Monthly Archives: Ιανουαρίου 2011

Θάνατος: Το Κρανίο Με Το Κεράκι.


Ήταν καλοκαίρι και ήμουν περίπου 7 ετών. Εκείνο το βράδυ είδα ένα πολύ περίεργο όνειρο που με ταρακούνησε. Στο όνειρο περπατούσα σε ένα δρόμο και γύρω μου ήταν μαύρο σκοτάδι. Δε μπορούσα να δω τίποτα. Μετά από πολύωρο περπάτημα άρχισα να βλέπω στο βάθος ένα φως να αναφαίνεται. Αποφάσισα αν και κουρασμένος στο όνειρο να το ακολουθήσω. Περπατώντας και πάλι για κάμποση ώρα άρχισα να πλησιάζω όλο και περισσότερο στο φως μέχρι που ανακάλυψα ότι είχα φτάσει στο χωριό μου που βρίσκεται περίπου 10 χιλιόμετρα από την πόλη. Το φως ερχόταν από το σπίτι της γιαγιάς μου. Καθώς μπαίνω στην αυλή του σπιτιού κοντοστάθηκα και βλέπω το φως μέσα από το σπίτι της γιαγιάς μου να τρεμοπαίζει. Φοβήθηκα και δεν ήθελα να προχωρήσω επειδή αισθανόμουν φόβο. Ξαφνικά ακούγεται μια φωνή βραχνή να με προσκαλεί μέσα στο σπίτι φωνάζοντας το όνομα μου και λέγοντας «έλα». Πλησιάζω στην είσοδο και με το που ανοίγω την πόρτα βλέπω κάτι που με συντάραξε. Η γιαγιά μου είχε ένα σύνθετο στην είσοδο του σπιτιού και σε ένα ράφι υπήρχε ένα πιάτο με ένα κρανίο μέσα και ένα κεράκι αναμμένο πάνω στο κεφάλι του!!! Ξύπνησα ιδρωμένος και ταραγμένος. Την επόμενη μέρα ζητούσα να δω τον παππού μου γιατί τον αγαπούσα πάρα πολύ και συνήθως πηγαίναμε θάλασσα κάθε μέρα μαζί! Η μητέρα μου μου είπε ότι είχε πάει ένα ταξίδι και δεν ήξερε πότε θα επιστρέψει. Φυσικά μετά από ένα μήνα μου είπαν ότι ο παππούς μου πέθανε.

Advertisements

Φαντάσματα: Επίσκεψη ενώ κοιμόταν.


Η ιστορία λαμβάνει χώρα και πάλι στο χωριό μου ξανά καλοκαίρι μέσα Ιουλίου. Η γιαγιά μου είχαν οικογενειακή επιχείρηση φούρνο/αρτοποιείο και όπως κάθε καλοκαίρι βοηθούσα κι εγώ στην παρασκευή άρτων και γλυκών. Σηκωνόμασταν 1 το βράδυ και παρασκευάζαμε μέχρι το πρωί. Εκείνη την περίοδο ήρθαν κάτι συγγενείς της γιαγιάς μου που δε θυμάμαι ακριβώς τη συγγένεια είχαν με τη γιαγιά μου. Ήταν ένα ζευγάρι ο Δημήτρης και η Κλέλια 30 και 26 χρονών αντίστοιχα. Ο Δημήτρης είχε γενέθλια εκείνη τη μέρα. Κάποια στιγμή κατά τις 3 μετά τα μεσάνυχτα βγαίνουμε με τη γιαγιά μου έξω από το φούρνο να δροσιστούμε για λίγο και να κάνουμε ένα διάλειμμα. Καθόμασταν σε πλαστικές καρέκλες και μπροστά μας ακριβώς ήταν παρκαρισμένο το φορτηγάκι που πηγαίναμε τις παραγγελίες σε πρατήρια. Εκεί που μιλούσαμε ξαφνικά πίσω από το φορτηγάκι βγαίνει το κεφάλι του Δημήτρη και μας κοιτάει με γουρλωμένα τα μάτια. Τρομάξαμε γιατί δεν είχαμε καταλάβει ότι μας κοιτούσε και τον είδαμε ξαφνικά. Αφού ανασκουμπωθήκαμε του λέει η γιαγιά μου: «Μπράβο παλικάρι πήγε 3 η ώρα και είσαι ακόμα έξω;». Ο Δημήτρης δε μίλησε και συνέχισε να μας κοιτάει με γουρλωμένα τα μάτια. Παραξενεύτηκα και εγώ και η γιαγιά μου. Συνεχίζει η γιαγιά μου: «Γιατί δε μας μιλάς; Τη συμπεριφορά είναι αυτή;». Τίποτα. Παραμένει σιωπηλός. Οπότε γυρνάει η γιαγιά μου το κεφάλι προς το φούρνο και φωνάζει μια κοπέλα που δούλευε εκεί να έρθει να δει: «Ελένη έλα να δεις ο Δημήτρης δε μας μιλάει». Έτυχε και γύρισα κι εγώ το κεφάλι προς το φούρνο την ώρα που τη φώναζε και μόλις ξαναγυρίσαμε προς το φορτηγάκι είχε εξαφανιστεί. Σηκωθήκαμε και πήγαμε να ψάξουμε από πίσω μήπως και κρυβόταν αλλά δεν υπήρχε ψυχή!!! Μας φάνηκε περίεργη η συμπεριφορά του αλλά ούτε που μας πέρασε από το μυαλό ότι ήταν κάτι μεταφυσικό. Το επόμενο πρωί βλέπουμε την Κλέλια και της διηγούμαστε την ιστορία. Σοκαρίστηκε. Μας απάντησε πως το προηγούμενο βράδυ δεν βγήκαν έξω και πως ο Δημήτρης δεν αισθανόταν πολύ καλά και έπεσε για ύπνο από νωρίς. Συγκεκριμένα στις 2:57 σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα και ο Δημήτρης κοιμόταν δίπλα της!!! Σοκαριστήκαμε.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Ανήσυχο Πνεύμα.


Δίπλα από το σπίτι μου ζει μια οικογένεια δασκάλων με 2 παιδιά τα οποία έχουν πλέον αποφοιτήσει από τα πανεπιστήμια. Συζητώντας λοιπόν με τη μητέρα μου για παραφυσικά και τέτοια μου είπε μια ιστορία για τον γιο της οικογένειας που της την είπε η μητέρα της οικογένειας και με έκανε να ανατριχιάσω. Ποιο συγκεκριμένα πριν κάποια χρόνια ο γιος πέρασε ψυχολογία στη Θεσσαλονίκη και βρήκε ένα σπίτι και νοίκιασε. Μετά από κάποιες μέρες ο γιος έπαιρνε τηλέφωνο τη μητέρα του και της έλεγε πως έβρισκε τα ντουλάπια και τα συρτάρια στην κουζίνα ανοιχτά κάθε φορά που ξυπνούσε. Δεν ανησύχησε η μητέρα του μιας και νόμιζε ότι θα τα ξεχνούσε ο ίδιος ανοιχτά. Ώσπου ένα βράδυ γείρω στις 3 παίρνει τηλέφωνο ο γιος στο σπίτι του ταραγμένος λέγοντας πως εκείνη την ώρα που μιλούσε τα ντουλάπια και τα συρτάρια στην κουζίνα ανοιγόκλειναν μόνα τους μπροστά του!!! Η μητέρα του μη ξέροντας τι να κάνει τον παράτρεψε να πει το πάτερ ημών όπως και έπραξε. Μετά από λίγο σταμάτησαν και το παιδί σηκώθηκε και πήγε να μείνει σε ένα φίλο του. Τις επόμενες μέρες μετακόμισε.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Ήχοι Από Ανθρώπους Και Ζώα.


Την ιστορία αυτή μου τη διηγήθηκε ένα φιλαράκι μου και έλαβε χώρα σε ένα χωριό της βόρειας Ελλάδας όπου και κατοικεί. Στο χωριό αυτό υπάρχει ένα σπίτι όπου ζούσε και ζει ακόμα μια οικογένεια με 3 παιδιά. Ο φίλος μου έκανε παρέα με τη μικρή κόρη της οικογένειας όταν ήταν μικρά παιδιά και θυμόταν που του είχε αναφέρει ότι στο σπίτι της ακούγονταν το βράδυ ουρλιαχτά από ανθρώπους καθώς και ζώα. Δεν είχε δώσει πολύ σημασία μέχρι πριν από κάποια χρόνια όπου το ανέφερε στη μάνα του και αυτή του διηγήθηκε την ιστορία. Κάθε βράδυ μέσα από το σπίτι ακούγονταν φωνές ανθρώπων και ήχοι ζώων. Μια φορά ακουγόταν από το διάδρομο ένα κατσίκι και άλλα τέτοια φρικιαστικά. Το ποιο τρομακτικό ήταν ότι ένας τοίχος μέσα στο σπίτι ανέπνεε και ήταν φουσκωμένος ο σοβάς και μπορούσες λέει να παρατηρήσεις ότι φούσκωνε και ξεφούσκωνε. Το φαινόμενο είχε αρχίσει να γίνεται όλο και ποιο έντονο αν και η οικογένεια είχε μάθει να ζει με αυτό. Τελικά αποφάσισαν να καλέσουν έναν παπά μήπως και κάνει κάτι. Ο παπάς ήρθε αλλά δε κατάφερε να κάνει κάτι και το πρόβλημα συνεχιζόταν. Η ιστορία για το σπίτι ακούστηκε και στα γύρω χωριά με αποτέλεσμα μια μέρα να περάσει από το σπίτι αυτό ένας χόντζας από ένα γειτονικό πομακοχώρι. Χτύπησε την πόρτα και τους ρώτησε αν μπορεί να μπει μέσα να το εξετάσει. Η οικογένεια δέχτηκε. Ο χόντζας έβγαλε τα παπούτσια του πριν μπει στο σπίτι και με το που κάνει 2-3 βήματα πετάγεται έξω από το σπίτι έντρομος. Ξαφνιασμένη η οικογένεια τον ρωτάνε τι έπαθε και τους ανταποκρίθηκε ότι με το που μπήκε μέσα ένιωσε να πατάει σε πτώματα ανθρώπων και ζώων!!! Μετά από ανασκαφές βρέθηκαν σκελετοί ανθρώπων και ζώων που υπολογίζονταν πριν το 1800!!!

Φαντάσματα: Ο Μικρός Δαίμονας.


Γύρισα από το video club και ήρθα να γράψω και την άλλη ιστορία μου τώρα… για όσους με πιστέψουν, τέσπα…. συνέβη πριν τρία χρόνια στη γιαγιά μου. Εκεί που κοιμόταν αισθάνθηκε ένα πλάσμα σε μέγεθος μικρού παιδιού να ανεβαίνει πάνω της προσπαθώντας να την πνίξει. Η γιαγιά μου όπως είναι λογικό ξύπνησε και είδε πάνω της να είναι γαζωμένο ένα πλάσμα κόκκινο με αρκετά τρομακτικό πρόσωπο. Το δέρμα του δεν ήταν σαν το δικό μας αλλά ήταν κάπως ανάγλυφο σαν να έχει καεί. Το πλάσμα μόλις την είδε έμεινε ακίνητο και την κοίταζε αρκετά επίμονα. Η γιαγιά μου τρόμαξε πολύ και προσπάθησε να ξυπνήσει τον πάππου μου ο οποίος κοιμόταν δίπλα της! Όμως όταν άρχισε να τον σκουντά και να του φωνάζει για να ξυπνήσει κατάλαβε αμέσως ότι ο παππούς μου δεν θα ξυπνούσε και έτσι έπρεπε να αντιμετωπίσει μόνη της εκείνο το τρομακτικό πλάσμα. Η γιαγιά φοβισμένη άρχισε να κοιτάζει από δω κι από κει για να βρει τίποτα με το οποίο θα μπορούσε να χτυπήσει αυτό το φοβερό πλάσμα! Μόλις το μάτι της έπεσε στο κομοδίνο αμέσως κατάλαβε την αιτία που αυτό το πλάσμα ήταν τώρα ακίνητο και φοβισμένο! Ήταν μια εικόνα της παναγίας που έχει εκεί κοντά η γιαγιά μου για καλό και για κακό! Μόλις λοιπόν αυτός ο μικρός δαίμονας συνειδητοποίησε ότι η γιαγιά μου έχει καταλάβει την αιτία που ήταν τόσο φοβισμένος έδειξε ότι το ξεπέρασε και ήταν έτοιμος να πνίξει τη γιαγιά μου για τα καλά! Τότε έγινε μια πραγματικά μεγάλη μάχη ανάμεσα στο δαίμονα και στη γιαγιά μου! Αναποδογύρισαν πολλές φορές πάνω στο κρεβάτι μέχρι που τώρα η γιαγιά μου ήταν από πάνω και ο δαίμονας από κάτω! Το πλάσμα θέλοντας να ξεφύγει αλλά και να κάνει κακό στη γιαγιά έμπηξε τα νύχια του ακριβώς στο μέρος που βρίσκονται τα πλευρά μας! Έβγαλε αμέσως το χέρι του και η γιαγιά μου άρχισε τότε να λέει το πάτερ ημών για να διώξει το δαίμονα από το σπίτι! Τα κατάφερε αλλά τώρα ήταν αρκετά χτυπημένη για να κάτσει να σκεφτεί τι θα γίνονταν όλα αυτά τα αίματα από τη ντουλάπα και από τους τοίχους! Την άλλη μέρα πήγαν στο σπίτι η μαμά μου και μια θεια μου για να καθορίσουν το σπίτι και αντίκρισαν ένα δωμάτιο με πεσμένη κάτω και σπασμένη την εικόνα αυτή της παναγίας! Τα ντουλάπια ήταν γεμάτα αίματα και το ίδιο και τα σεντόνια! Η γιαγιά μου τους εξήγησε τι ακριβώς έγινε! Δεν είχαν πειστεί μέχρι τη στιγμή που η γιαγιά μου σήκωσε τη μπλούζα της και τους έδειξε τα πέντε νύχια τα οποία μέχρι και σήμερα έχουν μείνει πάνω στο σώμα της! Από τότε η γιαγιά μου πάντα πριν κοιμηθεί βγαίνει έξω στη βεράντα και κάνει το σταυρό της κοιτώντας όλες τις μεριές του δρόμου! Μετά πάει και κοιμάται αλλά πάντα έχει δίπλα της μια εικόνα της παναγίας! Το στίγμα αυτό έχει μείνει από τότε και η γιαγιά μου δε μπορεί να κοιμηθεί πολλές ώρες συνεχόμενα! Περίπου κάθε τρεις ώρες ξυπνά! Όταν πρωτοάκουσα την ιστορία αυτή η αλήθεια είναι πως δεν πίστεψα τίποτα και για αυτό έχω κάπως μετανιώσει αλλά μόλις είδα κι εγώ τα σημάδια αυτά πείστηκα για τα καλά! Όταν μετά από κάποιο καιρό που όλα αυτά εγώ τα συζήτησα με τη μαμά μου μου είπε πως όντως εκείνη και η θεια μου καθάρισαν κάποια αίματα από τα έπιπλα αλλά πιθανώς η γιαγιά μου αυτά όλα να τα ονειρεύτηκε! Ίσως όλα αυτά να τα πιστεύει και η μαμά μου αλλά να μου τα λέει για να μην φοβηθώ! Παίζει κι αυτό! Τι να πω; Κάνεις δεν ξέρει τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ αλλά μπορώ να πω πως αυτά τα σημάδια ήταν αρκετά φοβερά! Το όλο περίεργο είναι πως όταν αργότερα η γιαγιά μου πήγε στην εκκλησία για να δει τι μπορεί να γίνει με αυτά τα νύχια και αν πρέπει να τα βγάλει ο ιερέας της είπε ότι δεν πρέπει να τα βγάλει γιατί από δω και πέρα αυτά θα λειτουργούν κάπως σαν φυλακτό!

Φαντάσματα: Λακκούβα Στο Πάπλωμα.


Λοιπόν έχω και εγώ μια προσωπική εμπειρία να σας διηγηθώ που αν και δεν είναι τρομακτική εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ για 1 εβδομάδα. Συνέβη πριν 10 χρόνια περίπου, όταν ακόμα έμενα στην Αθήνα, αλλά τη θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια. Ένα βράδυ καθώς κοιμόμουν ξύπνησα νιώθοντας μια παρουσία δίπλα μου. Άνοιξα τα μάτια μου και φυσικά δεν είδα τίποτα. Καθησυχασμένος ξαναέκλεισα τα μάτια μου και πήγα να αλλάξω πλευρό αλλά καθώς μετακίνησα το πόδι μου ένιωσα να ακουμπάει κάπου. Σκέφτηκα ότι θα έχω ξεχάσει κανένα παιχνίδι στο κρεβάτι και έτσι το έσπρωξα ελπίζοντας ότι θα πέσει κάτω αλλά που τέτοια τύχη. Φοβισμένος έβγαλα το κεφάλι μου έξω από το πάπλωμα και πάλι δεν είδα τίποτα. Κοιτώντας καλύτερα στο σημείο που ένιωσα το εμπόδιο παρατήρησα ότι υπήρχε μία λακκούβα στο πάπλωμα σαν κάποιος να καθόταν στο κρεβάτι μου.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Η Παλιά Αποθήκη.


Ένας νεαρός είχε κόλλημα με βιβλία που μιλούσαν για τον αποκρυφισμό και άλλα. Διάβαζε πολύ συχνά τέτοια βιβλία. Όμως κάποια περίοδο άρχισε να νιώθει πολύ περίεργα, ένιωθε συνέχεια ότι κάποιος τον παρακολουθεί , έβλεπε πολύ περίεργα όνειρα. Ένα βράδυ πριν κοιμηθεί διάβαζε κάποιο από τα αγαπημένα του βιβλία στο σαλόνι ξαπλωμένος στον καναπέ. Ήταν μόνος στο σπίτι. Στο σαλόνι υπήρχε μια ντουλάπα, αυτή η ντουλάπα ήταν μπροστά από μια πόρτα που οδηγούσε σε μια ξεχασμένη αποθήκη του σπιτιού. Είχε αποκοιμηθεί διαβάζοντας όταν ξαφνικά ξύπνησε από έναν περίεργο δυνατό ήχο. Όταν συνειδητοποίησε ότι ξύπνησε από τον δυνατό ήχο που έρχονταν πίσω από την ντουλάπα, παρομοίωσε τον ήχο σαν ποδοβολητό , ακουγόταν σαν ένα υπήρχε ένα άλογο στην αποθήκη και χλιμίντριζε κάνοντας βόλτες εκεί μέσα. Όταν ο ήχος σταμάτησε μάζεψε όλες τις δυνάμεις του, μετακίνησε την ντουλάπα και μπήκε στην αποθήκη. Η μυρωδιά της αποθήκης ήταν τόσο βαριά που κόντεψε να λιποθυμήσει. Αν και κάτι, που κανείς μπορούσε να το παρομοιάσει με ομίχλη, περιόριζε την ορατότητα στην αποθήκη δεν πρόσεξε τίποτα περίεργο ή παράξενο. Εκείνη την νύχτα δεν κοιμήθηκε άλλο αλλά ο ήχος συνεχιζόταν για πολύ καιρό και τον άκουγε μόνο αυτός, κανένα άλλο μέλος της οικογένειας του. Κόντευε να τρελαθεί και όσες φόρες προσπάθησε να μπει στην αποθήκη ο ήχος σταματούσε και πάντα υπήρχε αυτή η μυρωδιά και η ομίχλη. Ο νεαρός συνέχισε να ζει κανονικά, προσπαθούσε να διώξει την αίσθηση ότι τον παρακολουθούσε κάποιος όταν βρισκόταν έξω και όταν βρισκόταν στο σπίτι προσπαθούσε να μην ακούει τον ήχο που όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο συχνός γινόταν. Δυστυχώς και τα όνειρα άρχισαν να γίνονται πιο ζωντανά. Προς το καλοκαίρι, όταν το σχολείο του πήγε εκδρομή σε κάποιο μοναστήρι, μίλησε σε κάποιον μοναχό που τον έμπνεε εμπιστοσύνη. Ο μοναχός του είπε ότι δεν είναι φαντασία του αλλά κάποιος δαίμονας που κάνει την εμφάνιση του λόγω ότι έχει χαμηλή άμυνα επειδή το μυαλό του έχει επηρεαστεί από όσα έχει διαβάσει. Επίσης ο μοναχός του σύστησε να πετάξει όσα τέτοια βιβλία έχει και γενικά να σταματήσει να ασχολείται με τέτοια θέματα. Ό νεαρός άκουσε την συμβουλή του μοναχού και όταν πήγε σπίτι του πέταξε όσα τέτοια βιβλία είχε και σταμάτησε να ασχολείται με τέτοια θέματα. Και όντως σταμάτησε να ακούει τον ήχο αυτό, να βλέπει όνειρα, και να έχει την αίσθηση ότι κάποιος τον παρακολουθεί.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Θες Να Παίξουμε Κρυφτό;


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή. Από ότι ξέρω δηλαδή. Τα γεγονότα έχουν συμβεί πριν 17 χρόνια, και είναι νωπά ακόμα στις μνήμες όσων το έχουν ζήσει που κατέφυγαν ως και σε φάρμακα για να τα αποβάλουν από το μυαλό τους. Τα πρόσωπα έχουν αλλαχτεί για ευνόητους λόγους. H ιστορία είχε γίνει στην Αμερική στο Σαν Φρανσίσκο. Ήταν Μάρτιος του 1991 και το παντρεμένο ζευγάρι με το όνομα Τζορτζ και Μάρθα ήταν έτοιμοι να βγουν για φαγητό με τον πρόεδρο της εταιρίας που δούλευε ο Τζορτζ. Είχαν στολιστεί και ετοιμαστεί και περίμεναν ένα πράγμα. Την νταντά που προσλάμβανε για να προσέχει τον οκτάχρονο γιο τους Μάρτιν. Η ώρα περνούσε και η νταντά αργούσε να έρθει. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο και η νταντά ήταν στην άλλη γραμμή. Η νταντά τους είχε πει πώς θα αργούσε και άλλο επειδή ήταν στο γιατρό με τη θεια της και έπρεπε να μείνει. Οι γονείς δεν ήξεραν τι να κάνουν μιας και δεν ήθελαν να χάσουν το δείπνο επειδή ήταν σημαντικό. Ο Μάρτιν που κατάλαβε τι έγινε, είπε στην μαμά του να μην ανησυχεί και πως θα μπορούσαν να φύγουν αφού κλείδωνε ο ίδιος καλά τη πόρτα και θα περίμενε την νταντά να έρθει. Θα πρόσεχε πολύ. Η μητέρα δεν ήθελε αλλά ο γιος της ήταν τόσο πειστικός που τους έπεισε τελικά. Το ζευγάρι αποχώρισε από το σπίτι και ο Μάρτιν αφού κλείδωσε καλά τη πόρτα, πήγε στην κουζίνα όπου έβγαλε από το ψυγείο μια σακούλα με ποπ κορν, τα γέμισε σε ένα μεγάλο μπολ και έβαλε στο ποτήρι του κόκα κόλα. Πήγε στο σαλόνι, άνοιξε τη τηλεόραση και ήταν έτοιμος να απολαύσει το θρίλερ που έπαιζε, μέχρι να ερχόταν η νταντά όπου και αναγκαστικά θα πήγαινε στο δωμάτιο του. Η ώρα πέρασε και άλλο, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Ήταν απλά καταιγίδα που ξέσπασε ξαφνικά, και άρχισε στο λεπτό να βρέχει μανιωδώς. Ο Μάρτιν συνέχιζε να βλέπει τηλεόραση, μέχρι που έγινε το χειρότερο. Η καταιγίδα ήταν τόσο ισχυρή που έπεσαν τα φωτά του σπιτιού και της γειτονιάς. Η τηλεόραση έκλεισε, και ο Μάρτιν περίμενε τώρα την νταντά να έρθει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Όταν μέσα στο σκοτάδι ακούστηκε μια φωνή να λέει, «Για, θέλεις να παίξουμε; θέλεις να παίξουμε κρυφτο;». Ο Μαρτίν τρόμαξε. Δεν άκουσε κανέναν θόρυβο από κάποιον να μπαίνει στο σπίτι, και η πόρτα ήταν καλά κλειδωμένη, καθώς και τα παράθυρα. Η φωνή ήταν παιδική και ενός μικρού κοριτσιού. Ξανακούστηκε πιο έντονα αυτή τη φορά. «Θες να παίξουμε; θες να παίξουμε; θες να παίξουμε;». Ο Μάρτιν πανικοβλήθηκε. Προσπάθησε να μην κλάψει, κράτησε τις δυνάμεις του, πέταξε κάτω τα ποπ κορν και την κόκα κόλα, και μη κάνοντας άλλο θόρυβο, κατευθυνόταν με αργά βήματα στο δωμάτιο του. Μπήκε στο δωμάτιο και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Περίμενε την νταντά. Η ώρα πέρασε και η φωνή δεν ακουγόταν άλλο. Ο Μάρτιν ήταν ακόμα τρομαγμένος, μέχρι που χτύπησε η πόρτα. Αμέσως σκέφτηκε πως ήταν η νταντά που τελικά ήρθε. Βγήκε από το κρεβάτι του, άνοιξε την πόρτα σιγά σιγά, και πήγαινε προς την εξώπορτα. Όταν η φωνή ξανακούστηκε αλλά αυτή την φορά δυνατά, «έλα να παίξουμε, έλα να παίξουμε». ο Μάρτιν γύρισε πίσω το κεφάλι του και είδε…….. και άρχισε να ουρλιάζει. Η νταντά που άκουσε τις κραυγές με την βοήθεια των γειτόνων έσπασε τη πόρτα και βρήκε το παιδί στο πάτωμα μη μπορώντας να αναπνεύσει. Αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο και πήγαν στο νοσοκομείο, όπου έφτασαν και οι γονείς εκεί έντρομοι. Μετά από μέρες και αφού οι γιατροί προσπαθούσαν να δουν τι φόβισε το παιδί τόσο πολύ, Ο Μάρτιν έβγαλε μόνο μια φράση από το στόμα του, «δεν έχει πρόσωπο, δε έχει πρόσωπο». Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε, και 2 χρόνια μετά ήταν υπό την ιατρική περίθαλψη γιατρών και ψυχολόγων. Οι γονείς ποτέ δεν έμαθαν τι είχε συμβεί. Παρά μόνο 8 μήνες αργότερα πολλοί στη γύρω περιοχή άρχισαν να κάνουν εικασίες για ένα παλιό εργοστάσιο εγκαταλειμμένο. Η ιστορία έλεγε πώς το 1950 κάτι παιδιά είχαν μπει κρυφά μέσα για να παίξουν κρυφτό. Τότε ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά και τα παιδιά χωρίς τη βοήθεια κανενός εγκλωβίστηκαν μέσα και κάηκαν ζωντανά. Μάλιστα τα πτώματα ήταν τόσο καμένα που σόκαραν και τον ίδιο τον ιατροδικαστή. Από τότε έλεγαν πολλοί για περίεργα πράγματα που συνέβαιναν στο εργοστάσιο μιας και δεν ξανακτίστηκε. Δυο παιδιά που πήγαν εκεί περά βράδυ, άκουγαν γέλια και φωνές να ακούγονται από μέσα και φυσικά το βαλαν στα πόδια. Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε παρά μόνο στα 22 του χρόνια και με τη βοήθεια ύπνωσης εκμυστηρεύτηκε τι του συνέβη. Η υπόθεση είναι ακόμα ανοιχτή.

Φωτογραφίες: Το Παιδί Με Τα Λευκά Ρούχα.


Αυτή η καταπληκτική φωτογραφία λήφθηκε από τον φωτογράφο και γραφίστα Neil Sandbach το 2008. Ο Neil φωτογράφιζε κάποια γραφικά τοπία σε ένα αγρόκτημα στο Hertfordshire της Αγγλίας, ως μέρος ενός σχεδίου για κάρτες γάμου. Το ζεύγος που ήθελε τις κάρτες σχεδίαζε να κάνει την γαμήλια τελετή του εκεί. Αργότερα, ο Neil έμεινε έκπληκτος όταν εξέτασε την ψηφιακή φωτογραφία στον υπολογιστή του. Εκεί, σαν να τον παρακολουθούσε από μια γωνία ένα φάντασμα, λευκό, σχεδόν σαν λαμπερή φιγούρα η οποία μοιάζει με ένα παιδί. Ο Neil είναι απολύτως βέβαιος ότι δεν υπήρχε κανείς εκεί εκείνη την ώρα. Υπάρχει περαιτέρω επιβεβαίωση ότι πρόκειται για μια αληθινή φωτογραφία φαντάσματος. Ο Neil είχε δείξει στο ζευγάρι αυτή την ανώμαλη φωτογραφία, και πριν από το γάμο ρώτησαν το προσωπικό στο αγρόκτημα αν είχαν ποτέ καμία περίεργη εμπειρία εκεί. Δεν ανάφεραν την φωτογραφία του Neil. Μάλιστα, ένα μεγάλο ποσοστό παραδέχθηκε ότι ένα νεαρό αγόρι, ντυμένο με λευκά ρούχα, το είχαν δει πολλές φορές γύρω από τον αχυρώνα κατά την διάρκεια της νύχτας. Προφανώς, αυτό είναι το φάντασμα που ο Neil είχε φωτογραφήσει.

Φωτογραφίες: Οι Τρεις Κολλητές.


Αυτή η ενδιαφέρουσα φωτογραφία λήφθηκε κάποια στιγμή γύρω στο 2000 στη Manila, στη Δημοκρατία των Φιλιππίνων. Σύμφωνα με το Ghost Research Society, δύο φίλες ήταν έξω για έναν περίπατο μια ζεστή βραδιά. Μία από αυτές παρακάλεσε έναν περαστικό ξένο να τις φωτογραφίσει χρησιμοποιώντας την κάμερα του κινητού τηλεφώνου της (εξου και η εικόνα που είναι χαμηλής ανάλυσης). Το αποτέλεσμα παρουσιάζεται εδώ, με ένα διαφανές σχήμα που φαίνεται να κρατιέται φιλικά στο χέρι του κοριτσιού. Εάν και δεν υπάρχουν περαιτέρω πληροφορίες για αυτή τη φωτογραφία, πρέπει να παραδεχτούμε ότι το φάντασμα θα μπορούσε να είχε προστεθεί με λογισμικό επεξεργασίας εικόνας. Αλλά αν είναι γνήσια και ανέγγιχτη, μπορεί να χαρακτηριστεί σίγουρα ως μία από τις καλύτερες φωτογραφίες φαντασμάτων.

Αρέσει σε %d bloggers: