Monthly Archives: Μαΐου 2014

Τρόμου: Οι Καταραμένοι (πρώτο μέρος).


Σε ένα μικρό χωριό της Ελλάδας όπου κατοικούν λιγότεροι από 400 άνθρωποι, δεν επικρατεί η αγάπη μεταξύ τους… Φρέσκο χιόνι έχει πέσει και μερικά παιδιά παίζουν φτιάχνοντας μικρούς και μεγάλους χιονάνθρωπους και κάποια άλλα χιονοπόλεμο. Όλα φαίνονται ωραία και ήρεμα, όμως ένας ξένος μπορεί να διακρίνει τον τρόμο και το φόβο που κρύβεται στα αθώα μάτια αυτών των παιδιών… Ναι, σωστά διαβάσατε. Στο βλέμμα των παιδιών. Και αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

Το όνομα μου είναι Μέρης και πλησιάζω τα 30. Ο δρόμος με έφερε εδώ διότι βρήκα δουλειά ως σιδεράς σε μια μικρή εταιρεία.

Δύο μέρες έφταναν για να καταλάβω τί συμβαίνει. Ξεκινώ με την πρώτη μέρα στη δουλειά. Όταν έφτασα είδα ένα μικρό μαγαζάκι με μια μικρή αυλή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να τη διασχίσεις αφού υπήρχαν σκορπισμένα μικρά και μεγάλα σκουριασμένα σίδερα.

«Καλώς ήρθες» μου είπε το αφεντικό μόλις με είδε και μου έδωσε το χέρι. Μετά ακολούθησαν τα κλασικά, ο καφές και η γνωριμία μας. Δεν μου είπε πολλά για εκείνον. Μόνο ότι ήταν 55 χρονών και χήρος. Πως είχε κουραστεί από τη ζωή και πως ψάχνει κάποιον που να μπορεί να διαχειριστεί το μαγαζάκι. Με πρόσλαβε αμέσως και έφυγε για να ξεκουραστεί. Μπορώ να πω όμως ότι έφυγε λίγο βιαστικά…

Εγώ ξεκίνησα αμέσως δουλειά και το πρώτο που έπρεπε να κάνω ήταν να βάλω το μαγαζί σε μια τάξη. Έτσι φώναξα ένα παλιατζή και του έδωσα όλα τα άχρηστα σίδερα. Μετά άρχισα να μαζεύω τα εργαλεία που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Σχεδόν μου πήρε ολόκληρη τη μέρα για να τελειώσω.

Όσο περνούσε η ώρα, διάφοροι περαστικοί, δεν άντεξαν στην περιέργεια και με ρωτούσαν τι δουλειά έχω εδώ. Μάλιστα, κάποιος ήθελε να καλέσει την αστυνομία επειδή πίστευε πως ήμουν κλέφτης. Δυσκολεύτηκα να τον πείσω ότι ήμουν ο νέος υπεύθυνος του μαγαζιού.

Επιτέλους, ήρθε η ώρα να σχολάσω. Σπίτι, μπάνιο, φαγητό, ξεκούραση. Βγήκα το βράδυ για ποτό ελπίζοντας για νέα γνωριμία… αλλά μάταια… Όταν μπήκα σε μια καφετέρια, ένα άγριο και παγωμένο βλέμμα ένιωσα από παντού. Πρόσεξα ότι όλοι με κοιτούσαν καχύποπτα, με μισό μάτι. Έτσι πήγα στο μπαράκι, πήρα ένα ποτό, τεκίλα συνήθως και κάθισα σε ένα μοναχικό τραπέζι στο πίσω μέρος όπου μπορούσες να δεις τη θάλασσα.

Η ώρα ήταν περίπου 22:36 όταν ξαφνικά είδα πως όλοι όσοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους, έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους. Στην καφετέρια όπου καθόμουν παρατήρησα πως είχαν κρεμασμένα στην πόρτα και στις γωνιές σκόρδα, σταυρούς και διάφορα άλλα αντικείμενα που δεν έδωσα σημασία όμως υπήρξε κάτι που μου τράβηξε την προσοχή. Η μουσική, ναι η μουσική σταμάτησε να παίζει. Ξαφνικά, ακούω μια φωνή να μου λέει «μικρέ έλα πιο μέσα», αλλά και πάλι δεν έδωσα σημασία. Η ώρα πήγε περίπου 23:00 όταν από μακριά ακούγεται μια κραυγή. Έμοιαζε σαν μια γριά με βραχνιασμένη και κάπως αγριεμένη φωνή. Ακουγόταν σαν μια γιαγιά που της είχαν κλέψει το πορτοφόλι και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια.

Αμέσως μετά ακολούθησαν άλλες φωνές πιο χοντρές και θα ορκιζόμουν ότι κάποιος γελούσε. Ήταν λίγο περίεργο το σκηνικό στην καφετέρια. Όλοι κάθονταν και δεν έδιναν απολύτως καμιά σημασία. Εγώ ανάβω ένα τσιγάρο και λέω με τρομαγμένη φωνή πως κάποιος χρειάζεται βοήθεια. Τότε όλοι με κοίταξαν με ένα αδιάφορο βλέμμα και μετά συνέχισαν σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Εγώ σβήνω το τσιγάρο, πίνω μια γουλιά από το ποτό και σηκώνομαι να φύγω να δω τι τρέχει κι αν μπορώ να βοηθήσω. Λίγο πριν φτάσω στην πόρτα με αρπάζει κάποιος από τον ώμο και με σταματάει: «Δεν σου το συνιστώ. Καλύτερα να κάτσεις εδώ που είσαι μέχρι να ξημερώσει.»

«Μα πώς μπορείτε; Μπορεί κάποιος να κινδυνεύει». Τότε κάποιος άλλος «Ο μόνος που θα κινδυνέψει είσαι εσύ». Και αμέσως ανοίγω την πόρτα. Τα ουρλιαχτά γίνονταν όλο και ποιο δυνατά. Ο ίδιος κύριος επιμένει: «Εγώ σε προειδοποίησα πάντως» και φεύγω με την απαίτηση: «Το ποτό να με περιμένει. Θα επιστρέψω.

Έξω είχε αρκετή παγωνιά και τα δρομάκια ήταν σκοτεινά. Το μόνο που φώτιζε ήταν η πανσέληνος που με ένα παράξενο τρόπο έλουζε το σκοτάδι με φως πολύ όμορφα. Και η θάλασσα ήταν τόσο ήρεμη και γαλήνια και η πανσέληνος της έδινε μαγεία. Έβλεπα σχεδόν τα πάντα. Είχα καιρό να δω μια τόση όμορφη βραδιά.

Άρχισα να βαδίζω προς τις φωνές αγωνιώντας και ανατριχιάζοντας επειδή δεν ήξερα τι θα αντίκριζα. Τα πόδια μου και γενικά όλο μου το σώμα τα ένιωθα κομμένα. Είχα χάσει το θάρρος μου. «Εγώ πάντως σε προειδοποίησα». Τι ήθελε να πει πραγματικά με αυτό εκείνος ο κύριος; Συνέχιζα να περπατώ και όσο πλησίαζα τόσο πιο δειλά περπατούσα. Παράλληλα βαθιές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό μου.

Καθώς περπατούσα, κλώτσησα κατά λάθος ένα σίδερο. «Πάρ’ το αμέσως» σκέφτηκα, «μπορεί να σου χρειαστεί». Σε μια διασταύρωση αριστερά προς την παραλία ξεχώριζα πλέον τις φωνές από απόσταση δέκα μέτρων. Ήταν τόσο τρομακτικές! «Ω! Θεέ μου τι συμβαίνει εδώ;» μέσα μου μόνο αυτή η σκέψη πλέον με πλημμύριζε.

Βρισκόταν μπροστά μου! Ονειρεύομαι ή όχι; Ήταν κάτι με ανθρωποειδές σχήμα, λίγο πιο ψηλό από μένα. Από τα μάτια και από το στόμα έβγαιναν σκουλήκια, ενώ στα χέρια υπήρχαν τεράστια μαύρα νύχια και το σώμα ήταν μελανιασμένο όπως ένα πτώμα που είχε αρχίσει η αποσύνθεση του… Και αυτό το πράγμα ήταν μπροστά μου και με κοιτούσε με μανία. Πιο κάτω από αυτό υπήρχαν κι άλλα τα ίδια που ούρλιαζαν και ερχόντουσαν προς το μέρος μου. Αυτά τα ουρλιαχτά! Μου τρυπούσαν τα αυτιά. Δεν μπορούσα να τα ακούω…

«Τι να κάνω;» σκέφτηκα. Μετά φώναξα. Αλλά ποιός να με ακούσει; Είδα το σίδερο που είχα στα χέρια μου. «Τώρα είναι η ώρα» είπα στον εαυτό μου. «Μην το σκέφτεσαι άλλο» άκουσα μέσα μου μια φωνή με συμβουλεύει. Τον χτυπώ στο πρόσωπο αλλά χάνει μόνο την ισορροπία του. Δεν χάνω τη ψυχραιμία μου και τον ξαναχτυπώ. Αυτή τη φορά το πέτυχα και έπεσε κάτω. Αμέσως άρχισα να τρέχω. Δεν ήξερα που θα με έβγαζε ο δρόμος αλλά ήξερα ότι έπρεπε να τρέξω. Από τη βιασύνη μου όμως δεν έβλεπα μπροστά μου αλλά δεν άργησα να καταλάβω ότι ο δρόμος με έβγαλε πίσω στην καφετέρια.

Έντρομος όπως ήμουν παίρνω μια βαθιά ανάσα, μπαίνω μέσα και με μεγάλη μου έκπληξη διαπιστώνω ότι το ποτό μου είναι ακόμα εκεί, στη θέση του και με περιμένει. Κάθομαι στο τραπέζι και με το ζόρι καταφέρνω να ανάψω ένα τσιγάρο αφού τα χέρια μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να συντονίσω το τσιγάρο με τη φωτιά.

=====================================

Συγγραφή: Καλημέρης Παπαχρήστος.

E-mail: ssppaccee@hotmail.com

=====================================

Το δεύτερο μέρος έρχεται σε 1 εβδομάδα.

Μυστήριο: What Lies Beneath, Part 2.


-Τι λες να κάνει ο μικρός; Ρώτησε η μητέρα του Γιώργου τον πατέρα του.

-Δεν ξέρω. Πιστεύω θα κοιμάται, απάντησε.

Οι γονείς του Γιώργου, βρίσκονταν στο αμάξι και ακολουθούσαν τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν και οι δυο γιατροί, και έπρεπε να παρακολουθήσουν μια πολύωρη και κουραστική διάλεξη για μια καινούργια ανακάλυψη. Τέλος πάντων, η διάλεξη είχε πλέον τελειώσει, και γυρνούσαν πίσω. Είχαν βάλει μουσική jazz στο αμάξι, μιας και η κατάσταση το απαιτούσε. Έξω ήταν θεοσκότεινα και φυσούσε ένας πολύ δυνατός άνεμος. Όσο πιο χαλαρωτικά ήταν μέσα στο αμάξι από την μουσική, τόσο πιο άγρια βρυχούταν ο ουρανός έξω. Αλλά δεν έδωσαν μεγάλη σημασία. Μόνο ο πατέρας του απόρησε, διότι στο ραδιόφωνο είχε ακούσει πρωτύτερα ότι αναμενόταν για το βράδυ ένας καθαρός ουρανός, και ότι θα μπορούσαν όλοι να απολαύσουν την πανέμορφη πανσέληνο. Δεν ασχολήθηκε πολύ όμως, γιατί το μυαλό του ήταν γεμάτο ένα σωρό σκέψεις και ταλαιπωρία, και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φτάσουν σπίτι.

Στο αμάξι επικράτησε ησυχία. Η μουσική φαινόταν σαν να άρχιζε να σβήνει. Ο καθένας είχε απορροφηθεί στις δικές του σκέψεις και σκοτούρες. Σκέψεις ποίκιλες, από τον χώρο της δουλειάς, την διάλεξη, και άλλα πολλά. Όσο πέρναγε η ώρα, όμως, οι σκέψεις μεταλλάσσονταν σε πιο περίεργες. Ώσπου -σαν από σύμπτωση- μια κοινή σκέψη πέρασε από το μυαλό και των δυο: τι ώρα είναι; Κοίταξαν ταυτόχρονα το ψηφιακό ρολόι. Έλεγε 00.33’.33’’. Ξαφνικά ένα ρίγος διαπέρασε την σπονδυλική τους στήλη. Ταυτόχρονα, η μουσική σταμάτησε. Από το ραδιόφωνο βγήκε ένα ουρλιαχτό. Σύντομο. Διαβολικό. Έπειτα το ραδιόφωνο έσβησε, επιτρέποντας στην απόλυτη ησυχία να κυριαρχήσει στο αμάξι.

Κοιτάχτηκαν τρομαγμένοι.

-Τι ήταν αυτό; είπε αυτή.

-Δεν ξέρω. Ίσως χάλασε. Το ένιωσες αυτό το ρίγος;

-Ναι το νιω… Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση, όταν έντρομη διαπίστωσε ότι στο ραδιόφωνο ακόμα φαινόταν η ώρα. 00.33’.33’’.

-Κάτι δεν πάει καλά. Είπε.

-Κάτι δεν πάει ΚΑΘΟΛΟΥ καλά. Επανέλαβε.

Προσπαθούσαν να καταλάβουν τι να σήμαιναν όλα αυτά. Αυτό το περίεργο ρίγος, που σαν γιατροί αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν, αυτό το απόκοσμο ουρλιαχτό, και αυτή η περίεργη ώρα. Γιατί κόλλησε στο 00.33.33; Είχαν πλέον τρομάξει.

-Δεν ξέρω, αλλά μου φαίνεται ότι κάποιος μας ζητά βοήθεια.

Το βλέμμα τους ξανασυναντήθηκε. Η μηχανή βρυχήθηκε, και επιτάχυνε και σε λίγο χάθηκαν στο απέραντο μαύρο.

2 ώρες μετά.

Η καταιγίδα είχε σταματήσει. Τα σύννεφα είχαν διαλυθεί και πλέον στον ουρανό φαινόταν πεντακάθαρα η κόκκινη πανσέληνος. Το αμάξι φρέναρε απότομα έξω από το σπίτι. Οι γονείς του, κατέβηκαν και προχώρησαν επιφυλακτικά προς την πόρτα. Απ τα παράθυρα έβγαινε έντονο φως. Παραξενεύτηκαν διότι πίσω τους κείτονταν η πεσμένη κολόνα της ΔΕΗ. Αυτό είχε υπερβεί το φυσικό. Τέλος πάντων, συνειδητοποίησαν ότι δεν υπήρχε χώρος για περαιτέρω σκέψεις και αμφιβολίες. Συνέχισαν την πορεία τους προς την πόρτα μόνο και μόνο για να την βρουν ξεκλείδωτη και λίγο ανοιχτή. Οι χειρότεροι φόβοι τους πίστεψαν ότι θα γίνονταν πραγματικότητα. Θυμούνταν ότι την είχαν κλειδώσει καλά και είχαν πάρει μαζί τους τα κλειδιά. Άνοιξαν την πόρτα. Έκανε ένα αδικαιολόγητο τρίξιμο. Αυτό που είδαν όμως δεν θα το είχαν φανταστεί. Στο πάτωμα ήταν χαραγμένες με κόκκινη μπογιά τρεις πεντάλφες γύρω από την τηλεόραση. Κατατρόμαξαν. Άρχισαν να φωνάζουν τον γιο τους… Δεν πήραν όμως απάντηση. Έτρεξαν προς το δωμάτιό τους. Αυτό που είδαν στη συνέχεια, έμεινε για πάντα μέσα τους. Ο φόβος και η ταραχή είχαν συγκλονίσει το ζευγάρι.

Είδαν στην γωνία τον γιο τους, λιπόθυμο να κρατά ένα πιστόλι στο χέρι. Μπροστά του, αποτυπώνονταν τρεις μαύρες πατημασιές από κάρβουνο στο πάτωμα. Έτρεξαν αμέσως στον γιο τους. Προσπάθησαν να τον συνεφέρουν. Έπειτα από δέκα λεπτά συνεχούς προσπάθειας, ξύπνησε. Τους κοίταξε με ένα κενό αλλά συγχρόνως τρομοκρατημένο βλέμμα, πριν πει δυο λέξεις: «έχω κυριαρχήσει»… Έπεσε ξανά λιπόθυμος. Οι γονείς του εσπευσμένα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο όπου έγινε διάγνωση. Μετατραυματικό σοκ και ελαφρά δηλητηρίαση από θειάφι.

6 μήνες μετά.

Η οικογένεια είχε επανέλθει πλέον στους ρυθμούς της. Ο Γιώργος είχε σταματήσει το σχολείο διότι πλέον ήταν οι καλοκαιρινές διακοπές. Το όλο περιστατικό είχε αποσιωπηθεί και δεν ξανάγινε αναφορά σε αυτό, κυρίως επειδή οι γονείς του φοβόντουσαν μήπως το χωριό τους κατηγορούσε ως σατανιστές και άθεους. Είχαν πετάξει την τηλεόραση και εξαφανίσει οποιοδήποτε στοιχείο. Ώσπου κάτι τελείως απόκρυφο και αινιγματικό ήρθε να τους ταράξει.

Ήταν δυο το μεσημέρι. Είχαν τελειώσει το μεσημεριανό. Ο πατέρας διάβαζε την εφημερίδα του, ενώ ο γιος έβλεπε ένα ντοκιμαντέρ. Τα πουλιά κελαηδούσαν ένα ρυθμικό τραγούδι, σε απόλυτη αρμονία με την γαληνή που επικρατούσε στη φύση. Ώσπου ξαφνικά… μια κραυγή απ την κουζίνα τους έκανε να πεταχτούν όρθιοι. Πήγαν στην κουζίνα. Αυτό που είδαν τους τρόμαξε. Κάτω στο πάτωμα είχαν εμφανιστεί πρόσωπα. Πρόσωπα με αλλόκοτο βλέμμα, συνωστισμένα το ένα δίπλα στο άλλο σε διαρκή κίνηση. Κάτι σαν ασπρόμαυρες ζωγραφιές. Από πάνω τους, η μητέρα του Γιώργου προσπαθούσε επίμονα με ένα σφουγγάρι να τις σβήσει. Είχε ξεπεράσει το αρχικό σοκ, αλλά και πάλι ο τρόμος φαινόταν στο βλέμμα της. Το περίεργο στην ιστορία ήταν ότι όσο πιο πολύ προσπαθούσε να τα σβήσει τόσο πιο πολλά εμφανίζονταν. Το πάτωμα είχε μετατραπεί κάπως σαν πίνακας ζωγραφικής. Ο πατέρας μην ξέροντας τι να πρωτοκάνει, έριξε ένα χαλί στο πάτωμα, βγήκαν όλοι και κλείδωσε γερά την πόρτα. Είπε ότι απαγορευόταν η είσοδος εκεί και ότι αύριο θα ερχόταν ένα συνεργείο καθαρισμού.

Το ίδιο βράδυ κάτι τους στοίχειωσε. Όλοι είδαν τον ίδιο μυστηριώδες εφιάλτη. Είδαν τα ίδια πρόσωπα με αυτά που είδαν στην κουζίνα να τους λένε ότι σύντομα θα έρθει εκδίκηση, και με την συνοδεία ενός σατανικού γέλιου… είπαν ότι η ώρα πλησιάζει… και σηκώθηκαν. Όλοι μυστηριωδώς παρουσίαζαν τα ίδια συμπτώματα. Ιδρώτας και πονοκέφαλος. Κανείς δεν ήξερε πλέον τι να κάνει. Κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τίποτα απολύτως. Συγκεντρώθηκαν όλοι στην κουζίνα. Ένιωθαν έναν απροσδόκητο και απροσδιόριστο φόβο για κάτι που δεν μπορούσε να ερμηνευτεί, κάτι που δεν ξαναείχαν αντιμετωπίσει. Ήταν πλέον προφανές ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση ή ασθένεια. Ήταν κάτι παραπάνω. Υπέρβαινε τα όρια της στενής αντίληψής τους. Μην μπορώντας να πάρουν απόφαση, κάλεσαν τον παπά του χωριού λέγοντας του ότι κάτι απόκοσμο στοίχειωνε το σπίτι τους. Ο παπάς δέχτηκε αλλά με δισταγμό.

Λίγο μετά έφτασε. Είχε φέρει μαζί του ένα λιβανιστήρι και μια εικόνα. Πίστεψε ότι δεν πρόκειται για τίποτα. Σύντομα θα διαψευδόταν. Προχώρησε μέσα στο σπίτι. Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Άναψε το λιβάνι. Η μυρωδιά άρχισε να διαδίδεται στον χώρο.

Τότε έγινε. Οι πολυέλαιοι κουνιόνταν τόσο γρήγορα που διαλύθηκαν. Η βιβλιοθήκη έπεσε μονή της. Τ φώτα τρεμόπαιζαν με μεγάλα κενά σκότους. Ο παπάς είχε αρχίσει να φοβάται. Σήκωσε ψηλά μπροστά του την εικόνα και άρχισε να λέει ευχές. Τότε… άρχισε όλο το σπίτι να σείεται. Σαν ένας μεγάλος σεισμός. Τα φώτα έσβησαν. Το πάτωμα ράγισε και αναδύθηκε ένα κόκκινο φως με απόκοσμα ουρλιαχτά και σατανικά γέλια. Και είπε: «θα επιστρέψω…».

Όλοι είχαν συγκλονιστεί. Κάνεις δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που συνέβαινε. Κάλεσαν την αστυνομία, και οι ίδιοι οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν. Σφράγισαν αμέσως την περιοχή. Σε κανέναν δεν επιτράπηκε να πλησιάσει το σπίτι. Μόνο η οικογένεια. Μετά από μέρες έρευνας, δεν είχαν εντοπίσει τίποτα. Μέχρι που κάποιος είχε την ιδέα να σκάψουν κάτω από το ράγισμα του σαλονιού.

Οι επόμενες μέρες κυριολεκτικά χαράχτηκαν ανεξίτηλα στην μνήμη όλου του χωριού. Η ανασκαφή σταμάτησε. Είχαν ανακαλύψει ένα νεκροταφείο του μεσαίωνα. Είχαν βρει τους σκελετούς τριών ανθρώπων οι οποίοι είχαν ένα ξύλο καρφωμένο στο στήθος τους. Η χρονολόγηση τους τοποθέτησε γύρω στο 1315. Το περίεργο; Κανένας απ τους τρεις δεν είχε κεφάλι….

=================================

Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την πάρα πολύ καλή ιστορία του.

Το πρώτο κομμάτι της ιστορίας είναι εδώ.

=================================

Τρόμου: Η Έξοδος.


Ανοίγοντας τα μάτια του ο Τζος το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Προσπαθώντας να σηκώσει το κεφάλι του, ένιωσε μια παράξενη μυρωδιά να του καίει την μύτη. Του θύμιζε έντονα θειάφι, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να προσδιορίσει την πηγή της, δεν μπορούσε να δει τίποτα.

Βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα σιδερένιο πάτωμα εντελώς γυμνός, δίχως όμως να αισθάνεται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Νιώθοντας μια ζαλάδα ανοιγόκλεινε τα μάτια του προσπαθώντας να εξοικειωθεί με το σκοτάδι. Δεν ήξερε πού βρισκόταν, ούτε αν ήταν μόνος του.

-ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ; φώναξε με δύναμη.

Αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Σηκώθηκε σιγά-σιγά αρχίζοντας να ψηλαφίζει γύρω του τον χώρο. Με τα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι, προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Περπατώντας προσεκτικά γύρω-γύρω απέκτησε την αίσθηση ότι βρισκόταν σε ένα τετράγωνο δωμάτιο. Μέσα σ’ αυτό δεν υπήρχε απολύτως τίποτα! Περιφερόταν σε ένα απόλυτα άδειο δωμάτιο!

-ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ; φώναξε ξανά.

Άλλα το μόνο που ακούστηκε ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.

Ψάχνοντας για κάποια διέξοδο, εντόπισε με την παλάμη του μια εσοχή κατά μήκος του τοίχου. Ακολουθώντας την με τα δάχτυλά του, διέγραψε μια καμπύλη, οδηγώντας το χέρι του μέχρι κάτω στο πάτωμα. Ανεβαίνοντας ξανά προς τα επάνω, αγγίζοντας και με τα δυο του χέρια τον τοίχο, υπολόγισε περίπου το κέντρο της εσοχής. Κινώντας τα γρήγορα δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, έπιασε κάτι που έμοιαζε με χερούλι πόρτας. Πιάνοντάς το σφιχτά το έσπρωξε με δύναμη πάνω κάτω προσπαθώντας να την ανοίξει. Μα ήταν κλειδωμένη.

Αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ότι ενώ το κουνούσε βίαια πάνω κάτω και ενώ τα πάντα γύρω του έμοιαζαν να είναι σιδερένια, δεν ακουγόταν καθόλου θόρυβος. Είχε αίσθηση του τι άγγιζε, αλλά δεν έβγαινε ήχος από αυτά. Για να το εξακριβώσει κλότσησε με δύναμη την πόρτα μπροστά του, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Χτύπησε με τις γροθιές του τον τοίχο, αλλά και πάλι δεν ακούστηκε τίποτα. Η φωνή του όμως, ακούγονταν καθαρά και με αντίλαλο.

Προβληματισμένος γύρισε πάλι πίσω, εκεί που είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε μια τάξη.

Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι πήγαινε με το αυτοκίνητό του να συναντήσει έναν άντρα που παρακολουθούσε πολύ καιρό πριν. Είχε πληρωθεί για να τον βγάλει από την μέση, από κάποιον που δεν συμπαθούσε αυτόν τον άνθρωπο ιδιαίτερα.

Αυτή ήταν η δουλειά του. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά. Ένας επαγγελματίας πληρωμένος δολοφόνος. Ήξερε ότι δεν ήταν η ομορφότερη δουλειά τού κόσμου, αλλά τα κέρδη της ήταν τόσο πολλά που, ύστερα από μερικές δουλειές ακόμα, θα μπορούσε να αποσυρθεί εκατομμυριούχος, ζώντας μια άνετη και ξέγνοιαστη ζωή. Και ύστερα από εφτά χρόνια ακαταλόγιστων πράξεων, ο θάνατος αυτού του ανθρώπου, ήταν μία από τις τελευταίες του δουλειές.

Ψυχρός στη μεγαλύτερη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής, δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να φέρει εις πέρας όποια αποστολή τού ανέθεταν. Ακόμα και αν αυτές αφορούσαν ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν βλάψει κάποιον. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να απαλλάξει τον πλούσιο πελάτη του από την παρουσία της γυναίκας του, για να μπορεί εκείνος να ζήσει με την νέα του αγάπη. Ούτε το να σκοτώσει μικρά αθώα παιδιά, για να μην έχουν μερίδιο σε κάποια τεράστια κληρονομιά. Αλλά και το αντίθετο. Γυναίκες που εξαφάνιζαν τους συζύγους τους για να κληρονομήσουν αυτές όλη του την περιουσία.

Μία τέτοια ήταν και η τελευταία του αποστολή. Να βγάλει από την μέση έναν πολύ πλούσιο και ισχυρό άντρα, ώστε η άπληστη γυναίκα του να κληρονομήσει την περιουσία του και την δύναμή του.

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, ψυχρός και συναισθηματικά νεκρός. Κάποτε υπήρξε κι αυτός παντρεμένος και οικογενειάρχης. Με την γυναίκα του, την οποία αγαπούσε πάρα πολύ, είχαν αποκτήσει και ένα παιδί, τον Ντίλαν. Κρατώντας μυστική την ζωή που έκανε από την οικογένειά του, ο Τζος πάνω στο ξεκίνημα της καριέρας του έκανε ένα μοιραίο λάθος. Άφησε απροστάτευτη και εκτεθειμένη την οικογένειά του.

Ένα βράδυ που βρίσκονταν και οι τρεις στο σπίτι, ο Τζος είδε κάποιες σκιές να κινούνται περίεργα πίσω από τα παράθυρα. Μα πριν προλάβει να πάρει το όπλο του από εκεί που το είχε κρυμμένο, άκουσε τα παράθυρα να σπάνε εισβάλοντας με τα όπλα στα χέρια έξι κουκουλοφόροι. Ακινητοποιώντας την σύζυγό του και το παιδί του, που έντρομοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε, δύο από αυτούς χτύπησαν τον Τζος στο κεφάλι αφήνοντάς τον αναίσθητο. Όταν συνήλθε, μέσα στην θολούρα του, είδε την οικογένειά του δεμένη και φιμωμένη. Προσπαθώντας να σηκωθεί δέχθηκε μια δυνατή κλοτσιά στα πλευρά που τον καθήλωσε ξανά κάτω.

-Τζος… Τζος… Με απογοήτευσες, άκουσε να του λέει μια βαριά αντρική φωνή.

-Σε περίμενα για ποιο έξυπνο… Όταν κάνεις αυτή την δουλειά, η οικογένεια είναι κάτι απαγορευμένο! Και ξέρεις γιατί; ρώτησε.

Μα πριν προλάβει να απαντήσει ο Τζος, είδε έντρομος τον άντρα που του μιλούσε να πυροβολεί εν ψυχρό την γυναίκα του και το παιδί του στο κεφάλι.

-Για αυτό… άκουσε να απαντά ειρωνικά στην δική του ερώτηση χαμογελώντας ο άντρας.

Νιώθοντας τα αίματα τους να του πιτσιλούν το πρόσωπο, ένιωσε την καρδιά του να σκίζεται στα δύο. Ουρλιάζοντας αγκάλιασε την νεκρή οικογένεια του, κοιτώντας τον με μίσος.

-Μμμμ λατρεύω αυτό το βλέμμα Τζος! Κοίτα να μην το χάσεις ποτέ, γιατί μόνο αυτό θα σε κρατήσει ζωντανό, του είπε με ψυχρότητα στην φωνή ο άντρας.

-Α… και κάτι άλλο… Αν ξαναχώσεις την μύτη σου σε ξένες δουλειές, σου υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα υποφέρεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τώρα… Ελπίζω να έγινα κατανοητός και να παραδειγματιστούν και όλοι οι… συνάδελφοί σου από αυτό που έγινε σήμερα, για να μην τρυπώνουν εκεί που δεν χωράνε!

Και κάνοντας νόημα με το κεφάλι στους υπόλοιπους άντρες της ομάδας του, αποχώρησαν από το σπίτι αφήνοντας τον Τζος μόνο του, αγκαλιά με τα ζεστά ακόμα άψυχα κορμιά της γυναίκας του και του παιδιού του.

Ληστεία μετά φόνου και ξεκλήρισμα οικογένειας έγραψαν την άλλη ημέρα οι εφημερίδες!

Όσο και αν προσπάθησε ο Τζος να μάθει για την οργανωμένη δολοφονία στο σπίτι του, ποτέ δεν κατάφερε να συλλέξει το κάποιο στοιχείο.

Έτσι δίχως καρδιά πλέον, συνέχισε το έργο του, χωρίς να έχει το παραμικρό συναίσθημα. Είχε γίνει και αυτός πια ένα κτήνος, σαν αυτούς που τον είχαν επισκεφτεί τότε. Καλύπτοντας καλύτερα πλέον τα νότα του και αλλάζοντας συνέχεια σπίτια, κατάφερε να γίνει αόρατος στα μάτια των ανταγωνιστών του.

Ο Τζος αφού δεν είχε πλέον τίποτα να χάσει, απέκτησε την καλύτερη φήμη στην πιάτσα, όχι μόνο για την ψυχρή αποτελεσματικότητά του, αλλά και για το ταλέντο που είχε να εμφανίζει πάντα τις δολοφονίες του, είτε ως αυτοκτονίες, είτε ως ατυχήματα. Ποτέ ως τώρα στην καριέρα του, δεν είχε φανερωθεί ο αληθινός τρόπος που πέθαινε το κάθε θύμα του. Και αυτό ήταν κάτι που οι πλούσιοι πελάτες του το εκτιμούσαν ιδιαίτερα πληρώνοντας αδρά. Καθισμένος μέσα στο σκοτάδι, κάτι που είχε συνηθίσει εξ άλλου αφού έτσι παραμόνευε τα θύματά του, σκεφτόταν ποιος μπορεί να του είχε στήσει όλο αυτό το «παιχνίδι». Αν και ήταν πολύ υπομονετικός και ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία του, τώρα είχε αρχίσει να θυμώνει.

-ΑΝ ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΑΣΤΕΙΟ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΕΔΩ! φώναξε με δύναμη στον αέρα.

-ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΘΑ ΣΕ ΚΑΘΑΡΙΣΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ; ούρλιαζε, μα το μόνο που εισέπραττε, ήταν ο αντίλαλος της φωνής του.

Χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου, νιώθοντάς τον σαν να μην κυλά καθόλου, καθόταν ακίνητος στο σκοτάδι και οργισμένος. Αν και πίστευε ότι είχαν περάσει μέρες που τον κρατούσαν εκεί φυλακισμένο, ωστόσο δεν είχε περάσει παρά μόνο ένα λεπτό από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Και μέσα σε αυτό το λεπτό το μόνο που σκεπτόταν ήταν τι θα έκανε σε αυτόν που τον είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, αν έφευγε βέβαια ποτέ από εκεί μέσα.

Όταν βαρέθηκε να φωνάζει και να βρίζει, σκέφτηκε να χειριστή αλλιώς την κατάσταση. Να δωροδοκήσει τους απαγωγείς του, τάζοντάς τους ακόμα και όλη του την περιουσία. Μα και πάλι δεν λάμβανε καμιά απάντηση.

-Τι θέλετε επιτέλους… Μουρμούρισε νιώθοντας την κούραση να καταβάλει το κορμί του. Δεν θυμόταν καν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει ή είχε πιει κάτι, μα παρ’ όλα αυτά δεν πεινούσε, ούτε διψούσε. Μόνο κούραση ένιωθε και εξάντληση, ακόμα και όταν δεν κινιόταν καθόλου.

Όταν πια δεν είχε τι άλλο να κάνει, ο μόνος τρόπος για να μην τρελαθεί, ήταν να απασχολεί συνέχεια το μυαλό του με σκέψεις. Περνούσε ο χρόνος ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, συλλογιζόμενος μέσα στην φυλακή, όπως έβλεπε πια αυτόν τον χώρο, κυριολεκτικά όλη του την ζωή.

Μέχρι που έφτασε και στις τελευταίες του επιλογές, την δουλειά που διάλεξε να κάνει, σκοτώνοντας τόσους αθώους ανθρώπους απλά και μόνο για να ικανοποιήσει άπληστα συμφέροντα.

Τότε άρχισε να καταλαβαίνει τι είχαν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, όταν βρισκόντουσαν και εκείνοι στην δική του απάνθρωπη φυλακή, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να τους εξαφανίσει δίχως να αφήσει ίχνη δολοφονίας πίσω του.

Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο άρχισε να συλλογίζεται, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του, την βαρύτητα των πράξεών του. Βλέποντας εφιάλτες κάθε φορά που προσπαθούσε να κοιμηθεί, ξυπνούσε έντρομος έχοντας ακόμα στα αυτιά του τα απεγνωσμένα ουρλιαχτά των θυμάτων του.

Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, ήταν ότι τελικά έκανε λάθος που διάλεξε αυτό το μονοπάτι. Το να σκοτώνει αθώους ανθρώπους για να φτιάξει την δικιά του ζωή, αλλά και για να καλυτερέψει των άλλων, δεν ήταν μια ηθικά σωστή ανθρώπινη επιλογή. Έχοντας για πρώτη φορά στην ζωή του τόσο άπλετο χρόνο στην διάθεση του, μπορούσε πλέον να το αντιληφτεί αυτό.

Και τότε άκουσε ξαφνικά τον πρώτο του ήχο. Ένα σιδερένιο απόκοσμο «κλικ», έφερε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, την πρώτη χλωμή ακτίνα φωτός. Η πόρτα που είχε ανακαλύψει, μόλις είχε ανοίξει από μόνη της.

Read the rest of this entry

Αρέσει σε %d bloggers: