Monthly Archives: Οκτώβριος 2010

Στοιχειωμένα Σπίτια: Άλλος Ένας Μύθος Ή Στοιχειωμένο Σπίτι;


Κοντά στο μέρος που ζω, έξω κοντά στο δάσος, υπάρχει ένα σπίτι. Πριν αρχίσω να μιλάω για την ιστορία κι αυτά που ακούγονται, θα σας πω για την εξωτερική όψη. Είναι άσπρο, κάτασπρο κι αν και είναι εγκαταλελειμμένο από χρόνια, είναι πάντα καθαρό, δεν θα βρεις σκουπίδια στην αυλή. Έχει δέντρα, δύο κυπαρίσσια. Αυτό δεν είναι παράξενο, το παράξενο είναι πως τα δέντρα αυτά δε ξεπερνούν το ένα μέτρο εδώ και χρόνια. Από τότε που ξέρω τον εαυτό μου δηλαδή και το τρομακτικότερο όλων είναι ο ολοκάθαρος σταυρός που σχηματίζει το αναρριχόμενο φυτό στον τοίχο του, δίπλα στην πόρτα. Φήμες ή αυτά που έχω ακούσει εγώ τουλάχιστον, θέλουνε το σπίτι να έχει εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες πριν χρόνια, όταν έχασαν το κοριτσάκι τους από ένα φρικτό ατύχημα. Προσωπικά είμαι λιγόψυχη για να μπω μέσα και κανείς γνωστός μου δε το τόλμησε, αλλά θα ήθελα να ακούσω την μαρτυρία ενός ανθρώπου που μπήκε εκεί μέσα.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Στοιχειωμένο Ανάκτορο.


Στην Αγγλία σε ένα από τα δεκάδες ανάκτορα της Ελισάβετ έχουν γίνει τα πιο τρελά ατυχήματα. Η γιαγιά της Ελισάβετ την ώρα που πήγαινε στην τουαλέτα γλίστρησε σε κάτι νερά και σχίστηκαν στα δύο τα καπούλια της! Ο πρώτος ξάδερφός της πέθανε από ασφυξία όταν κλείστηκε κατά λάθος σε μία ντουλάπα. Ο γαμπρός της έσπασε το λαιμό του καθώς πήδηξε από ένα δέντρο προσπαθώντας να πιάσει έναν χαρταετό που είχε κολλήσει στα κλαδιά. Τέλος, ο ίδιος ο άντρας της πνίγηκε με το φουλάρι του όταν αυτό πιάστηκε σε ένα κλαδί την ώρα που πήγαινε για κυνήγι. Λέγεται ότι ο ιδιοκτήτης τον οποίο έδιωξαν μετά βίας για να κατοικήσουν οι βασιλείς καταράστηκε το σπίτι λέγοντας να μην στεριώσει κανείς άλλος που θα κατοικούσε εκεί.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Μια Κραυγή Στο Βίντεο.


Αυτά που θα σας πω είναι απολύτως αληθινά και δεν είναι πολύ τρομακτικά, απλά πολύ παράξενα. Είμαι φοιτητής και πριν 2 χρόνια (στην αρχή της φοιτητικής μου ζωής) νοίκιασα μία γκαρσονιέρα κοντά στο κέντρο της πόλης στην οποία σπουδάζω. Ωραίο διαμέρισμα ήταν, ένα μεγάλο δωμάτιο για σαλόνι και κρεβάτι, τουαλέτα και κουζίνα. Το δωμάτιο ήταν δίπλα σε έναν πολύ ήσυχο δρόμο και η κουζίνα δίπλα από την αυλή, ανάμεσα σε πολλές πολυκατοικίες. Ξέχασα να αναφέρω πως μου αρέσουν τα υπερφυσικά και περνάω πολλές ώρες στο internet ψάχνοντας τέτοιες ιστορίες, ποτέ όμως δεν περίμενα να συμβεί κάτι τέτοιο σε μένα. Για να μπω κατευθείαν στο ζουμί της υπόθεσης, στον μισό χρόνο που έμενα σε αυτό το σπίτι, ενώ είχα ξαπλώσει να κοιμηθώ, άκουσα κάτι σαν ψίθυρους να έρχονται από τον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι μου. Φυσικά τρόμαξα πάρα πολύ αλλά δεν έδωσα και πολύ σημασία, πίστεψα στην αρχή ότι ήταν οι σωλήνες μέσα στους τοίχους, δεν έγινε κάτι παρόμοιο για πολύ καιρό και έτσι απλά το ξέχασα. Μία μέρα λοιπόν είχε έρθει η κοπέλα μου σε αυτό το σπίτι και μαγειρεύαμε στην κουζίνα το βραδάκι. Εγώ τραβούσα βίντεο με το κινητό μου καθώς μαγειρεύαμε. Όταν τελειώσαμε κάθισα λίγο στον καναπέ για να δω το βίντεο που τράβηξα. Εκεί ήταν που πάγωσα., στα 40 δευτερόλεπτα του βίντεο άκουσα μία δυνατή κραυγή (κάτι σαν σπινάρισμα ρόδας στην άσφαλτο πολύ πιο περίεργο όμως) την οποία δεν άκουσα καθόλου όταν τραβούσα το βίντεο, το έδειξα στην κοπέλα μου και πάγωσε. Την ρώτησα και ούτε αυτήν δεν είχε ακούσει τίποτα. Πολλοί θα πείτε ότι ήταν σπινάρισμα από ρόδα αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν, στην μεριά της γκαρσονιέρας που ήμασταν δεν υπήρχε δρόμος και όπως θα ακούσατε στο βίντεο η κραυγή αυτή είναι πολύ πιο δυνατή από την φωνή της κοπέλας μου, που ήταν ακριβώς δίπλα μου). τελικά έφυγα από αυτό το σπίτι (για τελείως διαφορετικούς λόγους). Σας δίνω το link από Youtube για να το δείτε. Tο μόνο που έχω κάνει στο βίντεο είναι να το κόψω ώστε να είναι κατευθείαν στην κραυγή, δείτε το και τα σχόλια δικά σας. Aν θέλετε αφήστε τα σχόλιά σας στο Youtube και απλά γράψτε [Ιστορίες Τρόμου] ώστε να καταλάβω ότι είστε από αυτήν την σελίδα. Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας και ελπίζω να μην σας κούρασα.

 

Φαντάσματα: Το Τρένο Φάντασμα.


Το 1923 ο Ταϊλανδός Nor Suwadenuan μετακόμισε με την πενταμελή οικογένειά του στην πόλη Udon Thani της βόρειας Ταϊλάνδης για να εργαστεί στους ορυζώνες της περιοχής. Ύστερα από ένα κουραστικό ταξίδι η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο δεύτερο όροφο ενός ξύλινου σπιτιού στην άκρη της μικρής πόλης. Το πρώτο βράδυ όπως ήταν φυσικό όλη η οικογένεια έπεσε εξουθενωμένη για ύπνο. Κάποια στιγμή και ενώ ήταν περασμένα μεσάνυχτα, ο Nor ξύπνησε από έναν θόρυβο. Άνοιξε τα μάτια του και αφουγκράζοντας κατάλαβε ότι ήταν θόρυβος ατμομηχανής έτσι έπεσε να ξανακοιμηθεί. Ο θόρυβος όμως συνεχιζόταν χωρίς σταμάτημα και όλο και πιο έντονος πράγμα το οποίο παραξένεψε τον Nor έτσι βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Όχι μακριά από εκεί είδε τον σιδηροδρομικό σταθμό και ένα τρένο με 11 βαγόνια να έχει σταθμεύσει. Παρατήρησε για λίγο τους επιβάτες που ανεβοκατέβαιναν και στη συνέχεια είδε το τρένο να ξεκινάει και να χάνεται στον ορίζοντα. Ο Nor γύρισε στο κρεβάτι του απογοητευμένος καθώς αναλογίστηκε ότι το σπίτι του ήταν κοντά στον σταθμό και η φασαρία θα τους ενοχλούσε. Την επόμενη μέρα συζήτησε το γεγονός με τους συναδέλφους του στη δουλειά και του είπαν ότι αυτό που είδε ήταν μάλλον προϊόν της φαντασίας του αφού ο σταθμός δεν λειτουργούσε εδώ και 5 χρόνια λόγω του ότι είχε καταρρεύσει μία μικρή γέφυρα λίγα χιλιόμετρα μακριά και είχε αποκοπεί η πόλη από το υπόλοιπο σιδηροδρομικό δίκτυο. Με φρίκη πληροφορήθηκε ότι λόγω της κατάρρευσης της γέφυρας προκλήθηκε ένα πολύνεκρο σιδηροδρομικό ατύχημα καθώς είχε εκτροχιαστεί ένα τρένο με 11 βαγόνια.

Ζώα: Ανεξήγητο Περιστατικό Με Λαγούς.


Πριν περίπου 25 χρόνια ο πατέρας μου είχε λαγούς, 8 για την ακρίβεια. Τότε εκεί που μένανε οι γονείς μου ήταν και ένας γεράκος που έκοβε ξύλα και τα έδινε σε πολύ χαμηλές τιμές. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο πατέρας μου ήθελε να του δώσει ένα λαγό, 8 είχε. Όμως ο γεράκος ήθελε να του δώσει λεφτά. «Δεν κάνει να χαρίζεις λαγούς (έτσι λένε οι παλιοί)», είπε ο γεράκος. Όμως ο πατέρας μου του πέταξε ένα στην αυλή του. Την επόμενη μέρα τα δόντια όλων των λαγών είχαν μεγαλώσει… Και κάθε μέρα μεγάλωναν τόσο που δεν μπορούσαν πια να φάνε. Όπως καταλάβατε οι λαγοί πέθαναν μετά από λίγες μέρες… Το συμπέρασμα μου :Οι «παλιοί» έχουν πάντα δίκιο…αλλά γιατί;

Αστικοί Μύθοι: Ο Ποδηλάτης.


Σε ένα παραλιακό χωριό της Ξάνθης υπάρχει ένας μύθος για έναν ποδηλάτη ο οποίος έχει πέσει από έναν γκρεμό μαζί με το ποδήλατο του. Κάποια παιδιά του χωριού είχαν πάει στον λόφο για καφέ και κάθονταν μόνοι τους. Σε κάποια φάση άκουσαν ένα κουδουνάκι σαν των ποδηλάτων. Έντρομοι κοίταξαν από την κορυφή του λόφου προς τα κάτω και είδαν ένα κόκκινο ποδήλατο χωρίς αναβάτη πάνω του. Από εκείνη την μέρα δεν ξαναπάτησε κανείς εκεί πάνω… Αξίζει να σημειωθεί ότι στο μέρος εκείνο έχει γίνει και εξορκισμός διότι όποτε πατεί άνθρωπος εκεί οι πόρτες από τους στάβλους που είναι τα ζώα αρχίζουν να τρίζουν. Γενικά στο χωριό υπάρχουν πολλές ιστορίες αλλά και πράγματα που έχω ζήσει εγώ ο ίδιος.

Τρόμου: Όταν Δέρνουν Τα Ξωτικά.


Να λοιπόν μία ακόμα ιστορία που μου αφηγήθηκε η γιαγιά μου, την οποία γιαγιά θα έπρεπε να γνωρίσει πιστεύω ο οποιοσδήποτε έχει ενδιαφέρον να ακούσει μερικές καλές ιστορίες φαντασμάτων. Η ιστορία αυτή έλαβε χώρα επίσης την δεκαετία του τριάντα στο χωριό μου. Εκεί έμενε τότε ο Μ. (παραλείπω το κανονικό όνομα του ερίφη), ο οποίος τότε ήταν νέος και αγαπούσε πολύ τα ζώα του και ιδιαίτερα τα δυο του άλογα. Τα άλογα αυτά τα χρησιμοποιούσε στις αγροτικές του εργασίες και ήταν συνήθειο να τα βγάζουν τα βράδια στα λιβάδια όπου τα δέναν εκεί και αυτά βόσκαγαν, κοιμόντουσαν και δεν ξέρω τι άλλο κάνανε. Ένα βράδυ του καλοκαιριού λοιπόν είχε βγάλει αυτός τα δύο ζώα του και τα είχε δέσει σε μια περιοχή έξω από το χωριό επονομαζόμενη «Καλογερότρυπες» λόγω του ότι εκεί είχε κάτι μικρές σπηλιές από άργιλο στις οποίες φαίνεται να κατοικούσαν ερημίτες μοναχοί τα χρόνια τα παλιά, αν και αν κρίνει κανείς από αυτό που συνέβη στον δύστυχο Μ. και διαολότρυπες να ονομαζόταν η τοποθεσία θα της έπεφτε το όνομα γάντι. Να σημειώσω εδώ ότι ο συγκεκριμένος ο Μ. ήταν ένας μέγας άπιστος που δεν πίστευε ούτε σε θεούς, ούτε σε δαίμονες, ούτε και σε φαντάσματα, ήταν από τους λίγους τότε κομμουνιστές του χωριού. Πάει λοιπόν τα άλογα στην τοποθεσία αυτή, τα δένει, αράζει κι αυτός από δίπλα τους και τον παίρνει ο ύπνος. Πριν κοιμηθεί είχε δει να περνάνε από κει και άλλοι χωριανοί, φίλοι του που πήγαιναν κι αυτοί τα ζώα τους λίγο παρακάτω. Και κοιμάται λοιπόν. Οπότε σε κάποια φάση μέσα στη βαθιά νύχτα ξυπνάει νοιώθοντας, για να το εκφράσω κατάλληλα να τον σπάνε στο ξύλο. Δεν μπορεί να κουνηθεί, νοιώθει παραλυμένος και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ανοίξει τα μάτια για να δει, στο φως του φεγγαριού, δυο φοβερές γυναίκες πανύψηλες και με απαίσιο μορφασμό στο πρόσωπό τους να τον δέρνουν αλύπητα. Βεβαίως όσο έβλεπε αυτό που έβλεπε και που καλύτερα να μην το έβλεπε, ένοιωθε και τις μπούφλες που πέφτανε στο δύστυχο κορμί του. Τον είχανε σαπίσει! Τελικά αφού του ρίξανε ένα βρομόξυλο, χαθήκανε με μιας και αυτός ένιωσε ότι μπορούσε και πάλι να κινήσει τα μέλη του. Κινήσει τρόπος του λέγειν γιατί από το ξύλο που έφαγε δεν θα πρέπει να ήταν και στην καλύτερη κατάσταση για μετακινήσεις. Σηκώνεται κουτσά στραβά και πηγαίνει να συναντήσει τους συγχωριανούς του. Τους βρίσκει και τους λέει την ιστορία του. Αυτοί δεν ξέρουν τι να πουν. Άντε να πιστέψεις τώρα μια τέτοια παράλογη ιστορία. Και όμως οι ξυλιές φαίνονταν καθαρά πάνω στο σώμα του. Και από μπρος και από πίσω είχε σημάδια σαν να τον είχαν δείρει με ραβδιές. Ένας φίλος τον ρώτησε μήπως τον χτύπησαν τίποτα αλήτες και ντρεπόταν να το πει (δεδομένου ότι ο Μ. ήταν ψηλός και πολύ γεροδεμένος) και έφτιαχνε αυτή την ιστορία για ξεκάρφωμα. Αυτός τότε τους ρώτησε πώς ήταν δυνατό να γίνει τέτοιος καυγάς χωρίς να τον ακούσουν αυτοί που είχαν δέσει τα ζώα τους και κοιμούνταν λίγες δεκάδες μέτρα παρακάτω και κυρίως πώς και δεν άκουσαν τα άλογά του να χλιμιντρίζουν δεδομένου ότι τα ζώα θα είχαν ταραχτεί βέβαια από έναν καυγά και θα εκδηλώνονταν. Και πράγματι, ούτε αυτοί είχαν ακούσει τίποτα, ούτε τα δύο άλογα είχαν εκδηλώσει την παραμικρή ταραχή όση ώρα ο αφέντης τους απολάμβανε το σε αυτόν αφιερωμένο μπερντάχι. Έκτοτε η ιστορία έγινε γνωστή στο χωριό και πολύς κόσμος είδε τα σημάδια στο κορμί του Μ. Ο ίδιος δεν έχανε την ευκαιρία να αφηγηθεί τη φοβερή του περιπέτεια, τονίζοντας πάντα το συμπέρασμά του ότι επρόκειτο περί ξωτικών. Να και πώς τις περιέγραφε: ψηλές, όπως είπαμε, με άσχημη έκφραση, μακριά μαλλιά και το κορμί τους ντυμένο με πολύ φαρδιά άσπρα φορέματα που ήταν ριγμένα πάνω τους σαν τσουβάλια. Όσο για την συγκεκριμένη περιοχή που του συνέβη το περιστατικό, τις «Καλογερότρυπες», εννοείται ότι δεν επεδίωξε να την ξαναδεί ποτέ, ούτε ζωγραφιστή που λέει ο λόγος.

Τρόμου: Το Φάντασμα Του Πεθερού.


Όταν η γιαγιά μου ήταν λεχώνα και είχε τον μπαμπά μου μωρό, της συνέβη η εξής περίεργη ιστορία: τον είχε κοιμίσει ένα μεσημέρι και έπεσε κι αυτή να κοιμηθεί δίπλα στο μωρό. Ξάφνου η πόρτα του σπιτιού ανοίγει και κάποιος που η γιαγιά μέσα στον ύπνο της δεν κατάλαβε ποιος ήταν της είπε να ξυπνήσει γιατί θα έρχονταν επίσκεψη κάποιοι συγγενείς. Αυτή ξύπνησε και καθόταν στο κρεβάτι με τα μάτια ανοιχτά, αλλά ήταν ακόμα γλαρωμένη. Βλέπει τότε να ανοίγει πάλι η πόρτα και να μπαίνει μέσα ένας γέρος που αν και δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ της, κατάλαβε αμέσως με την διαίσθηση ότι ήταν ο πεθαμένος πεθερός της. Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ, ούτε σε φωτογραφία. Ο γέρος πήγε πάνω από το μωρό, έσκυψε και το κοίταξε, χαμογέλασε και… εξαφανίστηκε! χάθηκε μπροστά στα μάτια της. Η γιαγιά μου τότε πάγωσε γιατί θεώρησε ότι για να ήρθε ο πεθαμένος να δει το μωρό αυτό ήταν κακό σημάδι και ότι γρήγορα θα το έπαιρνε μαζί του! Όμως αυτό δεν συνέβη και απ’ ότι φάνηκε ο γέρος ήθελε μόνο να καμαρώσει το εγγόνι του. Τότε η γιαγιά μου θεώρησε ότι αυτό ήταν σημάδι από τον πεθερό της ότι θα ήθελε το παιδί να πάρει το όνομά του. Μέχρι τότε, δεν θέλανε να δώσουν στο παιδί αυτό το όνομα, η επίσκεψη όμως του νεκρού πεθερού τους έπεισε. Η γιαγιά μου ξαναείδε άλλη μια φορά το φάντασμα του πεθερού της σε ένα σαρανταλείτουργο που κάνανε οικογενειακά για τους νεκρούς. Είχαν κάτσει πολλοί συγγενείς στο σπίτι της γιαγιάς μέχρι αργά και μετά όταν φύγανε την γιαγιά την πήρε ο ύπνος. Τότε ξάφνου η πόρτα του σπιτιού ανοίγει και πάλι και εμφανίζεται ξανά ο γέρος. Έσκυψε και κοίταξε στο εσωτερικό και όταν είδε τα κόλλυβα, χαμογέλασε και έφυγε. Όπως είπε η γιαγιά μου με αυτόν τον τρόπο έδειξε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι δεν ξεχνούσαν αυτόν και τους άλλους νεκρούς.

Τρόμου: Ελάτε Στα Σαράντα Μου.


Με λένε Μαρία. Η θεία μου (αδερφή της γιαγιάς μου), είναι αρκετά ηλικιωμένη τώρα και είχε από παλιά το χάρισμα να βλέπει και να αισθάνεται διάφορα πράγματα που δεν μπορούσαν να δουν οι άλλοι. Έχει δει πολλές φορές νεκρούς και μία από αυτές ήταν και αυτή η περίπτωση. Είχε πεθάνει ένας φίλος του άντρα της που τον λέγανε Χριστάκη. Μ’ αυτόν είχαν πολύ καλές σχέσεις και ερχόταν συχνά στο σπίτι τους. Ο Χριστάκης πέθανε το 2000 από την επάρατο. Λίγο καιρό μετά που πέθανε τα παιδιά του αποφάσισαν να κάνουν τα σαράντα του. Στο ξενύχτι δεν κάλεσαν τον θείο μου και τη θεία μου, είτε γιατί το ξέχασαν είτε γιατί καθώς ήταν αρκετά ηλικιωμένοι σκέφτηκαν να μην τους πουν να έρθουν και τους κουράσουν. Την ίδια νύχτα που γινόταν η αγρυπνία, ο θείος και η θεία μου ετοιμάζονταν να κοιμηθούν. Είχαν πέσει στο κρεβάτι και λίγο πριν σβήσουν το φως η θεία μου φώναξε: ο Χριστάκης! Ο θείος μου την ρώτησε τι συνέβη και γιατί φώναξε και αυτή είπε ότι είδε καθώς γύρισε το κεφάλι της τον Χριστάκη να κάθεται στην πολυθρόνα και αμέσως μετά χάθηκε. Ο θείος βέβαια της είπε ότι βλέπει πράγματα και να μην δίνει σημασία. Την άλλη μέρα όμως, όταν πήγαν στην εκκλησία, είδαν ότι είχε μνημόσυνο. Ρώτησαν για ποιόν χωριανό ήταν τα κόλλυβα και τους είπαν ότι ήταν για το Χριστάκη. Μέχρι τότε αυτοί οι δύο δεν ήξεραν ότι γινότανε μνημόσυνο για τον φίλο τους. Τότε όμως η θεία μου κατάλαβε ότι ο πεθαμένος φίλος τους είχε έρθει χθες σε αυτούς γιατί τους ήθελε να είναι στα σαράντα του και δεν τους είδε εκεί.

Τρόμου: Πάνω Στη Γέφυρα Της Κόλασης.


Αυτό το περιστατικό που θα σας διηγηθώ συνέβη πριν από περίπου δύο χρόνια και το θυμάμαι ακόμα σαν να έγινε εχθές. Ήταν μεσημεράκι και έκανα τα μαθήματά μου για την επόμενη μέρα. Σε κάποια στιγμή θέλησα να πάρω ένα βιβλίο το οποίο ήταν τοποθετημένο στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης μου. Για να πάρω λοιπόν αυτό το βιβλίο έπρεπε να ανέβω σε μια καρέκλα. Πήρα κι εγώ την καρέκλα μου, η οποία είναι ψηλή και περιστρεφόμενη, κι ανέβηκα. Κι ενώ προσπαθούσα να φτάσω το βιβλίο, έκανα μια απότομη κίνηση, στριφογύρισε η καρέκλα, στραμπούληξα πάνω σε αυτήν το πόδι μου κι έπεσα κάτω στο πάτωμα με το κεφάλι. Εκείνη τη στιγμή έχασα τις αισθήσεις μου κι ένιωσα κάτι πάρα πολύ παράξενο: Η ψυχή μου έφευγε από το σώμα μου κι άρχισα να ανεβαίνω ψηλά. Και σε κάποια στιγμή βρέθηκα στην αρχή μιας γέφυρας όπου κάτω από αυτήν υπήρχε λάβα ενώ στο τέλος της υπήρχε ένας κήπος με λουλούδια. Και πάνω στην ώρα που πήγαινα να την διασχίσω, άκουσα μια δυνατή κραυγή. Χάθηκε η εικόνα αυτή από μπροστά μου κι ένιωσα σαν να ξυπνάω από βαθύ ύπνο. Τότε άνοιξα τα μάτια μου και είδα μπροστά μου τη μαμά μου να προσπαθεί να με συνεφέρει. Έριξα μια ματιά γύρω μου και είδα ότι βρισκόμουν στο δωμάτιό μου. Ρώτησα τη μαμά μου εάν ήταν αυτή που τσίριζε και μου απάντησε πως αυτή είχε τσιρίξει γιατί κατατρόμαξε όταν με είδε κάτω στο πάτωμα να… παραμιλάω. Της εξήγησα τι είχα δει, όμως δεν μπόρεσε να μου δώσει καμία εξήγηση. Μήπως εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε και να μου δώσετε μια λογική απάντηση σχετικά με ότι μου συνέβη;

Αρέσει σε %d bloggers: