Category Archives: Τρόμου

Τρόμου: Πείραμα Mε Την Bloody Marry.


Ήταν μια φίλη μου με τον ξάδερφο της. Θα κοιμόταν στο σπίτι της για μια εβδομάδα. Την πρώτη νύχτα, ο ξάδερφος της, της είπε για τον θρύλο της Blood Marry. Ήθελε να κάνουν αυτό το «πείραμα» γιατί δεν το πίστευε και έλεγε πως τα λένε για να τρομάζουν τους ανθρώπους και ειδικά τα παιδιά!

Πήγαν στον καθρέπτη του χολ και τοποθέτησαν από μπροστά του 4 κεριά! Έκαναν όλη την διαδικασία που χρειάζεται για να καλέσουν την Bloody Marry… Είδαν πως δεν είχε γίνει τίποτα. Για αυτό έσβησαν τα κεριά και πήγαν στο σαλόνι! Η φίλη μου είπε στον ξάδερφο της πως πάει λίγο στο μπάνιο! Λοιπόν, πήγε άναψε το φως και μπήκε μέσα! Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη του μπάνιου και είδε πως από πίσω της ήταν μια κοπέλα με μαύρα μαλλιά που κάλυπταν το πρόσωπο της και φορούσε μαύρα ρούχα! Η φίλη μου τρόμαξε και βγήκε από το μπάνιο! Πήγε στο σαλόνι και το είπε αυτό στον ξάδερφο της! Αυτός της είπε ότι ήταν από την φαντασία της και πως δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα! Αυτή τον πίστεψε.

Είχαν ανοίξει την τηλεόραση. Ξάφνου αυτή άρχισε να αλλάζει κανάλια από μόνη της μέχρι που έκλεισε! Την κοίταξαν για λίγα δευτερόλεπτα και είδαν πως στεκόταν από πίσω τους η ίδια κοπέλα που είχε δει η φίλη μου στο μπάνιο! Πήγαν στο δωμάτιο της και κουκουλώθηκαν και οι δύο μέχρι πάνω! Από την κουζίνα ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, σαν να έσπαγε γυαλί! Ο ξάδερφος της φίλης μου, για να δείξει ότι δεν φοβάται, πήγε αυτός για να δει τι γίνεται! Μόλις έφτασε στην κουζίνα, είδε πως τίποτα δεν είχε πειραχτεί! Γύρισε πίσω στο δωμάτιο της φίλης μου και της είπε τι έγινε! Εκείνη τον πίστεψε!

Το βράδυ δεν κοιμήθηκαν από φόβο! Την επόμενη μέρα το πρωί, αφού οι γονείς της φίλης μου έφυγαν πάλι για δουλειά, κατέβηκαν κάτω στο υπόγειο του σπιτιού. Κάτω είχε 5 μεγάλους καθρέπτες! Ο ξάδερφος της φίλης μου πήρε ένα ρόπαλο για ασφάλεια! Κοιτάχτηκε σε έναν καθρέπτη… Είδε την ίδια κοπέλα να στέκεται από πίσω του! Τρόμαξε και έσπασε τον καθρέπτη με το ρόπαλο! Μετά έγινε το ίδιο και με την φίλη μου σε έναν άλλον καθρέπτη! Πήρε ένα σφυρί και τον έσπασε! Το ίδιο έγινε και με τους άλλους τρεις! Τους έσπασαν.

Μετά, ανέβηκαν πάνω πιστεύοντας πως όλα τελείωσαν αφού έσπασαν τους καθρέπτες! Από τις σκάλες του υπόγειου ακούγονταν βήματα! Ανέβαιναν τις σκάλες! Εμφανίστηκε η ίδια κοπέλα που εμφανιζόταν στους καθρέπτες! Πήγαινε προς το μέρος τους! Αυτοί τα έκαναν πάνω τους κυριολεκτικά! Πήραν έναν σταυρό και το κόλλησαν στο μέτωπο της! Αυτή πονούσε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή μέσα στο σαλόνι από τον πόνο! Έπιασε φωτιά και κάηκε! Εξαφανίστηκε πολύ απότομα! Όλα τελείωσαν! Σταμάτησαν! Δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν για αυτό το θέμα!

===========================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

===========================

Ο ξένος


Ο Ξένος Εξώφυλλο


Χρόνια βασανιζόταν ο αδερφός μου με την αγιάτρευτη αρρώστια που του κατέτρωγε τα σωθικά. Κι όμως… έπασχε από την ανίατη ασθένεια της αιώνιας ζωής, που… εγώ του χάρισα. Πολλές ήταν οι φορές που με παρακάλεσε να τον απαλλάξω από το μαρτύριο· κι εγώ… προσπάθησα… Read the rest of this entry

Τρόμου: Παράξενα Φαινόμενα Στο Σπίτι.


Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που ήταν γύρω στα 15 και την έλεγαν Ελένη. Η Ελένη πήγαινε πρώτη Λυκείου και ήταν η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη! Μια μέρα είδε μια παρέα, ένα κορίτσι και δύο αγόρια να την πλησιάζουν. Αυτή τους ρώτησε τι θα ήθελαν και αυτοί της απάντησαν πως ήρθαν γιατί ήθελαν να την γνωρίσουν και να την βάλουν στην παρέα τους! Η παρέα των τριών παιδιών ήταν Δευτέρα Λυκείου. Αυτοί φυσικά δέχτηκε, μιας και δεν είχε κανέναν φίλο σε όλο το σχολείο και έτσι ξεκίνησαν τα μπούρου μπούρου.

Ήρθε η ώρα να σχολάσουν και έτσι ο καθένας πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Η Ελένη, από τότε που μπήκε στην παρέα των τριών αυτών παιδιών, άρχισε να βλέπει κάθε βράδυ ένα πολύ παράξενο όνειρο. Έβλεπε ότι την κυνηγούσε ένας παράξενος άντρας με ένα μαχαίρι και μια μάσκα στο πρόσωπο. Αυτό το όνειρο όμως το έβλεπε μόνο στις 12:00 το βράδυ! Ε λοιπόν, μια νύχτα αποφάσισε να μείνει ξύπνια γιατί φοβόταν πως θα ξανάβλεπε το ίδιο όνειρο.

Πήγε 11:40 όταν ακούστηκε ένας θόρυβος από την κουζίνα. Σαν να έσπαγε γυαλί! Η Ελένη πήγε εκεί τρομαγμένη για να δει αν είχε πέσει τίποτα, αλλά όλα ήταν στην θέση τους! Τέλος πάντων, δεν έδωσε σημασία και πήγε πάλι στον καναπέ για να δει τηλεόραση! Ξαφνικά η τηλεόραση άρχισε να αλλάζει κανάλια από μόνη της! Η Ελένη άρχισε να αγχώνεται και να φοβάται περισσότερο! Πήγε τρέμοντας και την έκλεισε από το κεντρικό κουμπί που βρισκόταν πάνω στην τηλεόραση. Τα φώτα τα άφησε αναμμένα γιατί φοβόταν αρκετά και άρχισε να ανεβαίνει την σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

Όταν η Ελένη έφτασε στην μέση της σκάλας, είδε πως τα φώτα του σαλονιού άρχισαν να αναβοσβήνουν! Άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένη στο δωμάτιο της! Μπήκε μέσα και κλείδωσε την πόρτα! Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και κουκουλώθηκε μέχρι πάνω! Άρχισαν να ακούγονται χτύποι στην πόρτα του δωματίου της και επίσης να ακούει μια βραχνή φωνή να λέει το όνομα της! Η Ελένη κυριολεκτικά τα έκανε πάνω της!

Ξαφνικά η πόρτα έσπασε και μπήκε μέσα μια σκιά γύρο στο 1,5 μέτρο! Η σκιά ήταν λευκή! Πήγε πάνω από την Ελένη και την κοιτούσε με ένα διαπεραστικό βλέμμα! Τότε η Ελένη έβγαλε την εικόνα της Παναγίας που είχε κάτω από το μαξιλάρι της και της την έβαλε στο πρόσωπο! Η σκιά άρχισε να τσιρίζει και είπε στην Ελένη «Η εικόνα αυτή σε έσωσε!» και μέσα σε δεύτερα εξαφανίστηκε! Την επόμενη μέρα που πήγε στο σχολείο δεν είπε τίποτα σε κανέναν όταν ξαφνικά από μια παρέα πολλών ατόμων άκουσε να μιλάν για την παρέα που είχε η Ελένη, και η παρέα ανέφερε πως αυτά τα παιδιά ασχολούνταν με μαύρη μάγια! Τότε κατάλαβε τι ήταν όλα αυτά που είχαν γίνει χθες στο σπίτι της! Από τότε δεν ξαναείδε πότε εκείνο το κορίτσι και τα δύο αγόρια!

=========================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της.

=========================

Τρόμου: Ποτηράκι.


Ήμουνα εγώ μαζί με μία φίλη μου. Είχαμε κανονίσει από την προηγούμενη μέρα να βρεθούμε και να πάμε κατά τις 7:30 το απόγευμα σε ένα εγκαταλελειμμένο ερειπωμένο σπίτι! Είχαμε σχεδιάσει να κάνουμε ποτηράκι ώστε να καλέσουμε κάποιο πνεύμα!

Μπήκαμε στο σπίτι και είδαμε πως είχε πάρα πολύ λίγο φως επειδή ο ήλιος έδυε σιγά σιγά. Μέσα σε ένα δωμάτιο υπήρχε ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι και 2 καρέκλες δίπλα του. Η φίλη μου έβγαλε από την τσάντα της ένα ποτήρι και εγώ έβγαλα από την δική μου τσάντα μερικά χαρτιά, που το κάθε ένα από αυτά είχε ένα διαφορετικό γράμμα.

Πρώτα η φίλη μου προσπάθησε να καλέσει ένα πνεύμα, αλλά δεν τα κατάφερε. Αργότερα προσπάθησα εγώ και τα κατάφερα! Αρχικά του ζητούσαμε να κάνει διάφορα πράγματα, όπως για παράδειγμα να χτυπήσει το χέρι του πάνω στο τραπέζι κ.λ.π. Λίγο αργότερα εγώ το ρωτάω πιο είναι το όνομα του. Με τα χαρτιά μου σχημάτισε το όνομα Λούσιφερ!!!

Εγώ κατουρήθηκα πάνω μου και η φίλη μου χεζόταν από τον φόβο της! Πήγαμε να φύγουμε αλλά οι πόρτες έκλεισαν! Εγώ φορούσα ένα βραχιόλι με έναν σταυρό πάνω του, αλλά κόπηκε! Και η φίλη μου φορούσε ένα βραχιόλι με έναν σταυρό, αλλά και αυτό κόπηκε! Σε κάποια φάση η φίλη μου γύρισε προς τα εμένα και άρχισε να τσιρίζει! Την ρώτησα τι έπαθε και εκείνη μου είπε να μην κοιτάξω πίσω μου. Εγώ από περιέργεια και μόνο γύρισα πίσω μου και είδα έναν ψιλό αδύνατο άντρα ξανθό, με γαλάζια μάτια και μαύρα ρούχα να με κοιτάει. Η φίλη μου και εγώ τσιρίζαμε και είπαμε μαζί ταυτόχρονα «Αυτός είναι ο Λούσιφερ!!».

Τότε αυτός άρχισε να γελά με ένα παράξενο γέλιο! Τότε η φίλη μου με πήρε από το χέρι και με πήγε σε μια πόρτα, βρήκε ένα τσεκούρι κάτω και την έσπασε! Βγήκαμε, αλλά βρεθήκαμε πάλι στο ίδιο δωμάτιο! Ίσα με 7 φορές έγινε αυτό! Τότε ο Λούσιφερ μας είπε «Ή θα παραδοθείτε σε εμένα ή δεν θα βγείτε πότε από εδώ!». Η φίλη μου άρχισε να κλαίει και μου είπε «Αυτό ήταν Τσαμπίκα! Ήρθε το τέλος μας!».

Εγώ την καθησύχασα και της είπα πως θα τα καταφέρουμε! Άρχισα να λέω πρώτη το Πάτερ Ημών και μετά άρχισε και η φίλη μου να το λέει μαζί μου! Τότε ο Λούσιφερ άρχισε να πονάει παντού και να ανοίγουν πληγές σε όλο του το σώμα. Μας έλεγε να σταματήσουμε αλλά εμείς συνεχίσαμε. Μετά από λίγη ώρα εξαφανίστηκε! Όλες οι πόρτες άνοιξαν και εμείς φύγαμε από το σπίτι τρέχοντας και δεν το ξαναπλησιάσαμε πότε, ούτε ανοίξαμε συζήτηση για αυτό το θέμα.

=============================

Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της.

=============================

Αζαζούκ, μέρος έβδομο


Οι υπόλοιπες ώρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Είδα τον ήλιο να διαδέχεται το φεγγάρι δύο φορές κι εγώ στεκόμουν άγρυπνος φρουρός με ένα τσιγάρο στο κιτρινισμένο χέρι και έναν καφέ στο άλλο. Ήμουν στα πρόθυρα της παράνοιας. Επιτέλους το τηλέφωνό μου χτύπησε. Ήταν ο κτηνίατρος.

«Μόλις τελείωσα τη νεκροψία.» μου είπε. «Λυπάμαι που το λέω, αλλά πολύ φοβάμαι πως είχατε δίκιο.» Το τσιγάρο έπεσε από το στόμα μου που κρέμασε στα τελευταία του λόγια. «Ο γάτος σας στραγγαλίστηκε σε σημείο που έσπασε η καρωτίδα και ο αυχένας του.» Read the rest of this entry

Αζαζούκ, Μέρος έκτο.


Μου έδωσαν μία πρόχειρη αλλαξιά και με έβαλαν στο γραφείο του διοικητή.

«Ένα barcode δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο…» μου είχε πει στο αστυνομικό τμήμα. «Σου έκλεψαν τιμαλφή ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα;»

«Δεν ξέρω, αλλά δεν νομίζω να…» προσπάθησα να ολοκληρώσω.

«Πείραξαν εσένα ή κάποιο άλλο πρόσωπο που διαμένει στο διαμέρισμά σου;» με διέκοψε γρήγορα.

«Μένω μόνος…» απάντησα.

«Τότε ποια είναι η καταγγελία σου;»

«Υπάρχει κάποιος μέσα στο διαμέρισμά μου. Και όπως σου είπα και πριν πρέπει να τον έχει βάλει εκείνος ο αντιπαθής κτηματομεσίτης ή ό,τι διάβολο είναι.» Read the rest of this entry

Αζαζούκ, Μέρος Πέμπτο.


Πρέπει να ήταν τέσσερις τα ξημερώματα όταν άκουσα κάτι να σέρνεται έξω από την πόρτα μου. Ο ήχος πλησίαζε ρυθμικά γεμίζοντας τον διάδρομο με άναρθρες ψιθυριστές κραυγές. Υπήρχε κάτι πρωτόγνωρο, σίγουρα άγνωστο, στη φύση αυτών των λαρυγγισμών που προκαλούσε ένα αργόσυρτο ρίγος στη ραχοκοκαλιά μου.

«Μεγαλοδύναμε Θεέ!» ψιθύρισα.

Μια στιγμή αργότερα, ένα χτύπημα ακούστηκε στην εξώπορτα και ένας βαρύς γδούπος στο εσωτερικό της ντουλάπας που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι. Δεν βρήκα το κουράγιο να σηκωθώ. Ίσως το να κρατήσω τα βλέφαρά μου ερμητικά κλειστά ήταν το καλύτερο πράγμα που μπορούσα να κάνω. Read the rest of this entry

Αζαζούκ, Μέρος Τέταρτο.


Ένας θεόρατος βράχος στο πλάι ακούστηκε να βρυχάται. Και δεν ήταν το μόνο. Τα τοιχώματα τραντάχτηκαν και το πάτωμα σείστηκε. Μία υπόγεια δόνηση έκανε τα πέλματά μας να μουδιάσουν καθώς είδαμε τον πέτρινο βωμό στο κέντρο της αίθουσας να υποχωρεί και να βυθίζεται σε μία σκοτεινή άβυσσο που θαρρούσες πως απορροφούσε το λιγοστό φως που έπεφτε μέσα. Ήταν μία μαύρη τρύπα που ανέδυε φρέσκο καπνό. Την πλησιάσαμε δειλά. Έβγαλα μέσα από την τσάντα μου τον φακό έκτακτης ανάγκης και τον άναψα. Φώτισα μέσα και με χαρά είδαμε τα μαρμάρινα σκαλιά ενός υπόγειου θαλάμου. Ένα νέο δωμάτιο είχε αποκαλυφθεί. Τι μας περίμενε εκεί; Δεν θα εγκαταλείπαμε αν δεν το ανακαλύπταμε. Η περιέργεια βλέπεις… Read the rest of this entry

Τρόμου: Το Μαύρο Τριαντάφυλλο.


Κάποτε στην Αθήνα ζούσε ένα κοριτσάκι, περίπου οχτώ ετών. Μια μέρα ενώ το κοριτσάκι έπαιζε στην παιδική χαρά απέναντι από το σπίτι της, είδε έναν μαυροφορεμένο άντρα να κάθετε σε ένα από τα παγκάκια που βρίσκονταν εκεί γύρω. Το κοριτσάκι παραξενεύτηκε γιατί δεν είχε δει τον άντρα να μπαίνει στην παιδική χαρά και ούτε τον είχε παρατηρήσει πριν από πέντε λεπτά που είχε κοιτάξει προς εκείνη την κατεύθυνση.

Μετά από λίγο ο άντρας σηκώθηκε , πλησίασε το κοριτσάκι και αφού γονάτισε μπροστά του, του χαμογέλασε, κοιτάζοντας το με τα καταγάλανα μάτια του. Το κοριτσάκι ανταπέδωσε το χαμόγελο στον άντρα και εκείνος έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του παλτού του ένα κατάμαυρο τριαντάφυλλο.

«Ορίστε», είπε στο κοριτσάκι και του έδωσε το τριαντάφυλλο.

«Σας ευχαριστώ» είπε το κοριτσάκι, «Αλλά γιατί μου το δίνετε αυτό;»

«Είναι ένα δώρο» απάντησε ο άντρας, «Σου αρέσει;»

«Προτιμώ τα κόκκινα» είπε το κοριτσάκι.

«Πολύ καλά λοιπόν, σου υπόσχομαι ότι όποτε έχεις πρόβλημα αυτό το τριαντάφυλλο θα γίνεται κόκκινο»

«Αλήθεια;»

«Φυσικά, αρκεί να το έχεις πάντα πάνω σου»

«Έγινε!», συμφώνησε το κοριτσάκι και ο άντρας έβαλε το λουλούδι στα μαλλιά του κοριτσιού.

Το παιδί χαρούμενο έτρεξε προς το σπίτι του για να δείξει στη μητέρα και την δεκαεξάχρονη αδερφή του το δώρο του ξένου. Όταν κοίταξε πίσω ο άντρας είχε εξαφανιστεί.

Πέρασαν περίπου τρεις μήνες και το κοριτσάκι δεν έβγαζε ποτέ το τριαντάφυλλο από τα μαλλιά του με εξαίρεση τις φορές που έκανε μπάνιο, όπου για να μην το βρέξει το ακουμπούσε δίπλα στο νιπτήρα ώστε να το ξαναφορέσει αμέσως μόλις τελείωνε. Το παράξενο ήταν ότι παρά τον καιρό που είχε περάσει και την έλλειψη νερού, το τριαντάφυλλο δεν μαράθηκε ούτε στο ελάχιστο.

Ένα βράδυ το κοριτσάκι και η αδερφή του καθόντουσαν στον καναπέ του σπιτιού, βλέποντας τηλεόραση και περιμένοντας την μητέρα τους να γυρίσει από την δουλειά. Εκείνο το βράδυ στο σπίτι μπήκαν διαρρήκτες. Μόλις είδαν τα κορίτσια ο ένας από τους δύο έβγαλε ένα σουγιά από το παντελόνι του και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Τα δύο αδέρφια ούρλιαξαν και το μικρό κοριτσάκι έπιασε με το δεξί του χέρι το μαύρο τριαντάφυλλο και αφού έκλεισε τα μάτια το κράτησε όσο πιο σφικτά μπορούσε.

Το κοριτσάκι ξύπνησε στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Στο διπλανό κρεβάτι βρισκόταν η αδερφή του η οποία είχε επίσης αρχίσει να ξυπνά. Εκείνη την στιγμή όρμησε στο δωμάτιο η μητέρα τους, η οποία άρχισε να φυλά τα δύο κορίτσια και να τα ρωτάει αν είναι καλά. Αμέσως μετά στο δωμάτιο μπήκε ένας αστυνομικός, ο οποίος ρώτησε τα κορίτσια για το τί συνέβη. Η μεγάλη αδερφή άρχισε να του αφηγείται την ιστορία, όμως σταμάτησε στο σημείο που ουρλιάζανε, καθώς όπως είπε, δεν θυμόταν τίποτα από όσα συνέβησαν μετά.

Ο αστυνόμος ξαναρώτησε τα κορίτσια για το αν υπήρχε τρίτος διαρρήκτης μα και τα δύο έδωσαν αρνητική απάντηση. Αφού ο αστυνόμος πήρε τις απαντήσεις που ήθελε, ζήτησε από την μητέρα τους να τον ακολουθήσει για λίγο έξω. Όταν απομακρύνθηκαν από το δωμάτιο ο αστυνόμος άρχισε να περιγράφει στην μητέρα την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι, όταν έφτασε η αστυνομία. Της είπε ότι έφτασαν στο σπίτι απαντώντας σε κλήση που έγινε από το κινητό τηλέφωνο της μεγαλύτερης κόρης της. Όταν μπήκαν στο σπίτι βρήκαν τα δύο παιδιά αναίσθητα στον καναπέ. Απέναντι ακριβώς κείτονταν νεκροί οι δύο διαρρήκτες έχοντας τεράστιες πληγές στο λαιμό. Από τις πληγές έτρεχε αίμα, το οποίο κυλούσε στο σώμα τους και κατέληγε σε ένα τριαντάφυλλο το οποίο από μαύρο, όπως φαινόταν να ήταν αρχικά, είχε αποκτήσει ένα σκούρο κόκκινο χρώμα. Οι κάμερες ασφαλείας του σπιτιού είχαν πάψει να λειτουργούν την στιγμή που ακούστηκαν τα ουρλιαχτά των κοριτσιών και έτσι κανείς δεν ξέρει τι έγινε μετά.

Το πρωί μόλις το κοριτσάκι άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να ετοιμάζεται με την βοήθεια της μητέρας του για να φύγει από το νοσοκομείο, μία νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας ένα μικρό ξύλινο κουτί στα χέρια. Το έδωσε στο κοριτσάκι λέγοντας του ότι αυτό το είχε φέρει ένας κύριος για να ευχηθεί καλή ανάρρωση. Όταν το κοριτσάκι άνοιξε το κουτί βρήκε μέσα το μαύρο τριαντάφυλλο και ένα σημείωμα που έγραφε:

«Τήρησα την υπόσχεσή μου»

==============================================

Ευχαριστούμε τον greek Writer για την ιστορία του.

==============================================

Αζαζούκ, Μέρος Τρίτο.


Είχαν περάσει αρκετές ώρες και έξω σίγουρα θα είχε ντάλα ήλιο καθώς μερικές ισχνές ακτίνες μπορούσαν να μπουν στα κλεφτά μέσα στον χώρο. Η θερμοκρασία είχε ανέβει αισθητά αναγκάζοντάς μας να βγάλουμε τα περιττά ρούχα. Όσο κι αν ψάχναμε δεν είχαμε καταφέρει να βρούμε το πέρασμα που φαινόταν στη φωτογραφία που μου είχε δείξει ο συνεργάτης μου. Αν ο θεός της τύχης όμως είναι με το μέρος σου… πολλά μπορούν να συμβούν. Πάνω από τα χαλάσματα της σαρκοφάγου μια δεσμίδα φωτός διαπέρασε την εσωτερική τρύπα του σκαραβαίου πέφτοντας σε ένα επίπεδο στην κάθετη εσωτερική επιφάνεια του δωματίου. Τα μάτια μας καρφώθηκαν σε εκείνο το σημείο. Θα μπορούσε να ήταν κάποιο σημάδι; Όσο κι αν ψάξαμε δεν βρήκαμε κάτι. Δεν φαινόταν τουλάχιστον. Ίσως αυτό το κάτι να βρισκόταν πίσω από την πέτρα και γι’ αυτό δεν το βρήκαν οι τότε ανασκαφείς. Αμέσως έβγαλα τον λοστό και τον κάρφωσα στο άνοιγμα ανάμεσα στις δύο πλάκες. Πήρα τη βαριοπούλα και χτύπησα το σίδερο με όλη μου τη δύναμη. Χώθηκε ακόμη πιο βαθιά μετακινώντας τις πέτρες. Έριξα το βάρος μου στον λοστό αποκολλώντας τις επιφάνειες. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους μετά. Η πλάκα αφαιρέθηκε τελείως και μπροστά μου αποκαλύφθηκε ένας κρυμμένος μοχλός. Τον έπιασα προσπαθώντας να τον κουνήσω. Ήταν κολλημένος. Ο Ντάνι με βοήθησε κι αυτός προσθέτοντας το δικό του βάρος πάνω στο δικό μου. Επιτέλους υποχώρησε παρασέρνοντάς μας κατάχαμα σαν σακιά. Περιμέναμε μήπως γίνει κάτι· δεν ακούσαμε τίποτα… τουλάχιστον όχι αμέσως. Λίγα λεπτά αργότερα κατέφτασε ο αντίλαλος ενός ογκώδες αντικειμένου που αποκολλούνταν κι έπεφτε. Ο κρότος μας έκανε να καταλάβουμε πως κάπου είχε συγκρουστεί. Για μια στιγμή φοβηθήκαμε μήπως είχαμε ενεργοποιήσει κάποιον μηχανισμό που θα κατέστρεφε εξολοκλήρου την πυραμίδα. Τους φόβους μας ενίσχυσε ο ήχος από γρανάζια που άρχισαν να ακούγονται σαν ξεκούρδιστο ρολόι που χτυπάει ετεροχρονισμένα. Το άνοιγμα από το οποίο είχαμε μπει έκλεισε από μια βαριά πέτρινη πόρτα που κάλυψε το άνοιγμα. Πάνω που ετοιμαζόμασταν να τρέξουμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε ακόμη και στην τεχνητή έξοδο που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι, η μοίρα μας αντάμειψε αποκαλύπτοντάς μας το μυστικό άνοιγμα που αγνοούσαμε στην αρχή. Ήταν εκεί, καμουφλαρισμένο από την αρχή. Read the rest of this entry

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.016 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: