Monthly Archives: Οκτώβριος 2011

Φαντάσματα: Το Σκοτεινό Δρομάκι.


Και πάλι Χριστούγεννα..

Και ακούω πάλι εκείνη την απαλή μελωδική φωνή να με καλεί σαν αντίλαλος από την θάλασσα του χρόνου. Την ακούω να με παρακαλεί: «Θα ξανάρθεις. έτσι δεν είναι;». Και εγώ το ξέρω πως αυτό το απόγευμα θα πάω. Δεν θα μπορέσω να αντισταθώ άλλο στις απόκοσμες κι αφύσικες δυνάμεις που με τραβούν εκεί στο σκοτεινό δρομάκι.

Χριστούγεννα ήταν πάλι, όταν ξεκίνησαν όλα. Είχα δώσει το αυτοκίνητο για επισκευή. Εκείνο το βράδυ έμεινα αργά σε κάτι φίλους που είχα πάει για να γιορτάσω μαζί τους. Στην επιστροφή το λεωφορείο με άφησε κοντά στο Πάουντ Σκουέαρ στο Χάιγκειτ και έτσι κατηφόρισα την οδό Σουέιν πηγαίνοντας για το σπίτι.  Το κοιμητήριο του Χάιγκειτ, είναι πασίγνωστο σαν τόπος σύναξης  κάθε λογής κυνηγών πνευμάτων, βάμπιρων και άλλων εκκεντρικών τύπων αυτού του είδους.  Σε αυτήν την πλευρά του δρόμου την δυτική, βασιλεύει μια καταθλιπτική ερημιά. Στοιχειωμένος, ξεστοιχειωμένος ο δρόμος, εγώ βιαζόμουν να βρεθώ στο κρεβάτι μου  κάτω από τα ζεστά μου σκεπάσματα.

Είχα φτάσει πια στο σημείο όπου ο δρόμος συνορεύει με το πάρκο Γουότερλοου στα ανατολικά και το παλιό κοιμητήριο του Χάιγκειτ στα δυτικά. Εδώ  συνάντησα ένα παράξενο φαινόμενο, παρόλο που δεν έδωσα σημασία. Μια ομίχλη, άρχισε να απλώνεται στο δρόμο.  Ήταν μια αλλόκοτη φωσφορίζουσα πρασινωπή ομίχλη, σαν το νέφος που απλωνόταν στο βιομηχανικό Λονδίνο την δεκαετία του 60′. Συνέχισα τον δρόμο μου, ώσπου στα αυτιά μου έφτασε ένας ήχος από κάποιο μπαστούνι. Μέσα στην μουντάδα που υπήρχε διέκρινα μια κυρτή φιγούρα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που περπατούσε στην ίδια κατεύθυνση με μένα. Κάθε τόσο σταματούσε και άκουγα την αναπνοή της. Καθώς την προσπερνούσα, σκόνταψε σε κάποιο χάλασμα του δρόμου και θα έπεφτε αν δεν προλάβαινα να την πιάσω. Το πρόσωπο της, ήταν γεμάτο φόβο όταν την κοίταξα από κοντά. «Συγνώμη αν σε τρόμαξα κυρούλα, αλλά αν δεν σ’ έπιανα θα έπεφτες» είπα προσπαθώντας να χαμογελάσω. «Μάλλον» είπε και τα φωτεινά της μάτια βυθίστηκαν μέσα στα δικά μου, εξετάζοντας με από κοντά. Πρόσεξα ότι φορούσε παλιομοδίτικα ρούχα, μακριά μαύρα φορέματα κι ένα μεγάλο μαύρο καπέλο. Ανέπνεε δύσκολα και την ρώτησα αν μπορώ να της φανώ χρήσιμος σε κάτι. Στάθηκε στο μπαστούνι της και με κοίταξε ερευνητικά. Μετέπειτα είπε «Θα δεχόμουνα το μπράτσο σας μέχρι το σπίτι μου». Συνοφρυώθηκα. Είχα περάσει πολλές φορές από εδώ και σπίτι δεν είχα δει. Μέχρι τώρα το μόνο που ήξερα ήταν ο γκρίζος τοίχος του νεκροταφείου.

Με αίσθημα αβεβαιότητας άφησα την γυναίκα να με οδηγήσει και πράγματι μετά από λίγο  φτάσαμε σε ένα πέτρινο σπιτάκι. Μπροστά στην πόρτα ήταν μια κοπέλα που την περίμενε. «Μητέρα, με έκανες και ανησύχησα». Η φωνή της ήταν χαμηλή και μελωδική. Άνοιξε την πόρτα του κήπου και πήρε το χέρι της γριάς. Εκείνη είπε: «Άδικα ανησύχησες Μαίρη. Ο νέος αυτός με βοήθησε τόσο.». Η κοπέλα γύρισε και μου χαμογέλασε. «Σας ευχαριστώ κύριε. Θα θέλατε να περάσετε μέσα και να πάρετε λίγο τσάι μαζί μας; Είναι απόψε κρύα νύχτα και κάτι ζεστό θα βοηθούσε» Μιλούσε με έναν τρόπο ασυνήθιστο, σχεδόν αρχαϊκό. Είπα ναι και όρμησα μέσα σαν έφηβος. Το εσωτερικό με το τζάκι να καίει θύμιζε σκηνικό από Ντίκενς. Η γριά κάθισε στην ψηλόπλατη πολυθρόνα, ενώ η κοπέλα πήγε στο διπλανό δωμάτιο για να γυρίσει λίγο μετά, με ένα παλιό υπέροχο κινέζικο σερβίτσιο τσαγιού. Πάνω που μιλούσα κολακευτικά για αυτό, το ρολόι της τσέπης με ειδοποίησε για την ώρα. Αυτό το αντικείμενο είχε γίνει μόνιμο αντικείμενο σχολίων από τους φίλους μου, που ισχυρίζονται ότι το αγαπώ υπερβολικά. Η κοπέλα, η Μαίρη ήρθε κοντά μου. Κάθισε και με ρώτησε πως και ήμουν έξω στο δρόμο τέτοια ώρα. Ξέχασα το ρολόι και πιάσαμε μια ευχάριστη κουβέντα περί ανέμων και υδάτων. Μετά σηκώθηκα, παρατήρησα ότι ήταν αργά και ετοιμάστηκα να φύγω.

«Πρέπει να μας ξανάρθεις νεαρέ» είπε η γριά.  Η Μαίρη συμφώνησε με ένα νεύμα του κεφαλιού και συμπλήρωσε: « Κι εγώ θέλω να ξανάρθεις. Είναι πολύ μοναχικά εδώ πέρα. Θα ξανάρθεις έτσι δεν είναι;». Χαμογέλασα και αναρωτήθηκα πως μια νέα και γοητευτική κοπέλα είναι μόνη σε τόσο κεντρικό σημείο του Λονδίνου. Με ρώτησε που έμενα και με κατατόπισε για το πώς θα μπορούσα να βγω στην οδό Χάιγκειτ από το μονοπάτι. Έμεινα έκπληκτος καθώς δεν ήξερα ότι υπάρχει δρομάκι να συνδέει την Σουέιν Λέιν με την οδό Χάιγκειτ.  Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω μου, μια παράξενη παγωνιά με τριγύρισε. Ένα περίεργο συναίσθημα με κάτι διαβολικό πλανιόταν στον αέρα. Δεν είχα προχωρήσει πάρα μόνο λίγα μέτρα, όταν τα χέρια μου και το μέτωπο μου άρχισαν να ιδρώνουν. Με το κεφάλι κάτω άρχισα να βαδίζω βιαστικά. Ο μόνος ήχος που άκουγα, ήταν ο τριγμός από τα παπούτσια μου στο χιόνι. Μετά σιγά-σιγά άρχισα να ακούω ένα δεύτερο ζευγάρι βήματα. Σταμάτησα κοίταξα πίσω. Τίποτα. Κάποιο ξερόκλαδο έσπασε και με έκανε να κοιτάω ψηλά. Μια κραυγή πνίγηκε στον λαιμό μου. Για ένα δευτερόλεπτο μου φάνηκε πως είδα ένα σώμα κρεμασμένο από κάποιο κλαδί. Σκέφτηκα ότι ήμουν ανόητος και ότι αυτό που είδα έπρεπε να είναι το παιχνίδισμα του φεγγαρόφωτος. Άρχισα πάντως να βιάζομαι για τα καλά. Είχα πάλι την εντύπωση ότι κάποιος με ακολουθούσε. Άλλη μια φορά γύρισα πίσω απότομα, αλλά τίποτα. Ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο σώμα μου σαν ποτάμι. Άρχισα να τρέχω, τα βήματα πίσω μου επιταχύνθηκαν . Έχετε δει ποτέ έναν εφιάλτη που τρέχετε μέσα σε έναν ατελείωτο διάδρομο με μοναδική σκέψη να φτάσετε στο τέλος. Είχα πια απελπιστεί όταν το είδα.  Τα φιλόξενα σημάδια της οδού Χάιγκειτ. Είδα την πύλη πιο κάτω. Τα βήματα πίσω μου ζύγωναν. Κυριευμένος από πανικό, έτρεξα με όλη μου την δύναμη και βρέθηκα σχεδόν έξω. Ξαφνικά ένα χέρι έπιασε γερά το παλτό μου, τραβώντας με προς τα πίσω. Το ένιωσα να σχίζεται. Με την φόρα που είχα συγκρούστηκα με μια φιγούρα ντυμένη στα μπλε.

«Συγνώμη αστυφύλακα. Δεν σας είδα. Πήρε ξέρετε την παράκαμψη της οδού Σουέιν». Εκείνος απάντησε «Παράκαμψη, ποια παράκαμψη; Τέλος πάντως σήμερα είναι Χριστούγεννα, όμως άλλη φορά να προσέχετε τους νόμους για την καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας». Έφυγε και με άφησε εντελώς σαστισμένο. Τελικά κατέληξα στο σπίτι μου και σύντομα βρισκόμουν ανάμεσα στις ζεστές μου κουβέρτες.

Ήταν η δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, όταν ανακάλυψα ότι το ασημένιο μου ρολόι τσέπης έλειπε. Σίγουρα το είχα ξεχάσει στο πέτρινο σπίτι. Αποφάσισα να πάω να το πάρω. Άλλωστε ήταν μια πρώτης τάξεως δικαιολογία να ξαναδώ τη Μαίρη και να επιδιώξω κάποιο ραντεβού μαζί της. Ανυπόμονα κατηφόρισα την οδό Σουέιν κι έφτασα στην είσοδο  του παλιού νεκροταφείου. Ήταν ανοιχτά. Προχώρησα περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να δω το σπιτάκι με τις κόκκινες πέτρες. Όμως όσο πέρναγε η ώρα ο τοίχος έμοιαζε ατελείωτος και αυτό με μπέρδεψε εντελώς.

Ξαναγύρισα στην είσοδο του νεκροταφείου όπου ένας ηλικιωμένος άντρας στεκόταν εκεί. Με πρόσεξε καθώς κοιτούσα τριγύρω και με ρώτησε αν θέλω βοήθεια. Του είπα: «Μου έχουν πει για κάποιο παλιό πέτρινο σπιτάκι κάπου εδώ γύρω». Εκείνος είπε: «Λάθος κάνετε, δεν υπάρχει κανένα πέτρινο σπιτάκι..» Σταμάτησε απότομα και με κοίταξε. Με ρώτησε ποιος μου μίλησε για αυτό και είπα ένας συγγενής. Τότε είπε: «Ο συγγενής σας πρέπει να έχει γερή μνήμη. Αυτό το σπίτι δεν υπάρχει εδώ και πενήντα χρόνια. Ίσα που θυμάμαι όταν το γκρέμισαν». Ξεροκατάπια, ενώ αυτός συνέχισε «Απ’ ότι θυμάμαι το σπιτάκι ήταν στο λόφο λίγο πιο πέρα από το τέρμα του παλιού νεκροταφείου. Άνηκε σε μια γριά που ζούσε με την κόρη της εκεί. Δολοφονήθηκαν και οι δύο το 1927 ή το 1928. Ένας από τους κηπουρούς του Γουότερλοου Πάρκ ήθελε την κόρη αλλά εκείνη τον έδιωξε. Έτσι ένα βράδυ τις σκότωσε και τις δυο με ένα δρεπάνι. Μετά κρεμάστηκε. Υπήρχε και ένα μικρό δρομάκι πίσω από το σπίτι. Ο άντρας κρεμάστηκε σε ένα από τα δέντρα που υπήρχαν τότε εκεί». Ναρκωμένος, σπρωγμένος από μια περίεργη αίσθηση που δεν μπορούσα να ελέγξω ακολούθησα τους άλλους επισκέπτες στο παλιό κοιμητήριο . Τα βήματα μου με οδήγησαν εκεί που ο γέρος μου είχε πει ότι βρισκόταν το παλιό σπίτι. Προσπάθησα να θυμηθώ από πού είχα μπει στο σπίτι, όπου είχα ξεκουραστεί τόσο όμορφα πριν μερικές νύχτες. Θα πρέπει όλα να ήταν ένα περίεργο όνειρο. Έκανα να φύγω όταν άκουσα την καμπανίτσα του ρολογιού μου. Εκεί κάτω στο γρασίδι, ήταν το ασημένιο ρολόι της τσέπης. Γονάτισα να το πάρω και καθώς έσκυβα, άκουσα έναν απαλό ήχο, την μελωδική φωνή της κοπέλας «Θα ξανάρθεις, έτσι δεν είναι;». Με μια κραυγή τρόμου έφυγα από το νεκροταφείο. Τώρα είναι και πάλι Χριστούγεννα. Μπορώ και πάλι να ακούσω την φωνή της. Και εγώ το ξέρω, πως αυτό το απόγευμα, σήμερα, απόψε, τώρα θα πάω. Είμαι ανίκανος να αντισταθώ στις αλλόκοτες αφύσικες δυνάμεις που με σπρώχνουν πίσω εκεί, σε αυτό το σκοτεινό δρομάκι.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Μακάβρια: Σατανιστική Τελετή.


Σε ένα χωριό στην ορεινή Ναυπακτία υπάρχει μια ιστορία η οποία είναι ευρέως γνωστή, πόσο μάλλον και αληθινή αφού μου την έχει διηγηθεί ο αδερφός του πατέρα μου ο οποίος ζει μόνιμα εκεί και πλέον ξεχωρίζει τους μύθους από τις αλήθειες.

Πριν από περίπου 10 χρόνια ένας χωρικός είχε σχέση με μια κοπέλα που ήταν από την Εύβοια. Ήταν καιρό μαζί και προσπαθούσαν να ισομοιράζουν την απόσταση που τους χώριζε, αν και ο χωρικός δεν ήθελε να τη γνωρίσει ακόμα στους δικούς του, καθώς η κοπέλα »έκρυβε» ένα πολύ σοβαρό και επικίνδυνο μυστικό το οποίο αν γινόταν γνωστό θα διακινδύνευε η φήμη της οικογένειας του νέου όπως επίσης και η δικιά του. Έτσι συνεχίστηκε για πού καιρό αυτή η ιστορία…

Μια μέρα που ο νέος ήταν σπίτι της κοπέλας του, του αποκάλυψε αυτό που έκρυβε: ήταν σατανίστρια! Έκανε τελετές, μαύρη μαγεία και όλα αυτά που επακολουθούν… Έτσι λοιπόν, εκείνος της ζήτησε να κάνει μια τελετή και να είναι και εκείνος παρών. Η κοπέλα αν και είχε πολλές επιφυλάξεις δέχτηκε αν και κατά βάθος δεν ήθελε… Για αρχή, έκανε ένα κύκλο στο πάτωμα και ζωγράφισε ένα σταυρό μέσα και του είπε του χωρικού: «ότι και να γίνει, όμως και να με δεις να είμαι, μην τολμήσεις και βγεις από τον κύκλο, σε προειδοποιώ επειδή σε αγαπάω και θέλω να είσαι ασφαλής». Έτσι έγινε. Κάθισε ο νέος στον κύκλο και η κοπέλα του απέναντι από ένα καθρέφτη, εντελώς γυμνή, στο ένα χέρι κρατούσε ένα μαστίγιο και άρχισε και έλεγε κάτι ακαταλαβίστικες λέξεις, προφανώς έλεγε τη Σολομωνική. Ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά  στα έντρομα μάτια του νέου, τραγόμορφα όντα, γυμνά και εκείνα και να φωνάζουν άγρια στην κοπέλα (πάντα στη Σολομωνική), η οποία τα χτυπούσε με το μαστίγιο! Όσο πιο πολύ περνούσε η ώρα τόσο πιο πολλά τέτοια όντα εμφανίζονταν με την κορυφαία στιγμή ότι μαζί με την ώρα που κυλούσε, άλλαζε και η μορφή της κοπέλας και μεταμορφωνόταν και εκείνη σε τραγόμορφη!

Όταν τελείωσε η διαδικασία είχαν περάσει 3-4 ώρες και ο χωρικός έντρομος αποφάσισε να φύγει την επόμενη μέρα για Ναύπακτο. Όντως την επόμενη μέρα ήταν στο πατρικό του και εξιστορούσε τα γεγονότα στους δικούς του. Εκείνοι ανησύχησαν πολύ για την τύχη του γιου τους και αποφάσισαν να μην τον ξαναφήσουν να δει την αγαπημένη του. Όταν κατάλαβε αυτός τη συνωμοσία των γωνιών του κλείστηκε στο σπίτι και μετά από καιρό τρελάθηκε και αυτοκτόνησε.

Από τότε η μητέρα του ασχολείται με μαγεία και ouija προσπαθώντας να επικοινωνήσει με το νεκρό γιο της… Αποκορύφωμα το γεγονός ότι την έχει δει ο θείος μου να κλέβει λάδι από τον τάφο του στο νεκροταφείο.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για τις ιστορίες.

Φαντάσματα: Το Φάντασμα Του Παππού.


Ο παππούς μου, ο πατέρας του μπαμπά μου, πέθανε όταν ήμουν γύρω στα 4. Εγώ τότε και να μου εξηγούσαν τι σημαίνει θάνατος, δεν θα το καταλάβαινα, μόλις είχα αρχίσει να μιλάω! Επομένως δεν μου έκαναν κανένα λόγο για το συγκεκριμένο ζήτημα, αν και εγώ ζήτησα 3-4 φορές τον παππού μου, ωστόσο μετά από λίγο το ξέχασα.

Μια μέρα όμως ήμουν στο δωμάτιο μου και έπαιζα με τις κούκλες μου ενώ η μητέρα μου ήταν στο δίπλα δωμάτιο, στην κουζίνα. Ξαφνικά άκουσε να γελάω τόσο πολύ σα να μου έλεγε κάποιος ένα αστείο και ξεκαρδιζόμουν! Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία καθώς από μικρό ήμουν η προσωποποίηση της χαράς και μου άρεσε να γελάω. Μετά το γέλιο όμως άκουσε ομιλίες… και όχι μόνο τη δικιά μου φωνή αλλά και μια αντρική. Τρόμαξε όπως είναι λογικό και έτρεξε στο δωμάτιο μου να δει τι συμβαίνει. Με είδε καθισμένη οκλαδόν και να κοιτάω λίγο ψηλά σαν να στέκεται ένας άνθρωπος από πάνω μου ενώ δεν ήταν κανένας! Έντρομη με ρώτησε με ποιον μιλούσα και η απάντησή μου ήταν η εξής: «Mα καλά, δεν είδες τον παππού; Τώρα εδώ ήταν…».

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Φαντάσματα: Ξύλο Από Φαντάσματα Στις Σέρρες.


Ένας συνάδελφός μου στη δουλειά κατάγεται από ένα χωριό των Σερρών και στις διακοπές του καλοκαιριού πήρε τη γυναίκα του να πάνε εκεί μετά από πολλά χρόνια.

Αφού λοιπόν έφτασε και τακτοποιήθηκαν πήγε από το καφενείο να βρει τους παλιούς του φίλους, και έτσι έγινε. Μετά από ώρες συζητήσεων οι φίλοι του αποφάσισαν να του πουν για αυτό το «γεγονός» που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στο χωριό τους.

Πολλά βράδια έρχονται πνεύματα και τους δέρνουν κανονικά! Μάλιστα την επόμενη μέρα ξυπνάνε και έχουν ακόμα τα σημάδια στο σώμα τους! Εδώ να αναφέρω ότι το χωριό ήταν θαμμένο πάνω σε νεκροταφείο και αυτό ενίσχυε τις φήμες περί φαντασμάτων.

Όταν του έλεγαν όλα αυτά, ο φίλος μου γελούσε και δεν τα πίστευε, τα κορόιδευε και τους έκανε πλάκα… Οι φίλοι του όμως δεν έδειχναν να τον συμμερίζονται, πίστευαν απόλυτα αυτά που του έλεγαν… Κατά το βραδάκι λοιπόν αποφάσισαν να πάνε σπίτια τους…

Ο φίλος μου έπεσε και εκείνος για ύπνο σίγουρος ότι αυτά που άκουσε νωρίτερα ήταν ψέματα και δεισιδαιμονίες. Στη μέση της νύχτας όμως άλλαξε γνώμη, και εκείνος και οι γυναίκα του σηκώθηκαν με μελανιές και μώλωπες! Παντού, τα χέρια τους, η πλάτη τους, τα πόδια τους! Σα να έπαιξαν πραγματικά ξύλο με κάποιον και πονούσαν πολύ. Τα μάζεψαν και έφυγαν από το χωριό το ίδιο πρωί. Ο φίλος μου μετά κατάλαβε ότι ήταν μεγάλο του λάθος να κοροϊδέψει τις ψυχές εκείνων των ανθρώπων και του το απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσαν…

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Μωρά: Σκιά Στον Κάλαμο.


Η καταγωγή μου είναι από τους Αγίους Αποστόλους, ένα παραλιακό μέρος κοντά στον Κάλαμο. Χωρίς το χωριό μου να φημίζεται για τους μύθους και τις ιστορίες του, αυτή την ιστορία που θα σας πω την έχω δει.

Το 1990 περίπου μια γυναίκα γέννησε ένα παιδάκι, ένα αγοράκι. Όμως ήταν μόλις 19 εκείνη και δεν το ήθελε, έτσι το πήρε και πήγε στο βράχο ενός ξωκλησιού, την Αγία Μαρίνα, το πέταξε στη θάλασσα και πήδηξε και εκείνη με αποτέλεσμα όπως ήταν φυσικό να σκοτωθεί από τα κοφτερά βράχια. Για καλή τύχη όμως του μωρού, λόγω του ότι ήταν χειμώνας και ήταν τυλιγμένο σε κουβέρτες, πιάστηκε μια κουβέρτα σε ένα βράχο και δεν είχε την ίδια τύχη με τη μητέρα του.

Από πάνω από την εκκλησία υπάρχουν πολυκατοικίες με ενοικιαζόμενα  και μια γυναίκα από κει άκουσε το κλάμα του μωρού και πήγε και το πήρε για να μην πεθάνει και έτσι το αγοράκι σώθηκε. Από τότε όμως το βράδυ όταν ανοίγουν τα φώτα που είναι πάνω στις κολώνες για να φωτίζεται ο δρόμος, σε μια σκιά από τις κολώνες αυτές, απεικονίζεται η μορφή μιας εγκύου γυναίκας και όλοι κάνουν λόγο ότι ήταν αυτή η γυναίκα που έριξε το παιδί της από το βράχο καθώς τότε είχε τρελαθεί και τώρα επέστρεψε στον κόσμο μας γιατί το μετάνιωσε και το θέλει πίσω.

Να αναφέρω επίσης ότι την έχω δει αυτή τη σκιά και υπάρχει φωτογραφία, μόλις τη βρω θα την ανεβάσω.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Φαντάσματα: Πνεύμα Στο Ξενοδοχείο.


Είχα πάει διακοπές πριν 2 χρόνια στη Θεσσαλονίκη ένα 3ήμερο με το φίλο μου και όλα κυλούσαν πολύ ήρεμα. Ηρεμία και απόλυτη χαλάρωση. Έτσι ακριβώς ήταν και το πρώτο βράδυ, όχι όμως και το δεύτερο! Ενώ κοιμόμουν νιώθω ένα σκούντημα και όπως είναι λογικό θεώρησα ότι με σκούντηξε ο φίλος μου. Δυστυχώς για μένα δεν ήταν αυτός. Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου έναν άνδρα μεγάλο σε ηλικία-γύρω στα 60-70 και με κοιτούσε πολύ επίμονα! Δεν κινούταν απλώς με κοιτούσε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Ξύπνησα το φίλο μου και τον είδε και εκείνος και ανάψαμε το φως. Έφυγε αφού μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα τι ακριβώς γλώσσα ήταν αλλά είχαμε τρομάξει πάρα πολύ με αποτέλεσμα στη μέση της νύχτας να σηκωθούμε και να φύγουμε.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Τρόμου: Είδα Το Κακό Με Τα Μάτια Μου.


Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα έπεσα για ύπνο, ενώ η αδερφή μου ήδη κοιμόταν στο κάτω κρεβάτι. Ξαφνικά στη μέση της νύχτας και δίχως λόγο άνοιξα τα μάτια μου και ένιωθα περίεργα σαν κάτι, κάποιος να με παρακολουθεί! Φώναξα την αδερφή μου όμως κοιμόταν, και τότε τον είδα, στη γωνία στο ταβάνι ήταν ο Διάβολος και με κοιτούσε! Δεν ήταν με τη συνηθισμένη του μορφή αλλά έμοιαζε με γουρούνι και κεφάλι ανθρώπινο, όμως καταλάβαινες ότι ήταν αυτός μόνο και μόνο από τον τρόπο που με κοιτούσε. Προς στιγμή τα έχασα και δεν ήξερα τι να κάνω, να αρχίσω να φωνάζω, να καλέσω σε βοήθεια ή να ξυπνήσω την αδερφή μου; Τελικά αφού πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα αποφάσισα να παραμείνω ψύχραιμη και σηκώθηκα και άναψα το μεγάλο φως, ενώ αυτός ακόμα με κοιτούσε. Φοβόμουν μήπως έμενε εκεί! Τελικά όμως, όταν άνοιξα το φως και ξανακοίταξα προς το μέρος του δεν ήταν εκεί. Από τότε πάντα κοιτάω το ταβάνι πριν κοιμηθώ.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Φαντάσματα: Ο Νεκρός Παπάς.


14-8-1985: ο πατέρας του νονού μου αποφασίζει να επισκεφτεί το χωριό του, στην Κόρινθο προς τιμήν μιας εκκλησίας, της Παναγίας καθώς ξημέρωνε και 15αύγουστος. Ξεκίνησε από την Αθήνα κατά τις 23.30 και γύρω στη 1 παρά έφτασε στον προορισμό του. Αποφάσισε, αφού είδε και κόσμο στην πλατεία πριν κατευθυνθεί για το πατρικό του να πάει να χαιρετίσει τους φίλους του. Παρκάρει το αμάξι λίγο πιο πέρα και πήγαινε προς την πλατεία. Ξαφνικά μπροστά του εμφανίζεται ο παπάς του χωριού με τον οποίο γνωρίζονται και προσωπικά, όπως είναι γνωστό στα χωριά όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, και αρχίζουν να μιλάνε, να λένε τα νέα τους κλπ. Μετά από κάνα 10λεπτο συζήτησης αποφασίζουν να πάει ο καθένας να πάει στον προορισμό του, έτσι ο παπάς πάει προς το σπίτι του, όπως είπε, και ο πατέρας πάει στην πλατεία. Μόλις φτάνει στην πλατεία και βρίσκει τους φίλους του άρχισαν να μιλάνε και να πίνουν από χαρά και για το καλωσόρισμα. Το επόμενο πρωί, στο καφενείο, ρώτησε ένας συγχωριανός τον πατέρα του νονού μου αν μιλούσε με τον αέρα πριν φτάσει στην πλατεία, διότι δεν υπήρχε κανένας τριγύρω, μάλιστα του έκαναν και πλάκα μαζί με τους υπόλοιπους ότι ο αέρας της πρωτεύουσας τον έχει τρελάνει και δεν στέκει καλά. Τότε τους αποκρίνεται σαστισμένος ότι μιλούσε με τον παπά. Σειρά τους να σαστίσουν και για 1 λεπτό κανείς τους δεν μιλούσε. Αφού βρήκε ένας το κουράγιο και μίλησε είπε: «Στράτο, ο παπάς έχει πεθάνει εδώ και 15 μέρες, δεν γίνεται να τον είδες…». Ο, ας τον πούμε νονός μου, τρελάθηκε και ορκιζόταν ότι δεν έκανε πλάκα και ήταν σίγουρος για αυτά που τους έλεγε και τους είπε να κόψουν εκείνοι την πλάκα. Δεν είπαν τίποτε άλλο παρά του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο νεκροταφείο. Εκεί διαπίστωσε ότι όντως ο παπάς είχε πεθάνει 1-8-1985… Έκτοτε ο νονός μου διακομίστηκε σε ψυχιατρική κλινική διότι ποτέ δεν μπόρεσε να πιστέψει ότι μιλούσε με ένα νεκρό.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Αστικοί Μύθοι: Νεράιδες Στο Αίγιο.


Αυτή την ιστορία μου την έχει διηγηθεί ο παππούς μου και είχε συμβεί στον ίδιο. Όταν ο παππούς μου ήταν νέος, είχε συγγενείς σε ένα χωριό κοντά στο Αίγιο, τα Μελίσσια. Εκεί πήγαινε με τους γονείς του και περνούσε όλα του τα καλοκαίρια. Όμως σε αυτό το χωριό κυκλοφορούσε φήμη για ύπαρξη νεραϊδών, και καθώς το σπίτι που έμενε ήταν γύρω στα 10 λεπτά από την πλατεία του χωριού, όπως ήταν φυσικό, υπήρχε κάτι σαν «άγραφος νόμος» να μην κυκλοφορούν μόνοι τους μετά το σούρουπο. Ο παππούς ο Άγγελος, δεν ήταν από τους τύπους που πιστεύουν σε δεισιδαιμονίες κλπ και έτσι ένα βράδυ καλοκαιριού ήταν στο καφενείο με τους φίλους και ντόπιους του χωριού. Μετά από αρκετό κρασί αποφάσισε να πάει σπίτι να κοιμηθεί. Η παρέα του όμως δεν τον άφηνε να φύγει και του έλεγαν ότι θα βρει νεράιδες στο δρόμο του καθώς για να πάει σπίτι του περνούσε από μία γέφυρα και κάτι σαν μικρό δασάκι, κομβικά σημεία για τις νεράιδες. Ο παππούς όμως αμετανόητος, θα πήγαινε σπίτι σε κάθε περίπτωση και έτσι λοιπόν πήγε να ξεκινήσει. Έξω από το καφενείο τον πιάνει ο ιδιοκτήτης του και του λέει τα εξής: «Αν θες να φύγεις να ξέρεις ότι θα συναντήσεις νεράιδες, για να μη σου κάνουν κακό όμως αμέσως μετά το δασάκι και κατά τη διάρκεια που θα περνάς τη γέφυρα να έχεις αναμμένο τσιγάρο ούτως ώστε να μη σε πειράξουν», και ο παππούς ξεκινάει για το σπίτι του. Πράγματι μόλις βγήκε από το δασάκι και πριν περάσει τη γέφυρα άναψε ένα τσιγάρο και προχώρησε. Ξαφνικά ακούει πίσω του πετροβολητό! Σα να είναι 20 άτομα και να πετάνε πέτρες! Όταν τον πέτυχε μια στην πλάτη, δε γύρισε να κοιτάξει απλά άρχισε να τρέχει. Το επόμενο πρωί τα διηγήθηκε όλα στους θείους του και τους έδειξε και το σημάδι από την πέτρα στην πλάτη του το οποίο ήταν ακόμα εμφανές. Οι θείοι του δεν σοκαρίστηκαν, αντίθετα το εξέλαβαν σαν κάτι φυσιολογικό! Τότε ο θείος ρωτάει τον παππού αν κρατούσε τσιγάρο και του απάντησε θετικά, και του δημιουργήθηκε μια απορία, τι θα γινόταν αν δεν κρατούσε! Ρώτησε το θείο του αυτό, όμως αρνήθηκε να του απαντήσει.

Ευχαριστούμε το http://phantasmagoriko.blogspot.com/ για την ιστορία.

Αστικοί Μύθοι: Το Τραγί Μίλησε.


Εμπειρία του θείου μου. Πήγανε με ένα μπάρμπα του να βοσκήσουν τα πρόβατα (παιδί ακόμη) και καθώς περνούν έξω από το νεκροταφείο βλέπουν ένα τράγο που τους λέει: «α ρε αν δεν είχατε σταυρούς πάνω σας τι θα σας έκανα». Το τραγί ήταν ο έξω από δω.

Ευχαριστώ τον φίλο για την ιστορία.

Αρέσει σε %d bloggers: