Τρόμου: Στο σχολείο.


Θυμάμαι ήμουν 17 χρονών από τότε που έγινε εκείνο το σοβαρό ατύχημα στο λύκειο που πήγαινα. Ήμουν σε επαγγελματικό λύκειο στο τμήμα των οδοντοτεχνιτών. Η Μαίρη έκατσε να γυαλίσει την οδοντοστοιχία της στον μεγάλο τροχό χωρίς να μαζέψει τα μαλλιά της. Ο τροχός της τράβηξε τα μαλλιά και της άνοιξε το κεφάλι. Ένα ατύχημα δευτερολέπτων… Κανείς μας δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα…

Μετά από αυτό, το σχολείο έκλεισε οπότε αναγκάστηκα να πάω σε άλλο επαγγελματικό λύκειο. Εκεί γνώρισα την Αθηνά, που μέχρι σήμερα είμαστε φίλες. Όταν αποφοιτήσαμε της είπα για το ατύχημα στο πλέον εγκαταλελειμμένο σχολείο. Είχαμε ακούσει αργότερα φήμες πως στην αίθουσα της οδοντοτεχνικής υπήρχε παραφυσική δραστηριότητα. Ίσως για αυτό έκλεισαν το σχολείο…

Με την Αθηνά πήραμε το θάρρος και την απόφαση να εξερευνήσουμε την αίθουσα του σχολείου. Τέλη Ιουνίου μπήκαμε στο κτήριο κρυφά, φυσικά όσο ήταν μέρα ακόμα. Είδα τις παλιές μου κατασκευές και ήθελα να τις δω. Μας αποπήρε η ώρα με τις κατασκευές, που άρχισε να νυχτώνει.

Έπρεπε όμως να μάθουμε τι γίνεται μέσα στην αίθουσα και να δούμε αν οι φήμες ήταν αληθινές! Δεν πήραμε φακούς όμως, για καλή μας τύχη, λειτουργούσε ακόμα ο ηλεκτρισμός! Υπήρχαν ακόμα τα αίματα από το κεφάλι της Μαίρης πάνω στον τροχό… Στο πάτωμα βρέθηκε η σπασμένη οδοντοστοιχία της…

Έσπασε; Πως γίνεται αυτό; Αφού η κοπέλα δεν πρόλαβε να την πιάσει στα χέρια της και να την γυαλίσει! Και κανείς άλλος δεν την είχε ρίξει! Πριν προλάβω να την μαζέψω από κάτω, με φωνάζει η Αθηνά λέγοντας ότι, έξω σε ένα παγκάκι της αυλής, κάθεται μια κοπέλα.

Πήγα κι εγώ στο παράθυρο δίπλα της να την δω, όμως δεν μπορούσα να την δω καθαρά! Το αγνόησα και πήγα να μαζέψω την σπασμένη οδοντοστοιχία. Ύστερα από λίγα λεπτά ησυχίας η Αθηνά τσίριξε λέγοντας τρομαγμένη πως είδε έξω από το παράθυρο μια μαυροφορεμένη κοπέλα με το μισό κεφάλι φαλακρό και όλο της το πρόσωπο γεμάτο αίματα!

Την φώναξα να φύγουμε γιατί ότι και να ήταν εδώ μάλλον δεν μας ήθελε! Η πόρτα όμως ήταν κλειδωμένη, και το χειρότερο ήταν πως δεν την είχαμε κλειδώσει εμείς! Η Αθήνα πήρε ένα σίδερο από την έδρα και άρχισε να χτυπάει το παράθυρο μήπως και καταφέρει να το σπάσει ώστε να μπορέσουμε να φύγουμε.

Ήμουν δίπλα της γιατί φοβόμουν να μείνω έστω και για λίγο μόνη μου ή να μείνει η Αθηνά μόνη της. Ακούστηκε ένα κλάμα από μέσα! Δεν ήταν ούτε η Αθηνά, ούτε εγώ! Τότε ποιος ήταν; Από το πουθενά εμφανίστηκε η ίδια κοπέλα μπροστά στον τροχό κλαίγοντας! Σίγουρα ήταν η Μαίρη…

Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν και η κοπέλα γύρισε προς το μέρος μας! Όντως το μισό κεφάλι της ήταν φαλακρό και ήταν μέσα στα αίματα… Της έλειπαν τα μαλλιά που της είχε τραβήξει ο τροχός… Ερχόταν πριν το μέρος μας κουτσαίνοντας γεμάτη θυμό και κόκκινα μάτια!

Πήρα το σίδερο από την Αθηνά γεμάτη πανικό και άρχισα να χτυπάω το τζάμι με όλη μου τη δύναμη! Πλέον ήταν η μόνη μας διέξοδος! Ο τροχός άρχισε να δουλεύει κάνοντας έναν ανατριχιαστικό και απόκοσμο θόρυβο και, ο πλέον δαίμονας και όχι κοπέλα, ερχόταν προς το μέρος μου!

Γεμάτη πανικό κατάφερα να σπάσω το παράθυρο! Τράβηξα την Αθηνά απ’ το χέρι για να βγει μαζί μου. Η λάμπα της αίθουσας έσπασε, και τα φώτα της αυλής δεν λειτουργούσαν! Σαν να έριξε κάποιος την ασφάλεια του ηλεκτρισμού!

Τρέξαμε στα τυφλά ψάχνοντας για την έξοδο όσο ο δαίμονας μας κυνηγούσε και γελούσε σατανικά με ένα τρομαχτικό και μη ανθρώπινο γέλιο! Κατάφερε να πιάσει τα μαλλιά της Αθηνάς τραβώντας το κεφάλι της προς τα πίσω! Λίγο ακόμα και θα της έσπαγε τον λαιμό όταν για καλή μας τύχη περνούσαν 2 παιδιά έξω από την είσοδο του σχολείου!

Μόλις έριξαν το φως από τους φακούς των κινητών τους πάνω μας, ο δαίμονας άφησε τα μαλλιά της Αθηνάς και εξαφανίστηκε. Βγήκαμε χάρη σε αυτούς τους 2 και πήγα την Αθηνά στο νοσοκομείο να την εξετάσουν για τυχόν τραυματισμούς. Ευτυχώς δεν είχε τίποτα…

Έμεινα μαζί της εκείνο το βράδυ. Στο σχολείο δεν ξαναπήγαμε ποτέ μετά από αυτή την τρομαχτική εμπειρία. Η κοπέλα που είδαμε εκεί ήταν σίγουρα η Μαίρη… Ίσως να έμεινε εκεί γιατί έχασε άδικα την ζωή της και ίσως να μας επιτέθηκε επειδή την ενοχλήσαμε…

Μερικές μέρες μετά πήγα να αφήσω ένα λουλούδι στο μνήμα της και να ζητήσω συγνώμη που την ενοχλήσαμε. Ελπίζω η ψυχή της να βρει την γαλήνη και να αναπαυθεί…

/* Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της */

Φαντάσματα: Το σκοτεινό Aldgate


Ταξίδευα με το αεροπλάνο με προορισμό το Λονδίνο.

Είναι η πρώτη φορά που ταξιδεύω εκτός Ελλάδος και άρπαξα την ευκαιρία για μεταπτυχιακό σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στην Ελλάδα και τα γνωστά προβλήματα φτώχεια, κρίση, ανεργία και αβέβαιο μέλλον με ανάγκασαν να κάνω την υπέρβαση και να ψαχτώ στο εξωτερικό.

Και έτσι ένα πτυχίο στο βιογραφικό μου από το πανεπιστήμιο από την πρωτεύουσα της Βρετανίας θα μου άνοιγε κάποιες πόρτες στο μέλλον.

Και επειδή τα δίδακτρα και τα ενοίκια ήταν πανάκριβα γιατί το Λονδίνο είναι από τις ποιο ακριβές πρωτεύουσες του κόσμου και η οικογένεια μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει αρκετά και έπρεπε να δουλέψω.

Όταν κατέβηκα στο αχανές αεροδρόμιο του Heathrow πήρα το μέτρο και σύμφωνα με τις οδηγίες βρέθηκα στο πανεπιστήμιο και στις εστίες.

Το πανεπιστήμιο ήταν ένα επιβλητικό κτήριο Βικτωριανού στιλ και φάνταζε σαν στοιχειωμένος πύργος μέσα στο συννεφιασμένο ουρανό και έμοιαζε πολλών αιώνων. Στην είσοδο υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε έτος ιδρύσεως 1890.

«αλήθεια πόσοι φοιτητές να πέρασαν από εδώ; τι αγωνίες; τι ξενύχτια; τι διάβασμα;» αναρωτήθηκα σχεδόν φωναχτά.

Οι πρώτες μέρες ήταν σκέτη φρίκη στις εστίες και στα μαθήματα. Δεν καταλάβαινα τίποτα, τα αγγλικά ήταν ακαδημαϊκού επίπεδου και στις εστίες κάθε μέρα φασαρία ήταν πανάκριβες με ένα μικρό κρεβάτι σαν καμπίνα πλοίου και αποφάσισα να βρω δουλειά αλλά και ένα οικονομικό δωμάτιο.

Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ψάξω για δουλειά για να καλύπτω τα έξοδα μού και να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου.

Και βρήκα δουλειά σε ένα κλαμπ στην Old Street. Μάζευα τα μπουκάλια και τα ποτήρια από τα τραπέζια, πέταγα σκουπίδια και καθάριζα τις τουαλέτες και Παρασκευή και Σάββατο δούλευα και στη γκαρνταρόμπα, Τα λεφτά ήταν λίγα μα δεν είχα άλλη επιλογή.

Αμέσως μετά άρχισα το ψάξιμο για ένα σπίτι έστω ένα δωμάτιο κάπου που να είχα την ησυχία μου. Να μπορώ να διαβάσω και να ξεκουραστώ.

Και έτσι μια μέρα βρήκα μια αγγελία για συγκατοίκηση με λογική τιμή στην περιοχή του Aldgate.

Δεν έχασα ευκαιρία γιατί ήταν κοντά στη στάση του μετρό Aldgate και με βόλευε μπορούσα να μετακινηθώ εύκολα στο πανεπιστήμιο και το βράδυ να πάω στο κλαμπ για δουλειά. Χωρίς περιττά έξοδα.

Και πήρα τηλέφωνο.

Μου απάντησε ένας νεαρός με καθαρή Λονδρέζικη προφορά και μου είπε πως θα με περίμενε το απόγευμα να δω το σπίτι.

Το σπίτι ήταν ένα μικρό διώροφο με τρία δωμάτια και κοινή κουζίνα και κοινό μπάνιο, εκεί γνώρισα τον Andrew ένα νεαρό αγόρι από την Αγγλία κοντά στην ηλικία μου που σπούδαζε και εργαζόταν και αυτός και μια κοπέλα τη Zuzanna από τη Πολωνία που νοίκιαζε και αυτή ένα δωμάτιο.

Αμέσως μου έδωσαν τους κανόνες όλοι μαζί κάνουμε καθαρισμούς στους κοινούς χώρους, δεν αφήνουμε άπλυτα πιάτα δεν καπνίζουμε στους κοινόχρηστους χώρους, τα παπούτσια τα αφήνουμε στην είσοδο και πρόκειται να έρθει κάποιο φιλοξενούμενος ενημερώνουμε τους συγκατοίκους εγκαίρως.

Μου έδωσαν ένα μικρό αλλά πολύ συμπαθητικό δωμάτιο ένα κρεβάτι μια ντουλάπα και ένα παράθυρο που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο.

Το μοναδικό μείον ήταν πως το μέτρο περνούσε πολύ κοντά από το σπίτι και ένιωθες λες και ταρακουνάει τον τοίχο του δωματίου μου. Αλλά αυτό θα το συνήθιζα κάποια στιγμή. Και η καινούρια μου ζωή μόλις ξεκίνησε σε μια ξένη χώρα.

Εκείνο το Σαββατόβραδο έβρεχε από νωρίς το κλαμπ ήταν γεμάτο και η κούραση απερίγραπτη. Στο καινούργιο μου δωμάτιο πέρναγε από πολύ κοντά το μέτρο και φάνταζε σαν να ταρακουνάει τον τοίχο μου με αποτέλεσμα να ξυπνήσω πολύ πρωί εκείνη την ημέρα και ας δούλευα όλη τη νύχτα.

Κατά τις 03:30 πέρασε η Zuzanna από το κλαμπ, για ένα ποτό.

Της χαμογέλασα και της κέρασα δύο ποτά.

-Χάλια φαίνεσαι. Μου είπε χαμογελώντας.

-Τι να κάνω τη παλεύω απάντησα.

Ήξερα για την ζωή της, πως στη Πολωνία δεν γνώρισε ποτέ πατέρα μάνα αλκοολική και πως έφυγε για να ζήσει κάπου μακριά από όλους και από όλα. Δούλευε σε ένα μαγαζί που σέρβιρε Street food. Και βρήκε το δωμάτιο στο ίδιο σπίτι με εμένα έστω και προσωρινά. Ήταν ένα κορίτσι όμορφο φιλικό, χωρίς ηθικούς φραγμούς και μπορούσε να λείπει από το σπίτι μια βδομάδα χωρίς να δώσει λογαριασμό.

-Θα σε περιμένω να σχολιάσεις να φύγουμε μαζί. Μου είπε παιχνιδιάρικα.

Θα έφευγα από το κλαμπ με ένα πολύ όμορφο κορίτσι!!!! Αυτό μου ανέβαζε πολύ τις μετοχές μου!!!!!

Τι διάολο στην Αγγλία ζούσα τη χώρα των ελευθεριών και των γνωριμιών ήδη είχα φύγει με αρκετά κορίτσια από το κλαμπ που έκαναν διανυκτέρευση στο δωμάτιο μου. Αλλά βέβαια είχα φάει και αρκετές απορρίψεις. Με τη Zuzanna είχαμε ανταλλάξει μερικά καυτά φιλιά αλλά δεν έγινε τίποτα παραπάνω γιατί ήμουν στη λίστα των φίλων της.

φύγαμε αμέσως στο δρόμο με κράταγε από μπράτσο.

-Έχω σκοπό να συνεχίσω σε άλλο club θέλεις να έρθεις; μου είπε.

Ήδη ήμουν πολύ κουρασμένος και το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω ένα μπάνιο και να ξαπλώσω.

Της απολογήθηκα και της υποσχέθηκα ότι στο ρεπό μου θα πηγαίναμε για φαγητό και ποτό. Η βροχή δυνάμωνε και τις είπα να πάμε σπίτι και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί. Αλλά αρνήθηκε να έρθει.

Και γύρισα σπίτι μόνος, έκανα ένα μπάνιο και κοιμήθηκα αμέσως.

Κάποια στιγμή εκεί που κοιμόμουν άνοιξα τα μάτια μου και είδα μια σκοτεινή φιγούρα στη πόρτα. Στην αρχή νόμισα πως ήταν τα ρούχα που κρέμονται στη κρεμάστρα της πόρτας αλλά δεν ήταν, ήταν μια ηλικιωμένη με ανακατεμένα μαλλιά και κρατούσε μπαστούνι. Με πλησίασε και είδα πως δεν είχε μάτια και στη θέση τους υπήρχαν δύο μαύρες τρύπες.

-Φύγε. Μου είπε με απόκοσμη φωνή.

-Φύγε, επανέλαβε με οργή.

Προσπάθησα να φωνάξω βοήθεια.

-Βοηθ. Βγήκε ξεψυχισμένα σαν ψίθυρος.

-Βοηθ. Επανέλαβα.

Δεν περπάταγε αιωρούνταν στον αέρα.

Και με πλησίασε.

Τότε ακούστηκε ο τοίχος να τρέμει περνούσε το μέτρο του Aldgate δίπλα από το σπίτι και το φάντασμα της ηλικιωμένης χάθηκε.

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, είχα παραλύσει από τον φόβο μου.

Κάπου είχα διαβάσει για την υπνική παράλυση που κατά παράδοση λεγόταν Μόρα. Αλλά η Μόρα δεν σου πιάνει συζήτηση. Και γιατί μου είπε να φύγω;

Ίσος την είδα στον ύπνο μου σκέφτηκα λόγω μεγάλης κούρασης. Και προσπάθησα να κοιμηθώ. Αλλά μάταια.

Το πρωί σηκώθηκα κακόκεφος, ετοίμασα ένα καφέ φίλτρου, άλλη μία φορά με έπιασε νοσταλγία για την Ελλάδα. Τώρα στην άνοιξη θα μύριζε υπέροχα η φύση, παρέα με φίλους τα ηλιόλουστα Κυριακάτικα πρωινά και Ελληνικό μυρωδάτο καφέ.

Αλλά η φαντασίωση μου σταμάτησε όταν μπήκε ο Andrew στη κουζίνα.

-Κακόκεφος φαίνεσαι. Μου είπε.

-Είμαι κουρασμένος. Του απάντησα.

-Εχθές ήρθε η Zuzanna από το κλαμπ και φύγαμε μαζί, Μήπως ξύπνησε; ρώτησα.

-Της χτύπησα τη πόρτα του δωματίου της το πρωί αλλά δεν απάντησε. Μήπως κοιμάται ακόμα. Συνέχισε ο Andrew.

Ήταν Κυριακή και για Λονδίνο είχε πολύ καλό καιρό και αποφάσισα να βγω για τρέξιμο, το τρέξιμο πάντα με ηρεμούσε, μου καθάριζε το μυαλό, έβαλα τα αθλητικά μου ακουστικά στα αυτιά και αφέθηκα στη μουσική.

Έξω από το σταθμό του Aldgate είδα πολύ κόσμο για Κυριακή, αστυνομία ασθενοφόρο και πλήθος κόσμου, κάποια στιγμή πλησίασα.

-Τι συμβαίνει; ρώτησα.

-Ένας security και μια κοπέλα βρέθηκαν νεκροί. Μου είπε ένας άλλος security.

-Ατύχημα; συνέχισα.

-Κανείς δεν ξέρει, η αστυνομία δεν είπε τίποτα ακόμα. Μου είπε.

-Κρίμα τα παιδιά. Σκέφτηκα.

Και συνέχισα το τρέξιμο. Στο μυαλό μου γύρναγε το τρομακτικό πρόσωπο της ηλικιωμένης που είχα δει το προηγούμενο βράδυ.

Εκεί που έτρεχα χτύπησε το τηλέφωνο μου. Κοίταξα και είδα το νούμερο της Zuzanna.

Το σήκωσα.

-Zuzanna που είσαι; φώναξα.

Το σήμα δεν ακούγονταν καλά.

Άκουσα τη Zuzanna να μου λέει, κλαίγοντας και με τρεμάμενη φωνή.

-Βοήθεια, βοήθεια, δεν ξέρω που είμαι. Βοήθεια, συγνώμη για όλα.

Τα παράσιτα δυνάμωναν.

Που είσαι Zuzanna; ρώτησα με αγωνία.

Το σήμα χάνονταν. Δεν ακουγόταν καθαρά.

-Που είσαι; ξανά ρώτησα με ποιο πολύ αγωνία αυτή τη φορά.

-Δεν ξέρω, βοήθεια, βοήθεια, συγνώμη για όλα. Είπε κλαίγοντας.

Και τότε ακούστηκε.

-Next station Aldgate. Και όλα χάθηκαν.

Κοίταξα το νούμερο που με κάλεσε, ήταν της Zuzanna, την ξανά κάλεσα πίσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Πήγα στο σταθμό του Aldgate, μήπως και βγει, αλλά δεν βγήκε η Zuzanna ποτέ από εκεί.

Περπάταγα σκεφτικός.

-Τι στο διάολο γίνεται εδώ πέρα; Είπα δυνατά. Η διάθεση μου έγινε χειρότερη. Αλλά έπρεπε να βρω λύσεις και θα τις έβρισκα, το είχα πάρει πολύ θερμά το θέμα.

Γύρισα στο σπίτι, έκανα ένα ντουζ. Ήθελα να συγκεντρώσω το μυαλό μου.

Το χτύπημα της πόρτας μου χάλασε την ηρεμία μου.

-Ποιος είναι; ρώτησα.

-Αστυνομία, μου απάντησαν.

“Τι δουλειά έχει εδώ η Αστυνομία;” σκέφτηκα

Άνοιξα την πόρτα, ήταν δύο αστυνομικοί ένας άνδρας και μια κοπέλα.

Ήταν σαν να μην ήξεραν πως να ξεκινήσει η κουβέντα.

Το λόγο τον πήρε η κοπέλα αστυνομικός, θα θέλαμε να μας ακολουθήσετε εσείς και ο συγκάτοικος σας. Θα θέλαμε την βοήθεια σας Μου είπε κάπως αμήχανα.

-Ο συγκάτοικος μου δεν είναι εδώ. Της είπα καχύποπτα.

-Τότε ακολουθήστε μας εσείς. Μου είπε.

Και μπήκα στο περιπολικό που ήταν έξω από το σπίτι.

Πήγαμε σε μια αίθουσα νεκροτομείου. Στο κεντρικό Λονδίνο, από πάνω μια λάμπα φθορίου βούιζε ενοχλητικά.

Και η μυρωδιά από το χλώριο με ανακάτευε.

Τότε εμφανίστηκαν άλλο ένα ζευγάρι αστυνομικών με πολιτικά ρούχα.

Ένας άνδρας γύρω στα πενήντα με το όνομα Sam Devon με μια γυναίκα γύρω στα τριάντα πέντε με το όνομα Donna Jemer και μου συστήθηκαν ως επιθεωρητές.

Καμία σχέση με αυτούς που βλέπουμε τις ταινίες τους σκληροτράχηλους άνδρες και τις σούπερ γκόμενες επιθεωρητές που μπορούν να σε σκοτώσουν με έναν συνδετήρα.

Φαίνονταν περισσότερο κουρασμένοι και ξενερωμένοι που έχασαν το ρεπό τους.

Ο Sam Devon έμοιαζε με το χαρακτηριστικό Άγγλο που βλέπουμε στα Αγγλικά γήπεδα άνω των σαρανταπέντε με κοιλίτσα και φαλακρίτσα, μόνο το hot dog και η μπύρα του έλειπαν. και η Donna Jemer έμοιαζε περισσότερο με τη Miss Marple των διηγημάτων της Agatha Christy.

Τον λόγο τον πήρε ο επιθεώρησης Sam.

-Θα ακούσατε για τον θάνατό δύο νεαρών ατόμων στο στο σταθμό του Aldgate.

-Ναι σήμερα το πρωί. Αλλά εγώ τη σχέση έχω; απάντησα με απορία.

-Το ένα από τα δύο θύματα έμενε σπίτι σας.

Και θέλουμε τη βοήθεια σας. Είπε ψυχρά.

-Σπίτι μού μένει; είπα με απορία και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πολύ δυνατά η παλάμες μου ίδρωσαν.

-Ναι, οπότε εάν νιώσετε άσχημα η δυσφορία θα σας βγάλουμε από το χώρο.

Και μπήκα στο θάλαμο μέσα.

Τα δύο σώματα ήταν τυλιγμένα με σεντόνια.

Άνοιξαν σεντόνι το ένα.

Ήταν το σώμα της Zuzanna, το όμορφο νεανικό πρόσωπο της είχε παραμορφωθεί.

Τα δάκρυα μου άρχισαν να τρέχουν και το στομάχι μου έβγαλε ότι είχα φάει.

– ZUZANNA, φώναξα με απόγνωση. Και τα πάντα σκοτείνιασαν.

Όταν συνήλθα με οδήγησαν στο τμήμα ανθρωποκτονιών.

Το πρώτο πράγμα που τους είπα, για την κλήση που δέχθηκα από τη Zuzanna που ζητούσε βοήθεια.

Η επιθεωρητής Donna με κοίταξε.

-Για ξανά πάρε τηλέφωνο. Μου είπε.

Προσπάθησα αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Όπως και η κλήση από το ιστορικό των κλήσεων του τηλεφώνου μου είχε εξαφανιστεί κατά κάποιο τρόπο.

Με έπιασε πανικός και ένιωθα τον εμετό να μου ξανά έρχεται.

Το σοκ ήταν πολύ μεγάλο.

Και ξεκίνησε ένας καταρράκτης ερωτήσεων από τους επιθεωρητές.

Τι έκανα στο Λονδίνο; που σπούδαζα; τι δουλειά έκανα; ποτέ γνώρισα την Zuzanna; τον Andrew; το βράδυ που φύγαμε μαζί εάν μου είπε τίποτα; εάν την απειλούσε κάποιος; εάν είχα σχέση μαζί της; που ήμουν τα ξημερώματα;

Αφού απάντησα σε ότι με ρώτησαν. Και σιγουρευτήκαν ότι έλεγα αλήθεια.

Τους είπα.

-Εσείς ποιες είναι η σκέψεις σας. Ρώτησα.

Τον λόγο τον πήρε η επιθεωρητής Donna.

-Ο φόνος έγινε γύρω στις 05:30 τα ξημερώματα. Στο αίμα της βρέθηκε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ναρκωτικών. Και στις κάμερες του σταθμού δεν φαίνεται ποιος το έκανε αλλά κάποιος έσπρωξε τον security μέσα στις γραμμές. Η Zuzanna βρέθηκε νεκρή με μαχαίρι.

Γύρισα στο σπίτι, το στομάχι μου ακόμα ανακατευόταν δεν το πίστευα αυτό που ζούσα. Έκατσα να χαλαρώσω λίγο.

Άνοιξα το laptop, ήθελα να ξεχαστώ. Έβαλα μουσική και άρχισα να κοιτάω τα νέα του Aldgate. Αυτό που είδα με έκανε να γουρλώσω τα μάτια μου.

«Το φάντασμα του Aldgate ξανά χτύπησε».

Έγραφε ο τίτλος και το ρεπορτάζ μιλούσε για το φόνο των δύο νέων ανθρώπων. Η λάτρεις του Creepypast μιλούσαν για το φάντασμα που τριγυρνάει στο Aldgate και δολοφονεί ανυποψίαστους περαστικούς. Τότε θυμήθηκα το φάντασμα της ηλικιωμένης και πετάχτηκα από τη καρέκλα.

Πήρα τον Andrew στο τηλέφωνο ήθελα να μιλήσω σε κάποιον ,έτρεμα ήθελα να φύγω να γυρίσω Ελλάδα. Στο διάολο και οι σπουδές στο διάολο και τα φαντάσματα.

Απάντησε αμέσως.

– Andrew, η Zuzanna πέθανε γαμώτο, πέθανε. Είπα έντονα.

-Περίμενε, έρχομαι, σπίτι. Μου απάντησε αγχωμένα.

-Andrew, έχεις ακούσει για το φάντασμα του Aldgate; πιστεύω ότι αυτό τη δολοφόνησε. Μου εμφανίστηκε και εμένα κινδυνεύω.

-Έρχομαι αμέσως, επανέλαβε. Ο Andrew.

Έκλεισα το τηλέφωνο ή καρδιά μου χτυπούσε δυνατά ο ιδρώτας έτρεχε.

Και τότε την είδα.

Η ηλικιωμένη με τα σκελετωμένα χέρια με έδειχνε. Οι μαύρες τρύπες που είχε για ματιά με κοίταγαν με μίσος.

-Σου είπα να φύγεις, είπε με οργή.

Εγώ έπεσα πίσω, στο πάτωμα.

-Γιατί σκότωσες τη Zuzanna; τι σου έκανε ηταν τόσο αθώα, επανέλαβα, τα δάκρυα μου έτρεχαν από οργή.

-Φύγε τώρα, επανέλαβε η ηλικιωμένη.

-Θα με σκοτώσεις και εμένα; ρώτησα με οργή.

Τότε άκουσα τη πόρτα να ανοίγει από την είσοδο επιτέλους ήρθε ο Andrew.

-Βοήθεια Andrew, φώναξα όσο ποιο δυνατά μπορούσα.

-Πολύ αργά. Ήθελα να σε σώσω από τη καταραμένη ψυχή που σκότωσε εμένα, τη κοπέλα και το φύλακα. είπε το φάντασμα της ηλικιωμένης ηττημένη.

Και μπήκε ο Andrew με δύναμή στο δωμάτιο, κρατούσε ένα μεγάλο μαχαίρι και είχε στα μάτια του δύο μαύρες τρύπες..

Τότε κατάλαβα πως η ηλικιωμένη προσπαθούσε να με προειδοποιήσει από το πραγματικό φάντασμα του Aldgate.

Ο Andrew έκανε μερικά βήματα προς έμενα και οι δύο μαύρες τρύπες με κοίταγαν απειλητικά.

Και ήρθε προς το μέρος μου.

Τέλος

Από Dimitris Kan

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 3ο.


Μπήκα με φόρα στο ξένο υπνοδωμάτιο. Κλείδωσα με γρήγορες και νευρικές κινήσεις. Πριν προλάβω να αφήσω το κλειδί, άκουσα μια πνιγμένη στριγκλιά και κάτι βαρύ να πέφτει στο πάτωμα. Κοίταξα γύρω μου για να εντοπίσω ένα τηλέφωνο και να καλέσω την αστυνομία.

Μπαπ Μπαπ Μπαπ

Προσπαθούσε να σπάσει την πόρτα. Χτυπούσε με μανία και φοβήθηκα ότι θα τη ρίξει. Θα με έπιανε και θα με σκότωνε, όπως έκανε με τον Ηλία και την οικογένεια του. Τώρα, είχε έρθει η σειρά μου.

Μπαπ Μπαπ Μπαπ

Έπρεπε να καλέσω βοήθεια. Άρχισα να ανοίγω τα συρτάρια και να πετάω το περιεχόμενο τους στο πάτωμα. Τηλέφωνο δεν υπήρχε πουθενά. Έψαξα κάτω από το κρεβάτι και μέσα στις ντουλάπες.

Ο άγνωστος σταμάτησε να βαράει και τον άκουσα να κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω. Θεέ μου, σκέφτηκα, παίρνει φόρα για να τη ρίξει με το σώμα του. Πρέπει να βιαστώ.

Έριξε με φόρα το σώμα του πάνω στην πόρτα. Αυτή τραντάχτηκε ολόκληρη, αλλά δεν υποχώρησε. Η αποτυχημένη προσπάθεια τον πόνεσε και έβγαλε μια κραυγή.

Άρχισε να γυρνάει με βία το πόμολο και να σπρώχνει με μανία με σκοπό να σπάσει την κλειδαριά. Ξαφνικά, όμως , σταμάτησε. Επικράτησε ησυχία.

«Αγάπη μου!» Άκουσα την Αναστασία να με καλεί. «Γιάννη μου, εγώ είμαι. Άνοιξε μου.»

«Όχι, δεν είσαι εσύ. Σταμάτα να με βασανίζεις.»

«Ήρθα να σε σώσω. Άνοιξε μου.» Γύρισε το πόμολο. «Είναι και ο Ηλίας εδώ.»

«Ο Ηλίας εξαφανίστηκε.»

«Γιάννη…» Ήταν ο Ηλίας. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είχα παραισθήσεις. «Έλα άνοιξε μας. Θα σε πάμε σπίτι.»

«Φύγετε. Έχω φωνάξει την αστυνομία.» Έκανα μια προσπάθεια να τους τρομάξω, αλλά δεν ήμουν πειστικός.

«Λες ψέματα αγάπη μου. Και όποιος λέει ψέματα πέφτει μες τα αίματα» χαχάνισε.

« Το καλό που σου θέλω. Ξεκλείδωσε παιδάκι μου, δε θα σε μαλώσω.» Ήταν αυτή η φωνή της μάνας μου;

Ο φόβος με είχε πλημμυρίσει και δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Ήταν όντως γνωστοί μου άνθρωποι απέξω ή φαντάσματα που έπαιζαν μαζί μου. Μήπως τα είχα φανταστεί όλα αυτά; Όχι, δεν είχα τρελαθεί ακόμα.

Πήγα στο παράθυρο. Σκέφτηκα να το ανοίξω και να φωνάξω για βοήθεια. Δεν κατάφερα να φτάσω μέχρι εκεί. Αυτό που είδα με έκανε να σταματήσω.

Στο τζάμι διαγραφόντουσαν τρία κεφάλια. Δεν είχαν σώμα και αιωρούνταν στο κενό. Οι εσοχές των ματιών τους ήταν σκοτεινές και άδειες. Στα πρόσωπα τους ήταν ζωγραφισμένοι ο πόνος και η απελπισία. Έμοιαζαν χαμένα, σαν να μην ήξεραν που βρισκόντουσαν.

Η γυναίκα και τα παιδιά του Ηλία είχαν πεθάνει και είχαν επιστρέψει ως πνεύματα. Ήρθαν να μου δείξουν τι θα συμβεί και σε μένα. Με έπιασε ένας ίλιγγος και το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. Η πόρτα άνοιξε με ένα δυνατό γδούπο.

Λιποθύμησα.

Όταν επανάκτησα τις αισθήσεις μου, καθόμουν σε μια καρέκλα σε έναν χώρο που δε γνώριζα. Αισθανόμουν ότι βρισκόμουν μέσα σε κουτί, του οποίου τις διαστάσεις δεν μπορούσα να προσδιορίσω με ακρίβεια.

Τα χέρια και τα πόδια μου ήταν δεμένα με ταινία. Προσπάθησα να κουνήσω τα δάκτυλα μου- τα άκρα μου είχαν παραλύσει από την έλλειψη αίματος.

«Γιάννη…», η φωνή ήταν αδύναμη και την άκουγα με δυσκολία. «Μην κουνιέσαι. Δεν πρέπει να καταλάβει ότι ξύπνησες.»

Η Αναστασία; Όχι… Η φωνή ήταν ανδρική.

«Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω. Την είδα να κατεβαίνει προχθές -από το ματάκι- όταν εξαφανίστηκαν οι άλλοι. Ήταν-» Τον χτύπησαν με κάτι βαρύ στο κεφάλι.

« Εσένα σου είπα να σκάσεις.»

« Άσε μας να φύγουμε», είπα με όση δύναμη μου απέμενε. Το πίσω μέρος του κεφαλιού μου πονούσε πολύ. Ένιωθα κάτι μεταλλικό και κρύο να ακουμπά το δέρμα μου.

« Δεν έχουμε τελειώσει ακόμα.» Η γυναίκα βρισκόταν από πίσω μου και δεν μπορούσα να την διακρίνω. Όμως, η φωνή μου φαινόταν γνωστή.

«Τι θέλετε από μένα;»

«Ξέρεις τον παλιό αστικό μύθο. Ένας άνδρας γνωρίζει μια πολύ όμορφη γυναίκα σε ένα μπαρ. Πάνε μαζί στο σπίτι του, κάνουν σεξ και το άλλο πρωί αυτός ξυπνάει στην μπανιερά, η οποία είναι γεμάτη πάγο. Βρίσκει ένα σημείωμα που λέει ότι του έχει πάρει το ένα νεφρό.»

Η γυναίκα γύρισε την καρέκλα προς το μέρος της και έχωσε το πρόσωπο της στο δικό μου.

«Ω Θεέ μου, Ω Θεέ μου», κλαψούρισα. Ο Παντελής ήταν δεμένος σε μια καρέκλα ακριβώς από πίσω μου και δεν κουνιόταν. Δεν ήξερα αν ήταν νεκρός ή είχε χάσει τις αισθήσεις του. «Γιατί… Αναστασία γιατί θέλεις να μας πάρεις τα όργανα;»

Η Αναστασία γέλασε και με φίλησε. «Δεν ενδιαφέρομαι για το σώμα σου, αλλά για τη συνείδηση σου. Είναι η μοντέρνα εκδοχή του μύθου.» Γέλασε σαν μαινάδα. Δεν ήταν η γυναίκα που είχα αγαπήσει. όλη της η φυσιογνωμία είχε αλλάξει. Μέσα στο λυκόφως είχε πάρει μια επίβουλη και απειλητική μορφή.

«Που είναι οι άλλοι; Τους άκουσα να μου μιλάνε.»

«Πάνω μας, πίσω μας, δίπλα μας. Εκεί που είναι, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν σημασία. Έχουν περάσει στην αθανασία. Θα τους ακολουθήσεις και εσύ σε λίγο. Βέβαια, αυτού δε θα του κάνω τη χάρη (έδειξε τον Παντελή). Θα τον αφήσω εδώ για να τον βρουν οι μπάτσοι. Θα κατηγορηθεί για τις εξαφανίσεις σας και θα περάσει το υπόλοιπο της μίζερης ζωής του φυλακή.»

«Δε θα πετύχει. Λύσε με και θα πάμε μαζί στην αστυνομία.»

Δε μου απάντησε. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ήμουν ήρεμος. Το μυαλό μου είχε αδειάσει από κάθε σκέψη και περίμενα το αναπόφευκτο. Αποφάσισα να πεθάνω με αξιοπρέπεια. Ούτε κλάματα, ούτε παρακάλια.

Η Αναστασία πληκτρολογούσε στον υπολογιστή της. Το μόνο φως προερχόταν από την οθόνη του και έβλεπα το πρόσωπο της να δουλεύει ανέκφραστο. Είχε απόλυτη συγκέντρωση και αφοσίωση σε αυτό που έκανε.

Τότε, μου έγινε κατανοητό. Δεν το έκανε για διασκέδαση- ήταν η δουλειά της!

«Τι περιμένεις; Σκότωσες τέσσερις ανθρώπους και τώρα κολλάς σε μένα;»

«Δεν τους σκότωσα, αγάπη μου», με ειρωνεύτηκε. «Πέρασα τις συνειδήσεις τους στο δίκτυο.»

«Τι πραγ-»

Μου χάιδεψε το κεφάλι και έπιασε τον μεταλλικό σωλήνα που προεξείχε από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Πάτησε έναν διακόπτη.

«Καλώς ήρθες στην Τεχνολογική Μοναδικότητα

Ηλεκτρικό ρεύμα με διαπέρασε. Εγκατέλειψα σταδιακά το ανθρώπινο σώμα μου. Ένιωθα ζωντανός, αλλά ήμουν άυλος, χωρίς διαστάσεις και χωρίς αίσθηση του χρόνο. Ο χωρόχρονος έπαψε να υπάρχει.

End of input….

========================

========================

Ευχαριστούμε τον Archie για την ιστορία του

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 2ο.


«…Ήταν το δικό μου!»

Το είπα φωνακτά και φοβήθηκα μήπως είχα ξυπνήσει την Αναστασία. Κοίταξα προς το μέρος της για να βεβαιωθώ. Δεν είχε καταλάβει τίποτα και ροχάλισε απαλά, σκεπασμένη μέχρι τον λαιμό. Πήγα στο μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου.

Έβαλα το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση και έτριψα το πρόσωπο μου με παγωμένο νερό. Η κρύα αίσθηση πάνω στο ζεστό από τον ιδρώτα δέρμα μου με έκανε να ανατριχιάσω. Έσφιξα τα δόντια μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Παρατήρησα για ώρα την αντανάκλαση μου, χωρίς να ξέρω τι ψάχνω να βρω. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα και τα βλέφαρα μου τα ένιωθα βαριά- σαν να είχα βάλει τα κλάματα.

Σκεφτόμουν ακόμα τον εφιάλτη. Μου φαινόταν ανόητος, αλλά με είχε επηρεάσει η όλη κατάσταση με την εξαφάνιση. Μάλλον, γι’ αυτό έβλεπα και τέτοια όνειρα. Ένα κομμάτι του εαυτού μου περίμενε να δει τη σκοτεινή φιγούρα στον καθρέφτη- να στέκεται πίσω μου κρατώντας το κομμένο μου κεφάλι. Αλλά δε ζω σε ταινία τρόμου· αυτή είναι η πραγματική ζωή, που οι μόνοι που καραδοκούν στις σκιές είναι οι εγκληματίες.

Θα ήταν τρομερά γραφική μια τέτοια σκηνή και αυτό θα ήταν το πιο τρομαχτικό, σκέφτηκα και χαμογέλασα σαρκαστικά.

Το γέλιο μου κόπηκε απότομα όταν άκουσα τον χτύπο στην πόρτα. Ήταν δυνατός και επίμονος. Το αρχικό σοκ πέρασε γρήγορα και με κυρίευσε ο θυμός. Αυτή τη φορά ο Παντελής το είχε παρακάνει.

Άνοιξα απότομα την πόρτα και ήμουν έτοιμος να του πω ότι βρισιά κρατούσα μέσα μου γι’ αυτόν τον ανεκδιήγητο άνθρωπό. Αλλά θα έπρεπε να βρω κάποια άλλη ευκαιρία για να του τα χώσω. Στον σκοτεινό διάδρομο δεν υπήρχε κανένας.

Πήγα μέχρι το διαμέρισμα του στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Ήθελα να μάθω αν μου είχε χτυπήσει την πόρτα βραδιάτικα. Δε θα το παραδεχόταν, αλλά ήμουν θυμωμένος και ήθελα να του τρίξω τα δόντια.

Είχα φτάσει στα μισά του διαδρόμου και ο ήχος της πόρτας μου που έκλεινε με έκανε να γυρίσω. Έτρεξα για να την προλάβω, αλλά ήταν αργά. Κλειδώθηκα έξω χωρίς κλειδιά και κινητό. Έμεινα για λίγο ακίνητος μέσα στο σκοτάδι. Θα με άκουγε η Αναστασία; Πάντα κοιμόταν βαριά.

Πάτησα το κουδούνι, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κανένας ήχος δεν ακούστηκε μέσα από το διαμέρισμα. Η ατυχία μου συνεχιζόταν. Το κουδούνι είχε αποφασίσει να χαλάσει τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Πήγα να χτυπήσω την πόρτα, όμως τα βήματα με έκαναν να παγώσω.

Δεν μπορούσα να προσδιορίσω την ακριβή τους τοποθεσία. Το γεγονός ότι βρισκόμουν στο απόλυτο σκοτάδι, με είχε αποπροσανατολίσει. Αποφάσισα να χτυπήσω στον Παντελή και να τηλεφωνήσω από κει στην Αναστασία. Ήμουν σχεδόν βεβαίως ότι αυτός είχε κάνει τα βήματα που άκουσα. Κρυβόταν πίσω από την πόρτα και γελούσε με την ταλαιπωρία μου.

Έψαξα να βρω τον διακόπτη για να ανάψω το φως στο διάδρομο. Ψαχούλεψα τον τοίχο για να τον εντοπίσω, αλλά αποδείχθηκε χάσιμο χρόνου. Πάτησα το στρογγυλό κουμπί χωρίς αποτέλεσμα και μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός απογοήτευσης.

Την τύχη μου μέσα, σκέφτηκα, έπεσε και το ρεύμα. Τι άλλο θα μου συμβεί;

Η διαδρομή μέχρι την πόρτα του Παντελή μου φαινόταν ατελείωτη. Περπατούσα αργά και πρόσεχα να μη σκοντάψω πουθενά. Το πάτωμα ήταν παλιό με πολλά μικρά εξογκώματα. Μέσα στο σκοτάδι μετατρέπονταν παγίδες που μπορούσαν πολύ εύκολα να καταλήξουν σε διάστρεμμα ή να σε στείλουν να μετρήσεις με το κεφάλι σου ένα, ένα τα σκαλιά.

Χτύπησα τρεις φορές. Δεν έλαβα καμία απάντηση από την άλλη πλευρά. Το μυαλό μου έκανε διάφορα σενάρια για το τι έχει συμβεί. Αν είχε πάθει κάτι δε θα μπορούσα να τον βοηθήσω. Έπρεπε να κατέβω στον δεύτερο όροφο και να ζητήσω βοήθεια.

Πλησίασα τις σκάλες και κατέβασα με προσοχή το ένα μου πόδι ψάχνοντας το πρώτο σκαλοπάτι. Δεν έβλεπα πέρα από τη μύτη μου και έπρεπε να ζυγίζω καλά τα βήματα μου. Έπιασα τη σιδερένια κουπαστή- το μέταλλο ήταν παγωμένο λες και το είχαν βγάλει από την κατάψυξη.

Το φως που ερχόταν από τον επάνω όροφο με έκανε να σταματήσω και να κοιτάξω μέσα από το άνοιγμα της σκάλας. Άκουσα κάποιον να τρέχει και μια πόρτα να ανοίγει τρίζοντας.

Κρύος ιδρώτας άρχισε να τρέχει από το μέτωπο μου και τα πόδια μου είχαν λυγίσει. Έμεινα για λίγο ακίνητος, σαν ελάφι μπροστά σε φώτα αυτοκινήτου. Υποτίθεται ότι δεν είχαμε ρεύμα ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Επιπλέον, κανένας δεν έμενε στον όροφο αφότου είχε εξαφανιστεί ο Ηλίας και η οικογένεια του.

Μετά από λίγα λεπτά -που μου φάνηκαν αιώνας- συνήλθα από το σοκ και κατάλαβα τι είχε συμβεί. Ο Παντελής είχε αποφασίσει να ψάξει το άδειο διαμέρισμα για να ικανοποιήσει την περιέργεια του.

«Είναι μαλάκας ο άνθρωπος» ψιθύρισα με θυμό.

Αποφάσισα να τον πιάσω στα πράσα και να του ρίξω το βρίσιμο του αιώνα. Αυτή τη φορά είχε διαπράξει έγκλημα, αφού είχε εισέλθει παράνομα σε ξένο σπίτι. Η εικόνα των μπάτσων να του βάζουν χειροπέδες και να μπαίνει στο περιπολικό, μου προκάλεσε ευφορία. Χαμογέλασα χαιρέκακα και ανέβηκα τις σκάλες.

Τα διαμερίσματα είχαν όλα την ίδια διαρρύθμιση, οπότε μπορούσα να κινηθώ με σχετική ευκολία μέσα στο έρημο σπίτι (ηλεκτρισμός δεν υπήρχε και τα φώτα δεν λειτουργούσαν). Δεν έκανα θόρυβο για να μη με καταλάβει. Ήθελα να τον ξαφνιάσω και να μην έχει χρόνο για να σκεφτεί κάποια δικαιολογία. Θα τον είχα στο χέρι.

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν έτσι όπως τα είχα υπολογίσει. Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, το σύμπαν γελάει.

Έψαχνα για ώρα μέσα στο ξένο σπίτι, αλλά χωρίς αποτελέσματα. Αν και δεν έβλεπα καθαρά -το μόνο φως ερχόταν από τον δρόμο- πέρασα από όλα τα δωμάτια· ο γείτονας μου δεν ήταν πουθενά. Είτε είχα φανταστεί το τρέξιμο είτε ο Παντελής είχε γίνει αόρατος.

Ότι και να συνέβαινε, δεν είχα καταφέρει κάτι· ήταν η ώρα να φύγω. Άλλωστε, και εγώ είχα εισβάλει παράνομα σε μια σκηνή εγκλήματος. Αν έμπαινε αυτή τη στιγμή η αστυνομία δε θα μπορούσα να τους αποδείξω ότι δεν ήμουν ελέφαντας. Θα έμπλεκα στα σίγουρα.

Η έξοδος μου ήταν φραγμένη. Μια μεγάλη ανθρώπινη φιγούρα στεκόταν ανάμεσα σε μένα και την εξώπορτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. Έμοιαζε περισσότερο με σκιά που είχε πάρει σάρκα και οστά. Στα χέρια της κρατούσε κάτι μεταλλικό και μυτερό· δεν μπορούσα να το διακρίνω με σιγουριά. Το στριφογύριζε με άνεση, σαν να έπαιζε με κάποιο παιχνίδι.

«Ποιος είσαι;» Η φωνή μου έτρεμε. « Νόμιζα ότι άκουσα κάποι-»

Σήκωσε το μαχαίρι και έδειξε προς το μέρος μου. Ένα αίσθημα τρόμου και απόγνωσης με πλημμύρισε. Ο εφιάλτης είχε γίνει πραγματικότητα. Ένιωσα ένα σφίξιμο στον λαιμό μου και τον έτριψα ασυναίσθητα.

Ο άγνωστος άρχισε να κινείτε γρήγορα προς το μέρος μου. Εκείνη τη στιγμή τα ένστικτα μου πήραν τον έλεγχο. Χωρίς να το αντιληφθώ είχα βρεθεί στην άλλη άκρη του σαλονιού. Είδα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να στέκει ορθάνοικτη και έτρεξα προς την μόνη δίοδο σωτηρίας που είχα.

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 1ο.


«Μπορείς να μου πεις τι θέλει τώρα;»

Έκανα νόημα στην Αναστασία να το βουλώσει και κοίταξα από το ματάκι της πόρτας.

Ο ενοχλητικός μου γείτονας, ο Παντελής, βρισκόταν στην άλλη πλευρά. Ήταν ένας αντιπαθητικός γέρος, που ζούσε στο απέναντι διαμέρισμα. Μου χτυπούσε την πόρτα αρκετά βράδια για να παραπονεθεί επειδή κάναμε θόρυβο ή να μου πει για την οικογένεια από την Αλβανία που είχε μετακομίσει στον επάνω όροφο και φοβόταν μην τον κλέψουν. Το οποίο ήταν τελείως υποκριτικό εκ μέρους του, καθώς τον είχαμε πιάσει να κλέβει από τα κοινόχρηστα και τον παύσαμε από διαχειριστή.

Ήταν λοιπόν φυσικό να τον αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι. Σήμερα βέβαια το είχε παρακάνει. Για τρίτη φορά μέσα σε ένα βράδυ μου χτυπούσε επιτακτικά την πόρτα. Είχα αποφασίσει να μην του ανοίξω, αλλά μου είχε σπάσει τα νεύρα.

«Τι συμβαίνει και μου χτυπάς βραδιάτικα την πόρτα, κυρ Παντελή;» του είπα με αγανάκτηση.

«Ευτυχώς παιδί μου, είσαι σπίτι. Φοβόμουν ότι θα έλειπες», είπε με έκπληξη, αν και ήμουν σίγουρος ότι γνώριζε πολύ καλά ότι δεν έλειπα.

Αποφάσισα να μην το σχολιάσω· δεν είχα καμία όρεξη να τσακωθώ. «Ναι, είπαμε να κάτσουμε μέσα σήμερα. Έγινε κάτι;»

«Όχι…», δυσκολεύτηκε να συνεχίσει καθώς κατάλαβε ότι δεν ήμουν μόνος. «Δηλαδή, ναι. Γιάννη έμαθες για τους Αλβανούς στο επάνω διαμέρισμα;»

Γαμώ το μου, σκέφτηκα, δεν αντέχω ακόμη ένα ρατσιστικό παραλήρημα. Ήμουν έτοιμος να τον διώξω κλείνοντας γρήγορα την πόρτα, αλλά με πρόλαβε.

«Εξαφανίστηκαν.»

«Τι πράγμα;»

«Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Ήρθε η αστυνομία και τους έψαχνε. Μπήκαν και στο σπίτι, αλλά όλα τους τα πράγματα και οι βαλίτσες τους ήταν εκεί. Τους ψάχνουν από προχθές.»

«Είμαι σίγουρος ότι θα εμφανιστούν κάποια στιγμή. Δεν εξαφανίζεται έτσι ο κόσμος.»

«Όχι, όχι. Είδα πριν στην τηλεόραση ότι έχουν βγάλει Αmber Αlert.»

Αν δεν ήξερα τι σκατόψυχος ήταν, θα πίστευα ότι ανησυχούσε πραγματικά. Δεν τον είχα δει ποτέ τόσο ταραγμένο. Βαριανάσανε και έτριβε νευρικά τα χέρια του. Τα μάτια του ήταν κολλημένα στο πάτωμα (συνήθως κοιτούσε την Αναστασία και έγλυφε τα χείλη του) και απέφευγε να συναντήσει το βλέμμα μου.

Ωστόσο, η είδηση της εξαφάνισης με έκανε να ανησυχήσω. Γνώριζα τον Ηλία -τον πατέρα- καθώς είχαμε μιλήσει αρκετές φορές. Ήταν παντρεμένος με μια αρκετά μικρότερη γυναίκα και είχαν δύο παιδιά. Μου είχαν δώσει την εντύπωση μιας ήσυχη και ευγενικής οικογένειας. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν μπλεγμένοι σε κάποια βρωμοδουλειά και έπρεπε να εξαφανιστούν.

«Ίσως θα πρέπει να κλειδώνουμε τις πόρτες μας και την εξώπορτα της πολυκατοικίας.»

«Αυτό σκέφτηκα και εγώ παιδί μου και είπα να έρθω να σε ειδοποιήσω.»

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Λοιπόν, πρέπει να επιστρέψουμε στο κρεβάτι, γιατί ξυπνάμε νωρίς αύριο», δεν περίμενα να πει κάτι περισσότερο και έκλεισα την πόρτα.

Γύρισα στην Αναστασία και της χαμογέλασα με αμηχανία. Η ίδια είχε γουρλώσει τα μάτια της και ήταν έτοιμη να μου πει κάτι, αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη. Ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε.

«Θα σε προστατέψω εγώ, αγάπη μου», είπε με περιπαικτικό ύφος και με φίλησε με πάθος.

Τα χείλη της ήταν υγρά και απαλά. Μου κράταγε με δύναμη το κεφάλι και με τράβηξε προς την κρεβατοκάμαρα. Τα νέα με είχαν επηρεάσει, αλλά το σεξ ήταν κάτι που δεν της το είχα αρνηθεί ποτέ. Και δε θα το έκανα τώρα.

«Λες να τους σκότωσε ο Παντελής;» μου είπε όταν είχαμε τελειώσει.

«Μπορεί να είναι ρατσιστής και μισάνθρωπος, αλλά είναι πολύ τεμπέλης για να οργανώσει ολόκληρη εξαφάνιση.»

«Έχεις δίκιο. Άσε που αν έτρεχαν δε θα μπορούσε να τους κυνηγήσει», γέλασε με το υπονοούμενο για τη σωματική διάπλαση του.

Εξεβίασα ένα χαμόγελο, αλλά δε σχολίασα το απρεπές σχόλιο. Ο ίδιος βέβαια έκανε χειρότερα σχόλια για την εμφάνιση των άλλων, αλλά δεν υπήρχε λόγος να πέσουμε στο επίπεδο του.

«Είναι όντως πολύ περίεργο. Και εμείς δεν ακούσαμε τίποτα», απάντησα τελικά.

«Θα πρόσεχαν να μη μας ενοχλήσουν φαίνεται.»

Ούτε αυτή τη φορά γέλασα. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που τους είδαμε;»

«Εγώ δεν τους έχω γνωρίσει». Χασμουρήθηκε δυνατά και έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι. Η συζήτηση είχε λάβει τέλος.

Η Αναστασία δούλευε πολλές ώρες στο τμήμα Επιστήμης της Πληροφορικής του Πανεπιστημίου και λόγω της κούρασης δεν άργησε να την πάρει ο ύπνος. Εγώ πάλι δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Η ιστορία με την οικογένεια του Ηλία μου τριβέλιζε το μυαλό. Κυκλοφορούσε κάποιος τρελός, ο οποίος απήγαγε και σκότωνε ολόκληρη οικογένεια;

Είχα διαβάσει για τέτοιες υποθέσεις. Άτομα που την έβρισκαν να παγιδεύουν και να βασανίζουν άλλους ανθρώπους. Έπρεπε να μάθω περισσότερα για την υπόθεση.

Άνοιξα το κινητό μου και έγραψα στην μηχανή αναζήτησης το όνομα των γειτόνων μας. Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν διάφοροι λογαριασμοί στα σόσιαλ μίντια. Κανένας δεν άνηκε στα μέλη της οικογένειας. Έγραψα ολόκληρο το όνομα του πατέρα.

Ηλίας Ν.

Η σελίδα του Αmber Αlert εμφανίστηκε πρώτη. Την άνοιξα και διάβασα την προειδοποίηση για την εξαφάνιση. Απλώς περιέγραφε τα χαρακτηριστικά του και έλεγε το μέρος και την ημερομηνία που εξαφανίστηκε. Ανέφερε ότι αγνοείται μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά. Στο τέλος της σελίδας είχε τους συνδέσμους και για τα υπόλοιπα μέλη. Κανένα καινούργιο στοιχείο!

Ξαναγύρισα στις αναζητήσεις, αλλά δε βρήκα κάτι περισσότερο. Απογοητεύτηκα από την έλλειψη πληροφοριών και άνοιξα το Facebook. Η Αναστασία άλλαξε πλευρό.

Τα καστανά μαλλιά της είχαν καλύψει το πρόσωπο της. Δε χόρταινα να τη βλέπω να κοιμάται. Τα χαρακτηριστικά της ήταν απλά, χωρίς κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει ήταν το ζεστό χαμόγελο της και το πρόσχαρο βλέμμα της. Της χάιδεψα απαλά τα μαλλιά.

Ο ύπνος μου ήταν ανήσυχος. Συνήθως έβλεπα όνειρα που είχαν να κάνουν με τη δουλειά μου ή με διαγωνίσματα στα οποία είχα αργήσει να πάω και έμενα μετεξεταστέος. Κάποτε είχα δει ότι πετούσα πάνω από τη θάλασσα. Δε θυμάμαι αν έπεσα και πνίγηκα, αλλά θυμάμαι ότι η αίσθηση ήταν απελευθερωτική.

Αυτή τη φορά ο εφιάλτης με έκανε να πεταχτώ από τον ύπνο μου. Ήμουν λουσμένος στον ιδρώτα. Σηκώθηκα και περπάτησα μέχρι το παράθυρο. Έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή.

Στο όνειρό μου καθόμουν σε ένα τραπέζι και έτρωγα. Δεν μπορούσα να δω τι υπήρχε στο πιάτο μου, αλλά το τσιμπούσα με το πιρούνι μου. Γύρω μου επικρατούσε σκοτάδι. Δεν μπορούσα να διακρίνω την άλλη πλευρά του τραπεζιού.

Πήρα μια μπουκιά και την έβαλα στο στόμα μου. Ένιωσα ότι μασούσα αέρα, αλλά η γεύση ήταν περίεργη. Ζουμιά έτρεχαν από την άκρη των χειλιών μου. Προσπάθησα να τα σκουπίσω· δεν ακουμπούσα το πρόσωπο μου, λες και ήταν άυλο. Ένα χέρι εμφανίστηκε από το πουθενά και καθάρισε το στόμα μου. Μετά ένιωσα τον άγνωστο να βάζει τα χέρια του στους ώμους μου και να μου ασκεί πίεση. Δεν μπορούσα να σηκωθώ.

Ποιος είσαι; Σκέφτηκα, αλλά δεν μπορούσα να αρθρώσω την ερώτηση για να με ακούσει. Άσε με.

Οι σκιές άρχισαν να υποχωρούν. Απέναντί μου καθόταν μια μαυροφορεμένη φιγούρα. Είχε ρίξει ένα πέπλο πάνω από το πρόσωπο της. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα και μπροστά της μπορούσα να διακρίνω ένα άδειο πιάτο. Είχε τελειώσει το φαγητό της και με περίμενε.

Προσπάθησα να κατεβάσω το βλέμμα μου για να ανακαλύψω τι τρώω. Το κεφάλι μου κουνήθηκε ελάχιστα και ένιωσα ένα μάγκωμα στην σπονδυλική μου στήλη· δεν ολοκλήρωσα την κίνηση. Το πιρούνι ξαναήρθε στο στόμα μου και έφαγα ακόμα μια μπουκιά.

ΑΙΜΑ…

Το αόρατο χέρι με τάιζε κάτι ωμό. Δεν καταλάβαινα όμως τι ζώο ήταν- η γεύση δε μου ήταν γνώριμη. Έριξα το βλέμμα μου στην άγνωστη φιγούρα και προσπάθησα να τη ρωτήσω.

Τι με ταΐζεις;

Είχε μετακινηθεί πιο κοντά σε μένα- ή για να είμαι πιο ακριβής το τραπέζι είχε μικρύνει. Πλέον, δε φορούσε το πέπλο. Το πρόσωπο της ήταν στρογγυλό, λευκό και λείο. Έμοιαζε σαν να ήταν φτιαγμένο από πορσελάνη.

Την γκροτέσκο εικόνα συμπλήρωνε το απόκοσμο χαμόγελο της – ήταν σαν να προσπαθούσε να μου πει ένα πονηρό μυστικό. Τα μάτια, η μύτη και τα αυτιά έλειπαν. Έμοιαζε με πίνακα που είχαν ξεχάσει να τον ολοκληρώσουν.

Δε με τρόμαζε. Αντιθέτως, μου προκαλούσε μια αίσθηση οικειότητας. Την είχα ξαναδεί στον ύπνο μου; Ή μήπως ήταν από κάποιο θρίλερ που είχαμε δει με την Αναστασία; Γιατί δεν μπορούσα να τη θυμηθώ;

Σήκωσε το ένα χέρι και έδειξε το πιάτο μου. Με καλούσε να συνεχίσω να τρώω το αηδιαστικό περιεχόμενο.

Άσε με να φύγω, παρακαλώ. Δε θέλω να φάω άλλο.

Με κατάλαβε και το χαμόγελο της έγινε απειλητικό. Είχε χάσει την υπομονή της. Μου έκανε νόημα επιτακτικά να δω το πιάτο. Με περιέπαιζε και το διασκέδαζε.

Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να κάνω την προσπάθεια. Το αόρατο χέρι με έσπρωξε προς τα κάτω. Ένιωσα την πίεση και τον πόνο μέχρι το μεδούλι. Και τότε είδα τι μου έδειχνε η φιγούρα.

Στο πιάτο δεν υπήρχε κάποιο νεκρό και άψητο ζώο, αλλά κάτι που έμοιαζε με ανθρώπινο κεφάλι. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ για να καταλάβω ποιος ήταν.

Ήταν δύσκολο να τον αναγνωρίσω γιατί του έλειπαν τα μάτια (ήταν οι δύο μπουκιές που έφαγα;). Το αίμα – που έτρεχε ακόμα από τις κόγχες- είχε ποτίσει όλο το πρόσωπο. Έσκυψα για να το δω καλύτερα. Το κεφάλι ήταν…

Φαντάσματα: Αλλιώνα.


Λαγοκοιμόμουν  στο μεγάλο αεροπλάνο με προορισμό το αεροδρόμιο της Ρωσίας της πόλης Κραζνονταρ. Δίπλα μου η σύζυγος μου την πήρε ο ύπνος και αυτή, μετά από πολύ ώρα πτήσης η κούραση της ήταν ακατάπαυστη.

Το πρόγραμμα μας ήταν να πηγαίναμε στο Καύκασο της Ρωσίας σε ένα χωριό συγγενών της συζύγου μου, που πήγαινε εκεί στις καλοκαιρινές διακοπές της, μόλις έκλειναν τα σχολεία. Είχε πάρα πολλά χρόνια να πάει και τις έλειψαν οι διακοπές των παιδικών της χρόνων και θέλαμε να περάσουμε την πρωτοχρονιά εκεί, με τους φίλους και με δικούς τής ανθρώπους.

Οι Τσερκέζοι είναι ένας πολεμικός λαός μεγαλωμένος στα άγρια βουνά του Καύκασου, σκληραγωγημένος που έχει σαν αποστολή το μεγάλωμα των παιδιών πάνω στο σεβασμό προς τους μεγαλύτερους και τις παραδώσεις που τις τηρούν ευλαβικά.

Κοίταγα την σύζυγο μου που έμοιαζε σαν άγγελος που κοιμόταν μέσα στη γαλήνη της.

-Φτάνουμε; με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

-Σε μισή ώρα περίπου θα είμαστε στο Κραζνονταρ, κοιμήσου λίγο ακόμα. Της απάντησα.

Και μου έπιασε το χέρι τρυφερά.

Φτάσαμε στο αεροδρόμιο της πόλης Κραζνονταρ, χιόνιζε και χιόνιζε πάρα πολύ, μας συνόδεψαν στον έλεγχο διαβατηρίων. Μετά μας περίμενε ο αδερφός της συζύγου μου και θα πηγαίναμε περίπου τρείς ώρες οδικώς στο Καύκασο έξω από την πόλη του Μαϊκοπ.

Η διαδρομή αν και κουραστική ήταν ευχάριστη, χάζευα το χιόνι που κάλυπτε τις αχανές εκτάσεις του Καυκάσου σαν άσπρο βασίλειο.

Στο χωριό, μας υποδέχτηκαν πολύ ζεστά οι συγγενείς και οι φίλοι της και μας δέχτηκαν με αγκαλιές φιλιά άφθονο, υπέροχο φαγητό και με ατελείωτη βότκα.

Η βραδιά περνούσε υπέροχα, τα αστεία και τα πειράγματα πήγαιναν και ερχόντουσαν, η μία πρόποση έφερνε την άλλη, βέβαια σε μια γλώσσα που ούτε καν καταλάβαινα αλλά με την βοήθεια της συζύγου μου με έκανε να νιώσω ακόμα ποιο άνετα και όχι σαν ξένο σώμα που απλά άκουγε και έτρωγε.

Κάποια στιγμή ο αδερφός της συζύγου μου, μου ζήτησε πολύ ευγενικά και με τα λίγα Ελληνικά που ήξερε να τον βοηθήσω στο να κατεβάσουμε τα πράγματα μας από το αυτοκίνητο. Εγώ δέχτηκα και τον ακολούθησα.

Έξω από το σπίτι είχε χιόνι πού έτριζε κάτω από τις μπότες μου, ο παγωμένος αέρας γέμισε τα πνευμόνια μου και με ξύπνησε απότομα.

Εκεί που ξεφορτώναμε τα πράγματα μας, το μάτι μου έπεσε σε ένα παλιό πέτρινο πηγάδι που ήταν δίπλα σε έναν εγκαταλελειμμένο ξυλόφουρνο.

Το πηγάδι έμοιαζε παλιό, το καπάκι και η μανιβέλα ήταν σκουριασμένα, έδειχναν τρομακτικά μέσα στο σκοτάδι. Ένοιωσα ξαφνικά το κρύο να δυναμώνει και ένα ρίγος να με διαπερνά, γύρισα να φύγω.

Το τραπέζι συνεχίστηκε μέχρι αργά αλλά η κούραση της μεγάλης πτήσης άρχισε να με νικάει, η σύζυγος μου με χτύπησε ελαφρά στη πλάτη και μου είπε στο αυτί.

-Πάμε για ύπνο είμαστε και οι δύο πολύ κουρασμένοι.

Την ακολούθησα με μια κίνηση του κεφαλιού μου.

Παρόλο τη μεγάλη κούραση ξύπνησα μέσα στα μεσάνυχτα. Σηκώθηκα και έβαλα ένα παλτό και βγήκα έξω στη νύχτα, ήθελα να μαζέψω τις σκέψεις μου.

Κάποια στιγμή εκεί που χαλάρωνα άκουσα μια δυνατή φωνή να φωνάζει:

-Napomaz , (ναπόμαζ, βοήθεια στα Ρωσικά) και ερχόταν από τον εγκαταλελειμμένο δρόμο πίσω από το παλιό πηγάδι.

Κοίταγα αριστερά δεξιά δεν έβλεπα τίποτα.

-Napomaz, ξανά ακούστηκε  σαν κλάμα μέσα στην ησυχία της νύχτας.

Κάποια στιγμή είδα μια νοσοκόμα, έσπρωχνε ένα αναπηρικό καροτσάκι με μια γυναίκα που κρατούσε ένα παλιό φαναράκι.

Φορούσαν και οι δύο παλιά ρούχα και  κοιτούσαν έντρομες… με πλησίαζαν. Παρατήρησα πως και οι δυο δεν είχαν κόρες στα μάτια τους και ήταν λευκά σαν των πεθαμένων και με πλησίαζαν αργά και σταθερά.

Όταν με πλησίασαν τα πρόσωπα τους άλλαξαν και έγιναν απειλητικά. Και με κοιτούσαν άγρια.

Ένιωσα τη καρδιά μου να χτυπάει, το σώμα μου είχε μουδιάσει ήθελα να φωνάξω μα η φωνή μου δεν έβγαινε.

Με πλησίαζαν, το απειλητικό βλέμμα έγινε σαρκαστικό.

Με ακούμπησε με το ένα χέρι της η γυναίκα στο καροτσάκι. Ήταν παγωμένο και ξυλιασμένο παρόλο που φορούσα παλτό, το ένιωσα. Τότε ένα χέρι  με τράβηξε πίσω μου. Ήταν η σύζυγος μου.

Τη κοίταξα και τις έδειξα προς τις δύο γυναίκες. Πλέον δεν υπήρχαν. Υπήρχε το απόλυτο τίποτα.

– Το είδες; Την ρώτησα.

-Ναι. Τις είδα. Μου απάντησε.

-Τι ήταν αυτό; συνέχισε.

Φαινόταν αγχωμένη και τρομαγμένη.

Μπήκαμε στο σπίτι. Όλη νύχτα συζητούσαμε για την εμπειρία μας.

Την άλλη μέρα ήθελα να φύγω τρέχοντας. Όσο ποιο μακριά μπορούσα. Με βασάνιζε αυτό που είδα.

Θέλαμε να μάθουμε πληροφορίες. Οπότε αύριο το πρωί ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να ρωτήσω ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες.

Την επόμενη μέρα το πρωί μας περίμενε ένα υπέροχο σπιτικό πρωινό με ζεστό αχνιστό καφέ,  που ήταν ότι έπρεπε. Ήρθαν διάφοροι συγγενείς να μας δουν και να μάθουν πως περάσαμε το πρώτο βράδυ στα βουνά του Καυκάσου και τα νέα μας από την Ελλάδα. Και πήρα το λόγο.

Και τους είπα τι έγινε, με την βοήθεια της συζύγου μου που ότι λέγαμε μας το μετέφραζε.

Τότε  προτείναν να μας συστήσουν στους μεγαλύτερους σε ηλικία του χωριού. «Τους πρεσβύτερους».

Έτσι αποκαλούσαν τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Είχαν τον σεβασμό όλων και πίστευαν πως  θα μας έδιναν απαντήσεις στις ερωτήσεις μας.

Επειδή στο Καύκασο το κρύο είναι πολύ δυνατό το χειμώνα, δηλαδή από – 20 έως και – 40 βαθμούς, οι ηλικιωμένοι όριζαν ένα σπίτι που περνούσαν τη μέρα τους εκεί με συντροφιά, φαγητό και με διάφορες άλλες απασχολήσεις όπως το κέντημα και συζητήσεις γύρω από την φωτιά και την απόλαυση του παραδοσιακού τσαγιού που συνοδεύεται με παραδοσιακές μυρωδάτες και λαχταριστές πίτες και γνήσιας χειροποίητης ρωσικής σαλάτας.

Όταν μπήκαμε στο σπίτι έκανα μια μικρή υπόκλιση με το κεφάλι όπως ορίζουν οι παραδόσεις των Τσερκέζων ως ένδειξη σεβασμού.

Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μου έκανε νόημα να πλησιάσω και να κάτσω δίπλα στο τζάκι. Και τους είπαμε την εμπειρία μας.

Τότε ο μεγαλύτερος σε ηλικία μας κοίταξε.

-Η Αλλιώνα. Μας είπε.

-Δηλαδή; ρώτησα.

Και ξεκίνησε τη διήγηση του και με την βοήθεια της συζύγου στη μετάφραση προσπαθούσα να καταλάβω τι γινόταν.

-Λίγες μέρες που τελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος υπήρχε ένα χάος, πολλά χωριά ερήμωσαν και πολλοί άνθρωποι είχαν χαθεί.

Τότε στο χωριό είχε έρθει μια οικογένεια από ένα άλλο μέρος της Ρωσίας. Δεν μάθαμε ποτέ από που ήρθαν μα ήταν ένα αντρόγυνο και τα τέσσερα αδέρφια του συζύγου. Τη κοπέλα την λέγανε Αλλιώνα.

Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα μόλις δεκαοχτώ χρόνων. Ο Σύζυγος της ήταν ο Αλεξάντερ ήταν εικοσιπέντε χρόνων σκληραγωγημένος και βοηθούσε στα χωράφια μεροκάματο η στο φτιάξιμο σπιτιών, βάψιμο κτλ.

Άλλα το πρόβλημα ήταν πώς είχε τραυματιστεί στο πόλεμο και τα παυσίπονα της εποχής δεν τον έπιαναν και το είχε ρίξει στο ποτό, με αποτέλεσμα να γίνεται βίαιος. Χτυπούσε την καημένη την Αλλιώνα χωρίς τον παραμικρό λόγο.

Τότε του έγιναν αυστηρές συστάσεις γιατί εμείς οι Τερκέσοι δεν δεχόμαστε τέτοιες συμπεριφορές. Και πότε δεν σηκώνουμε χέρι στις γυναίκες μας. Διαφορετικά όποιος χειροδικούσε σε γυναίκα η σε  ηλικιωμένο εκδιωχνόταν από το χωριό και η οικογένεια του ντροπιαζόταν, οπότε η οικογένεια του φρόντιζε να μην υπάρχουν τέτοιες εκκρεμότητες.

Αυτός μας υποσχόταν πως θα αλλάξει, πως δεν το έκανε με τη θέληση του, μα το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο.

Τέτοιες μέρες το 1946, ήταν ένα πολύ άσχημο βράδυ για όλο το χωριό.

Ο Αλεξάντερ έμαθε πως η μικρή Αλλιώνα ήταν έγκυος. τότε η Αλλιώνα δέχτηκε τρομερό ξυλοδαρμό διότι ο Αλεξάντερ υποστήριζε πως το παιδί δεν ήταν δικό του και πως δεν έπρεπε να ζει. Πως τον πρόσβαλε και η ντροπή έπρεπε να ξεπλυθεί. Και πήγε να φέρει τα αδέρφια του να τιμωρήσουν την Αλλιώνα.

Τότε μια κοπέλα από το χωριό που την έλεγαν Ντάρια, ήταν νοσοκόμα, πήρε την Αλλιώνα και τη φυγάδευσε. Αυτό εξόργισε τον Αλεξάντερ και τα αδέρφια του και κυνήγησαν τη Ντάρια και την Αλλιώνα.

Στο χωριό υπάρχει ένα παλιό πηγάδι. Εκεί τις πρόλαβαν και πριν προλάβουν να φωνάξουν βοήθεια τις δολοφόνησαν και τις πέταξαν στο πηγάδι.

Από τότε την ίδια μέρα κάθε χρόνο η Αλλιώνα ψάχνει δικαίωση για τον άδικο χαμό της και με μίσος εκδικείται όποιον άνδρα βρεθεί στη συγκεκριμένη στιγμή, στο συγκεκριμένο σημείο.

Τότε σηκώθηκα συνεπαρμένος από την ιστορία.

-Και γιατί δεν με σκότωσε και έμενα; ρώτησα.

-Γιατί σε έσωσε η σύζυγος σου που ήταν μαζί σου εκείνη την στιγμή. Μου απάντησε.

-Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να απολαύσεις τις διακοπές σου και να το ξεχάσεις. Συνέχισε χαμογελώντας.

Και έτσι και έγινε.

Πέρασα υπέροχα τις διακοπές μου, απόλαυσα τα ήθη και τα έθιμα, την παραδοσιακή κουζίνα, είδα τις ομορφιές του Καυκάσου και γύρισα στην Ελλάδα με πολλά δώρα και με υποσχέσεις πως σύντομα θα ξανά επισκεφθώ το τόπο τους.

Όταν γύρισα στην Αθήνα, ένα βραδάκι αποφάσισα να τακτοποιήσω τις φωτογραφίες και τα βίντεο που τραβήξαμε από τις διακοπές μας στο Καύκασο. Σε ένα φορητό σκληρό δίσκο.

Έβλεπα τις φωτογραφίες μια μια και με έπιασε μια γλυκιά νοσταλγία, ήθελα πολύ να επισκεφθώ το ίδιο μέρος ξανά αλλά καλύτερα να πήγαινα καλοκαίρι και όχι το χειμώνα γιατί είναι πολύ βαρύς.

Οι σκέψεις μου διακόπηκαν όσο έβλεπα τις φωτογραφίες. Πίσω από τα γελαστά μας πρόσωπα και τις ξένοιαστες  στιγμές είδα κάτι σαν σκιά πίσω από μένα.

Έκανα ζούμ και είδα την Αλλιώνα.

Ήταν σαν σκιά στο τοίχο, πίσω από δέντρα, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.

Όχι σε μια φωτογραφία αλλά σε όλες, με έπιασε πανικός. Η ανάσα μου έβγαινε με δυσκολία. Ένιωσα το χέρι της συζύγου μου να με ηρεμεί. Που μάλλον ξύπνησε από την ταραχή μου.

-Κοίτα, κοίτα. Της λέω έντρομος.

Και τότε άκουσα έναν ψίθυρο που ανατρίχιασα ολόκληρος.

– Ty prinadlezhish’ mne( Τι πρινάντλεζις μνέ) (μου ανήκεις, στα Ρώσικα).

===============

Ευχαριστούμε τον Dimitris Kan για την ιστορία του

===============

Στοιχειωμένα Σπίτια: Οι φωνές στις σκάλες.


Μία ιστορία θα σας διηγηθώ που έγιναν σε συγγενικά μου άτομα σε ένα χωριό της Κρήτης και που μέχρι και σήμερα γίνεται θέμα συζήτησης με την πρώτη ευκαιρία μεταξύ αυτών που το έζησαν.

Πριν 18 χρόνια περίπου πέθανε ο πρώτος μου θείος. Η κηδεία έγινε στο πατρικό του στο χωριό και το ίδιο βράδυ έμειναν για να κοιμηθούν μαζί με την μάνα του (γιαγιά μου) συγγενείς για να μην την αφήσουν μονή.

Το σπίτι είναι διώροφο και σε περιοχή με απόλυτη σιγαλιά τη νύχτα. Στο ισόγειο είναι η κουζίνα και σαλόνι και στον όροφο τα υπνοδωμάτια στα οποία βγαίνεις μέσω εσωτερικής σκάλας.

Τη νύχτα αυτή λοιπόν και ενώ ήταν όλοι ξαπλωμένοι, άρχισαν να ακούγονται φωνές στο ισόγειο ακριβώς στην σκάλα. Δυο άτομα να μιλάνε μεταξύ τους δυνατά ΑΛΛΑ χωρίς να καταλαβαίνεις τι λένε.

Ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πάει καλά ήταν ο ένας εκ των αδελφών του θανούντα. Ήταν ο μόνος που ήταν ξύπνιος εκείνη τη στιγμή. Χωρίς να το σκεφτεί άρχισε να κατεβαίνει σιγά σιγά τα σκαλιά.

Οι φωνές τώρα είχαν γίνει πιο έντονες στο σημείο κάτω της σκάλας. Σαστισμένος έμεινε εκεί δυο λεπτά. Οι φωνές όλο και γίνονταν εντονότερες, αλλά δεν έβλεπε κανέναν. Έντρομος ανεβαίνει πάνω. Εν τω μεταξύ είχαν ξυπνήσει και οι υπόλοιποι. Άκουγαν και αυτοί το ίδιο. Δεν πίστευαν στην κυριολεξία στ’ αυτιά τους.

Το φαινόμενο κράτησε για κάμποση ώρα. Δυο συγγενείς έφυγαν από το φόβο τους από το σπίτι και ακόμα και σήμερα δεν έχουν πατήσει τα πόδια τους παρά τα πολλά χρόνια που έχουν περάσει και οι άλλοι δεν κοιμήθηκαν όλο το βράδυ.

Την επόμενη έφεραν ιερέα και διάβασε ακριβώς στο σημείο εκείνο με την ελπίδα να μην ξανανιώσει ούτε σ’ αυτούς ούτε σε κανέναν άλλο αυτό το φαινόμενο.

Ιστορία από: Γεώργιος ο Κρης.

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 3ο Μέρος.


Αφότου βγήκαμε από το δωμάτιο γεμάτοι θάρρος προχωρήσαμε και ανεβήκαμε τις σκάλες που οδηγούσαν στη δεξαμενή του αντικειμένου SCP-173.

Β: Που λες να είναι αυτό το πράγμα τώρα; Δεν έχουμε κανένα στοιχείο. Επίσης δεν θα μπορέσουμε να το «σπρώξουμε» γιατί δεν κουνιέται από τη θέση του και τέλος αν ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας θα μας σκοτώσει επιτόπου. Για πες μου πως θα το βάλουμε πάλι μέσα στη δεξαμενή, ε;

Α: Αν δε σταματήσεις να μιλάς πως θα σκεφτώ ε, και στο κάτω κάτω αν κάνεις πολύ φασαρία τότε θα μας ακούσει και θα πεθάνουμε πολύ νωρίτερα από ότι ελπίζουμε, εντάξει;

B: Καλά ντε.

Και δυο τους προσπαθούσαν να σκεφτούν κάποιο τρόπο για να βάλουν το SCP-173 πίσω στο κελί του. Πέρασε πολύ ώρα και τελικά Bill κατάφερε να σκεφτεί κάτι:

Β: Ε, το SCP-173 κουνιέται μόνο όταν δε κοιτάμε σωστά;

Α: Ναι αλλά αν δε το κοιτάμε για πολύ ώρα θα πεθάνουμε.

Β: Ναι λοιπόν πες μου ότι ξέρεις για αυτό το πράγμα.

Αφού ο Arthur είπε στον  Bill ότι ήξερε για το αντικείμενο του είπε:

Β: Λοιπόν άκου προσεχτικά… θα βρούμε το SCP και μόλις το δούμε θα αρχίσουμε να προχωράμε γρήγορα προς τα πίσω αλλά χωρίς να του γυρίσουμε τη πλάτη γιατί θα είναι απλά αυτοκτονία. Έτσι όταν θα κλείνουμε τα μάτια μας απλά θα έρχεται κοντά μας. Με αυτό τον τρόπο θα το παρασύρουμε στη δεξαμενή και κάποιος από εμάς θα πρέπει να μπει μέσα στη δεξαμενή για να το παρασύρει. Τότε ο άλλος θα κλείσει τη πόρτα αφού πρώτα είναι και οι δύο έξω και αυτό ήταν. Τι λες; Συμφωνείς;

Α: Πιστεύεις πως θα πιάσει και κατά αρχάς πως θα βρούμε το SCP ε;

Β: Απλά ακολούθα το δρόμο όπου όλοι οι νεκροί έχουν σπασμένους λαιμούς.

Α: Αμ, εντάξει.

Μετά από πολύ περπάτημα και πολλές ώρες καταφέραμε να βρούμε το SCP. Ήταν μέσα στο δωμάτιο που είχα βρει το φύλακα που μου είχε δώσει το όπλο, φαίνεται πως το θέατρο δεν έπιασε σε αυτό το τέρας. Το SCP κοιτούσε το τοίχο όπως κάνει πάντα δηλαδή και προσπαθούσαμε να του τραβήξουμε τη προσοχή. Όμως δε μπορούσαμε να πλησιάσουμε πολύ. Φωνάζαμε πολλή ώρα και τότε θυμήθηκα πως έχω όπλο επάνω μου:

Β: Πυροβόλα το, δεν είπες πως έχεις όπλο μαζί σου;

Α: Ναι αυτός εδώ ο φύλακας μου το είχε δώσει.

Μπαμ. Τότε εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη κατεύθυνση από την οποία ήρθαμε.

Α: Ε, πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια. Να το κάνουμε μαζί για να κουνηθεί.

Όταν ανοιγοκλείσαμε τα μάτια είδαμε το SCP μπροστά μας. Αρχίσαμε να τρέχουμε πιο γρήγορα για να φτάσουμε  στο θάλαμο. Αλλά έπρεπε να βλέπουμε και που πάμε. Έτσι κάποιος από εμάς έπρεπε να γυρίσει και να κοιτάξει το δρόμο.

Β: Περίμενε λίγο να κοιτάξω μη πέσουμε σε κάνα τοίχο.

Α: Οκ. Αλλά θυμάσαι το δρόμο καθόλου;

Β: Αχ, όχι, μπορείς να γυρίσεις εσύ;

Α: Καλά… λοιπόν στρίψε αριστερά και μετά όλο ευθεία.

Β: Εντάξει. Όλο ευθεία είπες ε, ναι.

Όταν οι ήρωες μας έφτασαν στο θάλαμο ο Bill μπήκε μέσα για να παρασύρει το SCP-173 μέσα στο θάλαμο. Αφού μπήκε τότε ο Bill βγήκε γρήγορα χωρίς να σταματήσει να το κοιτάει και είπε στον Arthur να κλείσει τη πόρτα.

Α: Πάει το πρώτο.

Β: Ναι αλλά τώρα πρέπει να βάλουμε πίσω το SCP-049 και αυτό έχει ίδια νοημοσύνη με των ανθρώπων. Τι θα κάνουμε λοιπόν;

Α: Κάποιος πρέπει να γίνει το δόλωμα για να το πείσει να μπει μέσα.

Β: Από ότι ξέρω αυτό το SCP θεωρείται «γιατρός». Επίσης μέσα στο κελί του έχει διάφορα μηχανήματα εργαστηρίου.

Α: Α!! Το βρήκα. Bill θέλω να μου πυροβολήσεις το πόδι. Αλλά να περάσει ξυστά μη μου το χτυπήσεις σοβαρά, εντάξει;

Β: Μη μου πεις ότι θα μπεις εκεί μέσα… μαζί του.

Α: Για πες μου κάτι άλλο.

Β: Καλώς. Ετοιμάσου γιατί θα πονέσει.

Α: Κάντο!

Β: Ρε σίγουρος είσαι;

Α: Κάντο ντε!!!!

Μπαμ!!!!!!!

Α: Αααααα!!!

Β: Στο είπα ότι θα πονέσει. Περίμενε έρχεται.

SCP-049: Τι έπαθες;!!

Α: Ααααα, πονάω!!!!!!!!

Β: Πυροβολήθηκε από έναν φύλακα. Μπορείς να τον κάνεις καλά;

SCP-049:  Ναι φέρτε τον στο κελί μου. Βασικά ξέρετε που είναι το κελί μου;

Β: Ναι. Πάμε γρήγορα.

Αφού φτάσανε «στο εργαστήριο» ο «γιατρός» πήγε να κάνει μια μικρή εγχείριση στο πόδι του.

Τότε ο Arthur έδωσε μια μπουνιά στο SCP και προσπάθησε να τρέξει προς τη πόρτα του κελιού.

Β: Γρήγορα!!!!!!

Α: Α, βγήκα κλείσε τη πόρτα.

Β: Τα καταφέραμε!!!!

Α: Ναι, και τώρα πάνε σε κανένα κανονικό ιατρό

Β: Χαχα. Εντάξει.

Πέθαναν πολλά άτομα εκείνη τη μέρα. Μόλις όλα μπήκαν στη σειρά οι δύο ήρωες παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους και επέστρεψαν σπίτια τους. Ο Arthur είπε την αλήθεια στην οικογένεια του όχι όμως για το ίδρυμα αλλά για το ότι δούλευε σε ταβέρνα και ο Bill μετακόμισε στη γειτονιά του Arthur. Μαζί με τη βοήθεια της οικογένειας και ενός ειδικού έφτιαξαν ένα βιντεοπαιχνίδι με όλα τα SCP που υπήρχαν στο ίδρυμα και έβγαλαν εκατομμύρια. Από τότε προσπάθησαν να κρατήσουν μυστικό από όλους ότι είδαν εκεί.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη με το email cheatteach@gmail.com για την ιστορία του

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 2ο Μέρος.


Μόλις μπήκαμε αντικρίσαμε το αντικείμενο. Είχε σχήμα φιστικιού και κοιτούσε τον τοίχο απέναντι μας. Τότε ακούσαμε τους φύλακες να μας λένε:

Ασφάλεια: Ο αριθμός D-3721 να πλησιάσει το αντικείμενο SCP-173.

Ο αριθμός αυτός ήταν του πρώτου ατόμου στη σειρά. Όταν έφτασε μπροστά του, του γύρισε τη πλάτη και μας είπε

D-3721: Δεν έγινε τίποτα παιδιά, ελάτε είναι ασφαλές.

Τότε του φωνάξαμε μαζί «Προσοχή!!!».

D-3721: Γιατί τι έγινε;

Όταν γύρισε είδε το αντικείμενο μπροστά στα μάτια του. Από το φόβο άρχισε να τρέχει προς εμάς. Ξαφνικά είδαμε τον άντρα πεσμένο νεκρό στο πάτωμα και το αντικείμενο να μας κοιτάζει.

Τότε εγώ είπα στον διπλανό μου.

Α: Φίλε πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου εσύ συνέχυσε να το κοιτάς, εντάξει;

D-9563: Έγινε.

Μετά από το πολύ 5 δεύτερα το αντικείμενο άρχισε να τρέμει. Τότε η πόρτα άνοιξε και οι φύλακες μας είπαν βγούμε. Όμως έτσι το αντικείμενο βρήκε την ευκαιρία να σκοτώσει και τον D-9563. Μόλις έπεσε κάτω νεκρός το αντικείμενο με κοιτούσε. Έκλεισα τα μάτια μου από το φόβο μου κατά λάθος και τότε σκέφτηκα:

Α: (Ωχ, έκανα μεγάλη βλακεία τώρα θα πεθάνω κι εγώ. Γιατί να πεθάνω τόσο νέος. Έχω να κάνω πολλά ακόμα στη ζωή μου. Αντίο κόσμε.)

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα το αντικείμενο μπροστά μου. Με κοιτούσε απλά και δεν έκανε τίποτα άλλο. Εγώ έκανα σιγά πίσω χωρίς να το χάσω από τα μάτια μου. Βγήκα από τη δεξαμενή και πήγα πίσω στο χώρο όπου ο φύλακας μου είχε δώσει το χαρτί με της πληροφορίες που χρειαζόμουν για το πράγμα αυτό.

Άκουσα τότε πυροβολισμούς και ουρλιαχτά από την αίθουσα. Γεμάτος φόβο κατέβηκα κάτι σκάλες που υπήρχαν αριστερά μου και κρύφτηκα εκεί. Προσπαθούσα να κάνω ησυχία αλλά η καρδιά μου χτυπούσε πολύ δυνατά κα ακουγόταν μέχρι τον επάνω όροφο. Μόλις πέρασαν μερικά λεπτά ανέβηκα επάνω να δω τι έγινε.

Στο πάτωμα υπήρχαν και οι δύο φύλακες που με είχαν συνοδέψει πριν και μέσα στο χώρο που βρισκόταν το αντικείμενο οι άλλοι δύο. Όμως το αντικείμενο δεν τους είχε κατασπαράξει απλά τους είχε σπάσει το λαιμό. Και στους τέσσερεις φαίνονταν κόκαλα να βγαίνουν από το λαιμό. Μα του ούτε αίμα ούτε τίποτα άλλο. Βγήκα από την αίθουσα και κατέβηκα πάλι τις σκάλες που είχα κατεβεί και πιο πριν. Κάτω υπήρχαν γραφεία, πολλά γραφεία.   

Προχώρησα λίγο και έφτασα στο τέλος της αίθουσας. Τότε είδα πάλι το αντικείμενο να κοιτάει το τοίχο. Τρομοκρατημένος προχώρησα πάλι προς τα πίσω για να μην με καταλάβει. Ανέβηκα τις σκάλες. Δεν ήθελα να ξαναπάω ποτέ εκεί κάτω. Όταν ανέβηκα πήρα το δρόμο που είχα πάρει και με τους φύλακες για να με φέρουν στην αίθουσα. Πίστευα ότι εφόσον η πόρτα ήταν αρκετά σκληρή θα μπορούσε να συγκρατήσει το αντικείμενο από το να τη σπάσει. Όμως όταν έφτασα στο δωμάτιο μου είδα τη πόρτα πεσμένη στο πάτωμα. Είδα τι είχε γίνει μέσα, είχε ένα φύλακα νεκρό πάνω στο γραφείο μου. Όμως κανένα SCP-173. Μπήκα μέσα και είδα τον φύλακα. Τότε ο φύλακας σηκώθηκε και μου είπε ψιθυριστά

Φυλ: Πέσε κάτω.

Α: Γιατί, τι έγινε;

Φυλ: Θες να ζήσεις ή όχι, ρε; Πέσε κάτω τώρα.

Α: Μ..μ… μάλιστα κύριε.

Όμως δεν μπορούσα να κάθομαι και να κάνω τον νεκρό. Έπρεπε να βγω και να βοηθήσω.

Α: Συγνώμη κύριε μπορώ να πάρω το όπλο σας;

Φυλ: Δεν θες να ζήσεις, ε. Πολύ καλά όμως το μη ξαναέρθεις σε αυτό το χώρο.

Α: Μάλιστα κύριε.

Βγήκα από το δωμάτιο και προχώρησα ευθεία. Τότε πέρασα από μια πόρτα με ένα χαρτί απ’ έξω που έλεγε SCP-096.

Α: ( Περίμενε υπάρχουν και άλλα τέτοια πράγματα;)

Μπήκα μέσα και είδα μια αίθουσα με ενισχυμένους τοίχους και ένα γραφείο με ένα τζάμι μπροστά. Πίσω από το τζάμι υπήρχε ένας ατσάλινος κύβος. Ακούγονταν μουγκρητά και ένα άτομο να κλαίει. Είδα ένα χαρτί που έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής ανιτικειμένου SCP-096

Το αντικείμενο SCP-096 πρέπει να κρατιέται συνεχώς υπό επιτήρηση σε ένα σιδερένιο κλουβί διαστάσεων 5 x 5 x 5 κάθε στιγμή. Πρέπει το κλουβί να επιτηρήται συχνά για τυχόν ρωγμές ή τρύπες. Μέσα στο κλουβί δεν πρέπει να υπάρχει καμία κάμερα ή κάποιο άλλο μέσο παρατήρησης.

Περιγραφή:

Το αντικείμενο SCP-096 έχει ύψος 2.38 μ. Το αντικείμεο δεν δείχνει πολύ μυική μάζα. Δεν είναι ακόμα γνώστο αν το αντικείμενο είναι τυφλό ή όχι. Ο εγκέφαλός του αντικειμένου δεν βρίσκεται σε υψυλό επίπεδο και δεν ενδιαφέρεται για άλλα αντικείμενα ή ανθρώπους.

To αντικείμενο είναι αρκετά υπάκουο. Ωστόσο αν κάποιος δεί το πρόσωπο του αντικειμένου, είτε κανονικά είτε μέσω κάμερας τότε το αντικείμενο θα μπει σε μια φάση ντροπής βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπό του, ουρλιάζοντας και κλαίγοντας. Το άτομο που είδε το πρόσωπο του SCP-096 είναι γνωστό και ως SCP-096-1. Μολίς περάσουν το πολύ δυο λεπτά τότε το αντικείμενο θα τρέξει προς το άτομο πού που είδε το πρόσωπό του με σκοπό να το σκοτώσει. Εκείνη τη στιγμή κάθε είδος όπλου είναι άχριστο.

Μόλις το αντικείμενο φτάσει στη τοποθεσία του SCP-096-1 τότε θα το σκοτωσεί και δε θα αφήσει τίποτα, με λίγα λόγια θα το φάει. Τότε το αντικείμενο θα κάτσει κάτω και θα του πάρει το πολύ 5 λεπτά για να ξαναγίνει υπάκουο.

Α: Ωχ καλύτερα να βγώ από’ δω καλού κακού, μη πατήσω τίποτα και βγεί κι αυτό έξω.

Αφού προχώρησα είδα κάτι σκάλες και μια πινάκιδα που έλεγε πως οδηγούν προς τη καφετέρεια.

Α: (Πως και έχει καφετέρεια αυτό το μέρος; Μάλλον κυλικείο θα εννοεί).

Αφού κατέβηκα τις σκάλες είδα τη καφετέρεια. Ώντως είχε καφετέρεια. Εκεί είδα δύο φύλακες να μιλάνε αλλα δεν ήταν κανονικοί φύλακες είχαν κάτι το διαφορετικό πάνω τους που δε μπορούσα να το καταλάβω. Όταν τους πλησίασα είδα ότι είχαν αίματα πάνω τους. Σκέφτηκα οτί μπορεί να ήταν επειδή θα σκότωσαν κάποιο SCP. Τους πλησίασα και τους είπα:

Α: Συγνώμη αλλά ένα αντικείμενο έχει αποδράσει, μπορείτε να με βοηθήσετε; Δε ξέρω ακόμα αυτό το μέρος, σήμερα είναι η πρώτη μου μέρα. Τότε γύρισαν και με κοιτάξαν. Τους είδα και κατάλαβα τι το διαφορετικό είχαν πάνω τους. Ήταν σαν ζόμπι και το μισό τους σώμα ήταν γεμάτο πληγές. Έτρεξα φοβισμένος και σκεφτόμουν αν ήταν κι αυτά SCP. Τότε αντίκρισα έναν άντρα με μία μασκά πουλιού κι έναν μανδύα. Και του είπα:

Α: Μη πάτε προς τα εκεί είναι δύο φύλακες που έχουν γίνει ζόμπι. Μη τους πλησιάσετε ποιος ξέρει τι θα σας κάνουν. Μπορείτε να με βοηθήσετε;

Τότε ο άντρας μου είπε με μια απόκοσμη ρομποτική φώνη:

Αγν: Αχ, ακόμα ένα θύμα της νόσου.

Α: Ποιας αρρώστιας, σας λέω πρέπει να τρέξετε.

Αγν: Μη φοβάσαι είμαι η θεραπεία.

Τότε άκουσα τη φωνή ένος φύλακα να μου λέει:

Φυλ: Μη τον πλησιάζεις, θα σε σκοτώσει δεν είναι άνθρωπος.

Α: Ε;

Φυλ: Είναι το SCP-049, αν σε πιάσει θα πεθάνεις τρέχα τώρα!!!!!

SCP-049: Μην ανυσηχείς είμαι η θεράπεία.

Α: Α, φύγε από μπροστά μου

Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και τότε άκουσα πυροβολισμούς. Πρέπει ο φύλακας να προσπάθησε να σκοτώσει εκείνο το πράγμα.

Μετά από πολύ τρέξιμο άκουσα κλάματα, σκέφτηκα πως ήταν πάλι εκείνο το SCP-096 και πως θα κατάφερε να βγει από το κλουβί του. Για να κρυφτώ μπήκα στο θάλαμο του SCP-294. Ήταν μια απλή μηχανή από αυτή που παίρνεις αναψυκτικά και τέτοια. Μόλις μπήκα μέσα είδα έναν άλλο άντρα της τάξης D. Έκλεγαι αν και δεν ήξερα γιατί.

Α: Γιατί κάθεσαι και κλαίς, ε;

Άγνωστος: Α, βοήθεια!!!! Όχι περίμενε είσαι άνθρωπος.

Α: Τι νόμιζες;

Άγνωστος: Άσε, τίποτα. Είμαι ο Bill εσύ;

Α: Arthur.

Β: Χάρηκα για τη γνωριμία. Κάτι πρέπει να κάνουμε, δε μπορούμε να καθόμαστε.

Α: Να εγώ έχω αυτό το όπλο, εσύ έχεις κανένα πάνω σου;

Β: Όχι

A: Δε πειράζει. Ξέρεις τι σκέφτομαι; Πρέπει να προσπαθήσουμε να βάλουμε κάποιο SCP πίσω στο κελί του.

Β: Μα είμαστε απλά από τη τάξη D, δε μπορουμε να κάνουμε τίποτα.

Α: Ε, και εγώ λέω ότι μπορούμε και θα το κάνουμε, τι λές λοιπόν;

Β: Πολύ καλά λοιπόν. Αλλά αν πεθάνουμε θα είναι δικό σου λάθος, κατάλαβες;

Α: Ενταξει. Λοιπόν πάμε να δείξουμε σε όλους ότι η τάξη D μπορεί να κάνει κάτι από το να πεθαίνουν άτομα συνεχώς στα τέστ.

Β: Έγινε πάμε λοιπόν.

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, Μέρος 1ο.


Το παρακάτω κείμενο περιγράφει την ιστορία του Arthur House ο οποίος ζει στην Καλιφόρνια και είναι 36 ετών. Έχει βάλει συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό επιβίωσης υπό δύσκολες συνθήκες. Το βραβείο του διαγωνισμού είναι ένας μήνας δωρεάν εργασία στο ίδρυμα SCP. Μάλιστα αν η απόδοσή του στη δουλειά είναι αρκετά καλή τότε μπορεί να πιάσει δουλειά εκεί εφόσον ο ήρωας μας είναι άνεργος. Πέρασαν πέντε μέρος αφότου τέλειωσε ο διαγωνισμός και τα αποτελέσματα θα βγουν δημοσίως σε δυο μέρες.

Παρασκευή 16 Ιουνίου

Ο Arthur ξαπλώνει στο καναπέ ψάχνοντας θέσεις στο ίντερνετ σε περίπτωση που δεν νικήσει το διαγωνισμό.

Α: (Μακάρι να νικήσω. Θα είναι μια μοναδική εμπειρία εκεί. Φυσικά δεν έχω ξανακάνει κάποια δουλειά αλλά θα εξοικειωθώ γρήγορα, δε μπορεί. Μακάρι μόνο να νικήσω γιατί δεν βλέπω καμιά ελεύθερη θέση πουθενά αλλού. Αααχχχ.) Σκέφτεται ο Arthur.

Λοιπόν ήρθε η ώρα για βόλτα.

O Arthur συχνάζει σε ένα μικρό καφενείο μαζί με τον μικρότερο αδερφό του τον Jonathan ο οποίος είναι εργάτης στο λιμάνι. Είναι 27 ετών και ζει με τους γονείς τους.

A: Πως πάνε οι δουλειές λοιπόν;

J: Καλά, εσύ τι κάνεις βρήκες καμιά δουλειά να μου ξεπληρώσεις τα χρέη για τους καφέδες; Χαχαχαχα.

Α: Ναι, ναι γέλα εσύ να ξέρεις πως θα βρω δουλειά σύντομα (αν νικήσω δηλαδή).

J: Μπα, πως και. Τι έκανες και λες πως βρήκες δουλειά. Αγγελίες;

Α: Εεε… Φυσικά τι νόμιζες.

J: Μπράβο ρε αδελφέ, συγχαρητήρια. Και τι δουλειά είναι αυτή;

Α: Ααα σε μια ταβέρνα να με πήραν λόγο έλλειψης προσωπικού.

J: Ωραία έτσι θα ξεπληρώνεις με ένα δωρεάν γεύμα, χαχαχαχαχα

Α: Ναι, βεβαίως … χαχαχαχα.

Ο Arthur γυρνάει σπίτι του γεμάτος άγχος.

A: Τι θα γίνει αν δε με πάρουν; Θα καταλήξω στους δρόμους; Δεν αντέχω την ιδέα να ζητιανεύω από καθάρματα που θα γελούν πίσω από τη πλάτη μου. Θεέ μου ας με πάρουν σε παρακαλώ.

Σάββατο 17 Ιουνίου

Το επόμενο πρωί κατά τις 12:30 χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Ο Arthur πηγαίνει στη πόρτα και γεμάτος απορία βλέπει τους γονείς του με τον αδερφό του.

Α: Τι κάνετε όλοι εδώ ρε παιδιά μεσημεριάτικα;

J: Να σου πούμε συγχαρητήρια για τη δουλειά. Άντε δε μπούμε μέσα;

Α: Ναι περάστε, και το ρωτάτε;

Όλη την υπόλοιπη μέρα η οικογένεια του ήταν στο σπίτι του Arthur γιορτάζοντας για την υποτιθέμενη δουλειά του.

Κυριακή 18 Ιουνίου: Ημέρα της απονομής των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού.

Α: Λοιπόν σήμερα είναι η ημέρα της κρίσης. Πρέπει να χαλαρώσω, θα τα έχω πάει καλά, ουφ.

Το απόγευμα στις 5:10 χτύπησε το κουδούνι. Ο Arthur άνοιξε την πόρτα και είδε δύο άντρες στα μαύρα να του λένε πως νίκησε. Ήταν κατενθουσιασμένος με αυτά που άκουγε.

Α1: Κύριε μπορείτε να έρθετε κοντά μου παρακαλώ;

Α: Ναι.

Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από πολλές ώρες ο ήρωας μας ξύπνησε σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, πάνω σε ένα κρεβάτι με ένα χαρτί στο στήθος που έλεγε:

«Οδηγίες για το προσωπικό την τάξης D.

Σύμφωνα με το ίδρυμα SCP Foundation και το προσωπικό μας σας καλωσορίζουμε σε μια περίοδο ενός μήνα σε μια από τις πιο κρυφές εταιρίες στον κόσμο. Δυστυχώς ο τομέας εργασίας που σε έχει ανατεθεί δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά παρακαλώ διαβάστε αυτό το έγγραφο προσεχτικά για να μείνετε όσο πιο ασφαλής και ευχαριστημένοι γίνετε.

Σε κάθε εργαζόμενο της τάξης D έχει δοθεί ένα αριθμός. Ο δικός σας είναι D-9341. Σας παρακαλούμε πολύ να θυμάστε τον αριθμό σας γιατί θα σας φωνάζουν με αυτόν από τώρα

Κατά την διαμονή σας στο ίδρυμα θα παίρνετε μέρος σε διάφορα τεστ. Κάποια από αυτά πιθανότατα θα είναι πολύ επικίνδυνα αν δε υπάρχει μέγιστη προσοχή. Για αυτό χρειαζόμαστε πλήρη συγκέντρωση σε κάθε περίσταση. Οι κορυφαίας κλίμακας ειδικοί μας θα σας ενημερώνουν για τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που θα πρέπει να υπάρχουν στα τεστ. Αν αποτύχετε στα τεστ θα γυρίσετε στο σπίτι σας νεκρός.

Αν όλα πάνε καλά θα είστε ελεύθεροι να φύγετε ή να κάτσετε στο τέλος του μήνα».

Γεμάτος απορία και λίγο φόβο να πούμε την αλήθεια ο Arthur άκουσε βήματα πίσω από την σιδερένια πόρτα του δωματίου.

Φυλ.1: Ασφάλειά, θέλω να ανοίξετε το κελί 311.

Α: (περίμενε κελί είναι αυτό;)

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η σιδερένια πόρτα άνοιξε και είδα δύο φύλακες με όπλα να με κοιτάνε.

Φυλ.1: Ει, εσύ. Έχουν μια δουλεία για σένα, κάνε μου τη χάρη και βγες από το κελί.

Ήμουν πολύ μπερδεμένος και δεν είχα καταλάβει τι μου έλεγε.

Φυλ.1: Τι στο, ηλίθιος είσαι ή κάτι, είπα βγες από το κελί. Αν δε βγεις από το κελί θα σε πυροβολήσω.

Α: Ααα, ναι μάλιστα συγνώμη.

Φυλ.1: Απλά ακολούθησε με. Ο, παρεμπιπτόντως είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε ανθρώπους της τάξης D αν δε κάνουν σωστά τη δουλειά τους οπότε μη κάνεις καμιά βλακεία, κατάλαβες;

Α: Μάλιστα κύριε.

Περνούσαμε από έναν σκοτεινό διάδρομο όταν:

Φυλ.1: Ααα, λοιπόν πως πάνε τα πράγματα

Α: Μι..Μι..Μιλάς σε εμένα;

Φυλ.1: Φυσικά μιλάω σε εσένα βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω;

Α: Τίποτα απλώς είμαι λίγο ενθουσιασμένος γιατί είναι η πρώτη φορά που μιλάς κανονικά.

Φυλ.1: Ε, ναι είναι η πρώτη σου μέρα δουλειά σε αυτό το μέρος.

Περπατήσαμε λίγο ακόμη και φτάσαμε σε ένα δωμάτιο με μία μεγάλη σιδερένια πόρτα.

Φυλ.1: Λοιπόν φτάσαμε. Μπες μέσα και ακολούθα προσεχτικά όλες τις οδηγίες που θα σου δώσουν και εε λογικά, θα είσαι καλά… ή μπορεί και να μην είσαι. Βασικά, απλά μπες μέσα. Α, και πριν μπεις διάβασε προσεχτικά αυτό.

Μου έδωσε ένα χαρτί με μια παράξενη εικόνα.

A: Τι είναι αυτό;

Φυλ.1: Το πράγμα που θα βρεις εκεί μέσα.

Το χαρτί έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής αντικειμένου SCP-173:

Το αντικείμενο SCP-173 πρέπει να κρατιέται σε μία κλειδωμένη δεξαμενή κάθε στιγμή. Όταν πρόκειται το προσωπικό να εισέλθει στη δεξαμενή, τουλάχιστον τρία άτομα πρέπει να μπούν και να κλειδώσει η πόρτα πίσω τους. Ανα πάσα στιγμή πρέπει τουλάχιστον δυο άτομα να έχουν οπτική επάφη με το αντικείμενο SCP-173 μέχρι να τους δοθεί άδεια να βγουν από το θάλαμο.

Περιγραφή:

Η προέλευσή του δεν είναι ακόμη γνωστή. Είναι φτιαγμένο από σκυρόδεμα και σχέδια από σπρέι. Tο αντικείμενο είναι ζωντανό και εξαιρετικά εχθρικό. Το αντικείμενο δεν μπορεί να κουνηθεί όταν υπάρχει οπτική επαφή. Η οπτική επαφή με το αντικείμενο δεν πρέπει να χαθεί.

Το αντικείμενο επιτίθεται βαρώντας πάρα πολύ δυνατά το λαιμό στη βάση του κρανίου ή πνίγοντάς το.

Αφού το διάβασα με ελουσε κρύος ιδρώτας. Όταν μπήκα στον θάλαμο που βρισκόταν η δεξαμενή είδα άλλα δυο άτομα της τάξης D να με περιμένουν μπροστά από τη πόρτα. Τότε ακούσαμε τον φύλακα.

Φυλ: Ασφάλεια, άνοιξε τη πόρτα του αντικειμένου SCP-173.

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η πόρτα άνοιξε και αντικρίσαμε έναν τεράστιο θάλαμο με αίμα στο πάτωμα και το αντικείμενο να κοιτάει τον τοίχο.

Φυλ: Τι περιμένετε μπείτε λοιπόν.

Αρέσει σε %d bloggers: