Μυστήριο: Η Γυναίκα Με Τα Γκρίζα Μάτια.


Λονδίνο 1870 και ο νεαρός Τζέιμς περπατάει στα σκοτεινά σοκάκια με μόνη συντροφιά, το ολόγιομο φεγγάρι και τις σκιές της νύχτας. Από κάπου ακούγονται οι τροχοί μιας άμαξας, σαν να περνάει από δίπλα του και να εξαφανίζεται, καταπίνοντας την το άγριο σκοτάδι. Κάπου κοντά,  τα γέλια από μια παρέα αντρών, σκίζουν την σιωπή της νύχτας αλλά τον Τζέιμς φαίνεται να μην τον αγγίζει τίποτα.

Συνεχίζει σαν αερικό  που απλά βγήκε να απολαύσει την σιωπή του σκοτεινού Λονδίνου. Πριν μια ώρα την είδε, αυτή, που με τα γκρίζα της ματιά τον έκανε να φαντάζεται άγριες καταιγίδες, με τα μακριά ξανθά της μαλλιά το ανοιξιάτικο χάδι του ήλιου στο πρόσωπο του και με το γλυκό χαμόγελο της τον έκανε να φαντάζεσαι οικογένεια, την δική του οικογένεια, μαζί της. Του υποσχέθηκε ότι θα τον ξανασυναντήσει αύριο, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο αλλά μόνοι τους στο λονδρέζικο ποτάμι, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των κατοίκων της πόλης.

Η νύχτα πέρασε πιο αργά απ’ ότι δίνει ο χειμώνας την θέση του στην άνοιξη. Το όμορφο πρωινό δεν γλύκανε την ανυπομονησία του και τα Χαρούμενα γέλια των παιδιών, δεν καταλάγιασαν τον φόβο του για το αν θα κατάφερνε να συναντήσει την αγαπημένη του την νύχτα.

Οι ώρες πέρασαν και η στιγμή έφτασε για τον νεαρό Τζέιμς. Έκανε την ίδια διαδρομή όπως το προηγούμενο βράδυ, σαν να φοβόταν πως αν αλλάξει το παραμικρό, ίσως αυτή εξαφανιζόταν, σαν κάτι το ονειρικό, το εξωπραγματικό. Με αυτές τις σκέψεις να γυροφέρνουν το θολωμένο του μυαλό, την είδε εκεί, στο ίδιο σημείο να τον κοιτάει  με τα μεγάλα γκρίζα της μάτια, τα χρυσά μαλλιά της να ανεμίζουν και το γλυκό χαμόγελο της να τον καλεί να πάει κοντά της.

Την πλησίασε και ένιωσε μια ζεστασιά στην καρδιά του. Την είδε να προχωράει και απλά, την ακολούθησε. Περπατούσε δίπλα της σε μια ήρεμη νυχτερινή βόλτα κοιτώντας το λονδρέζικο ποτάμι. Εκεί, ξαφνικά γύρισε και την ρώτησε αν θέλει να γίνει γυναίκα του. Αυτή απλά του χαμογέλασε και συνέχισε να περπατάει.

Οι ώρες πέρασαν και καθώς  πλησίαζε το ξημέρωμα, ακούστηκαν οι οπλές αλόγου. Ένας άγνωστος καβαλάρης σταμάτησε δίπλα τους, άπλωσε το χέρι στην κοπέλα και έτσι,  χωρίς ένα αντίο τον άφησε με μια γλυκιά ανάμνηση της βόλτας τους και εξαφανίστηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του.

Τα επόμενα βράδια πέρασαν βρίσκοντας τον Τζέιμς στο ίδιο σημείο που είχαν συναντηθεί αλλά αυτή ήταν άφαντη, μέχρι που ένα βράδυ, πηγαίνοντας προς το καμαράκι που νοίκιαζε την είδε να βγαίνει γρήγορα από μια άμαξα, να τρέχει προς το μέρος του και να του ψιθυρίζει μια μόνο λέξη, ΝΑΙ, Δίνοντας του ραντεβού για το επόμενο βράδυ.

Οι ώρες πέρασαν σαν μια άγρια τρικυμία από την ψυχή του και η νύχτα έφτασε. Η όμορφη νύφη του όπως του υποσχέθηκε τον περίμενε αλλά δεν ήταν μόνη της, ο καβαλάρης της προηγούμενης νύχτας ήταν εκεί, περιμένοντας με μια μεγάλη άμαξα. Η κοπέλα τον κάλεσε μέσα να μπει, μαζί της. Στην καμπίνα της άμαξας υπήρχαν μόνο αυτοί οι δύο, κλείνοντας έξω την κρύα νύχτα με τις σκιές της.

Της πρόσφερε ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα, όπως άρμοζε σε μια νύφη, την δικιά του νύφη. Τον κοίταξε με αυτά τα γκρίζα ματιά που τόσο αγάπησε. Τον άγγιξε με το λευκό χέρι της στο πρόσωπο και ένιωσε μια παγωνιά να τον διαπερνάει και να τυλίγει σαν γροθιά την καρδιά του. Του χαμογέλασε, πλησίασε το στόμα του και τον άγγιξε με τα κατακόκκινα, παγωμένα σαν το κατάλευκο χιόνι, χείλη της. Ένιωσε την καρδιά του να σταματάει, το χαμόγελο του να παγώνει, την ψυχή να αφήνει το μουδιασμένο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και το τελευταίο πράγμα που είδε,  πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ήταν τα μάτια της… Πως είχε ξεγελαστεί και δεν είχε προσέξει ότι ήταν μαύρα σαν την χειμωνιάτικη κατασκότεινη νύχτα που τον κατάπινε.

Τον βρήκαν την άλλη μέρα το πρωί, σε ένα μικρό σοκάκι με το χαμόγελο παγωμένο στα χείλη του και τα μάτια του να κοιτάνε άψυχα τον γαλάζιο ουρανό, με εάν λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι. Τα χρόνια πέρασαν και πολλοί που έτυχε να περάσουν μέχρι και σήμερα από τον τάφο του ρομαντικού Τζέιμς, είπαν ότι είδαν, εκεί δίπλα στην πλάκα που γράφει το όνομα του, το Φάντασμα της ξανθιάς κοπέλας, με το ίδιο γλυκό χαμόγελο στα χείλη, να κρατάει ένα λευκό τριαντάφυλλο… ΠΕΘΑΜΕΝΗ Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;

=======================================

Θα ήθελα να ευχαριστήσω την σελίδα σας,  για την ευκαιρία που μας δίνει να μοιραζόμαστε τις ιστορίες και τις σκέψεις μας με άλλους φίλους φαν, του είδους. Λεμπέση Ρόη.

=======================================

Φαντάσματα: Το Σπίτι Με Τις Λεβάντες.


Ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει, δεν έχει αγγίξει, δεν έχει ακούσει κάτι περίεργο, εξωπραγματικό, στην μέση της νύχτας ή ακόμα και μέρα μεσημέρι. Κάποιοι νεκροί δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι έχουνε πεθάνει, και κάποιοι ζωντανοί δεν θέλουν να αποδεχτούν τον θάνατο ενός αγαπημένου τους προσώπου.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ εκτυλίσσεται στην Ιρλανδία στα τέλη του 19ου αιώνα. Σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας λοιπόν ζούσαν δύο αδερφές οι οποίες είχαν χάσει μέσα σε ένα εξάμηνο και τους δύο γονείς τους και τους έθαψαν σε έναν λόφο, κοντά στο σπίτι τους. Είχαν μια μικρή περιουσία που τους είχε αφήσει ο πατέρας τους και το μικρό σπιτάκι που έμεναν με τους γονείς τους, το πατρικό τους, και αυτό ήταν όλο αλλά τους έφτανε και ήταν ικανοποιημένες, μιας και ήταν και οι δύο ανύπαντρες και θα παρέμεναν έτσι μιας και ήταν μεγαλοκοπέλες, για την εποχή.

Ήταν δύο όμορφες και ευγενικές κοπέλες. Η μεγάλη, πιο εξωστρεφής,  κανόνισε τα οικονομικά του σπιτιού και η μικρή,  πιο κλειστή σαν χαρακτήρας είχε αναλάβει το νοικοκυριό του σπιτιού και έτσι πέρναγαν ήρεμα τις μέρες τους.

Ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό αποφάσισαν να κάνουν έναν περίπατο στην εξοχή και με την ευκαιρία η μικρή αδερφή να μαζέψει λεβάντα, ήταν από τις αγαπημένες της ασχολίες να μαζεύει, πρωί πρωί, λεβάντα και να την χρησιμοποιεί στα πάντα, φρέσκια στα βάζα, αποξηραμένη μέσα σε μαξιλαροθήκες, ακόμα και στην μαγειρική.

Όπως είναι γνωστό,  σε αυτές τις χώρες, ο καιρός είναι απρόβλεπτος και έτσι εκείνο το πρωί τις δύο αδερφές έπιασε ξαφνική μπόρα. Πρόλαβαν και έφτασαν σπίτι σχετικά γρήγορα αλλά η μικρή αδερφή, σαν πιο ευαίσθητη που ήταν κόλλησε ένα άσχημο κρύωμα. Οι μέρες πέρναγαν μέσα σε μια αγωνία στο μικρό σπίτι. Η μεγάλη αδερφή φρόντιζε όσο μπορούσε την μικρή της αδερφή και ο γιατρός του χωριού, περνούσε δύο φορές την ημέρα για να δει την κοπέλα.

Οι μέρες πέρασαν και ο κίνδυνος φάνηκε να έφυγε. Ένα βράδυ η κοπέλα δίψασε και επειδή δεν ήθελε να ενοχλήσει την αδερφή της που κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι, αποφάσισε να σηκωθεί και να πάει στο διπλανό Κόμο που ήταν η κανάτα με το ποτήρι. Εκείνη την στιγμή άκουσε ένα θόρυβο, σαν τρίξιμο σκάλας, προχώρησε σιγά σιγά, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στον σκοτεινό διάδρομο. Κοίταξε προς την σκάλα και δεν είδε τίποτα. Μόλις έκανε να γυρίσει είδε δύο σκιές να προχωρούν προς το δωμάτιο, που μοιραζόταν με την αδερφή της και να εξαφανίζονται.

Αμέσως πήγε και φώναξε την αδερφή της αλλά αυτή δεν απάντησε, παρά είχε την πλάτη γυρισμένη, σαν να κοιμόταν ακόμα. Η κοπέλα την άγγιξε διστακτικά στον ώμο και τότε η αδερφή της γύρισε το πρόσωπό της απότομα και την κοίταξε κατάματα. Η κοπέλα ήθελε να ουρλιάξει γιατί ξάφνου, είδε την μεγάλη αδερφή άσπρη σαν πανί, με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα ανοιχτό, σε μια βουβή Κραυγή. Η κοπέλα οπισθοχώρησε. Ότι ήταν αυτό που τρόμαξε την αδερφή της τόσο πολύ, σίγουρα βρισκόταν ακόμα στο δωμάτιο και έτσι όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα της.

Η κοπέλα πέρασε την βραδιά ακούγοντας απόκοσμες νυχτερινές κραυγές, που την θέση τους έδωσαν στα γλυκά πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών. Η κοπέλα σηκώθηκε με περίσσια όρεξη αλλά πρόσεξε ότι η αδερφή της είχε ήδη σηκωθεί. Αποφάσισε να πάει να της μιλήσει για τα βραδινά γεγονότα. Βγαίνοντας από την πόρτα πρόσεξε ότι οι λεβάντες στα βάζα, ήθελαν άλλαγμα, οπότε αποφάσισε αργότερα να βγει να μαζέψει φρέσκιες. Πηγαίνοντας στην κουζίνα, να βρει την αδερφή της, ένιωσε μια ανατριχίλα να διαπερνάει ολόκληρο το κορμί της.

Μόλις γύρισε είδε από το μεγάλο παράθυρο, του μικρού καθιστικού, δύο σκιές να βγαίνουν έξω και να χάνονται στον κήπο. Αμέσως έτρεξε να βρει την αδερφή της, ήταν στην κουζίνα, με γυρισμένη την πλάτη κοιτάζοντας έξω από ένα μικρό παράθυρο. Μόλις η κοπέλα προσπάθησε να της εξηγήσει τι είδε, εκείνη όχι μόνο δεν της απάντησε αλλά αμέσως έτρεξε έξω από το δωμάτιο, σαν να μην ήθελε να την ακούσει.

Η κοπέλα μην αντέχοντας άλλο,  βγήκε γρήγορα έξω στον καθαρό αέρα. Αποφάσισε να πάει μια μικρή βόλτα, να ηρεμήσει πριν γυρίσει σπίτι. Στον περίπατο που έκανε σκέφτηκε να μαζέψει μερικές λεβάντες και να αφήσει λίγες και  στον τάφο των γωνιών της. Φτάνοντας στον λόφο που βρίσκονταν οι τάφοι, αντίκρισε κάτι που την σόκαρε. Εκεί,  δίπλα στους γονείς της υπήρχε και ένας τρίτος τάφος που δεν υπήρχε πριν.

Πλησίασε διστακτικά στην ταφόπλακα και πρόσεξε ότι επάνω, κάποιος είχε αφήσει ένα μπουκέτο λεβάντες. Όταν διάβασε το όνομα στην πλάκα, άρχισε να συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί. Επάνω έγραφε το δικό της όνομα και ημερομηνία θανάτου, μια εβδομάδα μετά τον περίπατο με την αδερφή της και την μπόρα που την έριξε στο κρεβάτι και η οποία τελικά της πήρε την ζωή.

Τότε κατάλαβε και την περίεργη συμπεριφορά της αδερφής της, το προηγούμενο βράδυ και το σημερινό πρωινό. Δεν ήταν λίγο να ακούς και να νιώθεις το άγγιγμα της νεκρής σου αδερφής. Όσο προσπαθούσε να καταλάβει τι της συμβαίνει ένιωσε κάποιον να την παρακολουθεί, γυρίζοντας αντίκρισε τις δύο σκιές οι οποίες, σιγά σιγά ξεκαθάρισαν και τότε είδε τα χαμογελαστά πρόσωπα των γονιών της. Της άπλωσαν τα χέρια και αυτή με χαρά τα έπιασε και ξεκίνησαν μαζί, το νέο τους μεγάλο ταξίδι. Η μεγάλη αδερφή, με δάκρυα στα μάτια, παρακολουθούσε μέσα από το σπίτι, ότι έχει αγαπήσει πιο πολύ στην ζωή της, να εξαφανίζεται μέσα στην πρωινή πάχνη  και μια γλυκιά ευωδιά λεβάντας άρχισε να πλανάται στον αέρα.

==================================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Καλλιρρόη για την ιστορία της.

==================================

Αστικοί Μύθοι: Κραυγή Για Βοήθεια.


Κάποτε,  σε μια γερμανική πόλη,  οι κάτοικοι της είχαν ξεσηκωθεί από ένα τραγικό γεγονός που συνέβη λίγες μέρες πριν. Ένας οδηγός λεωφορείου κάποιο βράδυ που είχε βραδινή βάρδια. Λίγο πριν φτάσει στην στάση στο κέντρο της πόλης, μια κοπέλα πετάχτηκε μπροστά του ουρλιάζοντας για βοήθεια. Λόγω της περασμένης ώρας, δεν είχε επιβάτες και επειδή η περιοχή ήταν κακόφημη προτίμησε να αδιαφορήσει και να μην ανακατευτεί, στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η νεαρή κοπέλα.

Δυστυχώς την ώρα που την προσπέρναγε,  δεν πρόσεξε τον άντρα με την κουκούλα που παραμόνευε πίσω από τους θάμνους. Την άλλη μέρα το πρωί, ο οδηγός είδε στην εφημερίδα την φωτογραφία της κοπέλας. Αυτό που διάβασε τον σόκαρε. Η κοπέλα βρέθηκε με διαλυμένο πρόσωπο και βιασμένη στο σημείο που ζήτησε την βοήθεια του οδηγού. Αμέσως πήγε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και τους εξήγησε τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ.

Οι αστυνομικοί,  όπως είναι φυσικό, τον κατηγόρησαν, γεμίζοντας τον με περισσότερες τύψεις, ειδικά όταν του εξήγησαν τις λεπτομέρειες του φρικιαστικού εγκλήματος. Ο άνθρωπος κατέρρευσε και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια.

Η άτυχη κοπέλα ήταν ένα κορίτσι μόλις δεκαεννέα χρόνων, γύρναγε μετά από μια έξοδο της με τις φίλες της και επειδή ήταν κοντά στο σπίτι της, αποφάσισε να αφήσει την παρέα της και να γυρίσει μόνη της με τα πόδια. Την ώρα που βρισκόταν στο μαγαζί, δεν είχε καταλάβει ότι ένας πενήνταχρόνος άντρας  που καθόταν στο μπαρ, όλη αυτή την ώρα την παρακολουθούσε.

Όταν το κορίτσι ξεκίνησε να φύγει, ο άντρας την ακολούθησε. Στα μισά του δρόμου, όπου δεν υπήρχε κίνδυνος να τους ακούσει κανείς,  επιτέθηκε στην άτυχη κοπέλα, αυτή ούρλιαξε και κατάφερε για λίγο να ξεφύγει. Εκείνη την ώρα πέρναγε ο οδηγός με το λεωφορείο, ο άντρας κρύφτηκε γρήγορα στους θάμνους. Όταν είδε ότι ο οδηγός απλά προσπέρασε τις κραυγές βοήθειας του κοριτσιού, χαμογέλασε σατανικά, την πλησίασε και εκεί στην μέση του δρόμου, με τα πίσω φώτα του λεωφορείου ακόμα να φαίνονται, χτύπησε άσχημα την κοπέλα στο πρόσωπο με μια πέτρα μέχρι που το πολτοποίησε και όταν είχε σιγουρευτεί ότι ήταν νεκρή, έβγαλε όλη του την αρρωστημένη μανία βιάζοντας την άγρια ενώ δεν υπήρχε στην ζωή και την άφησε  εκεί πεταμένη.

Κατάφεραν και τον έπιασαν μετά από λίγο καιρό, την στιγμή που προσπάθησε να κάνει το ίδιο σε ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι. Για καλή της τύχη, κάποιοι περαστικοί την άκουσαν και την βοήθησαν και έτσι δεν είχε την ίδια τύχη με την άμοιρη κοπέλα. Λένε πως πολλοί οδηγοί, την ίδια ώρα που δολοφονήθηκε, αν τύχει και περάσουν από το σημείο εκείνο, βλέπουν ξαφνικά την κοπέλα να πετάγεται μπροστά στο αμάξι, ουρλιάζοντας για βοήθεια, με το πρόσωπο διαλυμένο, μέσα στα αίματα και μετά να χάνεται στο σκοτάδι.

==================================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Καλλιρρόη για την ιστορία της.

==================================

Τρόμου: Τα Χριστούγεννα Του Γέροντα.


Ήταν 25 Δεκεμβρίου, όπου όλοι οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στην άκρη του χωριού, όμως, ζούσε ένας γέροντας που δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί τη γιορτή αυτή, διότι έμενε μόνος του και είχε τις δικές του στενοχώριες.

Ο γέροντας Τζέισον κάθισε στην κόκκινη πολυθρόνα του τεράστιου σαλονιού του και κοιτούσε τα όμορφα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Με εξαίρεση τα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το ζεστό τζάκι, το σπίτι ήταν σκοτεινό και επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Επίσης, ένα από τα δυο παράθυρα στο σαλόνι ήταν μισάνοιχτο, με αποτέλεσμα να «ταξιδεύει» προς τον κήπο, η μυρωδιά από τα νόστιμα μελομακάρονα και από τους νόστιμους κουραμπιέδες.

Στόχος του γέροντα Τζέισον είναι να «πιάσει» έναν καλικάντζαρο και, γι’ αυτόν το λόγο, κάθε Χριστούγεννα στήνει την ίδια παγίδα.

Η ώρα ήταν δέκα το βράδυ. Ο γέροντας, κοιτώντας την ομίχλη στον κήπο του, έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, έβαλε στο στόμα του ένα μελομακάρονο και φόρεσε τα γυαλιά του. Ξαφνικά, όμως, ακούει ένα θόρυβο από την κουζίνα που έμοιαζε περισσότερο σαν τρίξιμο παραθύρου… Ο γέροντας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, άφησε στο μικρό τραπεζάκι το δαγκωμένο και νόστιμο μελομακάρονο και κοίταξε προς την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Για κάποια δευτερόλεπτα,  δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε καν η ανάσα του γέροντα. Μετά από λίγο, ο φοβισμένος γέροντας πλησιάζει με αργά βήματα προς την κουζίνα. Πριν φτάσει στην κουζίνα, αρπάζει μια καραμπίνα που βρίσκει στο πίσω μέρος της πολυθρόνας και, φτάνοντας στην κουζίνα, μπαίνει μέσα και αντικρίζει έναν ξένο! Βλέπει έναν καλοντυμένο άντρα να μπουκώνει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες με ένα ανεξήγητο τρόπο. Επίσης, βλέπει το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό και πολλούς κουραμπιέδες, πεσμένους στο πάτωμα. Καθώς κοιτούσε τους κουραμπιέδες στο πάτωμα, παρατηρεί κάτι το ασυνήθιστο. Έξω από τα τρύπια παπούτσια του καλοντυμένου άντρα, υπήρχαν κοφτερά μαύρα νύχια! Τότε, το κατάλαβε.

– «Έι, εσύ!…»

φώναξε ο γέροντας, σηκώνοντας την καραμπίνα του και σημαδεύοντας τον καλικάντζαρο.

Ο καλικάντζαρος, με ανθρώπινη μορφή, άφησε κάτω ένα μελομακάρονο που έτρωγε και κοίταξε τον γέροντα στα μάτια. Μετά από την επαφή με τα μάτια, ο καλικάντζαρος σηκώθηκε από την καρέκλα και πήρε την απάνθρωπη μορφή του, κάνοντας τον γέροντα να φοβηθεί ακόμη περισσότερο. Ο γέροντας τον πυροβόλησε και ο καλικάντζαρος πετάχτηκε προς τα πίσω, πέφτοντας αναίσθητος στο πάτωμα!!!

–  «Και τώρα, θα σε ανακρίνω»

είπε ο γέροντας στο ψόφιο δαιμόνιο.

Ένας παράξενος και δυνατός ήχος, όμως, ακούγεται από το σαλόνι και ο γέροντας αφήνει τον καλικάντζαρο στην κουζίνα και τρέχει προς το σαλόνι. Όταν φτάνει στο σαλόνι βλέπει κάτι καταστροφικό! Δεν πίστευε στα μάτια του! Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε διαλυθεί και τα στολίδια είχαν σκορπιστεί σε ολόκληρο τον χώρο του σαλονιού!!! Κάτω, όμως, από το παράθυρο του σαλονιού είδε τη φρίκη, μπροστά στα μάτια του! Ένα μικροσκοπικό δαιμόνιο με μυτερά αυτιά και κοφτερά μαύρα νύχια στα χέρια και στα πόδια του, καταβρόχθιζε το πτώμα της νεκρής Κυρα-Φροσύνης!

Η Κυρα-Φροσύνη ήταν η γυναίκα του γέροντα Τζέισον, η οποία είχε πεθάνει πριν από 9 μήνες. Οι καλικάντζαροι είχαν καταλάβει ότι ο γέροντας Τζέισον τους έστηνε παγίδα κάθε Χριστούγεννα, και θέλησαν να ξεθάψουν την νεκρή γυναίκα του για να της δαγκώσουν το βρώμικο δέρμα της, μπροστά στα μάτια του!!! Σκέφτηκαν πως με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν να απειλήσουν τον γέροντα, ώστε να μην ξαναστήσει παγίδα τα επόμενα Χριστούγεννα κι, έτσι, να μπορούν να τρώνε άνετα τα νόστιμα μελομακάρονα και τους νόστιμους κουραμπιέδες του.

Ο γέροντας έμεινε άναυδος!!! Κοίταξε τον μικροσκοπικό καλικάντζαρο και τον σημάδεψε με την καραμπίνα.

– «Άσε το όπλο κάτω και θα βάλουμε τη γυναίκα σου και πάλι, πίσω στον τάφο της»

του φώναξε ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος, ο οποίος είχε πασαλειμμένο βρώμικο αίμα στο στραβό σαγόνι του.

– «Αν μας δώσεις να φάμε, τότε δε θα σε ενοχλήσουμε ξανά.»

– «Εντάξει»

είπε ο γέροντας και αντιλήφθηκε ότι ο ίδιος μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.

– «Δε θα ξαναβάλω παγίδες και θα σε αφήνω να μπαίνεις στο σπίτι μου κάθε Χριστούγεννα για να τρως ότι θες, αλλά με δυο όρους. Να βάλεις ξανά τη γυναίκα μου εκεί που ανήκει και να μην ξανακάνεις τέτοιου είδους αταξίες στο δικό μου σπίτι»

του είπε, δείχνοντας το διαλυμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Όταν ο γέροντας άφησε σε μια γωνιά την καραμπίνα, ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος εξαφανίστηκε, μαζί με την Κυρα-Φροσύνη, αφήνοντας σε αυτό το σημείο καπνό. Ο γέροντας έτρεξε προς την κουζίνα και στάθηκε πάνω από το πτώμα του αναίσθητου καλικάντζαρου που είχε πυροβολήσει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, όμως, ο αναίσθητος καλικάντζαρος έγινε καπνός. Ο γέροντας, βλέποντας τον καπνό να σκορπίζεται στον χώρο της κουζίνας, πηγαίνει ξανά στο σαλόνι και αρχίζει να στολίζει ξανά το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Γύρω στις 5:00, που ακόμα στον κήπο του σπιτιού του γέροντα επικρατεί σκοτάδι, ησυχία και ομίχλη, ο γέροντας τελειώνει το στόλισμα και ανοίγει το παράθυρο του σαλονιού. Κοίταξε στο απόλυτο σκοτάδι και το μόνο που έβλεπε ήταν η κινούμενη ομίχλη. Ξαφνικά, ανατρίχιασε. Ανατρίχιασε, επειδή άκουσε, μέσα στο σκοτάδι, αόρατες και άγνωστες φωνές να λένε ένα τραγούδι.

– «Το Τραγούδι Των Καλικαντζάρων»

είπε και ανατρίχιασε όσο ποτέ άλλοτε.

Στη συνέχεια, άφησε μισάνοιχτο το παράθυρο και άραξε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, τρώγοντας τα νόστιμα μελομακάρονα και κοιτώντας μια το χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια το ζεστό του τζάκι.

Μια συμβουλή: Να προσέχετε ποιους εμπιστεύεστε! Κάθε Χριστούγεννα, οι καλικάντζαροι παίρνουν ανθρώπινη μορφή και κυκλοφορούν τις νύχτες στους δρόμους και στα σπίτια, κάνοντας τις ζαβολιές τους και προσπαθώντας να κάνουν κακό σε οποιονδήποτε δεν τους αφήσει να κάνουν αυτό που εκείνοι θέλουν.

Μυστήριο: Ο Άνδρας Με Τα Μαύρα.


Το πρωί της 17ης Δεκεμβρίου του 2015, ο αγαπημένος μου φίλος με κάλεσε στα γενέθλιά του. Όταν έφτασε το απόγευμα, γύρω στις 18:30, άρχισα να ντύνομαι και να ετοιμάζω το δώρο του, που είχα αγοράσει για τα γενέθλιά του. Στις 19:30, αν θυμάμαι καλά, ξεκίνησα να προχωρώ προς το σπίτι του, το οποίο είναι αρκετά μακριά από το δικό μου. Οι γονείς μου έλειπαν εκείνη την ώρα, και γι’ αυτό αναγκάστηκα να πάω με τα πόδια. Φυσικά, είχα συνεννοηθεί μαζί τους πως θα φύγω με τα πόδια. Στη διαδρομή, κοιτούσα τα στολισμένα σπίτια αριστερά και δεξιά, νιώθοντας και την απίστευτη αίσθηση του δροσερού αέρα. Ήταν Χριστούγεννα! Η αγαπημένη μου γιορτή από όλες!

Καθώς έστριψα σε ένα στενό δρομάκι, ένιωσα πως κάποιος ή κάποια ή κάτι, τέλος πάντων, με παρακολουθεί. Αυτό το στενό δρομάκι ήταν θεοσκότεινο και τρομακτικό, καθώς επικρατούσε κάτω στο έδαφος κάτι σαν ομίχλη. Αριστερά και δεξιά δεν υπήρχαν σπίτια, αλλά υπήρχαν ψηλά δέντρα, τα οποία έκαναν το στενό δρομάκι να μοιάζει με ένα μονοπάτι, μέσα σε ένα κατασκότεινο δάσος.

Ξαφνικά, άκουσα κάποιον να ψιθυρίζει κάτι πάνω στα κλαδιά των δέντρων! Τά ‘χασα!!! Στάθηκα ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα και μετά πλησίασα με αργά βήματα προς το σημείο όπου άκουσα τον ψίθυρο. Όμως, δεν υπήρχε κανένας εκεί! Ούτε ακουγόταν κάποια φωνή! Αφού έπεισα τον εαυτό μου πως ήταν η ιδέα μου, συνέχισα να προχωράω με βιαστικό βήμα. Δυστυχώς όμως, η διαίσθηση που είχα ότι κάτι κακό έχει αυτό το στενό δρομάκι, δεν μου «έφευγε» από το μυαλό. Κάποια στιγμή, άκουσα βήματα ακριβώς από πίσω μου, αλλά όταν γύρισα να δω ποιος με ακολουθούσε δεν είδα τίποτα.

Όταν κοίταξα πιο καλά, αντίκρισα έναν μαυροφορεμένο άντρα να στέκεται όρθιος στο σημείο που είχα ακούσει λίγο πιο πριν τον ψίθυρο! Ο φόβος μου δεν περιγράφεται! Συνέχισα να περπατάω προσπαθώντας να μη κοιτάξω πίσω, όμως δεν τα κατάφερνα. Γυρνούσα συνεχώς πίσω για να μην μου επιτεθεί, μα όσο κι αν κοιτούσα, ο άνδρας στεκόταν στο ίδιο σημείο, μη μπορώντας να διακρίνω ούτε το πρόσωπό του ούτε τα ρούχα του. Το σκοτάδι είχε γίνει ένα με αυτόν!

Βγαίνοντας από το στενό δρομάκι, έριξα μια τελευταία ματιά πίσω μου και έστριψα προς έναν άλλον δρόμο, τρέχοντας σαν τρελός. Μέχρι που έφτασα, επιτέλους, στην πλατεία του χωριού και σταμάτησα να τρέχω, αφού, πλέον, ήμουν ασφαλής.

Γύρω στις 19:50, έφτασα στο σπίτι του φίλου μου! Του ευχήθηκα «χρόνια πολλά», του έδωσα το δώρο που του αγόρασα και πέρασα μέσα στο σπίτι του. Εκεί, εγώ, ο φίλος μου και τα άλλα παιδιά που είχε καλέσει, μιλούσαμε για διάφορα θέματα και γενικά η βραδιά πέρασε με νόστιμα φαγητά, με καλή παρέα και διασκέδαση.

Η ώρα, όμως, πέρασε και η μητέρα μου με πήρε στο κινητό, λέγοντάς μου να γυρίσω στο σπίτι πάλι με τα πόδια, διότι το αυτοκίνητο είχε χαλάσει και ο πατέρας μου το είχε πάει σε έναν μηχανικό αυτοκινήτων για να το φτιάξει.

Μετά από το κλείσιμο της πόρτας του σπιτιού του φίλου μου, αντιλήφθηκα πως οι δρόμοι ήταν μουσκεμένοι από την βροχή. Εκείνη τη στιγμή όμως ίσα που ψιχάλιζε. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα βιαστικά προς το σπίτι μου.

Στον γυρισμό κατευθύνθηκα προς έναν άλλον σκοτεινό και μουσκεμένο δρόμο, έχοντας στη σκέψη μου πως είναι καλύτερα να μην ξαναπεράσω από το στενό δρομάκι με τον μαυροφορεμένο άντρα. Καθώς όμως περπατούσα στον σκοτεινό και μουσκεμένο δρόμο, ξαφνικά γλίστρησα κι έπεσα κάτω! Λερώθηκα μόνο στα δυο μου χέρια και στα γόνατα των ποδιών μου. Όταν σηκώθηκα και κοίταξα προς τα εμπρός, είδα έναν άντρα στη μέση του δρόμου να στέκεται ακίνητος και να κοιτάζει προς το μέρος μου, κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα μεγάλο μαχαίρι!!! Βάζω στοίχημα πως ήταν από αυτά τα μαχαίρια που υπάρχουν στα χασάπικα!

Ένιωσα μια ανατριχίλα να «κυβερνά» το σώμα μου και, τότε, το έβαλα στα πόδια, περνώντας ξανά μπροστά από το σπίτι του φίλου μου! Μπαίνοντας μέσα σε διάφορους δρόμους κατάφερα να φτάσω στην πλατεία, όπου όλα τα φώτα με καθησυχάζουν συνέχεια και μου δίνουν το μήνυμα πως δεν κινδυνεύω. Δυστυχώς όμως, έφτασα στο γνωστό στενό δρομάκι και έπρεπε να μπω ξανά εκεί μέσα, ώστε να φτάσω στο σπίτι μου.

Τελικά μπήκα, σκεπτόμενος ότι αφού ο μυστήριος άντρας με τα μαύρα βρέθηκε κοντά στο σπίτι του φίλου μου, δεν υπάρχει περίπτωση να βρίσκεται κι εδώ. Μπαίνοντας μέσα στο θεοσκότεινο και μουσκεμένο, από τη βροχή, στενό δρομάκι, άκουσα ξανά κάποιον να ψιθυρίζει, πάνω στα κλαδιά ενός δέντρου!!! Με μια απότομη κίνηση, έσκυψα κάτω! Δεν ξέρω για ποιο λόγο το έκανα αυτό. Μετά, σηκώθηκα και κοίταξα το δέντρο….. Τίποτα. Απλά, ο παγωμένος αέρας κουνούσε τα κλαδιά και τα φύλλα του δέντρου, δίχως κανέναν ψίθυρο.

Μόλις απομακρύνθηκα από το δέντρο, ένιωσα μια ανατριχίλα στην πλάτη μου και τότε γύρισα προς τα πίσω και τον είδα! Τον είδα! Είδα τον σκοτεινό άντρα με ένα μαχαίρι στο δεξί του χέρι, μόνο που αυτήν τη φορά δεν με κοιτούσε! Πλησίαζε βιαστικά προς το μέρος μου!!!

– Θέλω να σου πω, φώναξε.

Κατατρομαγμένος, άρχισα να τρέχω προς το τέλος του στενού δρόμου, όπου εκεί έριξα μια ματιά πίσω μου. Είδα τον άντρα να με κυνηγά! Τον είδα! Ξέρω τί είδα!

Τελικά, έφτασα στο σπίτι μου και, λαχανιασμένος, τα είπα όλα στη μητέρα μου. Αμέσως, η μητέρα μου κλείδωσε τα παντζούρια και τις πόρτες και περίμενε τον πατέρα μου να γυρίσει στο σπίτι. Όταν έφτασε, του άνοιξε την πόρτα και την ξανακλείδωσε!

Το επόμενο πρωί, η αστυνομία βρήκε έναν νεκρό 50χρονο άντρα με μαύρα μαλλιά, μαύρη μπλούζα και μαύρο παντελόνι, στο γνωστό στενό δρομάκι που πέρασα τη χθεσινή νύχτα!!! Το πρόσωπό του, όμως, ήτανε εντελώς παραμορφωμένο κι έτσι δεν μάθαμε ποτέ ποιος ήταν. Στην καρδιά του, βρισκόταν καρφωμένο ένα μαχαίρι που έμοιαζε με μαχαίρι από χασάπικο!

Λένε πως αυτός ο άντρας τριγυρνούσε μέσα στα σκοτάδια, ψάχνοντας παιδιά διαφόρων ηλικιών για να σκοτώσει! Ήθελε να σκοτώνει παιδιά, διότι, όταν ζήτησε από τη σύζυγό του να «ρίξουν» το παιδί, η γυναίκα του αρνήθηκε. Δυστυχώς όμως, η γυναίκα του πέθανε στη γέννα και από τότε αυτός πιστεύει πως φταίει η ύπαρξη όλων των παιδιών για τον θάνατό της.

Λένε, επίσης, πως, όταν δεις έναν ακίνητο άντρα σε ένα σκοτεινό μέρος να σε κοιτάζει συνέχεια, δίχως όμως να έρχεται προς τα πάνω σου, κάτι κακό θέλει να σε επισκεφτεί!!!

Φαντάσματα: Το Σπίτι Της Κρεμασμένης.


Πριν από ένα χρόνο περίπου το καλοκαίρι, ένας καλός φίλος που είχαμε υπηρετήσει μαζί στο στρατό με κάλεσε στο χωριό του στη ορεινή Τρίπολη, στους πρόποδες του βουνού Μαίναλο. Στο χωριό πήγαινε μόνο τα καλοκαίρια και κάποτε  ζούσαν οι παππούδες του εκεί. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, μετά από πόσο καιρό θα ξανάβλεπα τον καλό μου φίλο το  Κώστα.

Μετά από τρεις ώρες κουραστικού δρόμου βρέθηκα στο μικρό πετροχτιστο γραφικό χωριουδάκι. Ο φίλος μου με υποδέχτηκε πολύ ζεστά μου πρόσφερε ένα υπέροχο γεύμα και ένα καλό μυρωδάτο καφέ.

Το απόγευμα αφού ξεκουραστήκαμε με ρώτησε αν θα ήθελα να πάμε στο  διπλανό χωριό γιατί είχε ένα γάμο και θα ήταν ωραία εμπειρία να δω τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Εγώ δέχτηκα με μεγάλη χαρά.

Το βραδάκι κάναμε το μπάνιο μας, ντυθήκαμε  και ξεκινήσαμε να πάμε με τα πόδια μιας και ήταν κοντά. Στην έξοδο του χωριού είδαμε ένα παλιό σπίτι πετροχτιστο  με ξεραμένο κήπο  και διαλυμένα κεραμίδια, και ο αέρας σφύριζε μέσα από τα σάπια παράθυρα και προκαλούσε ανατριχίλα. Έμοιαζε  ηλικίας 200 χρονών και ήταν εγκαταλελειμμένο. Ρώτησα τον φίλο μου:

-Ρε εσύ Κώστα, ποιος έμενε εδώ;

Ο φίλος μου με κοίταξε  και μου είπε:

– Δεν ξέρω, για αυτό το σπίτι λένε ιστορίες διάφορες, το θυμάμαι από τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου, αλλά εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα, το λένε οι συγχωριανοί «το σπίτι της κρεμασμένης», ξέρεις μωρέ ιστορίες του χωριού για πνεύματα νεράιδες ξωτικά και λάμιες.

Και συνεχίσαμε το δρόμο μας.

Στον γάμο η βραδιά πέρασε πολύ ευχάριστα με χορούς, τραγούδια, μπόλικο φαγητό, μας πήρε η ώρα αργά χωρίς να το καταλάβουμε και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω μιας και είμασταν με τα πόδια.

Έξω είχε απόλυτο σκοτάδι, μόνο μερικές λάμπες του δρόμου και ακούγονταν στο βάθος μια κουκουβάγια και τριζόνια. Για να περάσει η ώρα λέγαμε ιστορίες από τον στρατό.

Κάποια στιγμή στο βάθος φάνηκε μια σπίθα μέσα στο σκοτάδι, ήταν πολύ  μακριά και δεν δώσαμε σημασία. Όταν πλησιάσαμε φαινόταν μια φωτίτσα σαν καντηλάκι που όλο μεγάλωνε σιγά σιγά μέσα στο σκοτάδι. όταν πλησιάσαμε είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και  να κρατάει ένα κεράκι, περπάταγε έξω από το σπίτι της κρεμασμένης.

Πέρασε από δίπλα μας χωρίς να μας δώσει σημασία αλλά ένιωσα ένα ψυχός, και μπήκε στο σπίτι χωρίς να ανοίξει  τη πόρτα  και χάθηκε.

Εγώ και ο φίλος μου κοιτάγαμε εμβρόντητοι. Όλο το βράδυ συζητάγαμε αυτό που είδαμε. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα; Πώς εξαφανίστηκε χωρίς να ανοίξει τη πόρτα; Και αποφασίσαμε να πάμε στο καφενείο του χωριού, όλο και κάποιος θα ξέρει κάτι.

Την άλλη μέρα  πήγαμε στο καφενείο, παραγγείλαμε καφέ και ανοίξαμε κουβέντα για το σπίτι της κρεμασμένης. Οι θαμώνες μας είπαν και μάλιστα ένας ηλικιωμένος:

– Ότι ξέρουμε για αυτό σπίτι το ξέρουμε από τους γονείς  μας και λέγονται πολλά. Αυτό το σπίτι χτίστηκε γύρω στο 1930 περίπου. Εκεί έμενε ένα νέο ζευγάρι και είχαν μια όμορφη μικρή κόρη. Τα χρόνια πέρασαν και ξέσπασε ο πόλεμος, ο πατέρας πήγε στο πόλεμο με επιστράτευση και δεν ξαναγύρισε πότε, λένε πώς σκοτώθηκε. Η μάνα έμεινε μόνη με τη κόρη της που τα έβγαζαν δύσκολα πέρα.

Μετά το πόλεμο ένα βράδυ η κόρη βγήκε έξω να πάει στο διπλανό χωριό να πάρει κάποια πράγματα και δεν ξαναγύρισε σπίτι. Την άλλη μέρα την βρήκαν τη κοπέλα σκοτωμένη και με πολλά τραύματα.

Η μητέρα της μόλις το έμαθε τρελάθηκε, γέρασε απότομα και στράφηκε στη μαγεία, τη κακία μαγεία, για να μιλήσει στη νεκρή  κόρη της. Στο σπίτι της έμπαιναν άγνωστοι άνθρωποι και έκαναν επίκληση πνευμάτων. Ένα βράδυ βρέθηκε κρεμασμένη  και από τότε το σπίτι ονομάστηκε το σπίτι της κρεμασμένης. Άλλοι λένε τρελάθηκε, άλλοι λένε έγινε λάθος επίκληση και κάλεσαν ένα σκοτεινό πνεύμα που την ανάγκασε να αυτοκτονήσει.

Και όσοι έκαναν το λάθος να μπούνε μέσα στο σπίτι της βρέθηκαν νεκροί χωρίς ματιά και κομμένη  γλώσσα.  Και  λένε πως κάθε βράδυ η ψυχή της  βγαίνει να ψάξει την νεκρή κόρη της, αλλά ποτέ μην κάνεις το λάθος να την ακολουθήσεις.

Μυστήριο: Η Κοκκινοφορεμένη.


Η ιστορία αυτή είναι που με έκανε να αναθεωρήσω ορισμένα πράγματα. Συνέβη σε εμένα και έναν φίλο μου πριν 1 χρόνο και ακόμα δεν μπορώ να δώσω μια λογική εξήγηση. Εύλογα πολλοί δεν θα την πιστέψουν, ήμουν όμως μπροστά, τα είδα με τα μάτια μου τα γεγονότα.

Πριν ένα χρόνο άρχισα να κάνω παρέα με ένα παιδί. Ήταν μεταξύ Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς όταν για πρώτη φορά βγήκαμε. Ήμασταν έξω μέχρι αργά το βράδυ, συζητούσαμε επί ώρες, περπατάγαμε και λέμε σε ένα σημείο να κάτσουμε να κάνουμε ένα τσιγάρο. Ένα θέμα (από τα λίγα) που δεν είχαμε ανταλλάξει απόψεις ήταν ο Θεός. Όντας και οι δύο άθεοι, χαρήκαμε που έχουμε ίδιες απόψεις. Καθόμασταν λοιπόν και συζητούσαμε σε ένα απόμερο στενό. Περασμένα μεσάνυχτα, σε ένα μέρος που δεν κυκλοφορούσε κανείς, βράδυ Κυριακής. Από τη μεριά του δρόμου που είχαμε ξαποστάσει εμείς ήταν παρκαρισμένα αμάξια.

Θυμάμαι εκεί που ανταλλάσσαμε απόψεις περί Θεού, κάτι είδα από την αντανάκλαση του παραθύρου σε ένα βανάκι. Αυτός δεν είδε τίποτα γιατί ήταν πλάτη στο βανάκι. Του λέω να κοιτάξει προς τα εκεί. Φοβήθηκα. Ήταν αργά το βράδυ, απομακρυσμένα από το κέντρο. Ήμασταν μόνοι και ευάλωτοι. Κοιτάμε και οι δύο προς το βανάκι για λίγο, τίποτα. Και λίγα δευτερόλεπτα μετά, ξαφνικά είναι μία γριά που έρχεται με πολύ γοργό βήμα προς εμάς, διασχίζοντας το πεζοδρόμιο. Ήταν ντυμένη από πάνω μέχρι κάτω στα κόκκινα. Δεν μπόρεσε να αντιδράσει κανείς από τους δυο μας. Η γριά ερχόταν προς το μέρος μας χαμογελαστή, με ένα βλέμμα διαπεραστικό, κοιτάζοντας μας έντονα στα μάτια. Και οι δύο τραβηχτήκαμε όσο γινόταν προς τον τοίχο. Θυμάμαι καθώς περνούσε από μπροστά μας μας ρωτά: «Είστε καλά, παιδάκια;». Εγώ χωρίς να το σκεφτώ απαντώ «Μια χαρά». Και χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Τη στιγμή που περνούσε νιώσαμε ένα ρίγος τόσο έντονο, είχαμε ανατριχιάσει ολόκληροι. Επί δύο λεπτά απλά κοιταζόμασταν, το μόνο που ακούστηκε ήταν ο φίλος μου που μου ψιθύρισε «Το είδες;;». Πάμε να σηκωθούμε και βλέπουμε πάλι αυτή τη γριά να διασχίζει γρήγορα τον δρόμο με την ίδια κατεύθυνση όπως πριν. Έκανε τον κύκλο του τετραγώνου σε έναν χρόνο που εγώ χρειάζομαι ένα 5άλεπτο.

Αυτό που συνέβη ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω και η λογική μου μου υπαγορεύει πως δεν ήταν κάτι. Η λογική μου δεν μου επιτρέπει να πω πως είδα κάτι το μεταφυσικό εκείνο το βράδυ. Όμως, το λέω όσο πιο αντικειμενικά γίνεται, ποτέ δεν έχω νιώσει τέτοιο ρίγος, τέτοια αρνητική ενέργεια από κάποιον. Το βράδυ που γύριζα σπίτι, κοίταγα συνέχεια πίσω μου, αισθανόμενη πως κάποιος με παρακολουθεί. Ίσως ποτέ δεν εξηγήσω το περιστατικό.

Η γνώμη σας είναι θεμιτή.

Τρόμου: Η Πέτρα.


Το καλοκαίρι στο εξοχικό μου που είναι πολύ παλιό, πάνω από 200 χρόνων, βρήκε η αδερφή μου μια παλιά και τρομαχτική κούκλα πίσω από ένα παλιό Ραδιόφωνο (μπορεί αυτή η κούκλα να ανήκε στην προγιαγιά μου). Θυμηθήκαμε ότι πριν από πολλά χρόνια όταν είμασταν πολύ μικρές, είχαμε αυτήν την κούκλα και παίζαμε μαζί της. Tην είχαμε ονομάσει Πέτρα. Ώσπου μια μέρα η κούκλα εξαφανίστηκε και δεν βρέθηκε για χρόνια όσο και αν την ψάξαμε και ξεχάστηκε.

Ώσπου φέτος το καλοκαίρι η πέτρα ξαναβρέθηκε πίσω από το ραδιόφωνο ενώ εκεί είχαμε ψάξει. Εγώ ανατρίχιασα με την κούκλα γιατί μου προκαλούσε φόβο, αντιθέτως η αδερφή μου έκανε κάτι που δεν το περίμενα καθόλου. Για μέρες είχε κολλήσει με την κούκλα και την είχε πάντα μαζί της όπου και αν πήγαινε. Εγώ είχα παραξενευτεί, γιατί να την θέλει αυτήν την τρομαχτική κούκλα; Στο τέλος θύμωσα πολύ γιατί ότι και αν κάναμε με την αδερφή μου η κούκλα ήταν πάντα παρούσα και με κοίταζε με τα ψυχρά της μάτια. Στεκόταν εκεί καθιστή με το άσπρο της φόρεμα. Είχε γαλάζια μάτια μόνο μου το ένα είχε βγει και είχε καφέ κοντά ίσια μαλλιά και ένα τρομαχτικό χαμόγελο.

Τότε άρχισα συχνά να βρίζω την κούκλα λέγοντας στην Νικόλ ότι η κούκλα είναι παλιά, άσχημη και τρομαχτική αλλά εκείνη δεν άλλαζε την γνώμη της για την Πέτρα.  Τέλος έπεισα την αδερφή μου να κάνουμε μια πλάκα με την κούκλα. Της είπα να πάμε στο εκκλησάκι της προγιαγιάς μου στο δάσος και να την θάψουμε για να δούμε τι θα γίνει τη άλλη μέρα… Έτσι για πλάκα…

Όμως την άλλη μέρα η αδερφή μου ήταν θυμωμένη και ήθελε πίσω την κούκλα, έτσι πήγα να της την φέρω. Προς μεγάλη μου έκπληξη η κούκλα ήταν ξεθαμμένη και μπρούμυτα. Τότε τρόμαξα και ευχήθηκα να μπορούσα να την ξεφορτωθώ την τρομαχτική και άσχημη κούκλα, αλλά την πήρα και πήγα να την επιστρέψω στην αδερφή μου γιατί θα στεναχωριόταν. Έπειτα όταν πήγα να γυρίσω είχε πολύ ήλιο και το σπίτι ήταν μακριά από το δάσος και κουράστηκα παρά πολύ για κάποιον λόγο. Όταν έφτασα σπίτι ήμουν κατακόκκινη και έτοιμη να λιποθυμήσω από την κούραση. Ενώ είχα πάει πολλές φορές σε αυτόν τον δρόμο στο δάσος πότε μου δεν ένιωσα ούτε ίχνος κούρασης μέχρι που έγινε αυτό σήμερα. Το μόνο που πίστεψα ήταν ότι η κούκλα έφταιγε για αυτό επειδή την έβριζα μου συνέβησαν άσχημα πράγματα.

Έπειτα την επόμενη μέρα η αδερφή μου έπαιζε στην αυλή με την πέτρα ώσπου με φώναξε και μου είπε ότι η Πέτρα της έπεσε μέσα στην αυλή του γειτονικού σπιτιού που ήταν  εγκαταλειμμένο και δεν μπορούσε να την πιάσει γιατί είχε συρματόπλεγμα. Έτσι σκαρφάλωσα για να πιάσω την Πέτρα παρόλο που δεν την ήθελα καθόλου, μόνο και μόνο για την αδερφή μου. Στην προσπάθεια μου  να την πιάσω χτύπησα και γρατζουνίστηκα πολύ. Για την υπόλοιπη εβδομάδα μου συνέβησαν πολύ άσχημα πράγματα. Μια μέρα λοιπόν η Πέτρα ξαφνικά ένα πρωί εξαφανίστηκε… ψάξαμε παντού να την βρούμε ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη αλλά τίποτα. Η κούκλα είχε εξαφανιστεί για άλλη μια φορά. Από τότε που εξαφανίστηκε εγώ ηρέμησα και  σταμάτησαν να μου συμβαίνουν άσχημα πράγματα.

=========================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της σελίδας μας για την ιστορία της

=========================================

Φαντάσματα: Η Kυρία mcWaderson.


Κάποτε βρέθηκα για επαγγελματικούς λόγους στο Λονδίνο και ένα φιλικό ζευγάρι αποφάσισε να μου παραχωρήσει ένα μικρό σπίτι έξω από το Λονδίνο προς την εξοχή για να έχω το χώρο μου και να κάνω την εργασία μου με την ησυχία μου, και με πήγαν τα παιδιά στο σπίτι με το αυτοκίνητο. Το σπιτάκι ήταν μικρό και γραφικό και όλη η γειτονιά έμοιαζε πολύ ήσυχη και αρμονική.

Ένα πρωί γύρναγα από τη βιβλιοθήκη και στο διπλανό σπίτι βλέπω μια ηλικιωμένη γυναίκα  να κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα να και χαϊδεύει μια μαύρη γάτα. Χαιρετάω τη γυναίκα αλλά εκείνη δεν μου έδωσε καμιά σημασία και για να έχω καλές σχέσεις με τους γείτονές (Έλληνας βλέπετε) ήθελα να τη βοηθήσω αν θέλει να της αγοράσω τίποτα μια και θα πήγαινα να ψωνίσω κάποια πράγματα από ένα mini market που δουλεύει ένας καλόκαρδος Ινδός με τη γυναίκα του.

Πλησιάζω το σπίτι και ρωτάω την ηλικιωμένη γυναίκα:

– Καλημέρα σας θα πάω για ψώνια μήπως θα θέλατε να σας ψωνίσω τίποτα;

Η γυναίκα με πλησίασε και είδα καθαρά το πρόσωπό της, ήταν μία άσχημη γυναίκα και είχε ένα μάτι. Το άλλο μάτι ήταν κενό άσπρο σαν αυτά που έχουν οι πεθαμένοι και μου είπε:

– ΌΧΙ και μην ξανάρθεις εδώ, φύγε τώρα.

Εγώ τρόμαξα από τη αναίδεια της και έφυγα θυμωμένος. Read the rest of this entry

Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 5ο.


Σήμερα

Ένα κομμάτι εφημερίδας κόλλησε στην μπότα της καθώς περπάταγαν στην μεγάλη και σχεδόν άδεια πλατεία. Το ξεκόλλησε και άρχισε να το διαβάζει δυνατά. « Άκου αυτό» το βλέμμα της κύλισε στην στήλη με ‘’Τα περίεργα και ξαφνικά της εβδομάδας’’ «Ακαριαίο θάνατο σχεδόν από άγνωστη αιτία βρήκε ένας ηλικιωμένος στο διαμέρισμα του. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι μάλλον πρόκειται για εγκεφαλικό. Το πιο περίεργο όμως ήταν ότι η πολυθρόνα ήταν διαλυμένη και το τραπεζάκι του καθιστικού αναποδογυρισμένο ενώ όλο το υπόλοιπο σπίτι άθικτο. Η σήμανση αποκλείει το ενδεχόμενο ληστείας καθώς το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιηθεί για την διάλυση της πολυθρόνας έφερε μόνο τα δικά του αποτυπώματα. Έτσι η υπόθεση έκλεισε ως χωρίς περαιτέρω έρευνες. Επίσης ξαφνικό θάνατο βρήκαν δύο αδέρφια τα οποία έπεσαν ταυτόχρονα από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου όπου έμεναν. Η αστυνομία δεν έχει καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα αλλά υποστηρίζουν ότι μάλλον πρόκειται για αυτοκτονία. Αλλά το ερώτημα που μας γεννά αυτό το συμπέρασμα είναι γιατί δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι ηλικίας δεκαπέντε και δεκατριών να θέλουν να αυτοκτονήσουν. Τις σκέψεις αυτές τις αφήνουμε σε εσάς…»

«Ο Μάνι θα τα αγαπήσει αυτά τα παιδιά είμαι σίγουρος» είπε με χαμόγελο ο Τζούκι και τα καταγάλανα μάτια του άστραψαν.

«Ξέρεις χαίρομαι που ήρθαμε σε αυτόν τον αιώνα και όχι σε κάποιον προηγούμενο. Ίσως άξιζε που με είχε καθυστερήσει ο Τζέιμς τότε»  είπε εκείνη χαμογελώντας αφήνοντας το σκισμένο κομμάτι εφημερίδας από τα χέρια της στο έλεος του κρύου ανέμου.

ΤΕΛΟΣ

 

Σημειώσεις

*Η ιστορία μου βασίστηκε στις πληροφορίες που παρέχει το  https://en.wikipedia.org/wiki/Hj%C3%BAki_and_Bil

*Δεν είμαι σίγουρη αν το όνομα προφέρετε Τζούκι γιατί τις πληροφορίες αυτές της βρήκα μονό στα αγγλικά.

*Η ιστορία αυτή δεν είναι αντιγραμμένη ούτε εμπνευσμένη από πουθενά.

*Τα περισσότερα αποτελούν δικό μου δημιούργημα  που είναι βασισμένο σε μύθο.

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Αρέσει σε %d bloggers: