Monthly Archives: Δεκέμβριος 2011

Τρόμου: Το Βαμπίρ.


Γεια σας,

είμαι η Ελισάβετ και μένω στις Κομποτάδες. Η γιαγιά μου καταγόταν από το Αργυροχώρι  και όταν ήμουν μικρή μου  είχε  πει εκατοντάδες ιστορίες με φαντάσματα, δαίμονες κλπ. Μια ιστορία που θα σας πω τώρα έχει σχέση με βαμπίρ, που μου είχε πει η γιαγιά μου. Για να μην μακρολογώ αρχίζω.

Λοιπόν, μια φορά που η γιαγιά μου ήταν 10 χρονών (στην κατοχή) το βράδυ κρύβονταν πίσω από έναν θάμνο από τους Γερμανούς  για να μην την βρουν. Ξαφνικά μπροστά της σταματά μια γυναίκα γύρω στα 35 κοιτάζοντάς την επίμονα. Η ώρα είχε φτάσει 2:30 και πλέον η γιαγιά μου είχε χαθεί. Τότε  ρώτησε την γυναίκα αυτή αν μπορεί να την γυρίσει σπίτι γιατί φοβόταν πολύ μόνη της. Η γυναίκα δεν απάντησε και η γιαγιά μου ξαναείπε την ίδια ερώτηση, η γυναίκα εκείνη τότε χαμογέλασε πονηρά και φάνηκαν οι μυτεροί κυνόδοντές της .Εκείνη την στιγμή η γιαγιά μου άρχισε να τρέχει και εκείνη η γυναίκα την κυνηγούσε, αλλά πάλι καλά χτύπησε την πόρτα από μια γνωστή της μητέρας της και μπήκε μέσα στο σπίτι της. Την άλλη μέρα πήγε στο σπίτι της η γιαγιά μου.

Advertisements

Φαντάσματα: Αστρική Προβολή Η Κάτι Άλλο;


Ο παππούς μου έχει πεθάνει και η γιαγιά μου μένει μόνη της στο χωριό. Έχουμε ένα μικρό μαγαζάκι εκεί κάτι σαν μπακάλικο και κάθε καλοκαίρι πάω εκεί και την βοηθάω. Έτσι και αυτό το καλοκαίρι πήγα. Μια μέρα καθόμασταν εγώ, η γιαγιά μου, η αδερφή της και ένας άλλος συγγενείς της που φιλοξενούσε εκείνες της μέρες, ο Χρίστος, στο σαλόνι και μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Κατά τις 2 τα μεσάνυχτα η γιαγιά μου μου είπε να πάμε στο μαγαζί γιατί είχε φέρει κάτι πράγματα και ήθελε να τα κουβαλήσουμε μέσα. Πήγαμε περπατώντας στο μαγαζί που ήταν αρκετά κοντά στο σπίτι μας. Φτάσαμε και αρχίσαμε να βγάζουμε κάτι κούτες που περιείχαν κονσέρβες κτλ, από ένα φορτηγάκι και να τις κουβαλάμε μέσα. Είχαμε κουβαλήσει τις μισές όταν ξαφνικά πίσω απτό φορτηγάκι φάνηκε μια σκούρα φιγούρα. Η φιγούρα πλησίασε και είδαμε τον συγγενή της γιαγιάς μου να στέκεται εκεί και να μας κοιτάζει. Τα μάτια του άστραφταν. Εμείς μείναμε κόκαλο και τον κοιτούσαμε. «Ακόμα δεν κοιμάσαι εσύ;» είπε κάποια στιγμή η γιαγιά μου. «Γιατί δε μας μιλάς;». «Μέρη έλα να δεις ο Χρίστος δε μας μιλάει». Εκείνη τη στιγμή γύρισε πίσω για να φωνάξει τη Μέρη και κατά σύμπτωση γύρισα και εγώ. Μόλις ξαναγυρίσαμε εκείνος δεν ήταν εκεί. Πήγαμε να δούμε πίσω απ’ το φορτηγάκι αλλά δεν ήταν εκεί. Γυρίσαμε στο σπίτι και ρωτήσαμε την αδερφή της γιαγιάς μου αν είχε φύγει ο Χρίστος απ’ το σπίτι και εκείνη μας απάντησε πως όχι. Η γιαγιά μου και εγώ πάθαμε σοκ!

Ευχαριστούμε τον φίλο phantasio2 για την ιστορία.

Τρόμου: Μαύρη Μαγεία – Το Πνεύμα Δεν Φεύγει.


Κάποτε πριν από μερικά χρόνια, από διάφορες κουβέντες που γινόντουσαν με τους υπολοίπους της παρέας σχετικά με την ύπαρξη πνευμάτων, πήραμε την απόφαση να καλέσουμε κάποιο πνεύμα. Αρχίσαμε ψάχνουμε σχετικά με την διαδικασία. Μάθαμε ότι για να το πετύχουμε χρειαζόμασταν την Σολομωνική. Κάποιος την βρήκε και έτσι ένα βράδυ στο σπίτι μου μαζευτήκαμε τέσσερα άτομα. Μάλιστα τον τέταρτο τον επιστρατεύσαμε γιατί η διαδικασία δεν θα γινότανε με τρεις.

Στο τραπέζι επάνω είχαμε μόνο 1 κερί. Δεν θυμάμαι τι χρώμα. Διάβασα ότι έχει σημασία. Εγώ πάντως δεν θυμάμαι το χρώμα του κεριού, αλλά θυμάμαι πως δεν μας είχε απασχολήσει το θέμα αυτό τότε. Ήμασταν ιδιαίτερα συγκεντρωμένοι σε αυτό που θα κάναμε. Δεν υπήρχαν δηλαδή γελάκια ή αστειότητες. Υπήρχε αγωνία ανησυχία και λίγο φόβος. Αποφασίσαμε να καλέσουμε κάποιο πνεύμα και όχι δαίμονα. Είχαμε αυτήν την επιλογή. Μάλλον καλά κάναμε. Όπως είπα και παραπάνω στο τραπέζι είχαμε μόνο ένα κερί. Ούτε τον πίνακα με τα γράμματα ούτε τίποτε άλλο που θα μπορούσε να βοηθήσει στην επικοινωνία με το πνεύμα αργότερα.

Αφού βρήκαμε τους στίχους που έπρεπε να διαβάσουμε, έπρεπε να αποφασίσουμε πιο πνεύμα θα καλούσαμε. Σε αυτό το σημείο θέλω να αναφέρω πως δεν θυμάμαι καλά αλλά νομίζω είχε σημασία ανάλογα με την μέρα και την ώρα το ποιους στίχους (ευχή) θα διαβάζαμε για να έχουμε αποτέλεσμα. Ίσως αυτό να ήταν αναγκαίο μόνο στο κάλεσμα κάποιου δαίμονα. Τα χρόνια έχουν περάσει και κάποιες λεπτομέρειες ξεθωριάζουν.

Ένας από τους τέσσερις άρχισε λοιπόν να διαβάζει τους στίχους. Αυτοί δεν ήταν τίποτε περίεργες ευχές, πιο πολύ έμοιαζαν με προσευχή, κάτι σαν το πάτερ ημών. Με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης άκουσα από πίσω μου, έναν θόρυβο, κάτι σαν τον θόρυβο του αέρα και σφύριγμα μαζί. Δεν είναι δυνατόν μέσο του κειμένου να τον αποδώσω. Περίπου κάτι σαν φσσσσσσσς. Η διάρκεια του θορύβου αυτού ήταν περίπου μισό δευτερόλεπτο. Πρέπει να έγινα κάτασπρος από τον φόβο μου και οι σφυγμοί μου να ήταν περισσότεροι από 200. Πέρασε περίπου 1 λεπτό βουβαμάρας, ίσως και οι άλλοι να είχαν μεγάλη ταραχή. Πήρα το θάρρος και ρώτησα τους υπόλοιπους αν άκουσαν τον θόρυβο που σας περιέγραψα. Μου απάντησαν πως ναι.

Στην συνέχεια δεν γινόταν τίποτε. Υπολογίζαμε πως θα επικοινωνούσαμε με το πνεύμα, ζητώντας του να χτυπήσει το τραπέζι (όπως χτυπάμε με το χέρι μια πόρτα), με το ένα χτύπημα να σημαίνει ναι και τα δύο όχι. Ρωτήσαμε λοιπόν το πνεύμα αν ήταν παρών. Αν είσαι εδώ κτύπα το τραπέζι μία φορά. Αυτό δεν έγινε. Παρατήρησα όμως πως μετά την ερώτηση, η φλόγα του κεριού άρχισε να κάνει περίεργα παιγνίδια. Το επισήμανα και στους υπολοίπους. Επαναλάβαμε την ερώτηση και κάθε φορά η φλόγα συνέχιζε να κάνει κόλπα. Από 3 με 4 πόντους που ήταν πριν την ερώτηση γινόταν περίπου 20, μετά έφτανε ως το φυτίλι σαν να είχε σβήσει και στην συνέχεια επανερχόταν σε ηρεμία. Μάλιστα την 4η με 5η φορά που επαναλάβαμε την ίδια ερώτηση, η φλόγα του κεριού πρέπει να ανέβηκε σε ύψος κάτι λιγότερο του μισού μέτρου. Από ένα κεράκι 10cm. Τώρα που γράφω αυτό το κείμενο το αντιλαμβάνομαι σαν να έλεγε ΝΑΙ ΡΕ εδώ είμαι με πρήξατε.

Αυτό το εκλάβαμε σαν βίαια αντίδραση. Μάλλον δεν ήμασταν προετοιμασμένοι κατάλληλα για αυτό που κάναμε. Ίσως κατά βάθος, να μην πιστεύαμε ότι θα καταφέρναμε να έχουμε αποτέλεσμα. Ο απόλυτος πανικός. Κάποιος έκανε την αρχή και άρχισε να τρέχει. Αυτό ήταν. Ακολουθήσαμε και οι άλλοι. Ούτε στείλαμε το πνεύμα πίσω ούτε το ρωτήσαμε τίποτε άλλο. Η ιστορία δεν σταματά όμως εδώ. Εγώ γύρισα πίσω. Όλη η ιστορία εξελίχθηκε στο σπίτι μου. Μάλιστα στο δωμάτιο μου. Που να κοιμηθώ εκεί λοιπόν. Με τίποτα. Πρέπει να γύρισα στο κρεβάτι μου, καμιά εβδομάδα αργότερα. Πάντως την υπόλοιπη ημέρα χρησιμοποιούσα τον χώρο. Τα πρώτα βράδια ζοριζόμουν να κοιμηθώ.

Τελικά κάποια στιγμή το ξεπέρασα. Εκεί που έλεγα λοιπόν ότι ηρέμησα συνέβησαν τα ακόλουθα 3 περιστατικά. Αυτά που θα σας περιγράψω συνέβησαν σε χρονικό διάστημα ενός με δύο μήνες μετά.

Α). Μία μέρα διάβαζα στο αρμόνιο (έπαιζα) κάποιο κομμάτι που έπρεπε να μελετήσω για το ωδείο. Ξαφνικά άρχισαν να πατιόνται διάφορες νότες από μόνες τους. Στην αρχή μάλιστα σταμάτησα γιατί νόμισα πως εγώ έπαιζα λάθος. Τότε όμως και για μερικά δευτερόλεπτα και ενώ εγώ είχα τα χέρια μου μακριά από το όργανο, συνέχισαν να πατιόνται κάποια πλήκτρα και να ακούω τους ήχους τους. Άσχετες νότες χωρίς κάποια μελωδική αξία. Το συμβάν αυτό το αντιμετώπισα με πρωτοφανή ψυχραιμία.

Β) Ένα πρωινό, μάλιστα θυμάμαι και την ημέρα και την ώρα, ήταν Σάββατο περίπου στις 12:00 με 13:00, έβλεπα με την αδελφή μου τηλεόραση. Ξαφνικά αλλάζει το κανάλι από μόνο του από ΕΡΤ σε ΕΡΤ2. Παίρνω το κοντρόλ και ξαναβάζω το κανάλι που έβλεπα. Αμέσως αλλάζει το κανάλι. Το επαναλαμβάνω και ξανά το ίδιο αποτέλεσμα. Θεωρώ ότι το κοντρόλ κόλλησε, το παίρνω και το πάω σε ένα άλλο δωμάτιο. Ξαναγυρνάω στο σαλόνι και αλλάζω κανάλι μηχανικά από την συσκευή. Ξανά το ίδιο αποτέλεσμα. Για να μην μακρολογώ, το επανέλαβα κάποιες φορές πάντα με το ίδιο αποτέλεσμα. Στο τέλος έκλεισα την τηλεόραση. Και αυτό το συμβάν το αντιμετώπισα με ψυχραιμία. Η αδελφή μου – είναι και μικρότερη – όμως δεν έδειξε τον ανάλογο χαρακτήρα. Θυμάμαι ότι έκανε αρκετό καιρό να πλησιάσει το χαζοκούτι. Τα δύο προηγούμενα γεγονότα, είχαν αρχίσει να με επηρεάζουν ψυχολογικά, σκεπτόμενος ότι ήταν λάθος που δεν διώξαμε το πνεύμα. Ακόμα το ίδιο πιστεύω. Ίσως να το έχουμε εγκλωβίσει κάπου που δεν ανήκει. Πιστεύω όχι επ΄ άπειρον.

Γ) Ένα βράδυ, πάλι μόνος στο σπίτι με την αδελφή μου κατά τις 9:00 με 10:00 το βράδυ, χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω λοιπόν την πόρτα και δεν υπάρχει κανείς. Μπροστά μου υπήρχε ένας διάδρομος τεσσάρων περίπου μέτρων. Θεώρησα ότι μάλλον κάποιος φίλος μου μου έκανε πλάκα, χτύπησε το κουδούνι και κρύφτηκε. Ξαφνικά και ενώ βρίσκομαι δίπλα στο κουδούνι και μπροστά μου δεν υπάρχει κανείς, αυτό άρχισε να κτυπά σαν τρελό. Όχι σαν να είχε κολλήσει. Δεν έκανε έναν συνεχόμενο ήχο. Εξάλλου το συγκεκριμένο και συνέχεια να το πάταγες έκανε τον θόρυβο περίπου σαν εκείνο μιας μικρής καμπάνας για μία φορά. Άρχισε να κτυπά για 20 με 30 φορές με ακανόνιστο ρυθμό. Ε, εδώ πανικοβλήθηκα. Θεωρούσα ότι τα 2 προηγούμενα γεγονότα (Α και Β) ίσως – που δεν ήταν – είχαν να κάνουν με τα μηχανήματα που ήταν ηλεκτρονικά. Αυτή ήταν η πιο λογική εξήγηση που μπορούσα να δώσω με επιστημονικό ας πούμε τρόπο. Όμως και τα προηγούμενα ουσιαστικά δεν δικαιολογιόντουσαν με την λογική.

Στην συνέχεια δεν συνέβη κάτι περίεργο που να μπορώ να το συνδυάσω με τα προηγούμενα. Κανά χρόνο αργότερα αλλάξαμε σπίτι, και από τότε μπορώ να πω, πως ηρέμισα και από τότε δεν ξανά ασχολήθηκα με τα γεγονότα. Αυτά. Τέλος πάντων δεν έχω σκοπό να σας κάνω να αποδεχτείτε την όλη ιστορία αν δεν το θέλετε. Εξάλλου δεν έχω κάποιο κίνητρο να το κάνω αυτό. Απλώς καταθέτω την εμπειρία μου όπως την έζησα.

Ευχαριστούμε τον φίλο phantasio2 για την ιστορία.

Αρέσει σε %d bloggers: