Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 4ο.


16

 «Πρέπει να γυρίσεις σπίτι!» φώναξε η Δάφνη στο τηλέφωνο. «Νίκο δεν μπορώ άλλο, θα τρελαθώ, μα τω Θεώ είμαι ήδη τρελή για δέσιμο, το ξέρω. Έχω χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν ξέρω πια τι είναι αληθινό!» Κλάματα.
«Δάφνη…» Βαρύς αναστεναγμός. «Έρχομαι, μείνε εκεί που είσαι».
Η Δάφνη πήγε αμέσως στο μπάνιο καλώντας από τον ασύρματο στο σπίτι της μητέρας της. Κανείς δεν το σήκωνε. Ήταν πράγματι νεκρή; Οι νεκροί σταματούν να καλούν στον αριθμό του σπιτιού σου μα εξακολουθούσαν να καλούν κάπου μεταξύ του υποσυνείδητου και της ανθρώπινης συνείδησης, μέσα στο κεφάλι σου.
Η Δάφνη σηκώθηκε και κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Δεν υπήρχε πια πρήξιμο, ούτε φλεγμονή. Έξαφνα ο καθρέφτης άρχισε να τρέμει, σαν να ήταν επιφάνεια από ζελέ, και την ρούφηξε μέσα.
Τώρα έβλεπε τον εαυτό της από την άλλη μεριά του καθρέφτη. Οι βολβοί των ματιών της είχαν γυρίσει εντελώς ανάποδα· μόνο το ασπράδι φαινόταν από τις κόγχες. Το κεφάλι της άρχισε να φουσκώνει και να μελανιάζει, το ασπράδι γέμιζε σπασμένες φλεβίτσες. Είδε τον Νίκο πλάι της, επέστρεψε, ήταν ήρεμος, ενώ το κεφάλι της υπερμέγεθες, παλλόταν στρογγυλό, έτοιμο να εκραγεί. Αυτή η Δάφνη είχε κάτι το κακό… κάτι που ο Νίκος δεν μπορούσε να δει.
Τα πάντα γέμισαν με ένα δυνατό, εκτυφλωτικό φως. Η Δάφνη προσπαθούσε να θυμηθεί τι συνέβη εκείνη τη μέρα. Και κάνοντάς το η μητέρα της πλησίαζε από πίσω της…  Ήταν στον κόσμο του καθρέφτη.
«Θα σε προσέχει η γλυκιά μανούλα». Ένα φρικτό γέλιο αντήχησε στα αυτιά της. «Έλα δω μαζί μου. Ζήσε για πάντα δίπλα στη μανούλα σου, μέσα στο κεφάλι σου. Αυτή σε αγαπάει και ο Νίκος όχι. Σε θέλει μόνο επειδή μπορεί να σου επιβληθεί, σε θέλει μόνο επειδή είσαι αδύναμη. Σε θέλει μόνο για να ασκεί πάνω σου τα θελήματά του».
Η Δάφνη έτρεξε μακριά από το πουδραρισμένο πρόσωπο της μητέρας της. Κοίταξε πίσω της· η άλλη πλευρά του καθρέφτη φαινόταν σαν ένα παραθυράκι σε όλο το πυκνό σκοτάδι, σαν ένα παραθυράκι που όσο πιο μακριά απ’ αυτό έτρεχε τόσο πιο πολύ συρρικνωνόταν. Έφτασε τόσο μακριά που τα πάντα έμοιαζαν σαν το σκοτάδι των κλειστών βλεφάρων. Πήρε την απόφαση να καθίσει οκλαδόν όπως έκανε στα μαθήματα γιόγκα, ήξερε πως ο μόνος τρόπος να γεμίσει το σκοτάδι της με λίγο φως, ήταν να προσπαθήσει να θυμηθεί. Πίεσε τους κροτάφους της και το εκτυφλωτικό φως επανήλθε, διαλύοντας το σκοτάδι.

17

Βρισκόταν στο καθιστικό· όχι του σπιτιού της, αλλά της μητέρας της. Ήταν στη μέση ενός καβγά.
«Ξέρω ότι σε ενοχλεί, Δάφνη, ωστόσο παραμένεις κόρη μου και δεν μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Με ακούς που σου μιλάω ή ταξιδεύεις;»
«Σ’ ακούω μητέρα, για όνομα, δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα», παραπονέθηκε η Δάφνη. «Δεν καταλαβαίνω γιατί σ’ ενοχλεί που είμαι με τον Νίκο. Πραγματικά δεν το καταλαβαίνω. Δεν επηρεάζει τη ζωή σου και εξάλλου… είμαι ευτυχισμένη μαζί του».
Η μητέρα της έμοιαζε να βράζει στο ζουμί της. Συνέχισε να πίνει το τσάι της με επίμονο και βλοσυρό βλέμμα.
Η Δάφνη σηκώθηκε πάνω. «Πρέπει να φύγω».
«Κιόλας;»
«Δεν νομίζω πως έχουμε να πούμε κάτι άλλο».
«Καλώς» είπε. «Είσαι ελεύθερη να φύγεις. Αλλά αν νομίζεις πως θα σας αφήσω ήσυχους, τότε είσαι πολύ γελασμένη».
«Τι… τι εννοείς;»
«Δεν πρόκειται να δείτε άσπρη μέρα ωσότου να διαλυθεί αυτός ο γάμος». Η μητέρα της σηκώθηκε πάνω, αφήνοντας το φλιτζάνι πάνω στο τραπεζάκι. «Ακόμα κι όταν πεθάνω, δεν θα ησυχάσετε, να είσαι σίγουρη γι’ αυτό».
«Είσαι άρρωστη».
Η παλάμη της χαστούκισε το αριστερό μάγουλο της Δάφνης. «Ύστερα απ’ όσα έχω κάνει για σένα τολμάς να με αποκαλείς έτσι; Είναι δυνατόν να με πουλάς γι’ αυτό το… γι’ αυτό το ρεμάλι που κουβάλησες μέσα στο σπίτι μου!»
«Είσαι τρελή μητέρα!» Η Δάφνη άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Βλέπεις τι εννοώ; Γι’ αυτό σε θέλει, επειδή είσαι αδύναμη. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς ούτε τον εαυτό σου. Ο κόσμος είναι ακόμα σκληρός για ένα κουτάβι σαν εσένα, Δάφνη».
«Βούλωσε το!»
Η Δάφνη ρίχτηκε με φοβερή οργή. Το χέρι της βρέθηκε να τραβάει τα μαλλιά της μητέρας της. Η πενηντάχρονη γυναίκα αφέθηκε και έσπρωξε την κόρη της· η Δάφνη προσγειώθηκε με την πλάτη στο τραπεζάκι από πίσω· η γυάλινη επιφάνεια έγινε θρύψαλα· ένα κομμάτι γυαλί διαπέρασε το δεξί της βλέφαρο. Σηκώθηκε πάνω με κομμένη ανάσα. Αίμα έτρεξε στο ζυγωματικό της και η Δάφνη θυμωμένη, της έριξε κλωτσιά στο στομάχι. Η μητέρα της βόγκηξε και διπλώθηκε στα δυο –πιθανότατα έσπασε κάτι μέσα της από το εσωτερικό κρακ που άκουσε στα αυτιά της. Άρχισε να βήχει και να σφαδάζει. Η κόρη της την έπιασε πάλι από το μαλλί και την ανάγκασε να βαδίσει μέχρι το μπάνιο. Φίμωσε το στόμα της με μια κάλτσα από τα άπλυτα. Η μητέρα της δεν μπορούσε να κινηθεί, με σιγουριά είχε σπάσει κάτι. Βογκούσε και έκλαιγε πεσμένη στα πλακάκια του μπάνιου, μα η Δάφνη, δεν είχε κανένα οίκτο.
«Δεν σε μπορώ άλλο, με ‘χεις τρελάνει. Αρκετά πια! Η μόνη που ελέγχει τη ζωή μου είμαι εγώ και μόνο εγώ. Κανένας άλλος δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Σταμάτα να παραβιάζεις τη σχέση μου με τον Νίκο. Σταμάτα να καλείς στο σπίτι. Σταμάτα να χώνεις τη μύτη σου εκεί που δεν σε σπέρνουν, παλιόγρια… είσαι μια παλιόγρια, αυτό είσαι, και θα μείνεις μόνη σου. Ή μάλλον, αυτό είναι που φοβάσαι… δεν μας αφήνεις ήσυχους γιατί φοβάσαι πως θα μείνεις μόνη σου και θα σαπίσεις και δεν θα βρει κανένας το κουφάρι σου, γιατί κανένας δεν θα νοιαστεί για μια βρόμα σαν εσένα!»
Η Δάφνη κρατούσε μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών, όταν έκλεισε την πόρτα του μπάνιου πίσω της και μόνο πνιχτά βογκητά ακούστηκαν πέρα από την πόρτα.

18

Η Δάφνη επέστρεψε σπίτι με το αυτοκίνητο. Πάρκαρε στην άκρη του πεζοδρομίου με τα χέρια να τρέμουν πάνω στο τιμόνι. Ήταν όλη μούσκεμα από τον ιδρώτα. Μπήκε στο σπίτι βάζοντας με δυσκολία το κλειδί στην κλειδαριά. Πήγε στο μπάνιο, έπλυνε τα χέρια της και έριξε νερό στο πρόσωπό της. Θεούλη μου, δεν είναι αλήθεια, κάνε να μην είναι αλήθεια. Στο δωμάτιο άλλαξε ρούχα και έβγαλε τα παπούτσια της. Κατέβηκε πάλι κάτω, άνοιξε το κλιματιστικό για να στεγνώσει ο ιδρώτας και έβαλε νερό από τη βρύση σε ένα γυάλινο ποτήρι. Το τηλέφωνο χτύπησε ξαφνικά, τινάχτηκε τρομαγμένη και το ποτήρι έγινε θρύψαλα. Ήταν ξυπόλυτη και γυαλιά σκόρπισαν στο πάτωμα. Για να περάσει να σηκώσει το τηλέφωνο, τα πόδια της μάτωσαν και άφησε πίσω της ίχνη από φρέσκο αίμα. Έτρεξε λίγο, φοβόταν μήπως δεν προλάβαινε το τηλέφωνο, ήταν σίγουρα ο Νίκος. Λίγο πριν το σηκώσει, γλίστρησε στο ίδιο της το αίμα και χτύπησε το κεφάλι της στην άκρη του πάγκου· ο δυνατός γδούπος θαρρείς κι ακούστηκε σαν το κλείσιμο της εξώπορτας. Το κόψιμο στο βλέφαρο χειροτέρεψε.
Ήταν πράγματι ο Νίκος στο τηλέφωνο όταν συνήλθε, ήθελε να δει αν όλα ήταν καλά. Ανησυχούσε γιατί το πρωί ήταν κάπως ταραγμένη
Η Δάφνη, χτυπώντας το κεφάλι στον πάγκο, ξέχασε όλα όσα συνέβησαν στο σπίτι της μητέρας της. Ανέβηκε όμως πάνω και φόρεσε βιαστικά τα καθαρά σανδάλια της –σκέφτηκε πως είχε πολλή ζέστη. Έπρεπε να πάει επειγόντως στο σχολείο, να αφήσει το αυτοκίνητο στον Νίκο γιατί θα ήταν κουρασμένος από τη δουλειά και χρειαζόταν το όχημα για να γυρίσει σπίτι. Άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και έφυγε τόσο βιαστική, που ξέχασε να κλείσει το κλιματιστικό.

19

Έφτασε στο σχολείο και προτού βγει από το αυτοκίνητο, ένιωσε τσούξιμο κάτω από το δεξί της φρύδι. Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι του παρκαρισμένου αυτοκινήτου και είδε το κόψιμο. Τότε επανήλθε πίσω στην πραγματικότητα. Ο Νίκος την βρήκε μισολιπόθυμη πάνω από τον νιπτήρα. Στο χέρι της κρατούσε το κουτάκι με τα αντιβιοτικά της. Μερικά βρίσκονταν πεταμένα στο σιφόνι, άλλα μέσα στο στόμα της       . «Εγώ… εγώ το έκανα», είπε μετά βίας.
«Δάφνη! Φτύσε τα, φτύσε τα αμέσως!» Την έπιασε από το σαγόνι. «Φτύσε τα σου λέω!» Βύθισε το δάχτυλό του στο λαρύγγι της. Η Δάφνη ξέρασε. «Θα καλέσω βοήθεια».
«Νίκο όχι, μη… όχι πάλι». Κατάρρευσε στο πάτωμα σαν να ήταν καμιά μεθυσμένη. Το σώμα της έτρεμε, όπως επίσης και το σαγόνι της που αδυνατούσε να προφέρει λέξεις. Σχεδόν δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν αδύναμη.
Ο Νίκος την πήρε στην αγκαλιά του και την ξάπλωσε στον καναπέ. Έβαλε ένα θερμόμετρο κάτω από τη μασχάλη της. Τα μάτια της ήταν και τα δυο θεόκλειστα, παραφουσκωμένα.
Η Δάφνη σαν άκουγε καμπανάκια να κουδουνίζουν, ενώ ενδιάμεσα άκουσε τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο. «Νομίζω… νομίζω πως είναι βαριά άρρωστη. Είναι πολύ ζεστή. Χρειάζομαι επειγόντως ένα ασθενοφόρο. Πεθαίνει!»
Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν να ξυπνάει στο νοσοκομείο. Κοιτούσε ολόγυρα· όλα ήταν λευκά πίσω από τις γάζες που κάλυπταν τα μάτια της.
«Επιτέλους ξύπνησες… Είσαι καλά, μωρό μου;» Ακούστηκε η γλυκιά φωνή του από τα αριστερά. Γύρισε το κεφάλι της –ήταν μια φιγούρα με τη φωνή του άντρα της.
«Είμαι νεκρή;»
«Είσαι όμορφη, όπως πάντα. Ο κύριος Έντμοντ σε φρόντισε. Αγωνιούσα κατά τη διάρκεια της επέμβασης, αλλά χαίρομαι που όλα πήγαν καλά».
«Ποιος… ποιος υπέγραψε;»
«Εγώ… ποιος άλλος; Δεν γινόταν αλλιώς. Ήταν κρίσιμη η κατάσταση».
«Τα μάτια μου… είναι καλά;»
«Ο γιατρός δεν είναι σίγουρος ακόμη. Η επέμβαση ήταν επιτυχής αλλά δεν ξέρει αν θα ανακτήσεις σύντομα την όρασή σου. Είπε ότι ένα βακτήριο έκανε την φλεγμονή –σαν γάγγραινα ένα πράγμα. Υπέστη μετάλλαξη στη δομή του RNA. Δεν κατάλαβα πολλά, αλλά επίσης τόνισε ότι παράγει παραισθησιογόνες τοξίνες που έχουν την τάση να μετατρέπουν τις αρνητικές σκέψεις σε πραγματικό εφιάλτη… Μη σηκώνεσαι, ο πυρετός δεν έχει πέσει ακόμη…»
«Δεν γίνεται… νιώθω λες και ζω εφιάλτη. Γιατί σ’ εμένα; Γιατί να συμβαίνει σ’ εμένα;»
«Μωρό μου, μη κλαις, σε παρακαλώ. Τα άσχημα πέρασαν τώρα».
Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο. Η Δάφνη στράφηκε γρήγορα στα δεξιά να δει, αλλά ξέχασε πως δεν μπορούσε να διακρίνει χαρακτηριστικά, παρά μόνο αόριστες φιγούρες. «Ποιος είναι Νίκο; Ποιος μπήκε μέσα;»
«Χαλάρωσε, μωρό μου», είπε και σηκώθηκε. «Η νοσοκόμα είναι. Λέει πως χρειάζεσαι ξεκούραση. Πρέπει να φύγω».
«Όχι… όχι… σας παρακαλώ, μη τον παίρνετε μακριά μου… Νίκο… Νίκο! Δεν μπορώ να μείνω μόνη μου… μη με αφήνεις…» Τα φώτα έσβησαν. Και το φως της χάθηκε για πάντα.

Επίλογος

Επτά μήνες αργότερα
Τρίτη, 21 Απριλίου

Καθόταν στη θέση του συνοδηγού και άκουγε τον αέρα να σφυρίζει μέσα στο αυτοκίνητο από τα ανοιχτά παράθυρα. Ο Νίκος καθόταν δίπλα της, οδηγούσε και της χάιδευε τρυφερά το γόνατο. Το χέρι του το ένιωθε απαλό.
«Όχι τέτοια εδώ πονηρέ, πρέπει να προσέχεις στο δρόμο».
«Άνετα μπορώ να κάνω και τα δύο».
Χαμογέλασε. «Καλά, ό,τι πείτε κύριε καθηγητά». Η Δάφνη έτριψε τα μπράτσα της. «Μήπως μπορείς να κλείσεις λίγο το παράθυρο;»
«Γιατί μωρό μου; Κρυώνεις;»
«Έχει λίγο ψύχρα».
Ο Νίκος έκλεισε το παράθυρο.
«Ευχαριστώ…» είπε εκείνη. «Να σου πω, πού πάμε; Τελικά δεν μου είπες».
«Κάπου όμορφα», της είπε, και κατάλαβε πως χαμογελούσε. «Θα σ’ αρέσει. Θα σε κάνει να ξεχαστείς».
«Χμμ», έκανε η Δάφνη. «Υποθέτω πως πρέπει να μαντέψω».
«Σωστά υποθέτεις».
«Στην παραλία; Έχω καιρό να πάω –ήλπιζα ότι θα το θυμόσουν».
«Το έλεγες αρκετά συχνά, δεν ήταν εύκολο να το ξεχάσω». Άκουσε το γέλιο της Δάφνης. «Ώπα, κάποιος γελάει πολύ. Τι έγινε ξαφνικά;»
«Δεν ξέρω», είπε η Δάφνη, με το τελευταίο χαμόγελο να αργοσβήνει. «Νιώθω καλύτερα που όλα τελείωσαν. Ξέρεις…»
«Ξέρω».
«Ναι…»
«Ωχ, και τώρα σοβάρεψες. Τι είναι;»
«Με τη μητέρα μου…» Αναστέναξε. «Ξέχνα το, είναι αυτό που θα έπρεπε να είχα κάνει εδώ και πολύ καιρό. Δηλαδή να φύγω, να φύγω από εκείνη… μακριά…»
«Ήταν η σωστή επιλογή. Καμία από τις δυο σας δεν θα βλάψει η μία την άλλη».
Η Δάφνη παρέμεινε αμίλητη.
«Εννοώ ψυχικά, Δάφνη. Κατάλαβες».
«Ναι… ναι, σωστά».
«Και οι εφιάλτες σταμάτησαν, δεν είναι τυχαίο αυτό. Νιώθεις πολύ καλύτερα, φαίνεται».
«Ναι υποθέτω, είμαι… είμαι πολύ καλύτερα. Αν εξαιρέσουμε πως καμία φορά με πιάνει κατάρρευση».
«Μωρό μου… μην στεναχωριέσαι για τα μάτια σου. Ο δόκτωρ Έντμοντ ακόμη προσπαθεί να βρει τρόπο για να ανακτήσεις την όρασή σου. Είμαι βέβαιος πως στο τέλος θα τα καταφέρει. Το πολύ-πολύ να δώσουμε τις τελευταίες μας οικονομίες στη μεταμόσχευση».
«Ναι αλλά ακόμα αναλύει εκείνο το βακτήριο… και ανησυχώ μήπως δεν βρει τίποτα. Τέλος πάντων, τα πάντα, τα πάντα αρκεί να μην ξαναπεράσουμε εκείνο τον εφιάλτη».
Η Δάφνη, παρόλο που ήταν ολοκληρωτικά τυφλή, μπορούσε να καταλάβει πως ο Νίκος της χαμογελούσε ακόμα, πιάνοντάς της τρυφερά το πόδι.
«Θυμάσαι τίποτα να μου πεις;»
«Τα θυμήθηκα όλα με τον καιρό. Τα πάντα. Ό,τι συνέβη εκείνες τις μέρες. Το σπασμένο ποτήρι, τα αίματα…»
«Μιλάς για τις μέρες αφότου βγήκες από το νοσοκομείο;»
«Όχι, Νίκο. Μιλάω για τις μέρες προτού νοσηλευτώ».
Ένιωθε τα μάτια του καρφωμένα πάνω της με έναν τρόπο τόσο ανήσυχο, που ήταν σα να τον πρόσβαλε. «Τι ακριβώς θέλεις να πεις; Η εγχείρηση ήταν δύσκολη. Πήρε πολύ χρόνο. Ήσουν στο νοσοκομείο περίπου τέσσερις ημέρες. Από τις 10 μέχρι και τις 14 Σεπτεμβρίου. Πότε συνέβησαν όλα αυτά;»
Εκτός από την όρασή της για το υπόλοιπο της διαδρομής έχασε και τη  μιλιά της. Κοιτούσε σκεφτική έξω από το παράθυρο, χωρίς βέβαια να βλέπει πραγματικά κάτι, παρά μόνο αόριστα, στιγμιαία φώτα και χρώματα. Τουλάχιστον ο εφιάλτης πέρασε –εν μέρει– και τώρα πλέον, δεν υπήρχε τίποτε στο κεφάλι της που σκάλιζε το εσωτερικό του κρανίου της. Εκτός από τις σκέψεις της. Πολλά βράδια, άκουγε μια βοή και φοβόταν ότι τα μάτια της θα γυρνούσαν ανάποδα και θα έβλεπε ξανά εκείνο το στρογγυλό πράγμα να παίρνει τη μορφή της μητέρας της και να την κυνηγάει μέσα στο κεφάλι της έως ότου να αποδειχθεί μόνο η αρχή ενός ατέλειωτου εφιάλτη.

ΤΕΛΟΣ

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Advertisements

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 3ο.


11

«Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε στα επείγοντα, το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Δεν θέλω!» Αρνήθηκε γι’ άλλη μια φορά η Δάφνη. Είχε ανέβει πάνω στον καναπέ σαν είδε ποντικό να τρέχει στα ξύλινα πατώματα. Ο Νίκος διατηρούσε ακόμη την ψυχραιμία του, προσπαθούσε να την προσεγγίσει μα δεν τα κατάφερνε.
«Δάφνη», πρόφερε ήρεμα το όνομά της. «Κάνεις σαν μικρό παιδί, σύνελθε. Νόμιζα πως είχαμε λύσει το όλο θέμα με τα νοσοκομεία… δεν το είχαμε;»
Η Δάφνη ηρέμησε και ξαφνικά στο καθιστικό απλώθηκε σιωπή.
«Άστο, τώρα κατάλαβα». Στράφηκε από την άλλη, θυμωμένος. «Όλες αυτές οι ψυχοθεραπείες… πεταμένα λεφτά». Γέλασε μόνος του. «Και εσύ τόσο καιρό-»
«Όχι, δεν έπαιζα θέατρο».
Ο Νίκος την κοίταξε κατάματα. Έβλεπε μόνο τη μία ίριδα, παρόλο που ήταν και τα δυο της μάτια ορθάνοιχτα. «Δεν σκόπευα να πω αυτό. Αλλά ότι, τόσο καιρό, τόσο καιρό έρχεσαι στο σχολείο όποτε σου συμβαίνει κάτι. Ήλπιζα πως θα σταματούσε… ότι θα σταματούσες να το κάνεις αυτό, όταν πλέον δεν θα φοβόσουν άλλο τα νοσοκομεία. Με έχουν πάρει όλοι με κακό μάτι, καταλαβαίνεις; Οι μαθητές κάνουν πλάκες εις βάρος μου. Έχουν αρχίσει να λένε κακά πράγματα μέχρι και οι συνάδελφοι… Θεέ μου». Την πλησίασε. «Κοίτα… ζητώ συγγνώμη… συγγνώμη αν σε κάνω να νιώθεις άσχημα λέγοντάς σου αυτά, αν σε κάνω να νιώθεις ντροπή».
«Μάλλον», άρχισε να λέει η Δάφνη, «αυτός που νιώθει ντροπή δεν είμαι εγώ αλλά-» Ένιωσε ένα τσίμπημα στο δεξί της χέρι· ακολούθησε ένα τσούξιμο, σαν οξύ που ρέει μέσα στις φλέβες και τότε συνειδητοποίησε άναυδη πως ο Νίκος τής είχε κάνει ηρεμιστική ένεση. Η Δάφνη διαπίστωσε κάτι: Αυτό που του είχε πέσει προηγουμένως στο μπάνιο μπορεί να ήταν η συσκευασία με τη σύριγγα, καθώς ήταν ταραγμένος και αβέβαιος. Ήθελε να βρει τρόπο να την πάει στο νοσοκομείο. Όλον αυτόν τον καιρό ήξερε, ήξερε πως η Δάφνη δεν είχε ξεπεράσει το θέμα με το φόβο της. Αλλά εκείνος ήταν προετοιμασμένος…
«Τι… τι μου έκανες…»
«Μην ανησυχείς», ψέλλισε στο αυτί της. «Όλα θα πάνε…» Το τέλος της φράσης δεν ακούστηκε ποτέ· η Δάφνη είχε κοιμηθεί.

12

Η μητέρα της βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Τι δουλειά είχε εδώ; Ποιος την έφερε στο νοσοκομείο; Μήπως ο Νίκος; Αποκλείεται. Δεν ήθελε να την βλέπει ούτε ζωγραφιστή.
Η Δάφνη δεν μπορούσε να δει. Μάλλον είχε κλειστά μάτια. Ή τα μάτια της ήταν και πάλι αντεστραμμένα. Αλλά υπήρχε πολύ σκοτάδι. Μπορούσε όμως να ακούσει τη μητέρα της να πλησιάζει. Ο εφιάλτης επέστρεψε πάλι και αυτή τη φορά ερχόταν με απειλητικές διαθέσεις. Ήταν μέσα στο κεφάλι της. Βγήκε μέσα από το σκοτάδι αποκτώντας σάρκα και οστά και φωνή. Τώρα την έβλεπε ξεκάθαρα· ήταν μια γριά γυναίκα, χλομή σαν πτώμα από την πούδρα.
Η βαριά και τραυματική φωνή αντήχησε μέσα στα τοιχώματα του κρανίου της. «Ποιος τόλμησε να πειράξει το παιδάκι μου;… Μήπως εκείνος;… Όποιος κι αν ήταν θα τον ρημάξω με τα ίδια μου τα χέρια!»
Η Δάφνη ξύπνησε σχεδόν ήρεμη. Δεξιά της κλίνης βρισκόταν ο Νίκος, με τα όμορφα καθάρια μάτια του. Το χέρι του αγκάλιαζε το δικό της. Η μητέρα της δεν ήταν πουθενά.
«Ξύπνησες;» είπε ο Νίκος ανήσυχος. «Όλα είναι εντάξει. Μη φοβάσαι, σε προσέχω».
«Νίκο… » Ένιωσε καυτά δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Το δεξί άρχισε να την τρώει, μα δεν την ένοιαζε, έπρεπε να κλάψει. «Ζει μέσα στο κεφάλι μου… δεν με αφήνει ήσυχη… κοντεύω να τρελαθώ…»
«Τι πράγμα; Ποιος μωρό μου; Δεν καταλαβαίνω τι λες».
«Η μητέρα μου!»
«Είχες πάλι εφιάλτη;»
Και τότε θυμήθηκε ότι ο Νίκος την είχε ναρκώσει. «Νίκο, ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω…» Κουνούσε το κεφάλι της. Η Δάφνη σώπασε· κάποιος βρισκόταν στα δεξιά της. Τον αντιλήφθηκε γιατί το βλέμμα του Νίκου έπεσε προς τα εκεί, σαν να ζητούσε από κάποιον τρίτο να του εξηγήσει τα ακατάληπτα λόγια της.
«Φταίει η δράση του ηρεμιστικού», είπε μια αντρική φωνή. «Τα όνειρα γίνονται πιο ζωηρά και… ζωντανά».
«Ποιος… ποιος είσαι εσύ;»
Ο Νίκος μίλησε: «Δάφνη, αυτός είναι ο δόκτωρ Έντμοντ, βρίσκεται εδώ για να μας βοηθήσει. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του».
«Να… να βοηθήσει;»
Ο δόκτωρ Έντμοντ έβαλε την Δάφνη να ξαπλώσει. Τον κοιτούσε σαν αποβλακωμένη. «Πρέπει να ξεκουραστείς. Είσαι πολύ αδύναμη τώρα». Ο γιατρός στράφηκε στον Νίκο. «Η επέμβαση θα ξεκινήσει σε λίγο».
«Η επέμβαση;» ρώτησε ο Νίκος απορημένος. «Ποια επέμβαση;»
«Μα για να αποκαταστήσουμε τους σπασμένους ιστούς στον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού. Θα επανέλθει στην φυσική του κατάσταση, μην ανησυχείτε».
«Νίκο τι συμβαίνει; Τι είναι αυτά που λέει;» τον ρώτησε, κουρασμένη ακόμη και να μιλήσει.
«Ησύχασε, μωρό μου. Όλα είναι υπό έλεγχο».
Πήρε τον δόκτωρ Έντμοντ μέχρι τη γωνιά του ολόλευκου δωματίου.  Παρόλο που δεν ήθελε να ακούσει τίποτα η Δάφνη, εκείνη μπορούσε με κάποιον τρόπο να ακούσει τα πάντα από αυτά που έλεγαν.
«Δεν είχαμε συμφωνήσει αυτό. Πώς είναι δυνατόν να παίρνετε μια τέτοια πρωτοβουλία δίχως τη συγκατάθεσή μου;»
«Κύριε, η μητέρα της ασθενούς συμπλήρωσε τα χαρτιά με τα στοιχεία της. Σαν κηδεμόνας μπορεί να το κάνει αυτό. Άλλωστε είναι κάτι που επείγει. Η κατάστασή της μπορεί να οδηγήσει σε ολική τύφλωση».
Η Δάφνη ούρλιαξε, μεταπηδώντας από τον ονειρικό κόσμο στον πραγματικό.

13

«Δάφνη, μωρό μου, ξύπνα!»
Η Δάφνη σταμάτησε επιτόπου να ουρλιάζει όταν συνειδητοποίησε πως το μέρος όπου βρισκόταν, δεν ήταν σε κάποιο όνειρο.  Κοίταξε ολόγυρα. Βρίσκονταν στο διάδρομο αναμονής και κάθονταν στα άβολα, πλαστικά καθίσματα. Μπορεί να ήταν άσχημα, ωστόσο όχι όπως το όνειρο που είχε δει. Περίμεναν την σειρά τους.
«Τι συνέβη, Νίκο;» Κοίταξε κάτω τη μελανιά στο χέρι της. «Άου! Τι μου-»
«Μωρό μου… για το καλό σου το έκανα, το ξέρεις… Είσαι ασφαλής τώρα. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει». Η Δάφνη προσπάθησε να δείξει κατανόηση, αλλά δυσκολευόταν πραγματικά πολύ. Προσπάθησε να μην το δείχνει πως ήταν λιγάκι… εκνευρισμένη.
«Πόση ώρα είμαι έτσι;»
«Όχι πολύ, περίπου μισή ώρα».
«Θεέ μου… είδα τόσους εφιάλτες. Δεν το αντέχω άλλο».
«Και ανησυχούσα να μη δούμε εκείνη την ταινία…» είπε αγανακτισμένος. «Τώρα έχεις περισσότερους εφιάλτες, αυτό ακριβώς μας έλειπε».
«Με δουλεύεις; Μου έδωσες ηρεμιστική ένεση και με έφερες στο νοσοκομείο παρά τη θέλησή μου και δεν γνωρίζω τι-»
«Δάφνη, πάψε πια!» απαίτησε κάνοντας μασάζ στους κροτάφους του. Κόντευε να χάσει την υπομονή του. «Δε φτάνει… δε φτάνει που σε έφερα εδώ». Αναστέναξε. «Ξέρεις τι; Ξέχασέ το, δεν είναι μέρος αυτό για να τσακωθούμε».
Η πόρτα μπροστά τους που έλεγε «Οφθαλμικό» άνοιξε και βγήκε ένας ηλικιωμένος άντρας με γυαλιά και την κοίταξε επίμονα. Το μάτι μου, ναι, το γαμημένο μάτι μου, το ξέρω ότι είναι τεράστιο ανάθεμα σας όλους, σχεδόν το είχα ξεχάσει…           
«Παρακαλώ, περάστε», είπε ο γιατρός πέρα από την ανοιχτή  πόρτα.

14

Στερέωσε το κεφάλι της σε ένα παράξενο μηχάνημα. Στο αριστερό μάτι έφτανε εικόνα, ένας κόκκινος ανεμόμυλος σε ένα πράσινο, ηλιόλουστο λιβάδι. Ήταν μακριά. Με το δεξί μάτι δεν υπήρχε επαφή· φουσκωμένο σαν μπαλάκι του τένις μόνο ο ερεθισμένος βολβός που είχε γυρίσει ανάποδα φαινόταν.
«Τι είναι, γιατρέ;» ρώτησε ο Νίκος ενώ στεκόταν πλάι της.
«Χμμ…» έκανε ο γιατρός από την άλλη άκρη του μηχανήματος. Εξέταζε αντικριστά από τη Δάφνη τα μάτια της, όσο εκείνη κοιτούσε το τοπίο με το λιβάδι. «Κάποια φλεγμονή, βαριά μάλιστα».
«Τ-τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Ψυχραιμία, κορίτσι μου. Θα σου γράψω μερικά αντιβιοτικά. Για καλό και για κακό θα πρέπει να πάρω λίγο δείγμα, για να είμαστε βέβαιοι πως δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Ωστόσο, όταν βλέπετε πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το μάτι σας, θα πρέπει άμεσα να απευθύνεστε σε κάποιον ειδικό. Ήταν λάθος που σας πήρε τόσο».
Ο Νίκος λοξοκοίταξε την Δάφνη. «Θα το λάβουμε υπόψιν. Ευχαριστούμε, κύριε Έντμοντ».
Η Δάφνη σάστισε ακούγοντας αυτό το όνομα: Αυτό δεν ήταν το όνομα του γιατρού στο όνειρό μου; Έντμοντ… 
«Τι ακριβώς μπορεί να είναι τελικά;» ρώτησε τώρα ο Νίκος παίρνοντας την συνταγή από τα χέρια του γιατρού.
«Δεν είμαι βέβαιος», είπε ο κύριος Έντμοντ. «Ίσως επιπεφυκίτιδα. Αλλά δεν μοιάζει σαν κάτι που έχω ξαναδεί, όχι έτσι. Σήμερα θα γίνει η ταυτοποίηση και θα σας ενημερώσω».
Είχαν φτάσει κιόλας σπίτι. Η έξοδος στο σινεμά έμοιαζε με μακρινό όνειρο. Ο Νίκος πήγε στο φαρμακείο, πήρε τα πράγματα της Δάφνης και επέστρεψε πίσω στο σπίτι. Η Δάφνη είχε όμως αποκοιμηθεί.

15

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου

Δεν είδε εφιάλτες αυτή τη φορά. Ξύπνησε νωρίς το πρωί, αλλά όχι αρκετά νωρίς για να προλάβει τον Νίκο. Ένιωθε καλύτερα σήμερα, κι ας μην είχε πάρει τα αντιβιοτικά της που ήταν στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι τους. Ψηλάφισε το μάτι της, το πρησμένο, κακάσχημο μάτι της. Δεν ήταν και τόσο άσχημα.
Πήγε κάτω να πιεί λίγο νερό. Δεν άργησε να διαπιστώσει τα ίχνη από αίμα στο γρανιτένιο πάτωμα του σπιτιού. Οδηγούσαν προς το τηλέφωνο. Έσμιξε τα φρύδια της. Ήταν περίεργο, ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν τα ίδια χνάρια που είχε αφήσει χθες όταν πάτησε το σπασμένο ποτήρι… που θυμόταν πως είχε μαζέψει αλλά τελικά δεν το είχε μαζέψει… όπως και τα αίματα… μήπως δεν είχε καθαρίσει ούτε τα αίματα; Αποκλείεται, ο Νίκος θα τα είχε δει, άρα δεν υπήρχαν εκεί τα αίματα, τα είχε όντως καθαρίσει.
Η Δάφνη πήγε προς την εξώπορτα, περιμένοντας να την ακούσει πάλι να κλείνει, αλλά δεν ήταν κανείς απέξω. Κοίταξε πίσω της· ούτε μέσα ήταν κανείς. Το σπίτι ήταν άδειο. Έκλεισε την πόρτα και με τρόμο είδε πως τα αίματα βρίσκονταν ακόμα εκεί. Αλλά το ποτήρι… δεν υπήρχε το σπασμένο ποτήρι. Κοίταξε την ουλή στο πέλμα της. Η πληγή είχε ανοίξει και έσταζε αίμα… Το καθάρισε γρήγορα με ένα πανάκι. Έβαλε ένα τσιρότο και σφουγγάρισε τα αίματα.
Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή:
«Δάφνη… Δάφνη εγώ είμαι, η κυρία Φου. Δεν κάλεσες πίσω που σου ζήτησα. Αλλά λογικό, κι εγώ αν έχανα κάποιον δικό μου έτσι θα ήμουν τώρα, απομονωμένη». Αναστεναγμός. «Πάρε με τηλέφωνο όταν μπορέσεις, ανησυχώ για σένα».
Η Δάφνη έτρεξε προς το τηλέφωνο και κάλεσε την Κυρία Φου. Χτυπούσε και…
«Εμπρός; Δάφνη;» Το σήκωσε. «Είδα την αναγνώριση. Πες μου ότι είσαι καλά…»
«Καλημέρα, κυρία Φου», είπε η Δάφνη τάχα πως ήταν ψύχραιμη. «Γιατί τέτοια αναστάτωση; Είστε καλά;»
«Εγώ… Ναι. Μια χαρά είμαι, γλυκιά μου. Όμως έμαθα για την μητέρα σου και… λυπάμαι τόσο πολύ. Θα πρέπει να είναι δύσκολο για σένα. Γι’ αυτό ήσουν έτσι τελικά; Έπρεπε να μου το είχες πει».
«Μισό λεπτό… τι εννοείτε;»
«Προχτές… πέθανε; Δεν το ήξερες;»
Η Δάφνη έκλεισε το τηλέφωνο, αβέβαιη αν πρόκειται για πραγματικότητα. Μπορεί να ήταν πάλι κάποιο όνειρο, ναι, αυτό ήταν, κάποιο κακό όνειρο. Σύντομα θα ξυπνούσε, ουρλιάζοντας όπως πάντα.

Τέλος 3ου μέρους. Το επόμενο και τελευταίο μέρος στις 31 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 2ο.


6

Η Δάφνη δεν είχε άλλο ύπνο. Λογικό μετά το όνειρο, εκείνο με τα αντεστραμμένα μάτια στις κόγχες. Φοβόταν να πέσει να κοιμηθεί. Τι στο καλό ήταν αυτό το όνειρο;
Κατέβηκε να φτιάξει καφέ φίλτρου στην καφετιέρα. Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή.
«Όλα καλά, Δάφνη; Έφυγες ταραγμένη από το τελευταίο μάθημα και ανησύχησα. Ο Νίκος καλά; Μπορείς να λείψεις όσο θέλεις, αρκεί να μου στείλεις πίσω».
Στεκόταν σκεφτική πάνω από το μηχάνημα, προσπαθώντας για άλλη μια φορά να θυμηθεί. Εξέτασε το μήνυμα: ταραγμένη, ήταν η λέξη που συγκράτησε. Γιατί ήταν ταραγμένη; Το πρησμένο μάτι πάντως τής έφερνε πονοκέφαλο όποτε προσπαθούσε να θυμηθεί, λες και κάποιος σκάλιζε με σφήνα το κρανίο της. Δεν ήθελε να πει καμιά βλακεία στην κυριά Φου. Αποφάσισε να μην απαντήσει ακόμη. Ήπιε μια γουλιά καφέ από το φλιτζάνι –ζεστός, ηρεμιστικός. Βοηθούσε κάπως στον πόνο, κανένας λόγος  να πάρει παυσίπονα.
Πλησίασε το νεροχύτη να πάρει ένα κουταλάκι, όταν ξαφνικά πάτησε σκόρπια θρύψαλα.
«Άου, άου!» φώναξε με ψιλή φωνή. Σήκωσε αντανακλαστικά το πόδι της και κοίταξε κάτω. Έντονο κόκκινο αίμα πότισε το δάπεδο.  Άφησε το φλιτζανάκι στον πάγκο, απορώντας ακόμη πώς δεν της είχε πέσει κάτω. Κοίταξε τα θρύψαλα. Συνοφρυώθηκε. Στο δάπεδο ήταν τα θραύσματα του σπασμένου ποτηριού που έσπασε χθες. Αλλά θα ορκιζόταν πως τα είχε μαζέψει. Προσπαθούσε να θυμηθεί αν πράγματι τα είχε μαζέψει, μα δεν μπορούσε.
Τότε άκουσε το κλείσιμο της εξώπορτας. Από το δεξί της μάτι, το πρησμένο, δεν είδε ποιος ήταν εκεί. Δεν μπόρεσε να δει αν κάποιος ήταν στην πόρτα. Γύρισε και κοίταξε με το αριστερό. Τίποτα, κανένας. Ίσως ο άνεμος να είχε τραντάξει το τζάμι. Πλησίασε και άνοιξε την εξώπορτα. Σήμερα δεν είχε καθόλου αέρα. Μόνο ήλιο και πολλή ζέστη. Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν περνούσε από την οδό. Κανείς. Κανείς δεν ήταν έξω.
Κοίταξε να ελέγξει μέσα στο σπίτι. Το βλέμμα της σάρωσε το μικρό σαλόνι. Ησυχία. Ένιωσε την παρόρμηση να φωνάξει τη μητέρα της, μα θα ήταν τρελό μιας και πλέον δεν ζούσε μαζί της.
Όταν βεβαιώθηκε ότι κανένας δεν ήταν στο σπίτι, κούνησε το κεφάλι θαρρείς πως έδιωχνε μια ανόητη σκέψη. Αυτή τη φορά φρόντισε να μαζέψει τα γυαλιά. Ο καφές είχε κρυώσει πάνω στον πάγκο ωσότου να σφουγγαρίσει τα ίχνη από το αίμα της. Εφιάλτης. Η θέα ακόμη και του δικού της αίματος ήταν εφιάλτης. Διόλου τυχαίο που φοβόταν τα νοσοκομεία.

7

«Τι λες να βγούμε σήμερα;» είπε ο Νίκος. «Σε κάνα εστιατόριο, ίσως». Η Δάφνη διάβαζε ένα βιβλίο. Ο Νίκος διόρθωνε γραπτά. «Εσύ διαλέγεις».
Σήκωσε το βλέμμα της να τον κοιτάξει. Πόσος καιρός πήγαινε πού να της πρότεινε κάτι τέτοιο; Δύο μήνες; Τρεις μήνες; «Χμμ, τελευταία σκεφτόμουν πόσο πολύ θέλω να πάμε σινεμά. Ξέρεις, με πιάνει κάπου κάπου. Αλλά δεν μπορώ να βγω έτσι, όχι με τέτοιο μάτι».
«Έλα τώρα Δάφνη, γίνεσαι υπερβολική… Σινεμά ε;» Χτυπούσε το στυλό απαλά στα χείλη του. «Καθόλου κακή ιδέα. Έχεις στο μυαλό σου κάποια καλή ταινία;»
Η Δάφνη έβαλε το βιβλίο στην άκρη. «Είναι μία, αλλά δεν ξέρω αν θα σου αρέσει».
«Αν έχει τίποτα ρομαντικά και τέτοια να μου λείπει», είπε και χαμογέλασε. «Πλάκα κάνω… θα δούμε ό,τι θέλεις εσύ, αρκεί να βγούμε να ξεσκάσουμε λίγο».
«Ξέρεις πόσο μου αρέσουν τα θρίλερ».
«Α, έχουμε ζήσει αρκετό απ’ αυτό με τη μάνα σου, πίστεψέ με».
Η Δάφνη τον κοίταξε έντονα, αλλά ήταν αδύνατο να μη γελάσει.

8

Έξω είχε σκοτεινιάσει, η ψύχρα δεν άργησε πολύ να έρθει φέτος το Σεπτέμβριο.
«Φόρα το, κάνει κρύο».
«Είσαι… πολύ γλυκός».
«Ναι καλά, τα έχουμε ξανακούσει αυτά».
Την τράβηξε κοντά του. Περπατούσαν καθοδόν για το σινεμά, δεν ήταν μακριά από το σπίτι τους οπότε δε χρειάστηκε να πάρουν το αυτοκίνητο.
Είχε μεγάλη ουρά στα εκδοτήρια. Πήγαν πρώτα να πάρουν το φαγητό.
«Τι θες να πιείς;»
«Κόκα Κόλα», είπε η Δάφνη. «Πάρε την προσφορά με το μεγάλο ποπ-κορν».
«Θέλεις να τα πάρεις εσύ κι εγώ να πάω για τα εισιτήρια; Δε παίζει να προλάβουμε πριν αρχίσει η ταινία».
«Εντάξει, καλή ιδέα. Θα σε περιμένω εδώ».
Ο Νίκος έφυγε για τα εισιτήρια και η Δάφνη άνοιξε το πορτοφόλι της και πήρε πέντε ευρώ.
«Τι θα θέλατε παρακαλώ;» ρώτησε η νεαρή κοπέλα πίσω από το ταμείο.
«Ένα μεγάλο ποπ-κορν και –τι συμβαίνει;» Κοιτούσε το πρησμένο της μάτι, ήταν σίγουρη.
«Ε… τίποτα, τίποτα». Πήρε ένα χαρτονένιο κύπελλο. «Μεγάλο είπατε, έτσι;»
«Ναι…»
Το γέμισε ποπ-κορν. «Κάτι άλλο;» ρώτησε εύθυμη.
«Όχι… αυτό μόνο». Ήθελε να φύγει από κει, αισθανόταν άβολα, αισθανόταν ότι ήταν το μεγάλο θέαμα, το επίκεντρο, η αναμενόμενη προβολή των Box Office. Ο κόσμος την κοιτούσε και ένιωθε πως θα κλάψει.
«Μωρό μου, είμαστε έτοιμοι;» Ήταν ο Νίκος. Εμφανίστηκε πάλι από τα δεξιά της. Δεν ήξερε πόση ώρα ήταν εκεί. Λογικά τώρα ήρθε. Λογικά.
«Ναι… ναι, πάμε».
«Η Κόκα Κόλα;»
«Σωστά».
«Και μια Κόκα Κόλα, παρακαλώ», ζήτησε ο Νίκος για κείνη. Ήξερε, αλλά ήταν εντάξει.
Προτού μπουν στην αίθουσα προβολής, ο Νίκος της έπιασε την κουβέντα: «Ανησυχώ λίγο».
Η Δάφνη απόρησε. «Για ποιο πράγμα;»
«Σκέφτομαι μήπως σου προκαλέσει εφιάλτες η ταινία».
«Μη γίνεσαι γελοίος».
«Γιατί αμφιβάλλεις;»
«Γιατί δεν θα κάνει καμία απολύτως διαφορά».

9

Ο άντρας σύρθηκε μέσα από το σκοτάδι, η ανάσα του λυσσασμένη, οι προθέσεις του άγριες και ανελέητες. Είχε σπάσει το παράθυρο, είχαν πιαστεί στα χέρια, δεν κατάλαβε για πότε συνέβη· η γυναίκα με το ξεχειλωμένο μπλουζάκι και το πρόσωπο κομμένο, έτρεξε να σωθεί από τον άντρα, γιατί δεν μπορούσε με τίποτα να αντιμετωπίσει την κτηνώδη φύση του. Ήταν ψηλότερος και δυνατότερος.
Έκοψε τα πόδια της στα σπασμένα γυαλιά, αλλά κατάφερε να του ξεφύγει· όχι, την άφησε να ξεφύγει, έπαιζε το παιχνίδι του τώρα, ήταν πολύ αργά, σαν το ποντίκι με τη γάτα, σαν τη γάτα με το ποντίκι. Ήθελε να δει τι θα κάνει, παγιδευμένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Έπρεπε να είχε τρέξει εξαρχής, να σωθεί, το σκέφτηκε αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει, πάγωσε, λειτουργούσε ενστικτωδώς.
Ο άντρας δεν ήταν άνθρωπος. Αποκλείεται να ήταν. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από το λαιμό της καθώς την σήκωνε πάνω με τα πόδια να απέχουν. Κλοτσούσαν ανώφελα τον αέρα. Προσπάθησε να την στραγγαλίσει. Τα αφτιά της βούιζαν. Το ένα μάτι είχε ήδη πρηστεί μαζί με το πρόσωπό της. Η ανάσα της ακουγόταν σαν γυαλόχαρτο. Ένιωθε ότι θα ξεράσει.
Το κοινό ούρλιαξε αγωνιώντας. Η Δάφνη κρύφτηκε μέσα στις παλάμες της. Ο Νίκος την πήρε αγκαλιά με το ένα χέρι έως το τέλος της ταινίας.

10

Η ταινία τελείωσε και γυρνούσαν σπίτι πιασμένοι χέρι-χέρι.
«Σ’ άρεσε η ταινία;»
«Καλή ήταν», απάντησε η Δάφνη.
«Μόνο καλή;»
«Ε… ναι. Ήταν προβλέψιμη, αλλά είχε πολλή αγωνία».
Ο Νίκος γέλασε. «Σ’ αυτό συμφωνώ. Έπρεπε να έβλεπες τα μούτρα σου».
Θυμήθηκε το περίεργο βλέμμα της κοπέλας στο ταμείο, το πώς την κοιτούσε.
Η Δάφνη προσπάθησε να χαμογελάσει. «Τι εννοείς;»
«Ότι τα ‘χες κάνει πάνω σου».
Έστριψαν στη γωνία. Το σπίτι τους ήταν μόλις δέκα μέτρα μακριά.
Άξαφνα το μάτι της άρχισε να την πονάει. «Ουχ, αχ! Νίκο-Νίκο, το μάτι μου… με πεθαίνει!»
Ο Νίκος την γύρισε προς το μέρος του. «Δάφνη σου έχω πει να μη βάζεις τα χέρια στα μάτια!  Έλα κοντά… άσε με να το δω». Το πρήξιμο, κάτω από το ελάχιστο φως των φανών του δρόμου, έμοιαζε με μεγάλο καρούμπαλο. «Τι νιώθεις; Σε πονάει ακόμα;»
«Ναι… νιώθω ένα κάψιμο, σαν να με τρυπάνε με καυτή βελόνα».
«Δεν φαίνεται καλό… μείνε ψύχραιμη… βγάζει λίγο αίμα».
«Τι!» φώναξε. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει.
«Πάμε, μη καθόμαστε άλλο».
Ο Νίκος την βοήθησε να προχωρήσει και να ανέβει τα σκαλοπάτια της πρόσοψης. Στην συνέχεια την έβαλε να καθίσει στον καναπέ, σιγά-σιγά. Η Δάφνη κάλυπτε το αριστερό της μάτι, λες και φοβόταν μήπως χάσει κι αυτό.
«Έρχομαι αμέσως», της είπε και άκουσε τα βήματά του να κατευθύνονται στο μικρό μπάνιο. Έψαχνε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα, του έπεσε κάτι, η Δάφνη αναρωτήθηκε τι, αλλά είχε σημασία; Ερχόταν τώρα προς τα κείνη.
«Μην κουνηθείς».
«Εντάξει…»
Ο άντρας της κάτι ψαχούλευε στο κουτί πρώτων βοηθειών. Της μύρισε οινόπνευμα, εκείνη η καθαρή μυρωδιά που θύμιζε νοσοκομείο. Φοβήθηκε. Το δεξί της μάτι άρχισε πάλι να την πονάει. Εκείνη άρχισε να κλαίει. Με τα δάκρυα κυλούσε και αίμα –όχι πολύ, ήταν όμως ανησυχητικό. Ένιωσε κάτι να πιέζει την πρησμένη σάρκα, ύστερα ένα τσούξιμο, ο Νίκος έκανε σήψη· στο δεξί της χέρι ένιωσε πιτσιλιές δροσιάς, μάλλον είχε ιδρώσει. Κατάφερε να ανοίξει το δεξί μάτι. Από τη σχισμή του ματιού βγήκε πύον που βρόμαγε και σκούρο αίμα.
Ο Νίκος σταμάτησε να ανασαίνει. Δεν κουνιόταν.
«Τ-τι είναι Νίκο;»
«Δάφνη… είναι πιο σοβαρό απ’ ό,τι νόμιζα…»
«Πες μου… πες μου τι τρέχει με το μάτι μου… Δεν μπορώ να δω».
«Έχει γυρίσει ανάποδα».

Τέλος 2ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 28 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 1ο.


1

«Το έβγαλες;»
«Μη κουνιέσαι, προσπαθώ».
«Άου, Νίκο, με πονάς!»
«Συγγνώμη, Δάφνη. Κοντεύουμε…και…βγήκε!»
Ο Νίκος έδειξε στη σύζυγό του το θραύσμα γυαλιού.
«Ω, Θεέ μου!» είπε εκείνη.
«Είσαι τυχερή που δεν τρύπησε τον κερατοειδή. Μπορεί να πάθαινες ζημιά. Θύμισέ μου, πώς ακριβώς συνέβη;»
«Δε… δεν θυμάμαι».
«Έλα τώρα, Δάφνη».
«Σοβαρολογώ». Κοιτούσε στο καθρεφτάκι το μικρό κόψιμο στο πάνω βλέφαρο. «Βγάζει ακόμα αίμα, Χριστέ μου!»
«Έλα δω». Περιποιήθηκε το τραύμα της με λίγο βαμβάκι και ιώδιο. «Καλύτερα τώρα;»
«Ναι… Είσαι πολύ γλυκός».
«Δεν μου το λες συχνά αυτό».
«Το ξέρω. Φταίνε οι συνθήκες… καταλαβαίνεις».
«Ακόμα με την μητέρα σου;»
Η Δάφνη αναστέναξε. «Ναι. Δεν σε χωνεύει».
«Χμμ… ούτε εγώ».
«Μιλάω σοβαρά».
«Κι εγώ το ίδιο, Δάφνη. Αλλά ξέρεις ποιο το καλό; Η ζωή είναι μικρή για να ασχολούμαστε με τη μάνα σου».
«Έχεις δίκιο… τι σημασία έχει άλλωστε; Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει πόσο σε αγαπώ».
«Κι εγώ σ’ αγαπάω, Δάφνη». Ο άντρας με το κοστούμι τής χαμογέλασε τρυφερά. Ύστερα σοβάρεψε και την κοίταξε μισό λεπτό. «Τελικά πώς το έπαθες;»
«Δεν ξέρω, αλήθεια. Θυμάμαι μόνο ότι έφυγα από τη γιόγκα και πήγα σπίτι και… βιαζόμουν να σε βρω. Για να σου φέρω το αυτοκίνητο, μάλλον. Δεν θυμάμαι κάτι άλλο, είναι μυστήριο».
«Πράγματι είναι». Έτριβε σκεφτικός το πιγούνι του. «Τέλος πάντων. Το σημαντικό είναι πως είσαι καλά. Πρόσεχε όμως την πληγή γιατί μπορεί να μολυνθεί». Κοίταξε το ρολόι του. «Λοιπόν, πρέπει να επιστρέψω. Έχω μια ολόκληρη τάξη να αναλάβω». Τη φίλησε στο στόμα.
«Υπομονή, δυο ώρες ακόμα», είπε η Δάφνη. «Εγώ λέω να γυρίσω κατευθείαν σπίτι».
«Καλά θα κάνεις. Πέσε να ξεκουραστείς».
«Μάλιστα, κύριε καθηγητά».

2

Η Δάφνη γύρισε σπίτι. Το σαλόνι είχε μια ζεστή αίσθηση από μπεζ τοίχους και δερμάτινους καναπέδες. Ωστόσο ήταν καλοκαίρι, στο πάτωμα δεν υπήρχαν χαλιά, και το κλιματιστικό ήταν ανοιχτό. Θα ξέχασε να το κλείσει, μάλλον. Ή μήπως όχι; Υπήρχε κάτι που έπρεπε να θυμηθεί, μα δεν ήξερε τι ήταν αυτό. Δεν ασχολήθηκε, το έκλεισε από το χειριστήριο.
Έκανε ένα τηλεφώνημα, παρόλο που μετά βίας μπορούσε να δει τα πλήκτρα με το πρησμένο της μάτι –χρειάστηκε να το κλείσει, γιατί, Δόξα τω Θεώ, από το αριστερό έβλεπε μια χαρά. Δεν το σήκωνε κανείς, οπότε έπρεπε να αφήσει μήνυμα. «Κυρία Φου; Θα χρειαστεί να λείψω για κάνα δυο μέρες από τα μαθήματα. Συνέβη κάτι έκτακτο, όχι σοβαρό, μην ανησυχείτε».
Το έκλεισε και πήγε στο νεροχύτη. Έβαλε σε ένα γυάλινο ποτήρι να πιεί νερό και στάθηκε με τους γοφούς στην άκρη του πάγκου. Στεκόταν σκεφτική τρίβοντας το κάτω χείλος –μια απόπειρα να θυμηθεί. Οι σκέψεις δεν κράτησαν  πολύ· ένας φρικτός πόνος στο δεξί της μάτι την έκανε να ρίξει το ποτήρι της κάτω. «Θεέ μου, τι πόνος!» Κοίταξε τα σκόρπια θρύψαλα, η όψη τους την έκαναν να φανταστεί να διαπερνούν το βολβό του ματιού της.
Έτρεξε στο μπάνιο ζαλισμένη. Όσο όμορφη κι αν ήταν, ένα τέτοιο πρήξιμο την έκανε να μοιάζει με σάκο του μποξ. Άνοιξε το ντουλαπάκι με τα φάρμακα και πήρε ένα παυσίπονο. Ένιωθε κάπως καλύτερα, ωστόσο το πρήξιμο δεν υποχώρησε.
Αργότερα ο Νίκος γύρισε σπίτι. Βρήκε την Δάφνη ξαπλωμένη στον καναπέ. «Τι συμβαίνει;»
«Το εννοώ, Νίκο, δεν θα ξαναβγώ έτσι από το σπίτι. Είμαι σαν τέρας».
«Αυτό είναι γελοίο». Χαμογελούσε –αν η Δάφνη φοβόταν κάτι στον Νίκο, ήταν πως πάντοτε χαμογελούσε σε σημείο που δεν ήταν φυσιολογικό ώρες-ώρες. «Είσαι μια κούκλα, πώς είναι δυνατόν να αφήνεις ένα μικρό ατύχημα να σε επηρεάσει; Εξάλλου, σημασία δεν έχει το μέσα; Αυτό δεν μου λες πάντα;»
«Πάντα. Με ένα τέτοιο μοιάζω».
«Και τα πάντα είναι όμορφα, ξέρεις».
«Ναι, καλά», τον πείραξε η Δάφνη. Και μετά: «Πώς ήταν τα παιδιά;»
Ο βιολόγος με το κοστούμι της έριξε ένα ύφος απόγνωσης. «Ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό, σε παρακαλώ. Γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Έτσι μου ‘ρχεται… μου ‘ρχεται να τα πνίξω!»
Η Δάφνη γέλασε, νιώθοντας πρησμένη σαν κωμικοτραγική μάσκα. «Ίσως εκμεταλλεύονται το γεγονός πως δεν είσαι αυστηρός καθηγητής. Πρέπει να τους δώσεις ένα μάθημα».
«Λες ε;»
Η Δάφνη έγνεψε πονηρά.
«Εγώ λέω…» Έπιασε την Δάφνη από τη μέση «…να δώσω σ’ εσένα πρώτα ένα μάθημα». Και την ξάπλωσε στον καναπέ, φιλώντας την παθιασμένα.

3

Η Δάφνη φορούσε ένα πράσινο μακό μπλουζάκι· οι θηλές της διαγράφονταν ακόμη σκληρές πάνω του. Κάπνιζε ένα Ουίστον, αλλά για κείνη πλέον ήταν θέμα συνήθειας παρά ανάγκης. Κοιτούσε τα φώτα της πόλης από το παράθυρο πάνω από το νεροχύτη, όταν στο μυαλό της ξεπετάχτηκε η μητέρα της –είχε να καλέσει στο σπίτι τους ώρες, πράγμα ασυνήθιστο. Ίσως τελικά τα παράτησε, αποδέχτηκε ότι η κόρη της ήταν ερωτευμένη, πως η ζωή της δεν κρεμόταν πια από τη μητέρα της. Έτριβε το κάτω χείλος της, προσπαθούσε να θυμηθεί πάλι τι συνέβη σήμερα και γιατί όλα αυτά τα κενά μνήμης.
Ξεφύσησε τον τελευταίο καπνό. Και πάλι τίποτα. Έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο.
«Δεν κοιμάσαι;»
Η φωνή του  Νίκου ακούστηκε από τα δεξιά της και η Δάφνη τινάχτηκε πάνω. «Νίκο… μου έκοψες τη χολή».
«Συγγνώμη», είπε και πήγε στο ψυγείο. Οι τρίχες στο στήθος του τής έφερναν διέγερση. Ο Νίκος πήρε μια μπίρα και την άνοιξε.
«Δεν σε αντιλήφθηκα –ακόμα δεν μπορώ να ανοίξω το δεξί μου μάτι».
«Τόσο χάλια είναι;»
Ήπιε μια γουλιά από το γυάλινο, θολό από την παγωμένη μπίρα μπουκάλι.
«Ναι… Είναι φυσιολογικό αυτό;»
«Ποιο;»
«Να είναι τόσο άσχημο από ένα μικρό κόψιμο».
Ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω. Σε πονάει;»
«Όχι… εκτός από-»
«Τι; Αν σε πονάει πες το μου».
«Όταν γύρισα με πονούσε λίγο. Πήρα ένα παυσίπονο, δεν πονάει τώρα…»
«Εντάξει, καλό αυτό». Πήγε κοντά και έτριψε καθησυχαστικά το μπράτσο της. «Αν αρχίσει να σε πονάει πάλι, θα πρέπει να το κοιτάξουμε».
«Μα-»
«Και δεν θέλω αντιρρήσεις. Πιστεύω πως το έχεις ξεπεράσει το όλο θέμα της φοβίας». Ήπιε άλλη μια γουλιά και πήγε στην κρεβατοκάμαρα.
«Το έχω ξεπεράσει».
Δεν έλεγε αλήθεια· φοβόταν ακόμη τα νοσοκομεία.

4

Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Δεν ήταν τυφλή. Τα πάντα έμοιαζαν εχθρικά μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άνθρωπος  (άνθρωπος δίχως μάτια)
με μάτια ανθρώπινα, μα δεν κοιτούσαν καθόλου με τρόπο ανθρώπινο. Ήταν αντεστραμμένα, γυρισμένα, κοιτούσαν το εσωτερικό του κρανίου της. Έβλεπε μια μορφή, στρογγυλή, παλλόταν, ήταν μέσα στο κεφάλι της. Η Δάφνη ούρλιαξε, ήταν όνειρο, ένα κακό όνειρο. Στάθηκε κάθιδρη, τρομαγμένη. Ο Νίκος ήταν επίσης ξύπνιος και τρομαγμένος, την κοιτούσε αλλά δεν μιλούσε. Είχε μεταβεί σε μια κατάσταση που είχε γίνει συνήθειο. Ήξερε ότι η Δάφνη είχε δει πάλι την εμμονική μητέρα της να την κυνηγά στα όνειρά της.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν εκείνη. Τα τελευταία βράδια έβλεπε κάτι άλλο, κάτι για το οποίο δεν του είχε μιλήσει ακόμα, δεν ένιωθε άνετα. Μπορεί να την περιγελούσε, παρόλο που δεν του είχε δώσει τέτοια δικαιώματα.
Φοβόταν. Δεν ήταν έτοιμη.

5

Ήταν Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου, με πρωινή λιακάδα. Ένας κούκος παραμιλούσε έξω από το παράθυρό τους. Η Δάφνη ήταν ακόμη ξαπλωμένη και παρακολουθούσε τον Νίκο που ετοιμαζόταν για το σχολείο.
«Είναι καλύτερα;» την ρώτησε ενώ φορούσε τη γραβάτα του.
«Νομίζω πως ναι». Άγγιξε την πληγή. «Άου… ή και όχι».
Ο Νίκος έκανε το γύρω του κρεβατιού και την φίλησε. «Είσαι κουτό. Πάντως στο λέω, αν δεν έχει περάσει μέχρι αύριο, θα σε πάρω να πάμε στο νοσοκομείο. Μπορεί να έχει μολυνθεί».
Η Δάφνη στριφογύρισε τα μάτια μέσα στις κόγχες της –μόνο το αριστερό φάνηκε να κάνει αυτή την κίνηση. «Καλά θα είμαι, μην ανησυχείς. Παρεμπιπτόντως, κάλεσε καθόλου η μητέρα μου; Έχει μια μέρα να φανεί».
«Όχι». Ήταν εμφανές ότι ένα τέτοιο ερώτημα τον ενοχλούσε. «Και τολμώ να παραδεχτώ πως δεν με απασχολεί. Για το δικό μας καλό, να ησυχάσουμε πια απ’ αυτή τη γυναίκα».
«Νίκο, είναι η μητέρα μου». Η Δάφνη ήξερε ότι δεν την σύμφερε να το συνεχίσει. Θα άκουγε την απάντησή του και ύστερα θα σταματούσε να σκαλίζει το θέμα.
«Σκασίλα μου!» φώναξε. «Θα την αφήνεις να έχει τον έλεγχο της ζωής σου; Δεν είσαι παιδί, Δάφνη. Οφείλει να το καταλάβει πια αυτό, για όνομα».           Έστρεψε τη ματιά του στον καθρέφτη για να ζώσει το παντελόνι του. Η Δάφνη καταλάβαινε ότι αυτή η αποστροφή ήταν μόνο και μόνο για να μη συναντήσει το θυμωμένο βλέμμα του –ένας μηχανισμός άμυνας. «Κοίτα… δεδομένης της κατάστασης, δεν θα το συζητήσω άλλο. Μιλάμε για αυτονόητα πράγματα, γι’ αυτό ας μη χαλάμε τις καρδιές μας τώρα».
«Ποιας κατάστασης; Μιλάς για το μάτι μου;»
«Όχι. Μιλάω για το γεγονός ότι δεν σε αφήνει ήσυχη ούτε και στον ύπνο σου. Σε έχει καταστρέψει». Η Δάφνη δεν το συνέχισε –ο Νίκος είχε δίκιο.
«Πρέπει να φύγω, άργησα». Έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο. Αυτό σήμαινε πως ήταν ακόμη θυμωμένος· πάντα την φιλούσε στο στόμα.

Τέλος 1ου μέρους. Επόμενο μέρος στις 25 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Φαντάσματα: Στο Πύργο Ηλείας, Μεγάλη Παρασκευή.


Διάβαζα και ξανά διάβαζα το μήνυμα από τον αδερφό μου τον Μάνο ότι θα ερχόταν στην Ελλάδα από το Λονδίνο να περάσουμε το Πάσχα μαζί, και μάλιστα μας είχε καλέσει ο καλός του φίλος Παναγιώτης να περάσουμε μαζί της άγιες μέρες στο χωριό του στο Πύργο Ηλείας κοντά στην αρχαία Ολυμπία.

Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη που θα ξανά έβλεπα τον αδερφό μου, ύστερα από τόσο καιρό μου είχε λείψει και είχαμε να πούμε πάρα πολλά. Και ήταν μια καλή ευκαιρία να περάσουμε λίγες μέρες μαζί με τη συντροφιά φίλων στην εξοχή.

Η άφιξή του θα γινόταν την μεγάλη βδομάδα και είχα μεγάλη αγωνία και πολλά σχέδια. Και για να μην χάσουμε καιρό θα πηγαίναμε στο χωριό του φίλου μας τη μεγάλη Τετάρτη ώστε τη Τρίτη του Πάσχα να γυρνάγαμε Αθήνα.

Τη μεγάλη Δευτέρα καθόμουν στις αφίξεις του Ελ. Βενιζέλος με ένα καφέ στο χέρι και παρακολουθούσα το κόσμο να πηγαινοέρχεται και κοίταγα τον πίνακα ανακοινώσεων ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Όταν έγινε η άφιξη τον είδα να βγαίνει κάτασπρος (λόγω έλλειψης ηλίου), με μία βαλίτσα στο χέρι και με μια θήκη λάπτοπ να κρέμεται από τον ώμο. Φαινόταν πολύ αδύνατος μα πολύ γεροδεμένος, αγκαλιαστήκαμε και μου είπε με Ελληνικά αλλά με αγγλική προφορά:

– Καλώς σε βρήκα αδερφέ, έχω πολύ καιρό να σε δω.

Και τότε απάντησα:

– Και εγώ το ίδιο αδερφέ, καλώς ήρθες, πάμε να ξεκουραστείς, να απολαύσεις την Ελληνική κουζίνα και τη Τετάρτη να φεύγουμε για Πύργο.

Αφού ξεκουραστήκαμε και απόλαυσε την Ελληνική κουζίνα, τη Τετάρτη ξεκινήσαμε οδικώς για τον Πύργο. Είμασταν πολύ κεφάτοι και απολαμβάναμε την διαδρομή.

Μόλις φτάσαμε στο μικρό χωριουδάκι ο φίλος Παναγιώτης μας υποδέχτηκε πολύ ζεστά. Το σπίτι ήταν ένα μικρό σπίτι ανάμεσα στους ελαιώνες, με τζάκι και με τρία δωμάτια. Ο φίλος μας έμενε στην Αθήνα και πήγαινε εκεί τα καλοκαίρια και το Πάσχα. Ο πατέρας του το αγόρασε λίγες μέρες πριν βγει στη σύνταξη και το είχαν φτιάξει με πολύ γούστο και αγάπη.

Αμέσως αρχίσαμε να κάνουμε πλάνο για το τις μέρες της διαμονής μας και ο φίλος μας είπε:

– Παιδιά πρέπει να ψήσουμε τις μέρες του Πάσχα, θα αδειάσουμε μια αποθήκη πίσω από το σπίτι και θα κάνουμε τη γιορτή, αν δεν βρούμε θα πάμε τη πόλη να αγοράσουμε μια ψησταριά.

Και ξεκινήσαμε να πάμε στη μικρή αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού.

Η αποθήκη ήταν πολύ μικρή με ξύλινη πόρτα. Μέσα μύριζε μούχλα και είχε ένα σωρό άχρηστα πράγματα. Και ξεκινήσαμε να βγάζουμε τα πράγματα.

Κάποια στιγμή βρήκα μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία και είχε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο άνδρας καθόταν σε ένα αναπηρικό καροτσάκι και η γυναίκα ήταν από πίσω του τα βλέμματα τους ήταν άγρια και εχθρικά που προκαλούσε ανατριχίλα.

Το έδειξα στον αδερφό μου και του λέω:

– Τρομαχτική φωτογραφία ε;

Και μου απάντησε:

– Ναι όντως.

Και συνέχισε:

– Ρε Πανό, ποιοι είναι αυτοί στη φωτογραφία;

Και ο Παναγιώτης μας είπε:

– Δεν ξέρω πρώτη φορά τους βλέπω, θα ρωτήσω τους γονείς μου όταν έρθουν. Πάντως η φωτογραφία είναι πολύ τρομακτική.

Το ίδιο βράδυ πήγαμε νωρίς για ύπνο. Ξημέρωνε μεγάλη Πέμπτη και είχαμε προετοιμασίες για την μέρα του Πάσχα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα για να πάω στη τουαλέτα και πέρασα μπροστά από την τραπεζαρία με το τζάκι. Στην επιστροφή είδα κάποιον να κάθεται στη πολυθρόνα και να κοιτάει το τζάκι. Θεώρησα πώς είναι ο αδερφός μου και τον πλησίασα να πούμε καμία κουβέντα.

Μόλις τον ακούμπησα γυρνάει το πρόσωπο και ήταν ο ηλικιωμένος που είχα δει στη φωτογραφία. Στην θέση των ματιών του ήταν δύο μαύρες τρύπες.

Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει και φώναξα. Ένιωσα ένα δυνατό χέρι να με τραβάει πίσω. Γυρνάω και βλέπω τον αδερφό μου, και μου λέει:

– Τι έπαθες, γιατί φωνάζεις;

Και του λέω:

– Ο γέρος στη φωτογραφία κάθεται μπροστά από τζάκι

Και μου λέει

– Δεν είναι κανείς εκεί, μήπως επηρεάστηκες από τη φωτογραφία και το είδες στον ύπνο σου;

Όντως στη πολυθρόνα δεν ήταν κάνεις. Απόλυτη νεκρική σιγή.

Την άλλη μέρα ήμουν προβληματισμένος για το τρομακτικό πρόσωπο που είδα αλλά άρχισα να πιστεύω πως τελικά ήταν όνειρο.

Λίγο πριν πάμε να ψωνίσουμε, κοίταγα τη λίστα με τα πράγματα που είχαμε να πάρουμε για την ημέρα του Πάσχα και την βραδιά της ανάστασης.

Καθώς γύρισα το κεφάλι μου να φύγω είδα την μια παλιά αναπηρική καρέκλα μπροστά από το τζάκι, στη θέση όπως ακριβώς είχα δει τον ηλικιωμένο χωρίς ματιά. Με έπιασε πανικός.

Και είπα:

– Ρε παιδιά δεν είναι αστείο αυτό.

Και εκείνη την ώρα μπήκε ο αδερφός μου μέσα με τον φίλο μας τον Παναγιώτη και με ρώτησαν:

– Για ποιο πράγμα μιλάς;

και τους έδειξα την αναπηρική καρέκλα και μείναμε ακίνητοι να κοιτάμε όλοι μαζί τη καρέκλα.

Αφού την μετακινήσαμε αρχίσαμε να συζητάμε για το μυστήριο.

Τελικά κάτι δεν πήγαινε καλά στο σπίτι.

Το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής πήγαμε στην εκκλησία του χωριού. Μια όμορφη μικρή εκκλησία και ο επιτάφιος ήταν στολισμένος και είχε αρκετό κόσμο να ακολουθεί τον επιτάφιο.

Μόλις γυρνάγαμε από τη εκκλησία με τα κεράκια περάσαμε από το σταυροδρόμι του χωριού. Λίγο πριν μπούμε μέσα στο σπίτι του φίλου μας είδαμε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο άνδρας καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα και κρατούσαν κεράκια, από ένα ο καθένας.

Η μόνη διαφορά ήταν πως ήταν ακίνητοι και στη θέση των ματιών είχαν δύο μαύρες τρύπες.

Ανοίξαμε βήμα και μπήκαμε στο σπίτι. Η συζήτηση ήταν γύρω από αυτό που είδαμε και αποφασίσαμε αύριο που θα ερχόταν οι γονείς του Παναγιώτη να κάναμε μια έρευνα για το ποιοι ήταν αυτοί.

Την άλλη μέρα γύρω στις 12:00 ήρθαν οι γονείς του Παναγιώτη. Μας είδαν κακόκεφους και προβληματισμένους.

Ο πατέρας του, ένας γεροδεμένος και γελαστός άνθρωπος, μας είπε:

– Τι πάθατε ρε παιδιά δεν περνάτε καλά;

Εμείς του είπαμε:

– Απολαμβάνουμε την διαμονή μας αλλά υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα.

Και του είπαμε την ιστορία μας.

 Ο άνθρωπος φαινόταν να τα έχει χάσει και αποφασίσαμε να μιλήσουμε στο Παπά του χωριού που ήταν γέννημα της περιοχής και θα ήξερε να μας συμβουλέψει. Αλλά έπρεπε να βιαστούμε γιατί σήμερα ήταν η Αγία Ανάσταση το βράδυ και ο ιερέας θα ήταν απασχολημένος.

Και πήγαμε στο γραφείο του στη εκκλησία.

Ο πάτερ Αγαθιός, ένας κοντούλης, γεματούλης, χαμογελαστός γεράκος και που φορούσε γυαλάκια, μας υποδέχτηκε πολύ ζεστά με ευχές για το άγιο Πάσχα.

Μόλις του είπαμε την ιστορία το χαμόγελο του πάγωσε και τα χέρια του έτρεμαν νευρικά. Το μόνο που ψέλλισε ήταν:

– Δεν μπορεί.

Και άρχισε την ιστορία του:

Μετά τον πόλεμο, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, στο χωριό ζούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ο κύριος Πέτρος με τη κυρία Μάρω. Ήταν κακοί άνθρωποι, απλησίαστοι και πάντα δημιουργούσαν πρόβλημα. Ποτέ κανένας δεν τους ήθελε σε γάμους η γιορτές, μεθούσαν και έκαναν φασαρίες.

Μόλις τελείωσε ο πόλεμος έπαιρναν τα ορφανά και πεινασμένα παιδιά για να βρουν μια οικογένεια, αλλά δεν ήταν έτσι, απλά τα έπαιρναν, τα βασάνιζαν και τα κακομεταχειριζόντουσαν και τα έβαζαν να δουλεύουν και να ζητιανεύουν στην πόλη του Πύργου και να τους παίρνουν τα λεφτά. Ακόμα τα άφηναν νηστικά για μέρες και πεθαίναν αρκετά παιδιά από την άσχημη ζωή και την πείνα.

Κάποια στιγμή μαθεύτηκε πως έκαναν τελετή επίκληση πνευμάτων για να γίνουν αθάνατοι και να ζουν για πάντα.

Για να πιάσει η τελετή έπρεπε να θυσιάσουν δύο κορίτσια παρθένες που να έχουν γεννηθεί τέλος Απριλίου (περίπου ίδια μέρα με την σημερινή).

Την βραδιά της τελετής έβαλαν το γιο τους να κρατάει το μαχαίρι και κόβει το λαιμό της πρώτης κοπέλας. Η κοπέλα έκλαιγε και παρακαλούσε μέχρι το ηλικιωμένο ζευγάρι να διαβάσει τη προσευχή.

Τη τελευταία στιγμή η κοπέλα παρόλο που ήταν δεμένη έκανε απότομη κίνηση και ο γιος τους ακρωτηρίασε το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού.

Η κοπέλα έπεσε πάνω στα μαύρα κεριά και πήρε φωτιά το σπίτι με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν μέσα στο σπίτι. Το μόνο που ακούστηκαν ήταν η φωνές και οι κατάρες και κάηκαν ζωντανοί. Όλη η ιστορία έγινε τέτοια μέρα σαν χτες το 1945. Και κανείς δεν έμαθε για τον γιο τους.

Σηκώθηκα συνεπαρμένος από την ιστορία και έδωσα το χέρι στον πάτερ Αγαθιό και του ευχήθηκα, πρόσεξα πως του έλειπε το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού και το βλέμμα του δεν ήταν φιλικό πλέον.

================================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

================================

Όνειρα: Ματωμένα Χριστούγεννα.


Πέρυσι τα Χριστούγεννα πήγαμε οικογενειακώς ταξίδι σε μια ορεινή πόλη της Γαλλίας. Οι γονείς μου είχαν κλείσει δωμάτιο και ήταν ενθουσιασμένοι γιατί το ξενοδοχείο έμοιαζε σαν κάστρο. Εμένα πάλι μου φάνηκε σαν στοιχειωμένο αλλά δε μίλησα.

Όταν φτάσαμε έριχνε τόσο χιόνι που με δυσκολία έβλεπες στο ένα μέτρο. Ο άνεμος φυσούσε δυνατά και το κρύο ήταν τσουχτερό. Στη ρεσεψιόν δεν υπήρχε κανείς. Ένα τζάκι σιγόκαιγε και μια ανατριχιαστική ησυχία επικρατούσε.

Ο μπαμπάς μου χτύπησε ένα κουδουνάκι που υπήρχε εκεί και τότε ένας περίεργος τύπος εμφανίστηκε μπροστά μας από το πουθενά. Είχε ένα γυάλινο μάτι και ένα περίεργο τατουάζ, κάτι σαν ματωμένο σταυρό. Η αδερφή μου κι εγώ κάναμε ένα βήμα πίσω μόλις τον είδαμε από την τρομάρα μας. Έδωσε το κλειδί στους γονείς μου και μας έδειξε το δρόμο για το δωμάτιο.

Προχωρούσα τελευταίος γιατί παρατηρούσα το κτίριο. Ήταν γεμάτο πορτρέτα ανδρών άλλων εποχών, ο χώρος μύριζε σαν μούχλα και περίεργες σκιές φώτιζαν το στενό διάδρομο. Γυρίζοντας πίσω είδα τον άντρα που μας έδωσε το κλειδί να μιλάει με μια ηλικιωμένη κυρία και να κρυφογελάνε.

Αφού τακτοποιηθήκαμε στο δωμάτιο πέσαμε όλοι για ύπνο γιατί ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Δυο ώρες αργότερα ένας περίεργος εφιάλτης με ξύπνησε. Όλοι κοιμόντουσαν ήσυχα. Πήρα το κινητό μου αλλά δεν έπιανα internet και αποφάσισα να κατέβω στο σαλόνι του ξενοδοχείου. Εκεί σίγουρα θα είχε σήμα.

Άνοιξα σιγά – σιγά την πόρτα και άρχισα να περπατάω στο σκοτεινό διάδρομο. Φτάνοντας κοντά στο τζάκι είδα την φιγούρα της γριάς καθισμένη σε μια καρέκλα μπροστά από τη φωτιά. Πριν καλά – καλά φτάσω κοντά της μου φωνάζει: «ΚΡΥΨΟΥ ΤΩΡΑ ΠΡΙΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ!!!».

Στην αρχή τρόμαξα και είπα: «Σε ‘μένα μιλάτε;».

«ΚΡΥΨΟΥ» μου ξαναλέει , πιο δυνατά από πριν «ΔΕ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙΣ».

Τι τρελόγρια είναι αυτή σκέφτηκα , και δεν έδωσα σημασία.

Έκατσα λίγο πιο μακριά και άρχισα να παίζω με το κινητό μου. Ξαφνικά η οθόνη μου άρχισε να τρεμοπαίζει, και ένα μήνυμα εμφανίστηκε που μου έκοψε την ανάσα «ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ», έλεγε. Το πέταξα τρομαγμένος και καθώς έκανα να σηκωθώ η γριά ήταν δίπλα μου και γελούσε σατανικά.

Άρχισα να τρέχω πανικόβλητος προς το δωμάτιο, όμως όσο κι αν έτρεχα δεν μπορούσα να φτάσω. Λες και ο διάδρομος δεν τελείωνε ποτέ… Σταμάτησα λαχανιασμένος και άρχισα να ουρλιάζω αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε.

Απ’ την άκρη του διαδρόμου η σκιά ενός τρομακτικού άντρα όλο και με πλησίαζε. Ξανάρχισα να τρέχω με όση δύναμη μου απέμεινε όταν μια ανοιχτή πόρτα βρέθηκε μπροστά μου. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο και την έκλεισα δυνατά. Μύριζε άσχημα και το πάτωμα ήταν υγρό. Μια λάμπα τρεμόπαιζε στο ταβάνι.

Προσπάθησα να τη βιδώσω και τότε το φως σταθεροποιήθηκε και είδα ότι το υγρό στο πάτωμα ήταν αίμα και δεκάδες τεμαχισμένα πτώματα υπήρχαν παντού. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει όταν η λάμπα ξαφνικά έσβησε, η πόρτα άνοιξε και ο άντρας που με ακολουθούσε μπήκε στο δωμάτιο. Με άρπαξε από το λαιμό και με σήκωσε ψηλά και τότε άρχισα να φωνάζω με όλη μου τη δύναμη: «ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑ!!!!!!»

Τότε ένοιωσα ένα χτύπημα στον ώμο… Άνοιξα τα μάτια μου. Βρισκόμουν στο κρεβάτι μου, η αδερφή μου με κοιτούσε χαμογελαστά και μου είπε: «Ε, υπναρά, πάλι εφιάλτη έβλεπες; Σαν τρελός φωνάζεις!!!!». Συνειδητοποίησα σιγά – σιγά πως είχα αποκοιμηθεί διαβάζοντας τρομακτικές ιστορίες απ’ το tablet. Η καρδιά μου ξαναγύρισε στη θέση της.

Μια συμβουλή μάγκες: Καλές οι ιστορίες τρόμου, αλλά όταν είσαι μικρός καλύτερα να τις διαβάζεις μεσημέρι και ποτέ μα ποτέ πριν κοιμηθείς.

=====================

Ευχαριστούμε τον MasterJim για την ιστορία του

=====================

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Σπίτι.


Μια μέρα εγώ και οι φίλοι μου αποφασίσαμε να συναντηθούμε στο πάρκο του χωριού μας. Καθώς μιλούσαμε μας ήρθε μια ιδέα. Μιας και ήταν βράδυ όλοι θέλαμε να πάμε σε ένα μικρό παλιό στοιχειωμένο σπίτι. Όταν φτάσαμε στο σπίτι ακούσαμε κάποιες περίεργες φωνές. Όταν μπήκαμε μέσα οι φωνές άρχισαν να δυναμώνουν. Ξαφνικά οι φωνές σταμάτησαν. Ένα κλάμα μωρού ακούστηκε από το υπόγειο. Τρομάξαμε πάρα πολύ αλλά η αγωνία μας δεν μας άφηνε να φύγουμε. Στη συνέχεια κατεβήκαμε κάτω στο υπόγειο. Καθώς κατεβαίναμε τις σκάλες μια σκιά εμφανίστηκε μπροστά μας και μας είπε «φύγετε από εδώ».

Με το που πήγαμε να φύγουμε η πόρτα κλείδωσε. Μια φωνή μας είπε το κλειδί είναι στο υπόγειο. Κατευθείαν τρέξαμε στο υπόγειο. Τότε μπροστά μας είδαμε μια κούνια που είχε ένα αποκεφαλισμένο μωρό. Μέσα στο στόμα του ήταν το κλειδί. Το πήραμε γρήγορα, πήγαμε στην έξοδο και  βγήκαμε γρήγορα έξω. Τότε καταλάβαμε ότι δύο από τους φίλους μας δεν ήταν μαζί μας. Πήγαμε στο πάρκο του χωριού (ήταν νύχτα) και είδαμε τα δύο παιδιά κρεμασμένα σε ένα δέντρο. Πάνω στην κοιλιά τους, γραμμένο με αίμα έγραφε: «Οι επόμενοι θα είστε εσείς». Τότε πήγαμε τρέχοντας στο σπίτι μου. Ρωτήσαμε την γιαγιά μου για αυτό το σπίτι. Μας είπε πως αυτό το σπίτι είχε καταστραφεί πριν από 200 χρόνια!

Ακόμα προσπαθούμε να ξεχάσουμε αυτή την ανατριχιαστική εμπειρία.

========================

Ευχαριστούμε τους Master Nick και Master Jim για την ιστορία τους.

========================

Θρίλερ: Το Μοναστήρι Στο Δάσος.


Μια μέρα, εγώ και οι φίλοι μου αποφασίσαμε να βγούμε μια βόλτα το βράδυ, μιας και σήμερα ήταν Σάββατο βράδυ.

Συναντηθήκαμε λίγο πιο πέρα από το χωριό που μένουμε και μετά από κάτι λεπτά αρχίσαμε να μιλάμε. Καθώς μιλούσαμε, περπατούσαμε όλο και πιο έξω από το χωριό. Τότε παρατηρήσαμε πως είχαμε χαθεί. Μπροστά μας υπήρχε ένας απέραντος δρόμος, όπως και από πίσω μας. Τότε είδαμε ένα μικρό δάσος με πολλά, μικρά δέντρα και λίγο πιο πίσω ένα μοναστήρι. Εκεί είδαμε φως, οπότε είπαμε να πάμε εκεί να ρωτήσουμε αν κάποιος ξέρει τον δρόμο τις επιστροφής.

Μόλις μπήκαμε μέσα στο δάσος, ακούσαμε διάφορες σιγανές φωνές και τους ήχους των δέντρων όταν τους προσπερνάει ο αέρας. Όλοι μας είχαμε φοβηθεί αλλά κανείς μας δε το έλεγε φωναχτά. Ξαφνικά ένας από τη παρέα δεν ήταν πια μαζί μας. Όταν το καταλάβαμε αρχίσαμε να τρέχουμε όσο πιο βιαστικά μπορούσαμε. Για καλή μας τύχη βρήκαμε το μοναστήρι, πήγαμε γρήγορα σε αυτό, και φωνάξαμε να μας ανοίξουν .Κανείς δεν απάντησε, και τότε αναγκαστήκαμε να μπούμε μέσα μόνοι μας. Μόλις μπήκαμε μέσα, το μόνο που βρήκαμε ήταν 5 πτώματα, το πάτωμα γεμάτο αίμα και κάτι γραμμένο με αίμα. Έλεγε: Που είναι οι φίλοι σου; Και πράγματι δε τους είδα, ενώ πριν από λίγα δευτερόλεπτα, ήταν μαζί μου!

=====================

Ευχαριστούμε τον MasterJim για την ιστορία του

=====================

Φαντάσματα: Ο Άγνωστος Άντρας.


Είναι αρχές του του 1936, σε ένα χωριό της Μεσσηνίας. Ο χειμώνας είναι βαρύς αυτή την χρονιά και έχει αναγκάσει τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού να έχουν κλειστεί στα σπίτια τους, κοντά στην γλυκιά ζεστασιά που φέρνουν τα αναμμένα ξύλα από το τζάκι. Η μόνη έξοδος που θα μπορούσαν να έχουν είναι, στην πρωινή κυριακάτικη λειτουργία. Οι άντρες που και που μαζεύονται στο καφενείο της πλατείας και οι γυναίκες, συνήθως, έμεναν στο σπίτι για να ασχοληθούν με το νοικοκυριό.

Κοντά στην εκκλησία του χωριού υπήρχε ένα όμορφο διώροφο σπίτι, με γκρίζα πέτρα και μεγάλες ξύλινες βεράντες. Είχε έναν μεγάλο κήπο που το καλοκαίρι, μόσχο μύριζε ο τόπος όλος από το γλυκό άρωμα των λουλουδιών του. Τώρα ήταν γυμνός από χρώματα και το μόνο του στολίδι ήταν ένα πηγάδι που η πέτρα του ήταν τόσο παλιά, που είχε αποτυπωμένη επάνω της όλη την ιστορία των οικογενειών που πέρασαν από το όμορφο, επιβλητικό, αρχοντικό σπίτι.

Στο σπίτι κατοικούσε μια όμορφη νεαρή κοπέλα, η Αλεξία. Ήταν ορφανή από τα έξι της και την μεγάλωσε η γιαγιά της, από την πλευρά της μητέρας της, σε αυτό το μεγάλο αρχοντικό, σαν παιδί της και ακόμη καλύτερα έως ότου η νεαρή κοπέλα κλείσει τα δεκαεννέα, όπου η γριά γυναίκα έφυγε από την ζωή και την άφησε μόνη της.

Με αυτό το σπίτι και μεγάλη περιουσία στο όνομα της, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, ούτε και την ομορφιά της νιότης μιας και η ίδια ήταν η ομορφότερη κοπέλα της περιοχής. Ψηλή, μελαχρινή, με μεγάλα καστανά, εκφραστικά, αμυγδαλωτά ματιά και γλυκό χαμόγελο. Όλα αυτά, μαζί με την μεγάλη περιουσία που είχε, την έκαναν την πιο περιζήτητη νύφη της περιοχής. Η ίδια όμως είχε είδη αναγνωρίσει από μικρή ηλικία, ποιος θα είναι αυτός που θα ήθελε να συνεχίσει την ζωή της, μαζί του. Ο Γιάννης, ένα παλικάρι του χωριού, είκοσιδυο χρόνων, που του είχε χαρίσει την καρδιά της κρυφά, ένα καλοκαίρι που η ίδια ήταν μόλις δώδεκα χρόνων και τον είδε στο ποτάμι να ξεπλένει από το πρόσωπό τον ιδρώτα που δημιουργούσε η ζέστη του καλοκαιριού. Ήταν ψιλός για την ηλικία του, με σπαστά ξανθά μαλλιά και όμορφα καλοσυνάτα γαλάζια ματιά, αυτά που πρωτοείδε και της έκλεψαν την καρδιά. Τα χρόνια πέρασαν και τώρα που ήταν σε ηλικία γάμου οι δύο νέοι, άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους.

Αυτά σκεφτόταν η Αλεξία καθώς καθόταν και κοίταζε έξω από το παράθυρο του δωματίου της, τον αέρα που χτύπαγε με μανία τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού και την έκαναν να τρομοκρατείται, αγριεμένη όπως ήταν στην μοναξιά του μεγάλου αρχοντικού.

Ξαφνικά έξω από την καγκελόπορτα του κήπου, νόμιζε ότι είδε κάποιον να κοιτάει προς το μέρος της, αμέσως κρύφτηκε πίσω από την δαντελωτή κουρτίνα γιατί πίστεψε πως ο άγνωστος, δεν ήταν άλλος από τον Γιώργη, έναν νέο άντρα από το γειτονικό χωριό, ο οποίος την ζητούσε έντονα σε γάμο εδώ και μήνες. Η ίδια φοβόταν να του αρνηθεί γιατί είχε άσχημη φήμη αλλά ήλπιζε ότι μετά τον αρραβώνα με τον Γιάννη, δεν θα την ξαναενοχλούσε.

Πέρασαν λίγες στιγμές ώσπου να ηρεμήσει. Κάποια στιγμή που ήταν περασμένη η ώρα αποφάσισε να ξαπλώσει. Πήγε και άναψε την λάμπα πετρελαίου, στο τραπεζάκι που είχε τις εικόνες των αγίων και τις φωτογραφίες της οικογένειάς της, εκεί που έκαιγε το καντηλάκι.

Την ώρα που πήγε να ξαπλώσει, άκουσε την πόρτα του σπιτιού να τρίζει, σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει. Αμέσως μετά την άκουσε να ανοίγει και να κλείνει απαλά και τις βαριές μπότες ενός άντρα να ανεβαίνουν αργά προς τα δωμάτια. Η ίδια ένιωσε να παγώνει η καρδιά της και τρέμοντας με βαριά πόδια, έτρεξε και κρύφτηκε κάτω από τα βαριά σκεπάσματα του κρεβατιού της. Προσπάθησε να ηρεμήσει την αναπνοή της για να μπορέσει να ακούσει. Για λίγο δεν άκουγε τίποτα αλλά ξαφνικά άκουσε τα βαριά βήματα του άνδρα να πλησιάζουν την πόρτα και να την ανοίγουν. Κοίταξε κρυφά αλλά δεν έβλεπε καθαρά και το μόνο που έκανε ήταν να τον νιώθει να περιφέρεται στο δωμάτιο. Ξαφνικά ο άγνωστος άντρας πλησίασε το τραπέζι με το καντηλάκι και την λάμπα. Την έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι και την μικρή φλόγα στο καντηλάκι να σιγοκαίει. Η Αλεξία περίμενε με κομμένη την ανάσα την επόμενη κίνηση του άγνωστου εισβολέα και εκεί που δεν το περίμενε τον ένιωσε να ξαπλώνει δίπλα της , κάτω από τα σκεπάσματα. Κατά έναν περίεργο τρόπο ο φόβος έφυγε, από την καρδιά της και ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά να φωλιάζει μέσα της, σαν να ήταν γνωστή η μυρωδιά του αγνώστου, σαν να ξάπλωναν μαζί κάθε βράδυ. Έτσι σιγά σιγά η ήρεμη αναπνοή του άντρα, την έκαναν να βυθιστεί σε έναν όμορφο γλυκό ύπνο.

Το ξημέρωμα ήρθε, τα πουλιά είχαν είδη αρχίσει από νωρίς το τραγούδι τους, ο καιρός ήταν ήρεμος και ο χθεσινό βραδινός άγριος αέρας, ήταν πια ανάμνηση. Οι καμινάδες των σπιτιών είχαν αρχίσει σιγά σιγά να καπνίζουν και οι κάτοικοι του χωριού να πηγαίνουν στις δουλειές τους.

Όπως κάθε πρωί έτσι έκανε και ο γέρο Γιάννης. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το πρωινό φως, σηκώθηκε αργά, πλησίασε το παράθυρο, παραμέρισε τις δαντελωτές κουρτίνες και άνοιξε τα παράθυρα για να μπει το καθαρό πρωινό αεράκι. Γύρισε αργά και ετοιμάστηκε για τις συνηθισμένες αγροτικές εργασίες. Του είχαν πέσει πολλά εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που είχε αναλάβει και τα κτήματα της γυναίκας του εκτός από τα δικά του. Γύρισε χαμογελαστός και κοίταξε στο τραπέζι με τις παλιές φωτογραφίες, εκεί που εχθές το βράδυ έκαιγε το καντηλάκι. Έστειλε ένα φιλί στην φωτογραφία της γυναίκας του. «Θα τα πούμε το βράδυ γλυκιά μου», της είπε και ξεκίνησε την μέρα του με την σκέψη της. Είχε συνηθίσει εδώ και πολλά χρόνια να πλαγιάζει κάθε βράδυ δίπλα στο φάντασμα της νεκρής συζύγου του. Της αγαπημένης του Αλεξίας.

===========================

Ευχαριστούμε την Ρόη Λ. για την ιστορία της

===========================

 

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Παλιό – Παλιό Νοσοκομείο Της Αλεξανδρούπολης.


Το παλιό νοσοκομείο στην πόλη μου έχει κλείσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μια μέρα αποφασίσαμε να το εξερευνήσουμε. Εγώ εντωμεταξύ, ανέλαβα να πάρω σταυρούς και κομποσκοίνια σε περίπτωση που έρθουμε σε επαφή με κάτι παραφυσικό! Αποφασίσαμε να μπούμε στο νοσοκομείο την νύχτα!

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν μία απαίσια μυρωδιά. Προχωρήσαμε μέσα σε ένα δωμάτιο και ακούσαμε ένα ψίθυρο, και παγώσαμε όταν τον ακούσαμε να λέει τα ονόματα μας! Αρχίσαμε να τρέχουμε όλοι προς την έξοδο αλλά, ήταν ΚΛΕΙΔΑΜΠΑΡΩΜΕΝΗ! Τότε ξανακούσαμε την ίδια φωνή μόνο που δεν ψιθύριζε αλλά ούρλιαζε κι έλεγε «Γιάννη, Ιορδάνη και Χρήστο θα πεθάνετε’». Ο Χρήστος (που ήταν κι ο μικρότερος) άρχισε να κλέει. Και με αυτό που αντικρίσαμε αρχίσαμε να κλαίμε κι εμείς…

Μια γυναίκα με χιλιοσκισμένο ρούχο (απ’ αυτά που φοράνε στα νοσοκομεία) και κατάμαυρα μαλλιά κατευθυνόταν προς το μέρος μας. Το πρόσωπο της ήταν κάτασπρο σαν αυτό ενός πτώματος. Τότε θυμήθηκα τους σταυρούς και τα κομποσκοίνια που είχα πάρει μαζί μου. Κατευθείαν τράβηξα έναν σταυρό και τον πέταξα στην γυναίκα-φάντασμα. Αυτή άρχισε να ουρλιάζει και η πόρτα από πίσω μας ξεφράκαρε. Ο Γιάννης έσπρωξε την πόρτα και με ένα σάλτο βρεθήκαμε έξω απ’ το νοσοκομείο. Την επομένη όταν περάσαμε απ’ έξω στο παράθυρο κρέμονταν ο σταυρός μου. Και το χειρότερο είναι πως κρέμονταν από μια τούφα κατάμαυρα μαλλιά…

Ακολουθεί ένα power point που έκανα για τις ανάγκες της ιστορίας:

Αρέσει σε %d bloggers: