Θάνατος: Το Σπίτι Δίπλα Στη Θάλασσα.


Ονομάζομαι Φάνης και αυτή είναι η ιστορία μου.

Τα όνειρα είναι οι ψυχές μας που ταξιδεύουν ελεύθερες όσο τα σώματα μας κοιμούνται. Αυτό σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου την άγρια εξοχή. Το πράσινο αυτοκίνητο άνηκε στο φίλο μου, τον Γιώργο, που είναι και συμφοιτητής στη σχολή. Ήταν Ιούνιος μα ο ήλιος κρυβόταν πάνω από τα σύννεφα που έριχναν άγρια τη βροχή τους στο έδαφος. Δεν μας ενόχλησε αυτό, ήμασταν ήδη στο δρόμο για το εξοχικό σπίτι δίπλα στη θάλασσα που του άφησε κληρονομιά η γιαγιά του μαζί με δύο φίλους: τον Κώστα και τον Γρηγόρη.

Φτάσαμε στο σπίτι βράδυ και το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν ο έρημος τόπος που ήταν χτισμένο το σπίτι. Γύρω ήταν παραλία και δίπλα ακριβώς η θάλασσα. Λίγο πιο πίσω από το σπίτι δέντρα και χορτάρια. Ο Γιώργος μας είπε πως υπήρχε ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα μακριά και μπορούσαμε να πάρουμε προμήθειες από εκεί ή και να πάμε για διασκέδαση τα βράδια. Όλα πήγαιναν καλά.

Αφού ξεπακετάραμε είχε πάει γύρω στις μία και η βροχή σταμάτησε, κάτσαμε στο τραπεζάκι έξω από το σπίτι για τσιγάρο και χαρτιά με μοναδικό φως ένα κεράκι και το φεγγάρι. Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο μοναδικός ήχος εκτός από τις κουρασμένες φωνές μας ήταν ένας τζίτζικας. Τότε ο Γιώργος μας είπε για το θάνατο της γιαγιάς του. Δύο ληστές μπήκαν στο εξοχικό της αργά το βράδυ και την έσφαξαν βίαια πετώντας το πτώμα της στη θάλασσα. Η αστυνομία φυσικά το βρήκε και το έβγαλε. Η ιστορίας μας ανατρίχιασε μα είχε πάει τρεις και πέσαμε όλοι για ύπνο.

Πήγε τέσσερις όταν νόμιζα πως άκουσα ένα ουρλιαχτό και πετάχτηκα από τον ύπνο μου. Όνειρο θα ‘ταν. Σηκώθηκα από το άβολο ράντζο και κατέβηκα στο σαλόνι για να πιω λίγο νερό. Τινάχτηκα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ποιος να ‘ταν στις τέσσερις το χάραμα; Σκέφτηκα κάτι κακό έγινε και με έπιασε ανατριχίλα. Σήκωσα το ακουστικό και ρώτησα ποιος είναι. Το αίμα μου πάγωσε και κάθε ίνα της ύπαρξης μου ανατρίχιασε από τη γνώριμη φωνή που βρισκόταν στην άλλη μεριά της γραμμής. Πως γίνεται να μου τηλεφωνεί η αδερφή μου που πέθανε βίαια σε τροχαίο δυστύχημα πριν από τρία χρόνια; Το ακουστικό έκανε ένα δυνατό κρότο μόλις έπεσε στο πάτωμα. Έτρεξα ξανά στον πάνω όροφο λουσμένος στον κρύο ιδρώτα και σκεπτόμενος πως είχα τρελαθεί.

Μπήκα στο σκοτεινό δωμάτιο μου μα κάποιος ξάπλωνε στο κρεβάτι μου. Πλησίασα να δω ποιος είναι μα δεν χρειάστηκε. Το χέρι του άρπαξε τον καρπό μου και το κεφάλι του γύρισε και με κοίταξε. Ήμουν εγώ ο ίδιος μα φαινόμουν αλλιώς. Είχα μαύρο γύρω από τα μάτια μου και χαμογελούσα πλατιά. Επίσης ο λαιμός μου είχε ένα μεγάλο κόψιμο και έτρεχε αίμα. Τα μάτια του εαυτού μου στριφογύρισαν τρεις φορές στο δωμάτιο και μετά σηκώθηκε και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό μου φωνάζοντας: «Γιατί τη σκότωσες, χα χα χα χα χα, γιατί οδηγούσες μεθυσμένος; Γιατί τη σκότωσες» Άρχισα να ουρλιάζω όσο πιο δυνατά μπορώ και ο εαυτός μου σταμάτησε να φωνάζει. Μετά πλησίασε τα χείλη του στο αυτί μου και ψιθύρισε: «δεν σε ακούν… έρχεται» και ένιωσα ένα χτύπημα ενός δαχτύλου στον ώμο από πίσω μου. Τραντάχτηκα και γύρισα να δω ποιος είναι.

Είδα μια ηλικιωμένη κυρία να προσπαθεί να δει ποιος είμαι μέσα από τα γυαλιά της. Μετά είπε με την αργή φωνή της: «Γιώργο εσύ είσαι, Γιώργο; Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ να με δεις; Γιατί; Γιατί; Γιατί;» Το πρόσωπο της άρχισε να λιώνει και οι σταγόνες της έπεφταν στο πάτωμα καυτές. Βγήκα τρέχοντας από το δωμάτιο και μπήκα ένα ένα στα δωμάτια των φίλων μου. Ήταν όλοι νεκροί με κομμένους λαιμούς.

Κατέβηκα ξανά τις σκάλες και είδα μια πολυθρόνα δίπλα στην τζαμένια πόρτα του σπιτιού. Στην πολυθρόνα καθόταν ένας παππούς που κάπνιζε την πίπα του και φυσούσε τον καπνό στο ταβάνι. Δεν μου έδωσε σημασία και δεν γύρισε να με κοιτάξει. Δεν σκέφτηκα καθόλου, απλώς έτρεξα προς την έξοδο πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τον παππού. Μόλις έφτασα ένα βήμα πριν την πόρτα ο παππούς σήκωσε το πόδι του και σκόνταψα πάνω του πέφτοντας με φόρα στην πόρτα σπάζοντας τα τζάμια. Πολλά από τα γυαλιά καρφώθηκαν στο πόδι μου το οποίο γέμισε αίματα. Χωρίς να μπορώ να σταθώ όρθιος μπουσούλισα στο αμάξι του Γιώργου και οδήγησα όπως μπορούσα στο χωριό. Είχε ξημερώσει…

Στο χωριό είδα πολλούς ανθρώπους στο δρόμο αλλά ήμουν πολύ σοκαρισμένος. Προσπάθησα να τους μιλήσω αλλά τρόμαζαν από την ένταση και τη μανία μου. Η αστυνομία με συνέλαβε και στις εφημερίδες το επόμενο πρωί βγήκε άρθρο «εικοσάχρονος δολοφονεί τους φίλους του στο εξοχικό δίπλα στη θάλασσα». Το σπίτι εξαφανίστηκε από προσώπου γης…

================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

================

Advertisements

Posted on 13/01/2014, in Θάνατος, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: