Ρουζάλκα (Μέρος 2ο)


Λίγη ώρα αργότερα και ενώ είχε νυχτώσει έφτασε στο σπίτι κρατώντας στα χέρια του ένα μεγάλο κουτί πίτσας. Μέσα περίμεναν δώδεκα ολόκληρα ζεστά κομμάτια έτοιμα να φαγωθούν προσφέροντας γαστριμαργική ηδονή στον ουρανίσκο τους. Η μυρωδιά, του είχε σπάσει τη μύτη κάνοντάς τον να φαντάζεται το λαχταριστό τυρί να τρέχει λιωμένο από τις άκρες των κομματιών. Τέρμα με τις φαντασιώσεις όμως. Μόλις στάθηκε μπροστά από την πόρτα έβαλε το χέρι του στην τσέπη για να πιάσει το κλειδί. «Ώχ…» αναφώνησε. Το κλειδί έκαιγε λες και κάποιος το είχε αφήσει πάνω στον φούρνο. Μα δεν ήταν το μόνο περίεργο. Ένα έντονο μούδιασμα ξεκινούσε από τον αριστερό του αγκώνα που κατέληγε μέσα στην καρδιά. Το άγχος… σκέφτηκε και ξεκλείδωσε την πόρτα. Μπαίνοντας μέσα αντίκρισε τον Τόνι να κοιμάται πάνω στον καναπέ. Ήταν κουρνιασμένος σε εμβρυική στάση κρατώντας την κοιλιά του· λογικά από την πείνα, υπέθεσε. Ξεφύσησε. Τον είχε απογοητεύσει για μία ακόμη φορά. Ποτέ του δεν είχε όμως τέτοιο σκοπό. Άραγε τι πρότυπο θα γινόταν για τον μικρό του γιο; Είχε έναν αποτυχημένο γάμο, ήταν χωρίς δουλειά και πλέον χωρίς καθόλου λεφτά. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, τον είχε αφήσει και νηστικό. Όλα αυτά τριγυρνούσαν μέσα στο κεφάλι του φτάνοντάς τον κοντά στην τρέλα αρκετές φορές. Πήγε δίπλα του και έκατσε στο προσκεφάλι του. Τον χάιδεψε στα μαλλιά και του έδωσε ένα φιλί. Ο μικρός Τόνι δεν μίλησε. Έσκυψε και τον πήρε αγκαλιά όσο πιο απαλά μπορούσε και τον κουβάλησε μέχρι το κρεβάτι του όπου και τον σκέπασε. Πατώντας στις μύτες των ποδιών βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε σιγά-σιγά την πόρτα. Αμέσως κατευθύνθηκε στο ψυγείο για να πάρει να πιει μία μπύρα. Το άδειο ψυγείο είχε μόνο μία μέσα. Την έβγαλε και ακουμπώντας τη στον πάγκο της κουζίνας πίεσε το πώμα με το χέρι και το καπάκι ξεκόλλησε. «Για να δούμε…» μονολόγησε κοιτώντας το βιβλίο. Η καρδιά του πετάριζε από αγωνία. Είχε ένα προαίσθημα πως αυτό το βιβλίο θα ήταν λογοτεχνικός σταθμός στη ζωή του. Το έπιασε στα χέρια του και έκατσε αναπαυτικά στον καναπέ. Ήπιε μία γουλιά αλκοόλ από το μπουκάλι και το ακούμπησε στο τραπεζάκι δίπλα του. Το βιβλίο το έβαλε ανάμεσα στα πόδια του και άνοιξε το δερμάτινο εξώφυλλο. Τα φύλλα είχαν κιτρινίσει αποκαλύπτοντας την ηλικία του. Οι πρώτες σειρές ξεκίναγαν όπως κάθε παραμύθι…

«Μία φορά και έναν καιρό…»

          Μόλις ξεστόμισε τις πρώτες λέξεις μία δόνηση που ολοένα και δυνάμωνε ταρακουνούσε το δωμάτιο. Το φωτιστικό άρχισε να ταλαντεύεται άτσαλα και το φως να τρεμοπαίζει. «Θεέ μου… σεισμός…» φώναξε αυθόρμητα κι εκείνη τη στιγμή το τράνταγμα σταμάτησε όσο ξαφνικά ήρθε. Αμέσως σηκώθηκε πετώντας το βιβλίο στην άκρη και έτρεξε προς το δωμάτιο του γιου του. Μόλις όμως μπήκε στον διάδρομο πάγωσε. Τα υπόλοιπα φωτιστικά που κρέμονταν από την οροφή στέκονταν ακίνητα χωρίς να πηγαινοέρχονται όπως αυτό της κουζίνας. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε απορημένος. Είχε αρχίσει να μπερδεύεται. Άναψε το φως του διαδρόμου για να βεβαιωθεί πως βλέπει καλά. Τα φωτιστικά κρέμονταν ακίνητα σε αντίθεση με αυτό της κουζίνας που κουνιόταν στο ταβάνι σαν εκκρεμές. Ξαφνικά το ίδιο μούδιασμα που ένιωσε λίγη ώρα πριν κατέληξε ως έντονο κάψιμο στην καρδιά. Αυτή τη φορά ήταν πολύ δυνατό. Σκέφτηκε να πάει σε κάποιον γιατρό, μα δεν είχε ούτε λεφτά, ούτε και ασφάλεια πια. Έτσι τον υπέμεινε για τα υπόλοιπα δέκα με δεκαπέντε λεπτά μέχρι να τον αφήσει πάλι στην ησυχία του. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τον Τονι, δεν ήθελε να τον ανησυχήσει χωρίς λόγο. Άλλωστε αν του έλεγε πως έκανε σεισμό μόνο σε ένα δωμάτιο, μάλλον ο Τόνι θα τον πέρναγε για τρελό. Αμέσως πήγε στην κουζίνα και έκατσε στον καναπέ. Έπιασε το τηλεχειριστήριο στα χέρια του και άναψε την τηλεόραση μήπως και κάποιο κανάλι έλεγε τίποτα για αυτό που μόλις βίωσε. Το ζάπινγκ δεν τον βοήθησε πουθενά. Έτσι έκλεισε την τηλεόραση και άφησε το κοντρόλ στην άκρη. Μετά σκέφτηκε μήπως ήταν τίποτα χαλασμένα υδραυλικά αυτά που προκάλεσαν την αναστάτωση. Σηκώθηκε ξανά και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Άνοιξε το φως και είδε πως η βρύσες ήταν ανοιχτές και έσταζαν. Κι όμως… θυμόταν πολύ καλά πως τις είχε κλείσει. Αμέσως τις έκλεισε και κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη. Ήταν πιο σκοτεινό. Μία μουντάδα κάλυπτε το πρόσωπό του. Ίσως να φταίει η λάμπα… σκέφτηκε και έστριψε για να βγει έξω. «Τίποτα κι εδώ…» ψιθύρισε και πήγε στο παράθυρο του σαλονιού. Το σήκωσε και κοίταξε τριγύρω. Καμία αναστάτωση από κανέναν. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τον καλύτερό του φίλο, τον Τζακ. Και φυσικά όπως το περίμενε, τον πέρασε για τρελό. «Σεισμός στο σπίτι σου…;» τον ρώτησε με έκπληξη. «Λυπάμαι… δεν ένιωσα κάτι…» η κουβέντα έληξε εκεί. Ο Άλμπερτ στάθηκε όρθιος μερικά λεπτά προσπαθώντας να συλλογιστεί αυτό που του συνέβη. Προτίμησε να πάψει να το σκέφτεται και έκατσε στον καναπέ. Η ματιά του έπεσε πάνω στο πεταμένο βιβλίο, «Χμ… εδώ είσαι εσύ…» είπε και έσκυψε να το πιάσει. Αμέσως το έβαλε ξανά πάνω στα πόδια του και άνοιξε το εξώφυλλο. Χωρίς συνέπειες αυτή τη φορά. «Για να δούμε λοιπόν… μία φορά και έναν καιρό…» άρχισε να διαβάζει το βιβλίο αργά δημιουργώντας εικόνες στο μυαλό του με κάθε του λέξη. Προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε πως το βιβλίο μιλούσε για έναν πατέρα σαράντα ετών χωρισμένο, που είχε μείνει λίγο περισσότερο από έναν χρόνο, χωρίς δουλειά. Οι ομοιότητες ήταν τόσο πολλές που του κέντρισε το ενδιαφέρον. Ακόμη κι ο γιος του ήρωα ήταν εφτά χρονών. «Δεν το πιστεύω. Είναι λες και αυτό το βιβλίο περιγράφει τη ζωή μου…» ο Άλμπερτ είχε συγκλονιστεί, μα οι τρίχες του τινάχτηκαν, λίγο αργότερα, λες και ακουμπούσε απογυμνωμένο ηλεκτρικό καλώδιο όταν ο ήρωας του βιβλίου καθόταν στον αναπαυτικό καναπέ του σπιτιού του διαβάζοντας ένα βιβλίο και η ηρεμία του χάλασε από έντονη μουσική που ακούστηκε να έρχεται από τον δρόμο. Highway to hellήταν η μελωδία που αναστάτωσε τον πρωταγωνιστή. «Αυτό δεν το πέτυχε…» είπε αυθόρμητα ο Άλμπερτ. Το παράθυρο όμως ήταν ακόμη ανοικτό και ένα ψυχρό ρεύμα τον έκανε να ριγήσει. Αμέσως άφησε το βιβλίο κάτω και πήγε στο παράθυρο που ήταν σηκωμένο. Κοίταξε αδιάφορα, από συνήθεια περισσότερο, άλλη μία φορά κάτω χωρίς να περιμένει να δει κάτι συγκεκριμένο. Μα έκπληκτος αντίκρισε ένα αυτοκίνητο να διασχίζει τη λεωφόρο από κάτω του έχοντας στη διαπασών το ηχοσύστημα. Highway to hell…” έπαιζε ασταμάτητα και τραγουδούσε εκστασιασμένος ο νεαρός οδηγός κάνοντας τους περαστικούς να τον βλαστημούν. Είχε μείνει άφωνος και κοιτούσε σαν χαζός. Τραβήχτηκε λίγο πιο μέσα, κρατώντας με τα χέρια το παράθυρο που ετοιμαζόταν να κατεβάσει, γεμάτος σκέψεις. Η ματιά του έπεσε πάνω στο τζάμι. Ένα είδωλο στεκόταν ακριβώς πίσω του. Μία λευκοφορεμένη φιγούρα σε μέγεθος μικρού κοριτσιού με κατάμαυρα μαλλιά ριγμένα μπροστά από το πρόσωπό της. Τρόμαξε, το αίμα του πάγωσε στις φλέβες και ένιωσε το κεφάλι του να μουδιάζει. Γύρισε απότομα μα δεν ήταν κανείς. Ο ήχος του κουρδιστού ρολογιού τράβηξε την προσοχή του όταν χτύπησε ακριβώς στις δώδεκα. «Αποκλείεται… πώς πέρασε τόσο γρήγορα η ώρα…;» ήταν πολύ αναστατωμένος από αυτό που νόμιζε πως μόλις είδε. «Αρκετά για σήμερα…» είπε για να το ακούσει αυτός ο ίδιος και πήγε στον καναπέ κλείνοντας το βιβλίο και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρά του.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η άλλη μέρα το πρωί έφτασε. Δεν είχε κοιμηθεί καλά και είχε έναν έντονο πονοκέφαλο· ημικρανία συγκεκριμένα. Όλο το βράδυ σκεφτόταν το βιβλίο. Είχε αρχίσει να το φοβάται σκεφτόμενος τα λόγια του γέροντα που του απαγόρευσε να πάρει οτιδήποτε από εκεί μέσα. Ο Τόνι είχε ήδη σηκωθεί και είχε ανοίξει την τηλεόραση βλέποντας παιδικά. Λίγα λεπτά αργότερα ακολούθησε και ο Άλμπερτ. Η πίτσα περίμενε, πλέον παγωμένη, πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Και οι δύο έπεσαν με τα μούτρα μέχρι να φτάσει η ώρα που ο Τόνι θα πήγαινε στο σχολείο. Ο Άλμπερτ τον πήγε με το αυτοκίνητό του όπως κάθε πρωί. Καθ’ όλη την διαδρομή σκεφτόταν το βιβλίο. Οι σκέψεις του έτρωγαν το μυαλό όπως η φαγούρα στην παλάμη όταν πρόκειται να πάρεις λεφτά. Ο μικρός Τόνι προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα μα ο Άλμπερτ απαντούσε με ένα τυπικό «ναι» ή «όχι». Αφού άφησε τον γιο του στο σχολείο έφτασε στο σπίτι. Τη σημερινή μέρα δεν είχε όρεξη να βγει να ψάξει για δουλειά, παρόλο που πλησίαζε η ημερομηνία που θα έπρεπε να καταβάλλει στον ιδιοκτήτη το ενοίκιο του μήνα. Αντιθέτως έκατσε στον καναπέ που καθόταν χτες το βράδυ και έπιασε πάνω από τα μαξιλάρια το βιβλίο που ένιωθε να τον καλεί με έναν ανεξήγητο τρόπο. Στην αρχή το ξεφύλλισε κοιτάζοντας τις εικόνες. Ήταν θολές και δεν έβγαζαν νόημα όπως και τα γράμματα. Έτσι γύρισε στο σημείο από το οποίο το είχε αφήσει. Η γραφή και τα γεγονότα ήταν καθηλωτικά, ίσως γιατί ο ήρωας του βιβλίου έμοιαζε τόσο πολύ με αυτόν. Οι ώρες περνούσαν και ο Άλμπερτ είχε απορροφηθεί σε σημείο να μην ακούει ούτε το κουδούνι, αλλά ούτε την εξώπορτα που χτυπούσε, μάλλον ήταν ο ιδιοκτήτης θέλοντας να του θυμίσει πως σε λίγες μέρες πρέπει να καταβάλει το νοίκι, μιας και ο Άλμπερτ είχε πολλή αδύναμη μνήμη όπως είχε αποδειχτεί. Το χειλάκι του χαμογέλασε λίγο όταν ο ήρωας του βιβλίου από την μιζέρια που ήταν βουτηγμένος άλλαξε άρδην όταν καλά πράγματα άρχισαν να του συμβαίνουν αρχής γενομένης από ένα τυχαίο τηλεφώνημα που έδωσε το έναυσμα για μία καλύτερη ζωή…

          Ντρρριιιννν… άρχισε να κουδουνίζει το σταθερό τηλέφωνο που βρισκόταν στο τραπεζάκι ακριβώς δίπλα του.

          Ντρρριιιννν… συνέχισε κάνοντας το κεφάλι του να γυρίζει προς τα εκεί. Είχε αρχίσει πλέον να πιστεύει πως κάποιος του έκανε πλάκα. Πώς θα μπορούσε ό,τι διάβαζε μέσα σε αυτό το βιβλίο να του συμβαίνει στην πραγματικότητα; Είχε αρχίσει να γίνεται πρωταγωνιστής σε ένα ωραίο παραμύθι και ήθελε να δει πώς θα εξελιχτεί. Έτσι πήρε μία βαθιά ανάσα και σήκωσε το ακουστικό.

          -«Παρακαλώ!» απάντησε ελπίζοντας πως εκτός από όλα τα υπόλοιπα το βιβλίο είχε προβλέψει και την επαγγελματική πρόταση.

          -«Παρακαλώ…» ακούστηκε μία χοντρή φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. «Θα μπορούσα να μιλήσω με τον κύριο Άλμπερτ Ρος;»

          -«Ναι… βεβαίως…!» είπε με ενθουσιασμό. «Εγώ είμαι. Εσείς ποιος είστε;»

          -«Γεια σας κύριε Ρος! Ονομάζομαι Φιλ Κόλλινς. Σας τηλεφωνώ για να σας ενημερώσω πως η θέση για την οποία στείλατε το βιογραφικό σας είναι πλέον διαθέσιμη.»

          -«Ορίστε…;!» ρώτησε αυθόρμητα.

          -«Η θέση του προϊσταμένου τμήματος είναι πλέον διαθέσιμη και έχετε επιλεγεί ανάμεσα από ογδόντα άτομα καθώς πληρείται όλες τις προϋποθέσεις που ζητούσαμε.»

          -«Μάλιστα…» είπε σχεδόν άφωνος.

          -«Πιστεύω να ενδιαφέρεστε ακόμη για την θέση κύριε Άλμπερτ…»

          -«ΝΑΙ!!!» φώναξε μα συνέχισε σε χαμηλότερους τόνους ώστε να μην δείξει απεγνωσμένος. «Μα ναι… βεβαίως και ενδιαφέρομαι ακόμη…»

          -«Πολύ καλά λοιπόν… σας περιμένουμε αύριο στις 1700 στα γραφεία μας για να μιλήσουμε από κοντά για τις λεπτομέρειες των καθηκόντων σας.»

          -«Αύριο, λοιπόν, θα είμαι εκεί στις 1700 ακριβώς!!!»

          Το τηλέφωνο έκλεισε και αυτός αισθανόταν την ψυχή του να βράζει από ευχαρίστηση. Δεν ήξερε πού να το αποδώσει, στον Θεό; Στην τύχη; Μα όχι. Ήξερε πού… το κρατούσε στα χέρια του. Σε αυτό το μαγικό βιβλίο οφείλονταν όλα. Σε αυτό το βιβλίο που εκείνος ο τρελόγερος δεν ήθελε να του δώσει. «Το ήθελες για τον εαυτό σου και μόνο, ε…;» είπε γελώντας και έκλεισε το βιβλίο, δίνοντας ένα φιλί στο εξώφυλλο, για να πάει να πάρει τον Τόνι από το σχολείο.

          Την επόμενη μέρα ο Άλμπερτ γύρισε από την συνέντευξη όπου και του ανακοινώθηκε πως ξεκινούσε άμεσα καθώς η εταιρεία χρειαζόταν κάποιον με τα προσόντα του. Το φοβερό της υπόθεσης ήταν πως ο Άλμπερτ ουδέποτε είχε στείλει βιογραφικό σε αυτή την εταιρεία, αν και είχε δει την αγγελία της. Ήταν τόσα πολλά αυτά που ζητούσαν να έχει ο υποψήφιος που κάθε φορά την προσπέρναγε. Κι όμως… το βιβλίο του έδωσε την ευκαιρία. Και αυτή η ευκαιρία περιλάμβανε εταιρικό αυτοκίνητο, κινητό και πάνω απ’ όλα υψηλό μισθό. Γυρνώντας από τη συνάντηση πέρασε ποδαράτα έξω από το σοκάκι που είχε πάει πριν δύο μέρες για να ρίξει μία ματιά στο παλαιοπωλείο. Έξω από την πόρτα κρεμόταν μία ταμπέλα που έγραφε «Κλειστό». Ο Άλμπερτ όμως την αγνόησε και έσπρωξε την πόρτα για να μπει. Οι καμπανούλες στην πόρτα ήχησαν μελωδικά. Μέσα στην βιβλιοθήκη βρισκόταν ο γέρος που ενώ άκουσε τον θόρυβο δεν γύρισε καν.

          -«Είμαστε κλειστά…» φώναξε και συνέχισε τη δουλειά του. Ο Άλμπερτ δεν μίλησε και συνέχισε να περπατάει προς το μέρος του. «Δεν με άκουσες;» είπε με δυνατότερη φωνή ο γέρος. Ο Άλμπερτ ήθελε να μάθει ό,τι μπορούσε για αυτό το βιβλίο. Από πού ερχόταν, ποιος το έγραψε και το κυριότερο, πώς ήταν δυνατόν να ελέγχει τη ζωή του; Έπρεπε όμως να το κάνει διακριτικά έως αδιάφορα ώστε να μην φανεί πως το έχει αυτός. Έτσι δεν δείλιασε από την βροντερή του φωνή και συνέχισε. Τον πλησίασε και στάθηκε πίσω από την πλάτη του. Ο γέρος γύρισε και τον κοίταξε. Αμέσως τον θυμήθηκε. «Εσύ; Πάλι εσύ…»

          -«Ναι… είπα να περάσω μήπως και σταθώ πιο τυχερός αυτή τη φορά και μου πουλήσεις ένα βιβλίο που είδα προχτές.»

-«Σου είπα πως τίποτα από εδώ μέσα δεν είναι προς πώληση.»

          Ο Άλμπερτ έσκυψε το κεφάλι και έτριψε το πηγούνι του. Δεν ήξερε πώς να αρχίσει την κουβέντα. Τα μάτια του μαρτυρούσαν την αλήθεια. Ο γέρος είδε στη γλώσσα του σώματός του αυτό που φοβόταν πιο πολύ. Άπλωσε το δεξί του χέρι πάνω στον ώμο του Άλμπερτ και του είπε σα να τον παρακαλούσε.

          -«Από προχτές που έφυγες ψάχνω ένα βιβλίο… σε παρακαλώ… αν το έχεις εσύ, μην το διαβάσεις. Μην το ανοίξεις καν. Αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία να το φέρεις πίσω. Σε εκλιπαρώ.»

          -«Γιατί φοβάσαι τόσο πολύ…;»

          -«Αν ήξερες το ίδιο θα έκανες κι εσύ.»

          -«Δεν σε καταλαβαίνω…»

          -«Έχεις ακούσει που λένε πως μετά τη βροχή βγαίνει το ουράνιο τόξο;»

          -«Ναι… μα πού το πας…;»

          -«Σε αυτή την περίπτωση ισχύει το αντίθετο. Η βροχή θα βγει μετά το ουράνιο τόξο και δεν θα σταματήσει μέχρι να σε πνίξει.»

          -«Μην προσπαθείς να με τρομάξεις γέρο… όπως και να’ χει όμως… συνέχισε το ψάξιμο γιατί δεν το έχω εγώ το κωλοβιβλίο σου.» είπε μες τα νεύρα και βγήκε από το παλαιοπωλείο. Ένας δυνατός κεραυνός έσκισε τον ουρανό στα δύο φωτίζοντας μέχρι τον ορίζοντα τα θαυμαστά έργα του Κυρίου. Κι όμως μέχρι πριν λίγα λεπτά δεν είχε φανεί το παραμικρό δείγμα κακοκαιρίας.

          Ο Άλμπερτ γύρισε στο σπίτι γεμάτος νεύρα. Εκεί τον περίμενε ο Τόνι διαβάζοντας τα μαθήματά του. Κάποιες ζωγραφιές δηλαδή και μερικές λέξεις ορθογραφία. Μόλις μπήκε ο Τόνι έτρεξε στην αγκαλιά του. «Μη φοβάσαι αντράκλα μου…» τον σήκωσε στα χέρια του. «Ένας κεραυνός ήταν μόνο. Ευτυχώς που δεν ξεκίνησε μπόρα…»

          -«Ποια μπόρα μπαμπά; Ποιος κεραυνός;» ρώτησε ο μικρός που δεν έδειχνε να καταλαβαίνει. Ο Άλμπερτ μπερδεύτηκε. Τον άφησε χάμω και κάλεσε στο κινητό τον Τζακ.

          -«Ρε φίλε… είσαι καλά;» ρώτησε τον Άλμπερτ με φανερή ανησυχία. «Ούτε σεισμός έχει γίνει ούτε κάποιος κεραυνός τους τελευταίους δύο μήνες τουλάχιστον. Μήπως θέλεις να περάσω να τα πούμε από κοντά;»

          -«Όχι… σε ευχαριστώ πάντως. Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή…»

          -«Όπως νομ…» δεν πρόλαβε να τελειώσει ο Τζακ και ο Άλμπερτ του έκλεισε το τηλέφωνο.

          Το βράδυ έφτασε για τα καλά και ο Τόνι βρισκόταν ξανά στο κρεβάτι του. Ο Άλμπερτ καθόταν στον καναπέ κοιτάζοντας το βιβλίο που περίμενε πάνω στο τραπέζι. Προσπαθούσε να μην το πιάσει στα χέρια του, μα αυτό σαν ακατάπαυστη εξάρτηση τον καλούσε να κυλήσει στα ίδια μονοπάτια. Ήταν πολύ δύσκολο να δεχτεί πως κάποιος άλλος, ή μάλλον… κάτι άλλο θα μπορούσε να ελέγχει την ζωή του από εδώ και στο εξής. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν καθώς η περιέργεια όλο και μεγάλωνε ξεχειλίζοντας από μέσα του σαν χείμαρρος που διψούσε να μάθει τι του επιφύλασσαν οι επόμενες σελίδες της ζωής του. Έτσι ορμώντας κυριολεκτικά πάνω στο άψυχο βιβλίο, το έπιασε το έβαλε πάνω στα πόδια του και άρχισε να το διαβάζει από το σημείο που το είχε αφήσει. Ξεκίνησε την ανάγνωση και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του κάνοντάς τον να λάμπει ολόκληρος…

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 10/01/2015, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: