Ρουζάλκα (Μέρος 1ο)


          -«Και γιατί είστε εδώ, κύριε Άλμπερτ…;» ρώτησε ο Άρθουρ ο ψυχίατρος. «Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα να σας δω ξανά τόσο σύντομα…»

          -«Μα σας είπα πως ήταν μεγάλη ανάγκη…» απάντησε κοιτώντας νευρικά τριγύρω σε όλο το δωμάτιο. Ο Άλμπερτ ήταν ήδη ξαπλωμένος στο ανακριτικό κρεβάτι, όπως συνήθιζε να το αποκαλεί, με σφιγμένο χαμόγελο πάντα. Ίσως έψαχνε τρόπους να μην δείχνει τόσο αμήχανος. Το στομάχι του είχε δέσει σαν κόμπος. «Έχω να φάω δύο μέρες…» ένα αυθόρμητο ρέψιμο ακούστηκε σαν βρυχηθμός μέσα από τα πνευμόνια του. Προσπάθησε να το κρύψει με το χέρι του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Μία έντονη μυρωδιά από σκόρδο, χραίνα και άψινθο πλανιόταν στον αέρα κάνοντας τον ψυχίατρο να θέλει να τελειώσει λίαν συντόμως αυτήν τη συνεδρία.

          -«Λοιπόν… σας ακούω…» ο Άρθουρ τον πλησίασε και έκατσε αρκετά κοντά του, παίρνοντας μαζί και το άσπρο ντοσιέ με το μεταλλικό κλιπ στην κορυφή. «Θα θέλατε να τα πάρουμε από την αρχή…;» είχε κουραστεί από την επανάληψη μα πληρωνόταν για τον χρόνο του, οπότε…

          Ο Άλμπερτ ένιωσε την καρδιά του να αρρυθμεί. Ήξερε πως η εκτεταμένη αϋπνία ήταν ικανή να το προκαλέσει αυτό. «Λίγο νεράκι, σας παρακαλώ… λίγο νερό…» παρακάλεσε σα να ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή του. Ο λαιμός του είχε ξεραθεί. «Ξαφνικά δεν νιώθω καλά…» άρχισε να τραβάει τον γιακά με τα χέρια του σα να τον έπνιγε. Το βλέμμα του καρφώθηκε σε μία γωνία του ιατρείου που άρχισε να τον κυριεύει. Έκλεισε τα μάτια του λες και προσπαθούσε να αποφύγει κάτι. Ο ψυχίατρος κοιτούσε πότε τον Άλμπερτ και πότε εκείνη τη γωνία που του είχε κεντρίσει την προσοχή. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Είχε συνηθίσει όμως σε τέτοιου είδους συμπεριφορές. Άλλωστε αυτή ήταν και η δουλειά του.

          -«Άλμπερτ… έχεις περάσει πολλά. Πάρα πολλά. Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν θα άντεχε στη θέση σου. Είσαι σε μία σταθερή πορεία με συνεχή βελτίωση…» τα λόγια του ενέπνεαν ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη. Ήταν καλός στη δουλειά του. «Και σε διαβεβαιώνω… πως είμαστε μόνοι μας μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Είμαστε μόνο εσύ κι εγώ…»

          -«Όχι… δεν είμαστε…» ήταν φοβισμένος. «Πάντα γυρνάει… πάντα βρίσκει τον τρόπο και επιστρέφει…»

          -«Άλμπερτ…» σηκώθηκε από την καρέκλα και τον πλησίασε. Του έπιασε τον ώμο συγκαταβατικά. «Εδώ μπορείς να αισθάνεσαι ασφαλής…»

          -«Κι όμως… δεν μπορώ γιατρέ μου. Δεν μπορώ. Πάντα γυρνάει…» επανέλαβε και συνέχισε τρεκλίζοντας, «Βρίσκεται μαζί μας… ακόμη και τώρα…» Το βλέμμα του είχε καρφωθεί απέναντι σε εκείνη τη σκοτεινή μαυρομαλλούσα κοριτσίστικη φιγούρα με το γκρίζο νυχτικό και τα κατάλευκα μάτια που μόνο εκείνος μπορούσε να δει.

          -«Ας τα πάρουμε πάλι λίγο από την αρχή Άλμπερτ…»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

O Άλμπερτ ήταν ένας νέος άντρας, γύρω στα σαράντα, που είχε ζήσει τη ζωή του. Αυτό φαινόταν στον τρόπο του, μα και από όσα λέγονταν για εκείνον. Βέβαια οι παλιές εποχές που είχε κάποιο κύρος, ένα κοινωνικό status, είχαν περάσει. Αυτήν τη περίοδο της ζωής βίωνε ένα στάδιο προσαρμογής. Είχε χωρίσει μόλις ένα χρόνο με την γυναίκα του και είχε χάσει τη δουλειά του. Μα σα να μην έφταναν όλα αυτά, έπρεπε να φροντίζει και τον μικρό του γιο, Τόνι, που μόλις είχε μπει στα εφτά. Στην αρχή δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις. Η περίοδος προσαρμογής ήταν πολύ δύσκολη. Ο Τόνι αναζητούσε τη μητέρα του, την Κάρολ, καθώς αυτή ήταν το στήριγμά σε όλες του τις δυσκολίες· στα πρώτα του βήματα, στις πρώτες του λέξεις, σε όλα εκείνα που θα έπρεπε και θα ήθελε να ήταν κάθε πατέρας. Μα ο Άλμπερτ ήταν πάντα απασχολημένος με τη δουλειά φορτώνοντας όλες τις ευθύνες στη σύζυγό του. «Υποκριθείτε πως είμαι ακόμη στην δουλειά…» ήταν το σλόγκαν του μόλις έμπαινε στο σπίτι. «Δεν είμαι εδώ… κάντε πως δεν με βλέπετε…» ή «απουσιάζω…» ήταν μερικές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσε. Αυτή η φαινομενική του αδιαφορία, ήταν η αιτία να προκαλούνται αρκετοί καυγάδες μεταξύ τους. Τις περισσότερες φορές οι τόνοι ανέβαιναν. Άσκημα πρότυπα για τον μικρό Τόνι που έτρεχε κρατώντας τα αυτιά του και κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι τραγουδώντας για να μην ακούει τις προστριβές τους. Η Κάρολ μία μέρα δεν άντεξε άλλο και τους εγκατέλειψε αφήνοντας πίσω της μόνο ένα σημείωμα. «Πάω να βρω τον εαυτό μου…» έγραφε και δίπλα από το μελάνι το χαρτί ήταν υγρό. Ο Άλμπερτ πλησίασε το χαρτί στη μύτη του για να το μυρίσει. Ήταν σίγουρος πως ήταν δάκρυα και δεν έκανε λάθος. Ήξερε πως έφταιγαν και οι δύο, κάποιος περισσότερο, κάποιος λιγότερο, μα σίγουρα έφταιγε κι αυτός. Τουλάχιστον αυτό το παραδεχόταν. Πόσο θα ήθελε να είχε την ψυχική δύναμη να μπορέσει να προσφέρει περισσότερα στην οικογένειά του. Αυτό το πλήρωνε για αρκετό καιρό μετά τον χωρισμό τους. Το πιο δύσκολο κομμάτι όμως ήταν να κάνει τον Τόνι να τον συμπαθήσει κερδίζοντας την αγάπη του. Στην αρχή τα πήγαιναν πολύ δύσκολα μεταξύ τους, μα η επιμονή του τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. Οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν και μέρα με τη μέρα ο δεσμός τους γινόταν όλο και πιο δυνατός. Τώρα είχαν γίνει αχώριστοι και αισθάνονταν απαραίτητη ο ένας την παρουσία του άλλου.


-«Λοιπόν, μπαμπά…»
ρώτησε ο Τόνι τον πατέρα του που καθόταν σκυθρωπός στην πολυθρόνα του σαλονιού με σκυμμένο το κεφάλι. Για τον Τόνι ήταν μόνο χρωματιστά χαρτιά, άψυχα και χωρίς σημασία, μα για τον Άλμπερτ ήταν τα τελευταία τους χρήματα που είχαν για να περάσουν. Ο Άλμπερτ δεν φάνηκε να δίνει σημασία στον Τόνι που έδειχνε να περιμένει με αγωνία μία απάντηση. «Μπαμπά…» επανέλαβε.O Άλμπερτ ήταν ένας νέος άντρας, γύρω στα σαράντα, που είχε ζήσει τη ζωή του. Αυτό φαινόταν στον τρόπο του, μα και από όσα λέγονταν για εκείνον. Βέβαια οι παλιές εποχές που είχε κάποιο κύρος, ένα κοινωνικό status, είχαν περάσει. Αυτήν τη περίοδο της ζωής βίωνε ένα στάδιο προσαρμογής. Είχε χωρίσει μόλις ένα χρόνο με την γυναίκα του και είχε χάσει τη δουλειά του. Μα σα να μην έφταναν όλα αυτά, έπρεπε να φροντίζει και τον μικρό του γιο, Τόνι, που μόλις είχε μπει στα εφτά. Στην αρχή δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις. Η περίοδος προσαρμογής ήταν πολύ δύσκολη. Ο Τόνι αναζητούσε τη μητέρα του, την Κάρολ, καθώς αυτή ήταν το στήριγμά σε όλες του τις δυσκολίες· στα πρώτα του βήματα, στις πρώτες του λέξεις, σε όλα εκείνα που θα έπρεπε και θα ήθελε να ήταν κάθε πατέρας. Μα ο Άλμπερτ ήταν πάντα απασχολημένος με τη δουλειά φορτώνοντας όλες τις ευθύνες στη σύζυγό του. «Υποκριθείτε πως είμαι ακόμη στην δουλειά…» ήταν το σλόγκαν του μόλις έμπαινε στο σπίτι. «Δεν είμαι εδώ… κάντε πως δεν με βλέπετε…» ή «απουσιάζω…» ήταν μερικές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσε. Αυτή η φαινομενική του αδιαφορία, ήταν η αιτία να προκαλούνται αρκετοί καυγάδες μεταξύ τους. Τις περισσότερες φορές οι τόνοι ανέβαιναν. Άσκημα πρότυπα για τον μικρό Τόνι που έτρεχε κρατώντας τα αυτιά του και κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι τραγουδώντας για να μην ακούει τις προστριβές τους. Η Κάρολ μία μέρα δεν άντεξε άλλο και τους εγκατέλειψε αφήνοντας πίσω της μόνο ένα σημείωμα. «Πάω να βρω τον εαυτό μου…» έγραφε και δίπλα από το μελάνι το χαρτί ήταν υγρό. Ο Άλμπερτ πλησίασε το χαρτί στη μύτη του για να το μυρίσει. Ήταν σίγουρος πως ήταν δάκρυα και δεν έκανε λάθος. Ήξερε πως έφταιγαν και οι δύο, κάποιος περισσότερο, κάποιος λιγότερο, μα σίγουρα έφταιγε κι αυτός. Τουλάχιστον αυτό το παραδεχόταν. Πόσο θα ήθελε να είχε την ψυχική δύναμη να μπορέσει να προσφέρει περισσότερα στην οικογένειά του. Αυτό το πλήρωνε για αρκετό καιρό μετά τον χωρισμό τους. Το πιο δύσκολο κομμάτι όμως ήταν να κάνει τον Τόνι να τον συμπαθήσει κερδίζοντας την αγάπη του. Στην αρχή τα πήγαιναν πολύ δύσκολα μεταξύ τους, μα η επιμονή του τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. Οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν και μέρα με τη μέρα ο δεσμός τους γινόταν όλο και πιο δυνατός. Τώρα είχαν γίνει αχώριστοι και αισθάνονταν απαραίτητη ο ένας την παρουσία του άλλου.

          -«Έεε…» έκανε ξαφνιασμένος και γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του.

          -«Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου. Το ξέχασες…;» τον ρώτησε αγνοώντας όλα εκείνα που ταλαιπωρούσαν τις σκέψεις του πατέρα του. Ήταν ακόμη τόσο μικρός και δεν έπρεπε να τον απασχολούν τέτοια θέματα. Σαν παιδί είχε δικαιώματα και αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο Άλμπερτ που τόσο καιρό είχε φροντίσει να μην του λείψει τίποτα. Όμως κάποια στιγμή η βρύση στερεύει και τότε έρχεται η ώρα για αλλαγές.

          -«Έλα εδώ μικρούλη μου…» είπε εύθυμα και τον πήρε αγκαλιά κρύβοντας καλά τα προβλήματά τους. «Μα και βέβαια δεν σε ξέχασα μικρέ μου πρίγκιπα…» ο τόνος του ξεγελούσε ακόμη και κριτικούς κινηματογράφου. «Σήμερα είναι τα γενέθλιά σου και θα πάρεις το ομορφότερο δώρο που έχεις πάρει ποτέ σου…»

          -«Ναι!!!» ξεφώνησε με χαρά ο Τόνι χώνοντας ακόμη πιο βαθιά στην καρδιά την λεπίδα της ανέχειας.

          Όσην ώρα κρατούσε τον γιο του στα χέρια του με μία κλεφτή ματιά μέτρησε τα τελευταία του χρήματα που ξεκουράζονταν πάνω στο τραπέζι. Ήταν μόνο τριάντα ευρώ και μερικά ψιλά που κουδούνιζαν μέσα στον κουμπαρά. Πρέπει να ήταν ακόμη πέντε. Σύνολο τριάντα πέντε ευρώ για να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους αν δεν κατάφερνε να βρει επιτέλους μία εργασία της προκοπής. Από τότε που είχε απολυθεί έκανε μόνο δουλειές του ποδαριού. Μοίραζε κάνα φυλλάδιο, όποτε υπήρχε ανάγκη, πήγαινε τα σκυλιά των γειτόνων καμιά βόλτα, έναντι αδρής αμοιβής, ή κούρευε κάνα γκαζόν. Οι εποχές ήταν δύσκολες και η κρίση δεν του άφηνε περιθώρια για κάτι καλύτερο. Όσα βιογραφικά κι αν είχε στείλει δεν πήρε ποτέ απάντηση. Όσες πόρτες κι αν χτύπησε, τις βρήκε όλες κλειστές. Οι φίλοι, του γύρισαν την πλάτη και ο σπιτονοικοκύρης του έκοψε την καλημέρα μόλις έμαθε πως έμεινε άνεργος. Ίσως να φοβόταν πως θα έπρεπε να δείξει ανθρωπιά χαρίζοντάς του ένα ή δύο νοίκια σαν συμπαράσταση. Έτσι ο Άλμπερτ πάλευε με όλες του τις δυνάμεις, μα δυστυχώς το σύμπαν δεν συνωμοτούσε υπέρ του, όσο κι αν το ήθελε. Μέρα με τη μέρα έβλεπε τον οικογενειακό προϋπολογισμό να τινάζεται στον αέρα.

          Εκείνο το βράδυ περπατούσε σκεφτικός με τα χέρια στις τσέπες κοιτάζοντας χωρίς νόημα δεξιά κι αριστερά στους δρόμους. Κοίταζε κάτω μήπως και βρει ακόμη και τίποτα παραπεταμένα ψιλά. Ποτέ του δεν ντράπηκε να σκύψει για να σηκώσει ακόμη κι ένα λεπτό, πόσο μάλλον τώρα. Περνούσε έξω από τις βιτρίνες που ήταν γεμάτες με παιχνίδια και σκεφτόταν πως ήθελε να πάρει κάτι μικρό, συμβολικό έστω, για τα γενέθλια του Τόνι. Μα όλα τα παιχνίδια κόστιζαν πάνω από δέκα ευρώ. Μέσα έβλεπε οικογένειες να ψωνίζουν με χαμόγελα λες και δεν τους είχε αγγίξει η κρίση. Αναρωτιόταν τι είχε κάνει και του άξιζαν όλα αυτά. Ποιο λάθος τον οδήγησε ως εδώ. Μα δεν μπορούσε να βρει απάντηση. Λίγα μέτρα αργότερα στεκόταν έξω από μία πιτσαρία. Το τζάμι της ήταν ζεστό καθώς οι φούρνοι έψηναν αχνιστό μυρωδάτο ζυμάρι. Η κοιλιά του γουργούρισε. Έβαλε τα χέρα στις τσέπες. Σοκαρίστηκε όταν συνειδητοποίησε πως η αριστερή ήταν τρύπια. Οι μισές του οικονομίες έκαναν φτερά χωρίς να το καταλάβει καν. Αυτό κι αν ήταν ειρωνεία. Αμέσως έκανε το δρόμο που είχε ακολουθήσει προς τα πίσω ψάχνοντας εξονυχιστικά σαν ντετέκτιβ με μεγεθυντικό φακό. Οι έρευνες δεν στέφθηκαν με επιτυχία ώσπου έφτασε και πάλι έξω από την πιτσαρία. Σα μικρό παιδί που στέκεται έξω από βιτρίνα παιχνιδιών χάζευε το φαγητό που σερβιρόταν στους πελάτες. Στη δεξιά του τσέπη είχαν ξεμείνει τα μισά από όλες του τις οικονομίες. Τα έβγαλε και τα μέτρησε. Μόλις δεκαεφτά ευρώ φώλιαζαν μέσα στις παλάμες του. Ξεφύσησε γεμάτος απογοήτευση. Ευχόταν να πεθάνει μα αυτό δεν θα ήταν λύση για κανέναν. Ο Τόνι χρειαζόταν ακόμη τον πατέρα του όπως και ένα παιχνίδι για τα γενέθλιά του.

          Στον αντικατοπτρισμό της τζαμαρίας φάνηκε ένα μικρό σκοτεινό σοκάκι ακριβώς πίσω από την πλάτη του. Μία περίεργη αίσθηση, σαν γάτα που ανατριχιάζει, έκανε το κορμί του να ριγήσει. Ένα μούδιασμα που ξεκινούσε από το σβέρκο και κατέληγε μέχρι τη μέση τον έκανε να γυρίσει προς τα εκεί. Μία πάχνη πλανιόταν στον αέρα κόντρα στο ρεύμα του ανέμου. Στο βάθος του στενού ήταν στερεωμένη μία μισοριγμένη ξύλινη ταμπέλα που δεν θυμόταν να είχε δει ποτέ. Είχε περάσει πολλές φορές από εκεί και ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε όχι μόνο η ταμπέλα, αλλά και το ίδιο το μαγαζί κάτω από την γκρεμισμένη επιγραφή. Το στομάχι του άρχισε να γουργουρίζει υπενθυμίζοντάς του πως ο μικρός Τόνι είχε μείνει μόνος στο σπίτι και μάλλον κι εκείνος θα είχε την ίδια πείνα με αυτόν. Κι όμως… ένιωσε πως δεν μπορούσε να αντισταθεί. Μία ανεξήγητη ορμή τον καθοδηγούσε να εξερευνήσει αυτό το μέρος. Έβαλε τα χρήματα ξανά στην τσέπη του, αφού βεβαιώθηκε πως δεν τα έβαλε στη σκισμένη, και γύρισε προς το στενό σοκάκι. Όσο το πλησίαζε ένιωθε έναν πρωτόγνωρο ηλεκτρισμό στο κορμί του. Λίγα βήματα αργότερα έφτασε σχεδόν μπροστά στη βιτρίνα. Ήταν μία παλιά σκονισμένη με φαινομενικά άχρηστα αντικείμενα. Ναι, ήταν ένα παλαιοπωλείο, αν μπορούσε να διακρίνει σωστά όλα εκείνα που για τους περισσότερους έμοιαζαν αδιάφορα. Πού ξέρεις…; σκέφτηκε. Ίσως εδώ μπορέσω να βρω κάτι πραγματικά φτηνό να πάρω για τα γενέθλια του Τόνι…

          Αφού κοίταξε για αρκετή ώρα αποφάσισε να σπρώξει την πόρτα και να μπει. Η πόρτα ακούστηκε να τρίζει λες και είχε να ανοίξει χρόνια ολόκληρα. Ήταν ένα μικρό μαγαζί φωτισμένο με πολλά κεριά. Προχώρησε λίγο πιο μπροστά ώστε να κλείσει την πόρτα πίσω του. Κοίταξε τριγύρω μα δεν είδε κανέναν πωλητή. Κοίταξε την τζαμαρία και είδε τις πρώτες ακτίνες του φεγγαριού να μπαίνουν στη βιτρίνα. «Είναι κανείς εδώ…;» ρώτησε χωρίς να είναι σίγουρος αν θέλει στ’ αλήθεια να πάρει απάντηση. Αυτό το μέρος του προκαλούσε ανατριχίλα. Τα κεριά πρόσδιδαν μαγική και ζεστή ατμόσφαιρα, ίσως και λίγο φιλόξενη, μα ένα ψυχρό ρεύμα που έμπαινε από κάπου είχε την δική του άποψη. Ίσως σε αυτό το μέρος το καλό και το κακό να συνυπάρχουν… σκέφτηκε και προχώρησε λίγο πιο μέσα ώσπου σταμάτησε μπροστά από μία μεγάλη βιβλιοθήκη. Στα ράφια της υπήρχαν στοιβαγμένα βιβλία που από την όψη τους φαίνονταν παμπάλαια. Τα περισσότερα είχαν λεπτό ξύλινο εξώφυλλο που είχε φθαρεί στις άκρες φανερώνοντας τα κιτρινισμένα φύλλα. Χμ… χαμογέλασε. Θυμήθηκε που στα νιάτα του έλεγε στην Κάρολ, την γυναίκα του, πως τα βιβλία αξίζουν μόνο για προσάναμμα. Πώς άλλαξαν έτσι οι εποχές!; σκέφτηκε. Δεν ήταν λίγα τα βράδια που κάποιο βιβλίο μετά τον χωρισμό του με την Κάρολ του κρατούσε συντροφιά μέχρι να βαρύνουν τα βλέφαρα και να χαθεί στον κόσμο των ονείρων. Μέσα από τη βιβλιοθήκη είδε ένα άνοιγμα που έβλεπε σε μία κλειστή μαύρη κουρτίνα. Ήταν πολύ περίεργος από τη φύση του κι έτσι υπέκυψε στον πειρασμό να ανακαλύψει τι μπορεί να βρισκόταν από πίσω. Μόλις έφτασε μπροστά της άπλωσε το χέρι του και παραμέρισε το ένα φύλλο. Ήταν μία αποθήκη, όπως κατάλαβε, στην οποία ο ιδιοκτήτης είχε στοιβάξει όλα εκείνα που ετοιμαζόταν να ξεφορτωθεί. Μέσα υπήρχαν δύο, ξεσκισμένες στην ταπετσαρία τους, πολυθρόνες που πάνω τους ήταν πεταγμένες καμιά δεκαριά ξύλινες κούκλες. Ήταν όμως πλέον ακατάλληλες για μικρά παιδιά. Οι περισσότερες ήταν καμένες, ξεμαλλιασμένες, με βγαλμένα χέρια και πόδια και άλλες χωρίς μάτια. Πραγματικός εφιάλτης. Πάνω στον τοίχο ήταν κρεμασμένα πορτρέτα τα οποία όλα είχαν μαύρα μουτζουρωμένα πρόσωπα και κορνίζες από μισοσπασμένους καθρέπτες. Τώρα είχε πραγματικά ανατριχιάσει και η ιδέα της φυγής του έμοιαζε πολύ καλή. Μόλις έκανε μεταβολή και βγήκε από την αποθήκη έπεσε πάνω σε μία υδρόγειο σφαίρα-τραπέζι που πάνω της είχε πολλά άδεια μπουκάλια κλεισμένα με κέρινες σφραγίδες. Έπιασε ένα στο χέρι του και το περιεργάστηκε. «Πραγματικά είναι άδειο…» ψιθύρισε.

          -«Έτσι νομίζεις…» ακούστηκε μία γέρικη φωνή στο βάθος.

          Ο Άλμπερτ το άφησε αμέσως κάτω και κατευθύνθηκε στον γέροντα. «Λυπάμαι αν σας τρόμαξα…» είπε δειλά. «Μπήκα λίγα λεπτά πριν και φώναξα μα δεν μου απαντήσατε. Έτσι είπα να ρίξω μία ματιά…»

          -«Και την έριξες…;» τον διέκοψε σχεδόν με αγένεια.

          -«Εεε… ναι…» είπε αμήχανα ο Άλμπερτ.

          -«Ώρα να πηγαίνεις λοιπόν…»

          -«Μα…»

          -«Πριν δεις κάτι που να σου αρέσει…» συνέχισε να λέει ο γέροντας ενώ τακτοποιούσε πράγματα.

          -«Ξέρετε… έλεγα να ρίξω ακόμη μία ματιά…» ο Άλμπερτ είδε ήδη θυμώσει. Ποτέ δεν τον είχαν διώξει από μαγαζί και αυτή δεν θα ήταν η πρώτη φορά.

          -«Πώς με βρήκες…;» ρώτησε ο γέρος μα δεν πήρε απάντηση. Ο Άλμπερτ βρισκόταν πάλι στην βιβλιοθήκη και χάζευε τα βιβλία. Ακουμπούσε με το δάχτυλο αφήνοντας βαθιά αυλάκια από σκόνη πάνω στα ράφια. «Φύγε νεαρέ…» είπε πιο έντονα ο ηλικιωμένος ενώ παρέμεινε σκυμμένος να φτιάχνει τα πράγματά του μέσα σε ένα ντουλάπι. Τίποτα δεν είναι για πούλημα σε αυτό το μαγαζί…»

          -«Και γιατί παρακαλώ…;» ρώτησε ξαφνιασμένος, αυθόρμητα και δυνατά ο Άλμπερτ που ήταν αποφασισμένος να μην το αφήσει αυτό να περάσει έτσι. Ο γέροντας σταμάτησε με χαρακτηριστικό τρόπο λες και δεν περίμενε την αντίδραση του νεαρότερου, από εκείνον, άντρα. Κάτι μουρμούρισε μα δεν ακούστηκε καθαρά τι. Με αρκετή δυσκολία σηκώθηκε πιάνοντας τη μέση του. Ένα δυνατό κλακ ακούστηκε μέσα από το κορμί του και πλησίασε αργά και ύποπτα τον Άλμπερτ.

          -«Θέλεις στ’ αλήθεια να μάθεις γιατί;» τον ρώτησε με περίσσια σοβαρότητα. Ο Άλμπερτ για μία στιγμή κόλλησε. Δεν περίμενε την αντίδρασή του. «Θα σου πω λοιπόν το γιατί…» συνέχισε να λέει και του έπιασε ελαφρά τον ώμο. «Αυτό δεν είναι ένα μαγαζί που πουλάει αντίκες, ένα παλαιοπωλείο όπως νομίζεις. Όλα αυτά που βλέπεις εδώ μέσα δεν είναι σκουπίδια έτοιμα για πέταμα. Ό,τι βρίσκεται μέσα σε αυτό το βρώμικο μέρος είναι καταραμένο σαν κι εμένα που είμαι καταδικασμένος να τα φυλάω. Τίποτα δεν μπορεί να δοθεί έναντι κάποιου αντικρίσματος. Εκτός κι αν θελήσω εγώ να χαρίσω κάτι· και πίστεψέ με… θα έπρεπε να με ευχαριστείς που δεν το κάνω…» Ο Άλμπερτ τον κοίταζε με απορία. Νόμιζε πως ο γέρος έλεγε ασυναρτησίες για να τον διώξει, μα είχε ύφος σοβαρό.

          -«Τα πάντα πουλιούνται και τα πάντα αγοράζονται.» είπε με τόνο.

          -«Όχι αυτά…»

          -«Και γιατί, παρακαλώ…;»

          -«Γιατί αυτά τα αντικείμενα δεν επιστρέφονται…»

          -«Τι εννοείς δεν επιστρέφονται;»

          -«Ακόμη κι αν το ήθελες, δεν θα μπορούσες να τα φέρεις πίσω γιατί δεν το επιτρέπουν τα ίδια τα αντικείμενα να επιστραφούν.»

          -«Χμ… έτσι κι αλλιώς σαβούρες είναι όλα. Ακόμη κι αν είχα χρήματα πάνω μου δεν θα αγόραζα κάτι από εσένα γέρο…» ο Άλμπερτ ήταν πλέον σίγουρος πως του είχε σαλέψει του γέρου από την πολλή κλεισούρα και μοναξιά.

          -«Χαίρομαι για αυτό… μικρέ. Χαίρομαι πραγματικά…» η φωνή του ηλικιωμένου ήταν σπαστή και για κάποιο λόγο τρόμαζε τον Άλμπερτ που ήθελε να φανεί δυνατός. Ο γέρος έστριψε το κεφάλι του κοιτώντας πάλι το ντουλάπι που ήταν λίγη ώρα πριν χωμένος μέσα. «Μέχρι να γυρίσω σε παρακαλώ, να έχεις φύγει…» είπε στο τέλος ο γέρος και κατέβηκε τα σκαλιά για να πάει να χωθεί και πάλι μέσα σε αυτό το ντουλάπι. Ο Άλμπερτ έκανε γκριμάτσες όσην ώρα του μιλούσε ο άγνωστος γέρος επαναλαμβάνοντας τα λόγια του. Μόλις ο ηλικιωμένος χώθηκε ξανά στο ντουλάπι ο Άλμπερτ περπάτησε γύρω από την κεντρική βιβλιοθήκη χαζεύοντας τα βιβλία που είχε δει λίγα λεπτά πριν. Όλα ήταν σκονισμένα και παλιά. Τα εξώφυλλα ξεθωριασμένα και οι περισσότερες γωνίες τους σκισμένες. Μέσα σε όλη αυτή την οριζόντια στοίβα ένα βιβλίο με δερμάτινο εξώφυλλο ήταν τραβηγμένο λίγο πιο έξω από τα υπόλοιπα. Του τράβηξε την προσοχή. Ένιωσε πως αυτό το βιβλίο ήταν ο λόγος για τον οποίο βρισκόταν εκεί αυτό το βράδυ. Του έμοιαζε τόσο διαφορετικό που άπλωσε το χέρι του για να το πιάσει. Για μία στιγμή κοκάλωσε καθώς άκουσε τον γέροντα να σαλεύει. Δεν έδωσε όμως περαιτέρω σημασία και έπιασε το σκληρό σώμα. Ήταν και rouzalkaαυτό πολύ σκονισμένο και πάνω του έμειναν τα σημάδια από τα δάκτυλά του. Το στερέωσε πάνω στην αριστερή του παλάμη και με το δεξί του χέρι έτριψε, σα να ήταν κάποιο μαγικό λυχνάρι, την πυκνή σκόνη που είχε κάτσει πάνω στο εξώφυλλο φυσώντας παράλληλα με το στόμα. Τότε μία λέξη εμφανίστηκε πάνω στο δερματόδετο βιβλίο λες και χαραζόταν εκείνη τη στιγμή με φωτιά την ώρα που έντρομος ο Άλμπερτ θα ορκιζόταν πως το βιβλίο εισέπνευσε τον αέρα που του φύσηξε κάνοντας το εσωτερικό του βιβλίου να συστέλλεται και να διαστέλλεται όπως ακριβώς οι πνεύμονες.

Το βιβλίο τον θάμπωσε κάνοντάς τον να νιώθει πως έπρεπε να γίνει δικό του. Τα φώτα της πιτσαρίας από το απέναντι πεζοδρόμιο φώτισαν το υγρό σοκάκι θυμίζοντάς του το σκοπό της βόλτας του, φαγητό και δώρο για τον Τόνι. Κοίταξε το ρολόι και είχαν περάσει ήδη δύο ώρες χωρίς να καταλάβει τίποτα. Ίσως λοιπόν θα μπορούσε να τα αποκτήσει και τα δύο στην τιμή του ενός. Δεν ήταν ανάγκη όμως να το μάθει κανείς. Έτσι θα ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Άλλωστε ο φωνακλάς γέρος ήταν πολύ απασχολημένος για να το αντιληφθεί. Ήταν ώρα για δράση λοιπόν. Κοίταξε επιφυλακτικά τριγύρω και αφού βεβαιώθηκε πως ο γέρος ήταν ακόμη σκυμμένος άνοιξε το μπουφάν του χώνοντας το βιβλίο μέσα. Το έσφιξε με τον αγκώνα, για να μην πέσει κάτω, και κατευθύνθηκε στην πόρτα. Εκεί σταμάτησε για μία στιγμή και κοίταξε τον μαγαζάτορα. Δεν είχε συνηθίσει να κλέβει και τα λόγια του γέροντα τον αποθάρρυναν ακόμη πιο πολύ, μα μία ανεξήγητη δύναμη τον ωθούσε να το κάνει.

          -«Μην ξανάρθεις σε παρακαλώ…» άκουσε τον γέροντα να του λέει.

          -«Δεν πρόκειται…» ψιθύρισε και γύρισε την πλάτη του για να βγει από το παλαιοπωλείο.

          Μα κι ο ηλικιωμένος ψιθύρισε όταν έμεινε μονάχος αφού ο Άλμπερτ κατευθυνόταν στο εστιατόριο, «Το εύχομαι καλέ μου φίλε, το εύχομαι…»

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 03/01/2015, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: