σε αυτή τη κατάσταση γιατί ήταν το μόνο που τον εμπόδιζε από το να κάνει αυτό που ήθελε και πως γι αυτό ξύπνησα καλά και υγιής. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι συνέβη, και γιατί, ούτε είμαι σίγουρη αν πιστεύω σε αυτά… Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι, το σίγουρο όμως είναι ότι συνέβη πραγματικά και είναι αληθινό γεγονός πέρα για πέρα.

===============================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===============================

Τρόμου: Οι Καταραμένοι (δεύτερο μέρος).


Ξαφνικά είδα να έρχεται ο κύριος που μου μίλησε πριν φύγω και κάθισε δίπλα μου. «Λοιπόν; Τους είδες;» με ρώτησε. «Ναι, τί ήταν όλο αυτό;» Ρώτησα εγώ με τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά του. Η απάντηση του ήρθε αμέσως: «Είναι οι καταραμένοι. Καλώς ήρθες στο καταραμένο χωριό. Όπου οι άνθρωποι δεν βρίσκουν ποτέ τον θάνατο». «Τί λες» τον ρωτώ κατάπληκτος. «Πώς μπορεί να γίνεται αυτό;». Και ο κύριος αρχίζει και μου εξιστορεί: Top of Form

«Μια παλιά κατάρα βασανίζει το χωριό μας πολλά χρόνια. Αρκετό καιρό πριν σε μια εκκλησία σκότωσαν μια γριά αφού την ανάγκασαν να δει μπροστά στα μάτια της τον βιασμό της κόρης της και το άγριο φονικό των εγγονιών της. Πριν ξεψυχήσει καταράστηκε ολόκληρο το χωριό και μαζί με το θάνατο της ήρθε και φωτιά στην εκκλησία η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς». Σταμάτησε να μιλά και με κοίταξε. «Σε είδαν;». «Ναι» απαντώ ξερά εγώ. Σκυθρωπός, σκύβει το κεφάλι του: «Τώρα πια ανήκεις σε αυτούς.. Πρόκειται για θέμα χρόνου να γίνεις κι εσύ ένας καταραμένος».

Πίνω προβληματισμένος λίγο από το ποτό μου. «Δεν γίνεται. Κάτι θα υπάρχει που να μπορεί να λύσει την κατάρα» του είπα αμέσως μετά. «Ναι αλλά κανένας δεν τα κατάφερε…» μου απαντά εκείνος. «Πες μου τι μπορώ να κάνω εγώ και θα το κάνω». «Πρέπει να πας να σκάψεις στον τάφο της και να καρφώσεις ένα σταυρό στην καρδιά της στο καμένο της λείψανο. Πρόσεξε κάτι όμως. Πρέπει να γνωρίζεις πως η ψυχή της τριγυρνά στο κοιμητήριο και πάνω από τον τάφο της. Πολλοί που προσπάθησαν, δεν τα κατάφεραν και πλέον τριγυρίζουν σαν καταραμένοι στο στοιχειωμένο μονοπάτι του κοιμητηρίου.» είπε σοβαρά ο κύριος.

«Εντάξει. Εγώ θα το κάνω. Πόσο χρόνο έχω;» τον ρώτησα αποφασισμένος. «Έχεις πέντε μέρες. Και φτάνει μόνο ένα τους άγγιγμα για να συντομέψουν οι ώρες που σου απομένουν». Εγώ εκείνη την ώρα ένιωθα εξαντλημένος και νύσταζα. Γι’ αυτό ζήτησα από αυτόν το κύριο να μου επιτρέψει να ξαπλώσω στον καναπέ. Έτσι έγινε και δεν άργησα να αποκοιμηθώ.

Το επόμενο πρωί όταν ξύπνησα αναζωογονημένος και έτοιμος για τη μεγάλη μου περιπέτεια. Δεν άργησα να διαπιστώσω ότι το προηγούμενο βράδυ, κάτι φρικιαστικό και τρομερό είχε συμβεί μέσα στην καφετέρια. Τα φρικιαστικά αυτά όντα που μοιάζουν με ανθρώπους η αλλιώς οι καταραμένοι όπως τους ονομάζανε κάνανε επίθεση. Όλα τα άτομα που βρίσκονταν εκεί ήταν νεκρά. Το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν παντού αίμα. Στους τοίχους, στα αναποδογυρισμένα τραπέζια, στα σπασμένα τζάμια, στο πάτωμα. Μισοφαγωμένα πτώματα με τα σπλάχνα τους σκορπισμένα δεξιά και αριστερά. Δεν πίστευα σε αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου και ήθελα αμέσως να ξυπνήσω από το όνειρο. Μάταια όμως… Ήμουν ήδη ξύπνιος και για κάποιο λόγο ήμουν ο μοναδικός ζωντανός.

Ολόκληρο το βράδυ αυτά τα πλάσματα βρίσκονταν δίπλα μου, τρώγοντας τους πάντες και σε εμένα δεν πείραξαν ούτε μια τρίχα! «Γιατί όχι εμένα;» σκέφτηκα γεμάτος απορία.
Κάπως έτσι λοιπόν, με τη ψυχή στο στόμα, ξεκινώ για τη μεγάλη μου περιπέτεια. Αφού εφοδιάστηκα με όλα τα απαραίτητα για το μεγάλο φινάλε, πήρα το δρόμο για το κοιμητήριο με το μοναδικό σκοπό να σπάσω την κατάρα που βαραίνει αυτό το χωριό.

Λίγα μέτρα έξω από το στοιχειωμένο μονοπάτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία ανάμεσα στο χάος. Μέσα στο σκοτεινό δάσος μπορούσε να ακούσει κάποιος μόνο το θρόισμα των φύλλων από τα δέντρα. Ούτε ίχνος από κάποιο ζωντανό που θα μπορούσε να κατοικεί εκεί. Πλησιάζοντας όλο και περισσότερο, παρατήρησα ότι καταραμένοι περιπλανιόνται σαν χαμένοι στο στοιχειωμένο μονοπάτι. Ήταν αδύνατον να το διασχίσω ακόμα και τώρα στο φως της ημέρας. Ο ίδιος τρόμος και φόβος κυριαρχούσε στο κορμί μου.

Κάθισα για να σκεφτώ τι θα μπορεί να υπάρχει που θα το απωθούσαν αυτά τα φρικιαστικά πλάσματα ώστε να μην κινδυνεύσω. Αλλά μετά θυμήθηκα ότι ούτε οι σταυροί, ούτε το σκόρδο έκαναν κάτι, αλλιώς δεν θα έμπαιναν στην καφετέρια. Έτσι ως μοναδική λύση ήταν να περάσω από το σκοτεινό δάσος απαρατήρητος. Μάταια όμως…

Ήταν ήδη εκεί και με είχαν περικυκλώσει. Κάθονταν γύρω από εμένα και με κοιτούσαν ακίνητοι με τα σκουλήκια να μπαινοβγαίνουν στα μάτια και στο στόμα. Πόση φρίκη, Θεέ μου; Χωρίς δεύτερη σκέψη και με το φόβο και τον τρόμο για οδηγό, άρχισα να περπατώ δειλά προς το μονοπάτι έχοντας δίπλα μου αυτούς να μου ανοίγουν το δρόμο και να με κοιτάνε. Δεν είχα ακόμα καταλάβει πως η ώρα της μετάλλαξής μου θα ερχόταν νωρίτερα και πως το σώμα μου είχε αρχίσει να βγάζει μια καινούργια μυρωδιά. Την σαπίλα… Γι’ αυτό δεν είχαν λόγο να μου κάνουν κακό, διότι θα γινόμουν σύντομα ένα με αυτούς.

Φτάνοντας στο χώρο της ταφής κοιτάζω τριγύρω προσεχτικά για την ψυχή της γριάς αλλά δεν είδα οτιδήποτε. Έτσι είχα την άνεση να σκάψω τον τάφο, να καρφώσω τον σταυρό στην καρδιά της και να την κάψω. Το έκανα… Έπρεπε να περιμένω για τη μεγάλη εξέλιξη. Μα όσο περνούσε η ώρα παρατήρησα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν έγινε αυτό που περίμενα. Δεν έσπασε η κατάρα. Εκείνος ο κύριος έκανε ένα μεγάλος λάθος. Την κατάρα δεν την έδωσε η γριά. Οι κάτοικοι μπορεί να μην βρίσκουν τη γαλήνη στο θάνατο αλλά κάποιος άλλος καταράστηκε το χωριό. Κάποιος με μεγάλες δυνάμεις!

Εγώ δεν μπορούσα πια να κάνω κάτι άλλο και το σώμα μου το ένιωθα να υποκύπτει. Παραδόθηκα στην κατάρα και κατέληξα μαζί με τους άλλους, περιπλανώμενος να σκοτώνω μέχρι και τον τελευταίο ζωντανό του χωριού. Γονείς, παιδιά, ολόκληρες οικογένειες μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την πείνα μου. Την πείνα μου για σάρκα και αίμα…

=====================================

Συγγραφή: Καλημέρης Παπαχρήστος.

E-mail: ssppaccee@hotmail.com

=====================================

Το πρώτο μέρος εδώ.

Τρόμου: Οι Καταραμένοι (πρώτο μέρος).


Σε ένα μικρό χωριό της Ελλάδας όπου κατοικούν λιγότεροι από 400 άνθρωποι, δεν επικρατεί η αγάπη μεταξύ τους… Φρέσκο χιόνι έχει πέσει και μερικά παιδιά παίζουν φτιάχνοντας μικρούς και μεγάλους χιονάνθρωπους και κάποια άλλα χιονοπόλεμο. Όλα φαίνονται ωραία και ήρεμα, όμως ένας ξένος μπορεί να διακρίνει τον τρόμο και το φόβο που κρύβεται στα αθώα μάτια αυτών των παιδιών… Ναι, σωστά διαβάσατε. Στο βλέμμα των παιδιών. Και αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

Το όνομα μου είναι Μέρης και πλησιάζω τα 30. Ο δρόμος με έφερε εδώ διότι βρήκα δουλειά ως σιδεράς σε μια μικρή εταιρεία.

Δύο μέρες έφταναν για να καταλάβω τί συμβαίνει. Ξεκινώ με την πρώτη μέρα στη δουλειά. Όταν έφτασα είδα ένα μικρό μαγαζάκι με μια μικρή αυλή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να τη διασχίσεις αφού υπήρχαν σκορπισμένα μικρά και μεγάλα σκουριασμένα σίδερα.

«Καλώς ήρθες» μου είπε το αφεντικό μόλις με είδε και μου έδωσε το χέρι. Μετά ακολούθησαν τα κλασικά, ο καφές και η γνωριμία μας. Δεν μου είπε πολλά για εκείνον. Μόνο ότι ήταν 55 χρονών και χήρος. Πως είχε κουραστεί από τη ζωή και πως ψάχνει κάποιον που να μπορεί να διαχειριστεί το μαγαζάκι. Με πρόσλαβε αμέσως και έφυγε για να ξεκουραστεί. Μπορώ να πω όμως ότι έφυγε λίγο βιαστικά…

Εγώ ξεκίνησα αμέσως δουλειά και το πρώτο που έπρεπε να κάνω ήταν να βάλω το μαγαζί σε μια τάξη. Έτσι φώναξα ένα παλιατζή και του έδωσα όλα τα άχρηστα σίδερα. Μετά άρχισα να μαζεύω τα εργαλεία που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Σχεδόν μου πήρε ολόκληρη τη μέρα για να τελειώσω.

Όσο περνούσε η ώρα, διάφοροι περαστικοί, δεν άντεξαν στην περιέργεια και με ρωτούσαν τι δουλειά έχω εδώ. Μάλιστα, κάποιος ήθελε να καλέσει την αστυνομία επειδή πίστευε πως ήμουν κλέφτης. Δυσκολεύτηκα να τον πείσω ότι ήμουν ο νέος υπεύθυνος του μαγαζιού.

Επιτέλους, ήρθε η ώρα να σχολάσω. Σπίτι, μπάνιο, φαγητό, ξεκούραση. Βγήκα το βράδυ για ποτό ελπίζοντας για νέα γνωριμία… αλλά μάταια… Όταν μπήκα σε μια καφετέρια, ένα άγριο και παγωμένο βλέμμα ένιωσα από παντού. Πρόσεξα ότι όλοι με κοιτούσαν καχύποπτα, με μισό μάτι. Έτσι πήγα στο μπαράκι, πήρα ένα ποτό, τεκίλα συνήθως και κάθισα σε ένα μοναχικό τραπέζι στο πίσω μέρος όπου μπορούσες να δεις τη θάλασσα.

Η ώρα ήταν περίπου 22:36 όταν ξαφνικά είδα πως όλοι όσοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους, έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους. Στην καφετέρια όπου καθόμουν παρατήρησα πως είχαν κρεμασμένα στην πόρτα και στις γωνιές σκόρδα, σταυρούς και διάφορα άλλα αντικείμενα που δεν έδωσα σημασία όμως υπήρξε κάτι που μου τράβηξε την προσοχή. Η μουσική, ναι η μουσική σταμάτησε να παίζει. Ξαφνικά, ακούω μια φωνή να μου λέει «μικρέ έλα πιο μέσα», αλλά και πάλι δεν έδωσα σημασία. Η ώρα πήγε περίπου 23:00 όταν από μακριά ακούγεται μια κραυγή. Έμοιαζε σαν μια γριά με βραχνιασμένη και κάπως αγριεμένη φωνή. Ακουγόταν σαν μια γιαγιά που της είχαν κλέψει το πορτοφόλι και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια.

Αμέσως μετά ακολούθησαν άλλες φωνές πιο χοντρές και θα ορκιζόμουν ότι κάποιος γελούσε. Ήταν λίγο περίεργο το σκηνικό στην καφετέρια. Όλοι κάθονταν και δεν έδιναν απολύτως καμιά σημασία. Εγώ ανάβω ένα τσιγάρο και λέω με τρομαγμένη φωνή πως κάποιος χρειάζεται βοήθεια. Τότε όλοι με κοίταξαν με ένα αδιάφορο βλέμμα και μετά συνέχισαν σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Εγώ σβήνω το τσιγάρο, πίνω μια γουλιά από το ποτό και σηκώνομαι να φύγω να δω τι τρέχει κι αν μπορώ να βοηθήσω. Λίγο πριν φτάσω στην πόρτα με αρπάζει κάποιος από τον ώμο και με σταματάει: «Δεν σου το συνιστώ. Καλύτερα να κάτσεις εδώ που είσαι μέχρι να ξημερώσει.»

«Μα πώς μπορείτε; Μπορεί κάποιος να κινδυνεύει». Τότε κάποιος άλλος «Ο μόνος που θα κινδυνέψει είσαι εσύ». Και αμέσως ανοίγω την πόρτα. Τα ουρλιαχτά γίνονταν όλο και ποιο δυνατά. Ο ίδιος κύριος επιμένει: «Εγώ σε προειδοποίησα πάντως» και φεύγω με την απαίτηση: «Το ποτό να με περιμένει. Θα επιστρέψω.

Έξω είχε αρκετή παγωνιά και τα δρομάκια ήταν σκοτεινά. Το μόνο που φώτιζε ήταν η πανσέληνος που με ένα παράξενο τρόπο έλουζε το σκοτάδι με φως πολύ όμορφα. Και η θάλασσα ήταν τόσο ήρεμη και γαλήνια και η πανσέληνος της έδινε μαγεία. Έβλεπα σχεδόν τα πάντα. Είχα καιρό να δω μια τόση όμορφη βραδιά.

Άρχισα να βαδίζω προς τις φωνές αγωνιώντας και ανατριχιάζοντας επειδή δεν ήξερα τι θα αντίκριζα. Τα πόδια μου και γενικά όλο μου το σώμα τα ένιωθα κομμένα. Είχα χάσει το θάρρος μου. «Εγώ πάντως σε προειδοποίησα». Τι ήθελε να πει πραγματικά με αυτό εκείνος ο κύριος; Συνέχιζα να περπατώ και όσο πλησίαζα τόσο πιο δειλά περπατούσα. Παράλληλα βαθιές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό μου.

Καθώς περπατούσα, κλώτσησα κατά λάθος ένα σίδερο. «Πάρ’ το αμέσως» σκέφτηκα, «μπορεί να σου χρειαστεί». Σε μια διασταύρωση αριστερά προς την παραλία ξεχώριζα πλέον τις φωνές από απόσταση δέκα μέτρων. Ήταν τόσο τρομακτικές! «Ω! Θεέ μου τι συμβαίνει εδώ;» μέσα μου μόνο αυτή η σκέψη πλέον με πλημμύριζε.

Βρισκόταν μπροστά μου! Ονειρεύομαι ή όχι; Ήταν κάτι με ανθρωποειδές σχήμα, λίγο πιο ψηλό από μένα. Από τα μάτια και από το στόμα έβγαιναν σκουλήκια, ενώ στα χέρια υπήρχαν τεράστια μαύρα νύχια και το σώμα ήταν μελανιασμένο όπως ένα πτώμα που είχε αρχίσει η αποσύνθεση του… Και αυτό το πράγμα ήταν μπροστά μου και με κοιτούσε με μανία. Πιο κάτω από αυτό υπήρχαν κι άλλα τα ίδια που ούρλιαζαν και ερχόντουσαν προς το μέρος μου. Αυτά τα ουρλιαχτά! Μου τρυπούσαν τα αυτιά. Δεν μπορούσα να τα ακούω…

«Τι να κάνω;» σκέφτηκα. Μετά φώναξα. Αλλά ποιός να με ακούσει; Είδα το σίδερο που είχα στα χέρια μου. «Τώρα είναι η ώρα» είπα στον εαυτό μου. «Μην το σκέφτεσαι άλλο» άκουσα μέσα μου μια φωνή με συμβουλεύει. Τον χτυπώ στο πρόσωπο αλλά χάνει μόνο την ισορροπία του. Δεν χάνω τη ψυχραιμία μου και τον ξαναχτυπώ. Αυτή τη φορά το πέτυχα και έπεσε κάτω. Αμέσως άρχισα να τρέχω. Δεν ήξερα που θα με έβγαζε ο δρόμος αλλά ήξερα ότι έπρεπε να τρέξω. Από τη βιασύνη μου όμως δεν έβλεπα μπροστά μου αλλά δεν άργησα να καταλάβω ότι ο δρόμος με έβγαλε πίσω στην καφετέρια.

Έντρομος όπως ήμουν παίρνω μια βαθιά ανάσα, μπαίνω μέσα και με μεγάλη μου έκπληξη διαπιστώνω ότι το ποτό μου είναι ακόμα εκεί, στη θέση του και με περιμένει. Κάθομαι στο τραπέζι και με το ζόρι καταφέρνω να ανάψω ένα τσιγάρο αφού τα χέρια μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να συντονίσω το τσιγάρο με τη φωτιά.

=====================================

Συγγραφή: Καλημέρης Παπαχρήστος.

E-mail: ssppaccee@hotmail.com

=====================================

Το δεύτερο μέρος έρχεται σε 1 εβδομάδα.

Τρόμου: Η Έξοδος.


Ανοίγοντας τα μάτια του ο Τζος το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Προσπαθώντας να σηκώσει το κεφάλι του, ένιωσε μια παράξενη μυρωδιά να του καίει την μύτη. Του θύμιζε έντονα θειάφι, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να προσδιορίσει την πηγή της, δεν μπορούσε να δει τίποτα.

Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο πάτωμα εντελώς γυμνός, δίχως όμως να αισθάνεται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Νιώθοντας μια ζαλάδα ανοιγόκλεινε τα μάτια του προσπαθώντας να εξοικειωθεί με το σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε αν ήταν μόνος του.

-ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ; φώναξε με δύναμη.

Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Σηκώθηκε σιγά-σιγά αρχίζοντας να ψηλαφίζει γύρω του τον χώρο. Με τα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Περπατώντας προσεκτικά γύρω-γύρω απέκτησε την αίσθηση ότι βρισκόταν σε ένα τετράγωνο δωμάτιο. Μέσα σ’ αυτό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα! Περιφερόταν σε ένα απόλυτα άδειο δωμάτιο!

-ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ; φώναξε ξανά.

Άλλα το μόνο που ακούστηκε ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.

Ψάχνοντας για κάποια διέξοδο, εντόπισε με την παλάμη του μια εσοχή κατά μήκος του τοίχου. Ακολουθώντας την με τα δάχτυλά του, διέγραψε μια καμπύλη, οδηγώντας το χέρι του μέχρι κάτω στο πάτωμα. Ανεβαίνοντας ξανά προς τα επάνω, αγγίζοντας και με τα δυο του χέρια τον τοίχο, υπολόγισε περίπου το κέντρο της εσοχής. Κινώντας τα γρήγορα δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, έπιασε κάτι που έμοιαζε με χερούλι πόρτας. Πιάνοντάς το σφιχτά το έσπρωξε με δύναμη πάνω κάτω προσπαθώντας να την ανοίξει. Μα ήταν κλειδωμένη.

Αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ότι ενώ το κουνούσε βίαια πάνω κάτω και ενώ τα πάντα γύρω του έμοιαζαν να είναι σιδερένια, δεν ακουγόταν καθόλου θόρυβος. Είχε αίσθηση του τι άγγιζε, αλλά δεν έβγαινε ήχος από αυτά. Για να το εξακριβώσει κλότσησε με δύναμη την πόρτα μπροστά του, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Χτύπησε με τις γροθιές του τον τοίχο, αλλά και πάλι δεν ακούστηκε τίποτα. Η φωνή του όμως, ακούγονταν καθαρά και με αντίλαλο.

Προβληματισμένος γύρισε πάλι πίσω, εκεί που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη.

Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι πήγαινε με το αυτοκίνητό του να συναντήσει έναν άντρα που παρακολουθούσε πολύ καιρό πριν. Είχε πληρωθεί για να τον βγάλει από την μέση, από κάποιον που δεν συμπαθούσε αυτόν τον άνθρωπο ιδιαίτερα.

Αυτή ήταν η δουλειά του. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά. Ένας επαγγελματίας πληρωμένος δολοφόνος. Ήξερε ότι δεν ήταν η ομορφότερη δουλειά τού κόσμου, αλλά τα κέρδη της ήταν τόσο πολλά που, ύστερα από μερικές δουλειές ακόμα, θα μπορούσε να αποσυρθεί εκατομμυριούχος, ζώντας μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή. Και ύστερα από εφτά χρόνια ακαταλόγιστων πράξεων, ο θάνατος αυτού του ανθρώπου, ήταν μία από τις τελευταίες του δουλειές.

Ψυχρός στη μεγαλύτερη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να φέρει εις πέρας όποια αποστολή τού ανέθεταν. Ακόμα και αν αυτές αφορούσαν ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν βλάψει κάποιον. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να απαλλάξει τον πλούσιο πελάτη του από την παρουσία της γυναίκας του, για να μπορεί εκείνος να ζήσει με την νέα του αγάπη. Ούτε το να σκοτώσει μικρά αθώα παιδιά, για να μην έχουν μερίδιο σε κάποια τεράστια κληρονομιά. Αλλά και το αντίθετο. Γυναίκες που εξαφάνιζαν τους συζύγους τους για να κληρονομήσουν αυτές όλη του την περιουσία.

Μία τέτοια ήταν και η τελευταία του αποστολή. Να βγάλει από την μέση έναν πολύ πλούσιο και ισχυρό άντρα, ώστε η άπληστη γυναίκα του να κληρονομήσει την περιουσία του και την δύναμή του.

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, ψυχρός και συναισθηματικά νεκρός. Κάποτε υπήρξε κι αυτός παντρεμένος και οικογενειάρχης. Με την γυναίκα του, την οποία αγαπούσε πάρα πολύ, είχαν αποκτήσει και ένα παιδί, τον Ντίλαν. Κρατώντας μυστική την ζωή που έκανε από την οικογένειά του, ο Τζος πάνω στο ξεκίνημα της καριέρας του έκανε ένα μοιραίο λάθος. Άφησε απροστάτευτη και εκτεθειμένη την οικογένειά του.

Ένα βράδυ που βρίσκονταν και οι τρεις στο σπίτι, ο Τζος είδε κάποιες σκιές να κινούνται περίεργα πίσω από τα παράθυρα. Μα πριν προλάβει να πάρει το όπλο του από εκεί που το είχε κρυμμένο, άκουσε τα παράθυρα να σπάνε εισβάλοντας με τα όπλα στα χέρια έξι κουκουλοφόροι. Ακινητοποιώντας την σύζυγό του και το παιδί του, που έντρομοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε, δύο από αυτούς χτύπησαν τον Τζος στο κεφάλι αφήνοντάς τον αναίσθητο. Όταν συνήλθε, μέσα στην θολούρα του, είδε την οικογένειά του δεμένη και φιμωμένη. Προσπαθώντας να σηκωθεί δέχθηκε μια δυνατή κλοτσιά στα πλευρά που τον καθήλωσε ξανά κάτω.

-Τζος… Τζος… Με απογοήτευσες, άκουσε να του λέει μια βαριά αντρική φωνή.

-Σε περίμενα για ποιο έξυπνο… Όταν κάνεις αυτή την δουλειά, η οικογένεια είναι κάτι απαγορευμένο! Και ξέρεις γιατί; ρώτησε.

Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Τζος, είδε έντρομος τον άντρα που του μιλούσε να πυροβολεί εν ψυχρό την γυναίκα του και το παιδί του στο κεφάλι.

-Για αυτό… άκουσε να απαντά ειρωνικά στην δική του ερώτηση χαμογελώντας ο άντρας.

Νιώθοντας τα αίματα τους να του πιτσιλούν το πρόσωπο, ένιωσε την καρδιά του να σκίζεται στα δύο. Ουρλιάζοντας αγκάλιασε την νεκρή οικογένεια του, κοιτώντας τον με μίσος.

-Μμμμ λατρεύω αυτό το βλέμμα Τζος! Κοίτα να μην το χάσεις ποτέ, γιατί μόνο αυτό θα σε κρατήσει ζωντανό, του είπε με ψυχρότητα στην φωνή ο άντρας.

-Α… και κάτι άλλο… Αν ξαναχώσεις την μύτη σου σε ξένες δουλειές, σου υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα υποφέρεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τώρα… Ελπίζω να έγινα κατανοητός και να παραδειγματιστούν και όλοι οι… συνάδελφοί σου από αυτό που έγινε σήμερα, για να μην τρυπώνουν εκεί που δεν χωράνε!

Και κάνοντας νόημα με το κεφάλι στους υπόλοιπους άντρες της ομάδας του, αποχώρησαν από το σπίτι αφήνοντας τον Τζος μόνο του, αγκαλιά με τα ζεστά ακόμα άψυχα κορμιά της γυναίκας του και του παιδιού του.

Ληστεία μετά φόνου και ξεκλήρισμα οικογένειας έγραψαν την άλλη ημέρα οι εφημερίδες!

Όσο και αν προσπάθησε ο Τζος να μάθει για την οργανωμένη δολοφονία στο σπίτι του, ποτέ δεν κατάφερε να συλλέξει το κάποιο στοιχείο.

Έτσι δίχως καρδιά πλέον, συνέχισε το έργο του, χωρίς να έχει το παραμικρό συναίσθημα. Είχε γίνει και αυτός πια ένα κτήνος, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί τότε. Καλύπτοντας καλύτερα πλέον τα νότα του και αλλάζοντας συνέχεια σπίτια, κατάφερε να γίνει αόρατος στα μάτια των ανταγωνιστών του.

Ο Τζος αφού δεν είχε πλέον τίποτα να χάσει, απέκτησε την καλύτερη φήμη στην πιάτσα, όχι μόνο για την ψυχρή αποτελεσματικότητά του, αλλά και για το ταλέντο που είχε να εμφανίζει πάντα τις δολοφονίες του, είτε ως αυτοκτονίες, είτε ως ατυχήματα. Ποτέ ως τώρα στην καριέρα του, δεν είχε φανερωθεί ο αληθινός τρόπος που πέθαινε το κάθε θύμα του. Και αυτό ήταν κάτι που οι πλούσιοι πελάτες του το εκτιμούσαν ιδιαίτερα πληρώνοντας αδρά. Καθισμένος μέσα στο σκοτάδι, κάτι που είχε συνηθίσει εξ άλλου αφού έτσι παραμόνευε τα θύματά του, σκεφτόταν ποιος μπορεί να του είχε στήσει όλο αυτό το «παιχνίδι». Αν και ήταν πολύ υπομονετικός και ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, τώρα είχε αρχίσει να θυμώνει.

-ΑΝ ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΑΣΤΕΙΟ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΕΔΩ! φώναξε με δύναμη στον αέρα.

-ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΘΑΡΙΣΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ; ούρλιαζε, μα το μόνο που εισέπραττε, ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.

Χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου, νιώθοντάς τον σαν να μην κυλά καθόλου, καθόταν ακίνητος στο σκοτάδι και οργισμένος. Αν και πίστευε ότι είχαν περάσει μέρες που τον κρατούσαν εκεί φυλακισμένο, ωστόσο δεν είχε περάσει παρά μόνο ένα λεπτό από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Και μέσα σε αυτό το λεπτό το μόνο που σκεπτόταν ήταν τι θα έκανε σε αυτόν που τον είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, αν έφευγε βέβαια ποτέ από εκεί μέσα.

Όταν βαρέθηκε να φωνάζει και να βρίζει, σκέφτηκε να χειριστή αλλιώς την κατάσταση. Να δωροδοκήσει τους απαγωγείς του, τάζοντάς τους ακόμα και όλη του την περιουσία. Μα και πάλι δεν λάμβανε καμιά απάντηση.

-Τι θέλετε επιτέλους… Μουρμούρισε νιώθοντας την κούραση να καταβάλει το κορμί του. Δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει ή είχε πιει κάτι, μα παρ’ όλα αυτά δεν πεινούσε, ούτε διψούσε. Μόνο κούραση ένιωθε και εξάντληση, ακόμα και όταν δεν κινιόταν καθόλου.

Όταν πια δεν είχε τι άλλο να κάνει, ο μόνος τρόπος για να μην τρελαθεί, ήταν να απασχολεί συνέχεια το μυαλό του με σκέψεις. Περνούσε ο χρόνος ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, συλλογιζόμενος μέσα στην φυλακή, όπως έβλεπε πια αυτόν τον χώρο, κυριολεκτικά όλη του την ζωή.

Μέχρι που έφτασε και στις τελευταίες του επιλογές, την δουλειά που διάλεξε να κάνει, σκοτώνοντας τόσους αθώους ανθρώπους απλά και μόνο για να ικανοποιήσει άπληστα συμφέροντα.

Τότε άρχισε να καταλαβαίνει τι είχαν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, όταν βρισκόντουσαν και εκείνοι στην δική του απάνθρωπη φυλακή, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να τους εξαφανίσει δίχως να αφήσει ίχνη δολοφονίας πίσω του.

Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο άρχισε να συλλογίζεται, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, την βαρύτητα των πράξεών του. Βλέποντας εφιάλτες κάθε φορά που προσπαθούσε να κοιμηθεί, ξυπνούσε έντρομος έχοντας ακόμα στα αυτιά του τα απεγνωσμένα ουρλιαχτά των θυμάτων του.

Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, ήταν ότι τελικά έκανε λάθος που διάλεξε αυτό το μονοπάτι. Το να σκοτώνει αθώους ανθρώπους για να φτιάξει την δικιά του ζωή, αλλά και για να καλυτερέψει των άλλων, δεν ήταν μια ηθικά σωστή ανθρώπινη επιλογή. Έχοντας για πρώτη φορά στην ζωή του τόσο άπλετο χρόνο στην διάθεση του, μπορούσε πλέον να το αντιληφτεί αυτό.

Και τότε άκουσε ξαφνικά τον πρώτο του ήχο. Ένα σιδερένιο απόκοσμο «κλικ», έφερε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, την πρώτη χλωμή ακτίνα φωτός. Η πόρτα που είχε ανακαλύψει, μόλις είχε ανοίξει από μόνη της.

Read the rest of this entry

Τρόμου: Ο Διάβολος Θα Απελευθερωθεί Και Θα Βασιλέψει.


Γεια σας! Το όνομά μου είναι Δήμητρα και έχω να σας διηγηθώ μια ιστορία που συνέβη πριν 4 χρόνια και πήγαμε όλοι να πάθουμε καρδιακή προσβολή. Τα ονόματα είναι ψεύτικα.

Το περιστατικό συνέβη πριν 4 χρόνια, Στις 13 Απριλίου, στην πόλη όπου μένω. Εκεί ήμασταν πολλά παιδιά όπου είχαμε μια ομάδα εξερεύνησης. 13 Απριλίου όταν κοιτούσαμε μια υπόθεση ξαφνικά το τηλέφωνο κτυπάει. Το σηκώνει η Λιλή και το κλείνει με μια μούρη σαν να τις είπαν ότι η υπόθεση αυτή είναι η τελευταία μας.

Μας λέει η Λιλή: Παιδιά γρήγορα, ήταν μια κυρία που μου είπε «Ελάτε γρήγορα στην τάδε οδό», και άκουσα αμέσως μετά ένα ουρλιαχτό. Εκείνη την στιγμή όλοι χεστήκαμε πάνω μας (συγγνώμη για την έκφραση). Πήγαμε γρήγορα με τα ποδήλατά μας και χωριστήκαμε σε ομάδες των 2. Συνολικά είχαμε χωριστεί σε 12 ομάδες. Όλοι είχαμε συναντηθεί εκτός από μια ομάδα. Τον Σάκη και την Ελισάβετ.

Όλοι ακούσαμε την τσιρίδα της Ελισάβετ!!! Εμφανίζεται ο Σάκης τρέχοντας και μας λέει ΕΛΑΤΕ ΓΡΗΓΟΡΑ!!! Η ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΕΣΑ ΣΕ ΛΙΓΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ!!!

Όλοι παγώσαμε, και τρομάξαμε ακόμα περισσότερο όταν είδαμε να έχει σκιστεί το κάτω μέρος της φόρμας του μέχρι τα γόνατα. Ενώ σκαφτόμασταν όλα αυτά, είχαμε αρχίσει να τρέχουμε μετά από ότι μας είχε πει ο Σάκης. Είδαμε την Ελισάβετ πεσμένη στο έδαφος μη μπορώντας να αναπνεύσει. Ένας από εμάς που είναι ειδικός σε αυτά κατάφερε να την κάνει να αναπνεύσει. Μόλις κατάφερε να αναπνεύσει μας είπε: Αυτός ήταν μια μαύρη σκιά με κατακόκκινα μάτια και μου είπε «θα έρθω ξανά! Να είσαι σίγουρη!», Στα λατινικά!

Τότε ένας άλλος που είναι ιδικός στην μαύρη μαγεία τις είπε: Είσαι σίγουρη; Αυτή του απάντησε καταφατικά και αυτός της είπε αυτό που είδε ήταν ο διάβολος, ο Εωσφόρος, ο Σατανάς, ο Παλαιός των ημερών, ο Όφις πως να σας το πω αλλιώς;

Η Ελισάβετ έμεινε κόκαλο. Δεν είχαμε καταλάβει ότι ο Όφις μας παρακολουθούσε.

Τότε όλοι μας είπαμε δυνατά το πάτερ υμών, όταν ακούσαμε ουρλιαχτά από την γωνία!!! Ακουγόντουσαν βλασφημίες και μια σκοτεινή αύρα περιέβαλε τον χώρο. Όταν ακούστηκε στα Λατινικά: Θα ξαναγυρίσω και θα σας πάρει όλους ο χάρος!!!!!

Τότε ακούστηκε μια φωνή να λέει στα Ελληνικά: «Άφησε τους ήσυχους!!! Επέστρεψε εκεί όπου ανήκεις!!! θα δεις και εσύ και αυτοί τι έχουν να πάθουν όταν βασιλέψω!!!»

Εμείς δεν καταλαβαίναμε τι εννοούσαν όμως αυτός που ήξερε και λατινικά και μαύρη μαγεία άρχισε να ουρλιάζει και να τρέχει!!! Τότε εμείς που ξέραμε ότι ήξερε από μαύρη μαγεία τρομάξαμε!!

Όταν ηρέμησαν τα πάντα μας είπε ότι ο διάβολος θα απελευθερωθεί και θα βασιλέψει σε αυτό τον κόσμο!!! Από τότε δεν ξαναείδαμε ούτε ένα τέτοιο περιστατικό και δεν έχουμε ξαναπεράσει έξω από εκείνο το μέρος!!!

Τα σχόλια δικά σας!!!!

Η ΠΟΛΗ ΕΚΕΙΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΙΤΕΑ ΦΩΚΙΔΑΣ!!!!

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!

===========================

Ευχαριστούμε την φίλη της σελίδας μας για την ιστορία της.

===========================

Τρόμου: Η Γριά Με Το Γαϊδούρι.


Όταν ήμουν μικρός σχεδόν ολόκληρα τα καλοκαίρια τα περνούσαμε με την μητέρα μου και τα αδέρφια μου στο χωριό της μάνας μου. Κλασικό επαρχιακό χωριό της Στεραιάς Ελλάδας, με 50 μόνιμους κατοίκους παπουδογιαγιάδες. Τα καλοκαίρια όμως, πλυμμήριζε με παιδιά κυρίως, που μπάρκαραν οι γονείς στους παπούδες-γιαγιάδες τους.

Το περιστατικό που θα σας διηγηθώ έλαβε χώρα κάπου αρχές 2000, ενώ ήμουν στα τελειώματα του Γυμνασίου. Το χωριό δεν είχε κάτι ιδιαίτερο να μας προσφέρει πέρα από δύο καφενία και μία μεγάλη πλατεία. Η συγκεκριμένη πλατεία ήταν το σημείο μάζωξης και αράγματος. Συγκεκριμένα το μόνο μέρος για συνεύρεση και διασκέδαση. Αράζαμε στην πλατεία από νωρίς το απόγευμα μέχρι το πρωί. Κατά τις 11 το βράδυ που μαζεύονταν σπίτι οι παπουδογιαγιάδες με τα μικρότερα εγγόνια, εμείς μέναμε και αρχίζαμε τα δικά μας. Βέβαια παιδιά ήμαστε, απλά αράζαμε, λέγαμε ιστορίες, πουλούσε μούρη ο ένας στον άλλον, πειράζαμε τα κορίτσια και που και που παίζαμε κάνα παιγνίδι έτσι για χαβαλέ. Κανα κρυφτό και τέτοια.

Ένα βράδυ λοιπόν που παίζαμε κρυφτό, πήγαμε εγώ και άλλα πέντε παιδιά να κρυφτούμε σε ένα σημείο, λίγο έξω από το χωριό, περίπου καμιά τρακοσαριά μέτρα μακρυά από την πλατεία. Το συγκεκριμένο σημείο έχει δύο κλασικές χωριάτικες βρύσες που πάνε οι χωρικοί τα γαιδούρια τους για να πιουν νερό. Οι δυο βρύσες βρίσκονται δίπλα σε ένα μικρό ρέμα με δέντρα και πουρνάρια που δεν μπορείς να διασχίσεις, λόγω των απότομων πλαγιών του και της πυκνής βλάστησης. Στις δυο βρύσες υπάρχει ένα υπόστεγο και γενικά ήταν καλή κρυψώνα και καλή καβάτζα για τσιγάρο. Ενώ καθόμασταν εκεί, ακούσαμε βήματα να έρχονται προς το μέρος μας. Πιστέψαμε πως είχε έρθει  το παιδί που τα φίλαγε και επειδή ήταν σκοτεινά, αντί να αρχίσουμε να τρέχουμε προς την πλατεία όπως ύφισται, εμείς προσπαθήσαμε να καβατζωθούμε στην γωνιά του υπόστεγου και να καλυφθούμε ο ένας πίσω από την πλάτη του άλλου, έτσι ώστε να μην μας δει.

Όμως προς μεγάλη μας έκπληξη, δεν ήταν το παιδί που τα φύλαγε, αλλά μια μαυροντυμένη γριά πάνω σε έναν γάιδαρο, με μαντίλι στο κεφάλι και δεν φαινόταν το πρόσωπό της. Σαν να ήταν ολόκληρη μια σκιά. Πέρασε από μπροστά μας χωρίς να μας δώσει καμία μα καμία σημασία, σαν να μην υπήρχαμε. Ακόμη και το γαιδούρι δεν έδειξε καμία ανησυχία. Εμείς μείναμε αποσβολομένοι. Η γριά συνέχισε την πορεία της και ξαφνικά χώθηκε μέσα στο ρέμα και χάθηκε μέσα στα δέντρα, χωρίς να παρεκλίνει ούτε μια στιγμή. Κανείς δεν μίλησε, θυμάμαι μόνο εμένα να λέω στον ξάδερφό μου ψιθιριστά »τί έπαιξε ρε μαλάκα μόλις τώρα;» και εκείνος μου έκανε χαρακτηριστικά την κίνηση με το δάχτυλο στα χείλη ώστε να μην μιλήσω. Φύγαμε αμέσως σχεδόν τρέχοντας, χωρίς να κοιτάμε πίσω, αμίλητοι και χεσμένοι από τον φόβο μας. Μόλις πλησιάσαμε την πλατεία αρχίσαμε να συζητάμε το γεγονός, όπου το διηγηθήκαμε και στους υπoλοίπους, όπου φυσικά κανείς δεν μας πίστεψε και όλοι μας κορόιδευαν.

Πλέον έχω δύο απορίες. Τί έκανε η γιαγιά με τον γάιδαρο στις 2 το βράδυ, και πως χώθηκε μεσα στο ρέμα; Και η άλλη είναι: Λες η γιαγιά να χέστηκε πιο πολύ από εμάς, όταν είδε κάτι μαύρες σκιές να κινούντε περίεργα σε μια σκοτεινή γωνιά, δίπλα ακριβώς από την ρεματιά, στις 2 το βράδυ;

===============

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για τις πολύ καλές ιστορίες του.

===============

Τρόμου: Το Βραχιόλι.


Γεια, λοιπόν τώρα ώρα για μια ιστορία τρόμου. Το καλοκαίρι είχα πάει στο εξοχικό της θείας μου που μπορώ να πω ότι μένει στην ερημιά. Το μεσημέρι ενώ έκανα μπάνιο στην θάλασσα ο ξάδελφος μου ο Φάνης μου είπε ότι θα μου δώσει 10 ευρώ αν πάω τα μεσάνυχτα στην παραλία. Εγώ του είπα εντάξει μόνο αν πήγαινα με την αδερφή του τη Λήδα. Αυτός βέβαια άρχισε να χασκογελάει σαν χαζοχαρούμενο και μου είπε ότι άμα δεν έρθετε χεσμένα να μου τηλεφωνήσεις.

Το μεσημέρι είχα αρχίσει να φοβάμαι πολύ. Είχα τρομάξει με τα λόγια του Φάνη και σκεφτόμουν τις εξής ερωτήσεις. Γιατί ο Φάνης μας δίνει 10 ευρώ και τι υπάρχει εκεί που θα μας κάνει να φοβηθούμε;  Έφτασε απόγευμα, οι γονείς μας έφυγαν για ποτό και μείναμε μόνο εγώ, η Λήδα και ο Φάνης. Ξεκινήσαμε με την Λήδα να περπατάμε και μετά από ένα τέταρτο φτάσαμε στην παραλία. Πήγα πιο κοντά περίπου ένα εκατοστό από την θάλασσα. Κοίταγα, κοίταγα ώσπου μια φιγούρα ενός κοριτσιού άρχισε να περπατάει προς το μέρος μου.

Άρχισα να ουρλιάζω. Πρέπει να ακούστηκα μέχρι το εξοχικό και ο Φάνης βγήκε από το σπίτι και όρμησε στο αυτοκίνητό του. Άρχισα να τρέχω, αλλά πρόσεξα  ότι το κορίτσι σταμάτησε και άρχισε να κλαίει. Δεν ξέρω πως πήρα το θάρρος και πήγα κοντά της. Πήγα δίπλα της και την ρώτησα γιατί κλαίει και μου λέει ότι όλοι όσοι με βλέπουν φεύγουν μακριά. Της είπα να μην κλαίει αλλά να πάει να το πει στην μητέρα της. Για ευχαρίστηση μου έδωσε ένα βραχιόλι. Εκείνη την στιγμή ο Φάνης βγήκε από το αυτοκίνητο και με ρώτησε τι έπαθα. Εγώ του είπα ψέματα λέγοντας ότι είδα έναν καφέ σκορπιό. Με αγκάλιασε και με πήγε σπίτι.

Και μετά ξέρετε τι έγινε; ΞΥΠΝΗΣΑ. Κρατώντας το βραχιόλι της κοπέλας.

==================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

==================

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 863 other followers

%d bloggers like this: