Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Απέραντο Σκοτάδι.


Η ιστορία μου είναι αληθινή. Ξέρω ότι δεν θα την πιστέψετε. Ούτε εγώ θα την πίστευα αν την άκουγα. Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ. Το βράδυ που μου σημάδεψε τη ζωή. Το βράδυ που έχει στοιχειώσει τα όνειρα μου εδώ και 13  χρόνια. Ήμασταν με φίλους σε γνωστό φαστφουντάδικο. Είχε νυχτώσει και είχαμε αργήσει να πάμε σπίτια μας. Όταν τελειώσαμε το γεύμα μας, σηκωθήκαμε και κάποιος πρότεινε να πάμε για παγωτό στο διπλανό κατάστημα. Παρά τις αντιρρήσεις μου για την περασμένη ώρα (η μαμά μου μου είχε πει να γυρίσω στις 21:00, ήταν 20:50), με έπεισαν και τους   ακολούθησα. Μία κυρία γύρω στα 50 που μας εξυπηρέτησε, μας είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου, να μην πλησιάσουμε ένα παλιό ερείπιο, που βρισκόταν απέναντι. Δεν μας εξέπληξε, γιατί είχαμε ακούσει όλοι μας κάποιες φήμες περί υπερφυσικού κ.τ.λ. αλλά τα θεωρούσαμε χαζά αστεία. Ή έτσι θέλαμε να δείξουμε. Στην πραγματικότητα, έφριξα όταν έφερα στο νου μου την όψη του. Το είδα και στην έκφραση των φίλων μου. Όσο και αν προσπαθούσαν να το κρύψουν, ο φόβος αχνοφαινοταν στα πρόσωπά τους. Ο ένας, μας πρότεινε να πάμε. Τώρα, το ότι είχα αργήσει θα μου ήταν μία πολύ καλή δικαιολογία για να το αποφύγω. Με απήλεισαν πως θα με έδιωχναν απ’ την παρέα και προσπάθησα να το δω από την θετική πλευρά. Δεν ήμουν μόνος. Αν μου συνέβαινε κάτι, οι υπόλοιποι θα με βοηθούσαν. Με τα χίλια ζόρια, δέχτηκα. Ήταν ένα ξεθωριασμένο κτήριο. Το κινητό μου χτύπησε. Το σήκωσα και άκουσα τη φωνή της μητέρας μου να με μαλώνει που δεν είχα επιστρέψει. Είχαμε μπει μέσα και η γραμμή έπεσε. Κάποιος ρώτησε την ώρα. Το παιδί που είχε προτείνει την εξερεύνηση, έβγαλε το κινητό του. Η μπαταρία ήταν γεμάτη στο 80% και ξαφνικά έπεσε στο 0. Η οθόνη έσβησε. Τότε όλοι καταλάβαμε πώς τα κινητά μας ήταν νεκρά. Κάποιος άρχισε να κλαίει παρά την ηλικία μας, ήμασταν 13 και κάποιοι 14. Το παιδί με την πρόταση, φώναξε να φύγουμε. Γυρίσαμε πίσω και διαπιστώσαμε πώς υπήρχε πολύ σκοτάδι. Δεν βλέπαμε τίποτα. Τα κινητά που τα είχαμε χρησιμοποιήσει ως φακούς, ήταν πια άχρηστα. Αρχίσαμε να προχωράμε και καταλάβαμε πως το δάπεδο ήταν απέραντο. Περπατούσαμε στο σκοτάδι και δεν υπήρχε κάποιος τοίχος για να μας φράξει το δρόμο. Πηγαίναμε αριστερά και δεξιά πανικόβλητοι. Το παιδί που πριν από λίγο έκλαψε, άρχισε να ουρλιάζει σοκαρισμένο. Σε λίγη ώρα, είδαμε το φώς απ’ τις λάμπες του δήμου. Τρέξαμε προς τα εκεί. Ήταν ένα παράθυρο. Ένα σπασμένο παράθυρο που απ’ τον αέρα άρχισε να κουνιέται αργά. Κοιτάξαμε απ’ έξω. Δεν υπήρχε κάνεις στο δρόμο παρά μόνο ένα σκυλί. Το σπασμένο παράθυρο χτύπησε με πάρα πολύ δύναμη στον τοίχο, και το τζάμι ράγισε. Έφριξα όταν είδα πάνω του, το είδωλο του παιδιού που έκλαιγε. Του φίλου μου. Κανείς δεν ήταν πίσω μου. Το κατάλαβα γιατί φώναξα και μου απάντησαν από λίγα μέτρα μακριά. Φώναξα το όνομα του φίλου μου που έκλαιγε. Οι άλλοι μου θύμισαν πως το παιδί δεν είχε έρθει μαζί τους φοβούμενο. Τότε το συνειδητοποίησα και εγώ και δεν μπορούσα να εξηγήσω στον εαυτό μου γιατί είχα την εντύπωση ότι τον άκουσα. Μετά από ώρα, βρήκαμε την έξοδο. Ήταν 21:35.

Ευχαριστώ τον φίλο με email: zacksimha@******.com για την ιστορία.

Advertisements

Posted on 15/07/2011, in Ιστορίες Φίλων, Στοιχειωμένα Σπίτια. Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

  1. Φάνης Σέμπρος

    Θες δηλαδή να μας πεις οτι πριν 13 χρόνια, το 1998 δηλαδή, μια παρέα από 13-14χρονα είχατε όλοι σας κινητά τηλέφωνα!
    Άσε ρε φιλαράκο!

    Μου αρέσει!

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: