Monthly Archives: Μαΐου 2012

Φαντάσματα: Ο Παππούς.


Ένα βράδυ λοιπόν, ο πατέρας μου και ένας ξάδελφος του γύριζαν σπίτι. Κάποια στιγμή κατάλαβαν ότι κάποιος τους ακολουθούσε. Γυρνάνε και βλέπουν έναν γέρο, ο οποίος όμως ήταν κάπως περίεργος και φαινόταν κάπως θαμπά. Τον ρωτάνε λοιπόν μπας και ήταν κανένας χωριανός αλλά καμία απάντηση. Πιτσιρικάδες ήταν και ψιλοχεστήκανε οπότε είπαν να συνεχίσουν τον δρόμο. Ο παππούς όμως σε όλον τον δρόμο από πίσω τους σε σταθερή απόσταση.

Κάποια στιγμή για να τον αποφύγουν είπαν να σκαρφαλώσουν σε ένα σημείο που έβγαζε σε ένα δρομάκι για το σπίτι. Ανεβαίνουν, και αφού περπατάνε για λίγο κοιτάνε πίσω και βλέπουν τον παππού να έχει ανέβει και να κάθεται σε μια πέτρα κοιτάζοντας τους. Αρχίζουν να φωνάζουν «γιαγιά γιαγιά», Ώστε να ερχόταν η γιαγιά από το σπίτι να τα πάρει να πάνε μαζί. Με το που απαντάει η γιαγιά γυρίζουν πίσω και ο γέρος είχε εξαφανιστεί.

Από ότι μου λέει ο πατέρας μου πίσω από εκεί που ανέβηκαν δεν μπορούσε να πάει κανείς γιατί ήταν πολύ απότομο, αριστερά είχε ένα χωράφι το οποίο ήταν περιφραγμένο και δεξιά είναι γκρεμός. Μια μέρα με είχε πάει στο σημείο και όντως η περιγραφή του ήταν ακριβής (μόνο ο φράκτης από το χωράφι δεν υπήρχε πλέον).

Το είπαν στην γιαγιά τους και τους είπε ότι ήταν ο Άγιος Νικόλας που τα ακολουθούσε και καλά να τα προστατέψει μέχρι να φτάσουν σπίτι. Από εκεί κάτω που πέρασαν έχει ένα εκκλησάκι του Άγιου Νικόλα. Ο πατέρας μου δεν το πιστεύει ότι ήταν ο Άγιος Νικόλας, αλλά το τι έγινε ο παππούς που τους ακολουθούσε ένας θεός ξέρει.

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Σχολείο.


Αυτή η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα! Μια μέρα στο γυμνάσιο που πηγαίναμε μικροί είχαμε κενό και συζητούσαμε για τρομακτικές ταινίες. Τότε ενώ συζητούσαμε, τα αγόρια της τάξης μας μας είπαν ότι γνώριζαν ένα μέρος όπου μπορούσαμε να συναντηθούμε το βράδυ και να μπούμε μέσα. Στην αρχή τα κορίτσια και εγώ φοβηθήκαμε για το τι μπορεί να μα ς συμβεί, αλλά δεν πιστεύαμε στα φαντάσματα! Είπαμε στις 9 η ώρα την Κυριακή έξω από το γυμνάσιο μας και θα μας έλεγαν μετά τι θα γινόταν.

Αυτή η μέρα έφτασε. Είπα στις φίλες μου να μην πάμε γιατί φοβόμουν και δεν είχα καλό προαίσθημα, αλλά εκείνες επέμεναν γιατί έλεγαν ότι τα αγόρια θα μας κορόιδευαν! Έτσι τελικά πήγαμε. Πήρα το χοντρό μου μπουφάν και αφού είπα στην μαμά μου ότι θα κάναμε ένα βραδινό πάρτι έφυγα με έναν φακό κρυμμένο στο μπουφάν μου! Τα αγόρια μας περίμεναν σε ένα παγκάκι έξω από το σχολείο και μας είπαν ότι θα πηγαίναμε σε ένα παλιό δημοτικό σχολείο. Η αλήθεια είναι ότι τρομάξαμε γιατί δεν θέλαμε να πάμε βράδυ σε ένα κτίριο με σκοτεινούς και στενούς διάδρομους που δεν είχε μπει κανείς για 50 χρόνια! Ένα από τα αγόρια επειδή η γιαγιά του ήταν δασκάλα εκεί, της είχε πάρει κρυφά τα κλειδιά! Εμείς τρομοκρατηθήκαμε αλλά πιστεύαμε ότι ήμασταν έτοιμες για μια περιπέτεια!

Όταν φτάσαμε σε αυτό σχολείο είδαμε ότι είχε ζωγραφιστεί από πολλά γκράφιτι, τα περισσότερα ήταν κόκκινα και μαύρα! Η αυλή ήταν τεράστια και είχε πολλά φύλλα γιατί ήταν φθινόπωρο! Τα αγόρια αμέσως έτρεξαν μέσα και εμείς μπήκαμε με φόρα αλλά μια φίλη μου έπεσε κάτω και χτύπησε. Τα αγόρια έτρεξαν να βοηθήσουν όμως το αγόρι που είχε το κλειδί καταλάθος του έπεσε από την τσέπη. Εγώ έχασα το χρώμα μου και άρχισα να ψάχνω για το κλειδί. Όλοι μαζί προσπαθήσαμε να το ψάξουμε αλλά δεν τα καταφέραμε και ανεβήκαμε επάνω! Όλες οι τάξεις ήταν κλειδωμένες. Κάθε αγόρι είχε πάρει μαζί του ένα κορίτσι. Δεν μπορούσαμε να κατέβουμε κάτω γιατί ήταν πολύ σκοτεινά. Ο φακός μου σταμάτησε να λειτουργεί πια. Τότε όλοι φοβηθήκαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε για να βρούμε έξοδο. Και όμως δεν μπορούσαμε να βρούμε την έξοδο και βρεθήκαμε πάλι από εκεί που ήμασταν.

Η ώρα είχε πάει 11 και πίστευα ότι ποτέ δεν θα έβλεπα τους συγγενείς μου! Ξαφνικά βρεθήκαμε σε μια τάξη που …ήταν ανοιχτή! Όμως ο πινάκας είχε πάνω αριθμούς. Οι άφησες αφού είχαν περάσει 50 χρόνια ήταν σκισμένες. Η έδρα είχε πολύ σκόνη επάνω και τα αγόρια μας είχαν πει ότι το σχολείο ήταν εγκαταλειμμένο επειδή έλεγαν φήμες ότι κάποιος είχε σκοτωθεί εκεί μέσα. Όταν το άκουσα αυτό ήθελα να φύγω από εκεί μέσα. Βρήκαμε γυαλιά κάτω στο πάτωμα και μια μπάλα η οποία δίπλα της είχε σταγόνες αίματος. Για καλή μας τύχη το αγόρι βρήκε δίπλα το κλειδί. Έτσι γρήγορα γρήγορα βγήκαμε έξω από το σχολείο.

Τρόμου: Το Κορίτσι Και Η Κούκλα.


Την ιστορία που σας γράφω μου την είπε μια κοπέλα. Ήταν μια οικογένεια η οποία μετακόμισε πριν μια εβδομάδα σε ένα ήρεμο χωριό, δεν ξέρω το όνομα. Μια Κυριακή λοιπόν η μητέρα αποφάσισε να πάει με την κόρη της και να ψωνίσουν. Η Μαργαρίτα, η οποία πήγαινε δημοτικό, επειδή μεγάλωσε πολύ και δεν της έκαναν τα φορέματα πια. Η μητέρα της είδε ένα μικρό μαγαζί στην γωνία της πλατειάς, μπήκαν μέσα και η μητέρα της της πήρε ένα γαλάζιο φόρεμα, άσπρα γάντια, μαύρα παπούτσια και ένα ωραίο άσπρο καπέλο.

Επειδή η μητέρα ήταν πολύ κουρασμένη αποφάσισε να πάνε σπίτι. Στο δρόμο για το σπίτι τους η μικρή Μαργαρίτα είδε ένα μεγάλο διώροφο μαγαζί με παιδικά παιχνίδια, και τότε το κοριτσάκι είδε στην βιτρίνα του μαραζιού μια κούκλα από πορσελάνη σχεδόν όμοια της, η οποία ήταν με ξανθά μακριά μαλλιά. Η κούκλα φορούσε γαλάζιο φόρεμα με μαύρα παπούτσια και άσπρα γάντια, και είχε ένα πανέμορφο άσπρο καπέλο.

Η μικρή Μαργαρίτα ήξερε από την αρχή ότι την θέλει και είπε στην μητέρα της «μαμά κοίτα πόσο όμορφη είναι αυτή η κούκλα, την θέλω πολύ». Αλλά η μητέρα της επειδή ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε μαζί της άλλα χρήματα είπε στην μικρή ότι αυτή την στιγμή δεν μπορεί να την πάρει και έτσι γύρισαν στο σπίτι. Την επομένη μέρα η Μαργαρίτα θα πήγαινε στο σχολειό και έπρεπε να κοιμηθεί νωρίς. Και έτσι η μέρες περούσανε και σιγά σιγά η μικρή κοπέλα ξέχασε την κούκλα, ως που ήρθαν τα Χριστούγεννα και το πρωί που ξύπνησε η μικρή κοπέλα πήγε στο σαλόνι όπου εκεί είδε κάτω από το δέντρο ένα μεγάλο κουτί και από την περίεργα της το άνοιξε και τι να δει; Η πανέμορφη κούκλα από την βιτρίνα, την πήρε αμέσως στην αγκαλιά της.

Συνέχεια έπαιζαν μαζί και η γονείς της δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποια είναι ποια! Ήταν τόσο όμοιες που δύσκολα μπορούσε κάνεις να τις ξεχωρίσει. Σχεδόν κάθε βράδυ η Μαργαρίτα την έπαιρνε μαζί της και κοιμόντουσαν μαζί αλλά η μικρή Μαργαρίτα μεγάλωσε και σιγά σιγά την εγκατέλειψε. Ένα βράδυ η κοπέλα πήρε την κούκλα πάνω στο δωμάτιο της όμως δεν την έβαλε στο κρεβάτι αλλά την άφησε κάτω να κοιτάζει τον τοίχο, γιατί φοβόταν το ένα μάτι που έλειπε από την κούκλα.

Τα μεσάνυχτα ξαφνικά από το δωμάτιο της μικρής κοπέλας ακούστηκε μια παιδική παραπονεμένη φωνή η οποία της είπε «Μαργαρίτα γιατί δεν με κάνεις άλλο παρέα, με βαρέθηκες; Με φοβάσαι επειδή μου λείπει το ένα μάτι η επειδή έχω χαρακιές στο πρόσωπο μου; Αλλά και αυτό εσύ μου το έβγαλες! Μήπως επειδή είμαι βρώμικη; Αλλά εσύ με άφησες έτσι. Μήπως επειδή το ένα μου γάντι λείπει; Αλλά και εκείνο εσύ μου το έβγαλες». Η μικρή Μαργαρίτα τρόμαξε με αυτά που της είπε η κούκλα και μπήκε κάτω από τα παπλώματα και έτρεμε.

Μια στιγμή η φωνή πλησίαζε όλο και πιο κοντά της. Την επόμενη μέρα η μητέρα της φωνάζει την μικρή κοπέλα αλλά δεν απάντησε κανείς και έτσι η μητέρα της ανέβηκε πάνω, μπήκε στο δωμάτιο της μικρής και τι να δει; Η μικρή κοπέλα στεκόταν όρθια μπροστά στο τοίχο. Η μητέρα της πλησίασε και την ακούμπησε από τον ωμό, ήταν παγωμένη και την γύρισε απότομα, στην μικρή κοπέλα έλειπε το ένα μάτι και στο πρόσωπο είχε χαρακιές. Στον τοίχο έγραφε με κεφαλαία γράμματα «ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕΣ;»

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Σπίτι.


Λοιπόν δεν ξέρω αν και κατά πόσο πιστεύετε στα φαντάσματα αλλά αυτό που θα σας πω είναι πραγματικό! Οι φίλοι μου και εγώ είχαμε πάει μια βόλτα ένα απόγευμα προς βράδυ στο κέντρο της Αθήνας. Έξω δεν υπήρχε ψυχή επειδή έκανε και πολύ τσουχτερό κρύο. Λοιπόν, ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος, δεν βλέπαμε και κατουρηθήκαμε από τον φόβο μας (συγνώμη την έκφραση). Χτυπήσαμε την πόρτα ενός σπιτιού επειδή τα σπίτια μας ήταν πολύ μακριά. Μια γριά κυρία μας άνοιξε και μας είπε «θέλετε κάτι;». Εγώ είπα «μπορούμε ναι καθίσουμε λίγο εδώ επειδή τα σπίτια μας είναι πολύ μακριά;». «Φυσικά», είπε η καλοσυνάτη κυρία.

Εμείς περάσαμε μέσα, μας είπε να βολευτούμε και εμείς καθίσαμε σε ένα καναπέ. Η κυρία άναψε ένα μικρό κεράκι. Εμάς μας πήρε ο ύπνος από την ωραία μουσική που μας έπαιζε η κυρία με ένα φλάουτο. Το άλλο πρωί ευχαριστήσαμε την κυρία και φύγαμε, πήγαμε να πιούμε πορτοκαλάδες τέλος πάντων. Να μην σας τα πολυλογώ εκεί στο καφέ ο σερβιτόρος μας ρώτησε περίεργος, ίσως του φανήκαμε τουρίστες, σε ποιο ξενοδοχείο κοιμηθήκαμε. Εμείς είπαμε ότι κοιμηθήκαμε σε εκείνο το σπίτι στην γωνία. Αυτός είπε «το σπίτι στην γωνία; Το σπίτι στην γωνία κάηκε πριν 3 χρόνια, να πάμε να σας το δείξω κιόλας». Πήγαμε και είδαμε ένα καμένο σπίτι, μπήκαμε μέσα και είδαμε κάτω ένα καμένο φλάουτο και ένα κεράκι σε ένα σημείο του σπιτιού που δεν είχε καεί.

Αστικοί Μύθοι: Ο Παππάς Του Χωριού.


Στο χωριό μου πριν από πολλά χρόνια, υπήρχε ένας παπάς ο οποίος έκλεβε τους πάντες και τα πάντα. Μια μέρα μάλιστα έκοψε από μία εικόνα της Παναγίας το χρυσό κεφάλι και είπε πως το βράδυ μπήκαν κλέφτες. Μετά από λίγα χρόνια καθώς έπινε στο καφενείο του χωριού μια λογομαχία με έναν χωρικό εξελίχθηκε σε μάχη κατά την οποία ο χωρικός σκοτώθηκε. Από τότε τα λογικά του παπά σάλεψαν. Έλεγε σε όλους πως άκουγε φωνές αλλά κανείς δεν τον πίστευε. Έτσι αυτοκτόνησε στο σημείο του φονικού του χωρικού και από τότε τη μέρα της αυτοκτονίας κανείς απ’ το χωριό δεν πατάει στη πλατεία φοβούμενος τα πνεύματα.

Αρέσει σε %d bloggers: