Ρουζάλκα (Μέρος 3ο)


Το επόμενο πρωινό ξύπνησε κι ενώ ο ήλιος ήταν κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα αυτός ένιωθε τις ακτίνες να του διαπερνούν το κορμί και να φτάνουν μέσα στην καρδιά του. Τα μάγουλά του ήταν κατακόκκινα μαρτυρώντας αυτά που έμελε να έρθουν. Πλέον ένιωθε πως η ζωή του είχε αποκτήσει νόημα. Είχε μία δουλειά με υψηλό μισθό και ένα λαμπρό μέλλον.

          Η επιτυχία όπως φάνηκε δεν άργησε να έρθει και κάθε φορά που περνούσε έξω από το παλαιοπωλείο κοιτούσε με αλαζονεία τον γέροντα που είχε ανακατώσει όλο το μαγαζί ψάχνοντας ακόμη το βιβλίο που ο Άλμπερτ είχε κλέψει.

          -«Αν ήταν τόσο σημαντικό, καλύτερα να μην άνοιγες ποτέ αυτή την τρύπα που αποκαλείς μαγαζί…» έτσι έλεγε κάθε φορά για να πνίξει εκείνη τη μικρή φωνή μέσα του, που του έλεγε πως αυτό που είχε κάνει ήταν αδίκημα, κλοπή. «Πήγαινες γυρεύοντας. Εσύ φταις…» και συνέχιζε να περπατάει βγαίνοντας τελείως έξω από το σοκάκι. Εκείνη τη μέρα όμως έπεσε πάνω σε μία γυναίκα αφού χτύπησαν οι ώμοι τους κατά λάθος. Φάνηκαν και οι δύο αδέξιοι. Μα αυτό δεν οδήγησε σε μία παρεξήγηση ή σε ένα τυπικό «συγγνώμη» όπως γίνεται συνήθως. Αυτό οδήγησε σε έναν κεραυνοβόλο έρωτα, σε μία σχέση γεμάτη πάθος, βυθίζοντας τον Άλμπερτ ακόμη πιο βαθιά στον λαμπερό κόσμο του βιβλίου που έγραφε «Ρουζάλκα» στο εξώφυλλο.

          Ο Άλμπερτ μέρα με τη μέρα τυφλωνόταν από τον θησαυρό που είχε την τύχη να πέσει στα χέρια του. Κάθε κεφάλαιο που διάβαζε, έκρυβε και μία έκπληξη για εκείνον. Λεφτά, γυναίκες, κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση, ταξίδια… και όλα αυτά δίχως κανένα αντάλλαγμα. Η «Ρουζάλκα» τα έδινε όλα ανιδιοτελώς. Κάθε γραμμή που διάβαζε ρύθμιζε το αύριο και το όνειρό του δεν έδειχνε να έχει τελειωμό. Ο μεγαλύτερος καημός του όμως ήταν η εγκατάλειψη που είχε βιώσει από την Κάρολ. Ο εγωισμός του είχε πληγεί ανεπανόρθωτα και μόνο η επιστροφή της θα μπορούσε να γεμίσει το κενό που ένιωθε μέσα του. Ο πιο βαθύς του πόθος, κάθε φορά που γύρναγε τις σελίδες του βιβλίου, ήταν να διαβάσει αυτό που ζητούσε περισσότερο από όλα. Και το βιβλίο δεν τον άφησε έτσι. Ένα πρωινό και ενώ ο Τόνι βρισκόταν στο σχολείο το κουδούνι χτύπησε. Αυτή ήταν μία έκπληξη για εκείνον καθώς η «Ρουζάλκα» δεν τον είχε προετοιμάσει. Απόρησε πώς το βιβλίο δεν έγραφε τίποτα για το χτύπο στην πόρτα του. Έτσι με αργά βήματα στάθηκε πίσω από το ματάκι και κοίταξε. Η ανάσα του έγινε κοφτή και οι παλμοί της καρδιά του αυξήθηκαν. Ένιωσε ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι· πεταλούδες όπως την πρώτη φορά που ερωτεύτηκε. Η Κάρολ περίμενε έξω από την πόρτα με μία βαλίτσα στο κάθε χέρι. Ο Άλμπερτ έμεινε άφωνος και άνοιξε με δύναμη την πόρτα. Η γυναίκα έπεσε στην αγκαλιά του λέγοντας πως λυπόταν για ό,τι έγινε και πως έχει μετανιώσει. Ο Άλμπερτ την κράτησε σφικτά φιλώντας την συνεχώς και ασταμάτητα παντού στο πρόσωπο. Ο Τόνι τρελάθηκε από την χαρά του και αυτός όταν για πρώτη φορά η μητέρα του τον περίμενε έξω από την πόρτα του σχολείου μόλις χτύπησε το κουδούνι για το σχόλασμα. Εκείνο το βράδυ το γιόρτασαν βγαίνοντας έξω, κλείνοντας τραπέζι στο πιο ακριβό εστιατόριο και όταν επέστρεψαν, αφού κοίμισαν τον μικρό τους γιο, συνέχισαν να απολαμβάνουν την ηδονή που τόσο στερήθηκαν μεταξύ τους. Τώρα η ζωή του είχε ολοκληρωθεί και ο γέροντας του παλαιοπωλείου δεν υπήρχε ούτε στην πιο απομονωμένη και κρυφή του σκέψη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το επόμενο πρωί ο Άλμπερτ ξύπνησε νιώθοντας το κορμί του εξασθενισμένο από την ένταση της χτεσινής βραδιάς. Ουάου…! Τι νύχτα ήταν αυτή! σκέφτηκε γυρνώντας να κοιτάξει την Κάρολ που ακόμη χουζούρευε δίπλα του κάτω από τα σκεπάσματα. Με το χέρι του σήκωσε την πικεδένια κουβέρτα Με μία κλεφτή ματιά είδε τα γυμνά τους κορμιά να ακουμπούν μεταξύ τους. Μα είδε και κάτι άλλο που του τράβηξε την προσοχή. Ένα μελανό σημείο στο πλευρό του εκεί που κάποιες μέρες πριν είχε νιώσει το κάψιμο. Φαινόταν σα να είχε κάποιου είδους εσωτερική αιμορραγία χωρίς ωστόσο να αισθάνεται πόνο. Ίσως κάπου να το είχε χτυπήσει τελικά και να μην το θυμόταν. Η Κάρολ ξύπνησε δίνοντάς του ένα ζουμερό φιλί στα χείλη. Ένας δεύτερος γύρος ήταν προ των πυλών. Λίγη ώρα αργότερα σηκώθηκαν κι οι δύο και αφού έκαναν ένα ντους, έφτιαξαν πρωινό και πήγαν τον Τόνι στο σχολείο. Όλες οι ώρες της ημέρας ήταν πια γεμάτες με στιγμές που πέρναγαν οι τρεις τους παραμελώντας το βιβλίο που έμοιαζε πλέον ξεχασμένο στο ράφι της βιβλιοθήκης του. Κι έτσι ο καιρός κυλούσε σβήνοντας την παρένθεση με όλα εκείνα τα άσχημα τα οποία συνέβησαν όσο καιρό ήταν χώρια. Η τάξη είχε πια αποκατασταθεί. Ο Τόνι πήγαινε στο σχολείο φέρνοντας μαζί του τα καλύτερα σχόλια από τους δασκάλους, η Κάρολ είχε βρει εργασία σε αυτό που είχε σπουδάσει και ο Άλμπερτ ανέβαινε όλο και πιο πολύ στην εκτίμηση των αφεντικών του με όλες τις ευχάριστες συνέπειες.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ήταν Παρασκευή, επιτέλους, και μία εξαντλητική εβδομάδα είχε φτάσει στο τέλος της. Η Κάρολ με τον Τόνι βρίσκονταν ήδη μέσα στο σπίτι όταν μερικά λεπτά αργότερα μπήκε και ο Άλμπερτ. Ακόμη στα χέρια του κρατούσε την ομπρέλα. Όλη την εβδομάδα δεν είχε σταματήσει να βρέχει.

          -«Αγάπη μου… έφτασα…» φώναξε ο Άλμπερτ καθώς άφησε την ομπρέλα του δίπλα στον καλόγερο κρεμώντας επάνω του το παλτό του. Η Κάρολ ξεπρόβαλε κρατώντας ένα κουτί με πίτσα μέσα. Του χαμογέλασε και του έβαλε ένα κομμάτι να δαγκώσει στο στόμα. Ήταν θεσπέσιο θυμίζοντάς του την τελευταία φορά που είχε αγοράσει πίτσα μόνος του. Ήταν από εκείνο το κατάστημα απέναντι από το παλαιοπωλείο. Αν και είχαν περάσει έξι μήνες περίπου, του ήρθαν στο μυαλό τα λόγια του γέροντα, «Η βροχή θα βγει μετά το ουράνιο τόξο και δεν θα σταματήσει μέχρι να σε πνίξει…» γυρνώντας να κοιτάξει τριγύρω μήπως και θυμόταν πού είχε αφήσει το βιβλίο την τελευταία φορά. Ένα χαμόγελο αμηχανίας σχηματίστηκε στα χείλη του που ψιθύρισαν… «Δεισιδαιμονίες…» και έκατσε στο ανακαινισμένο του σαλόνι παρέα με την υπόλοιπη οικογένεια και τον φίλο του, τον Τζάκ, ο οποίος είχε πάει χωρίς να ειδοποιήσει. Η βραδιά πέρασε ευχάριστα και με αρκετό γέλιο καθώς ο μικρός Τόνι μπορούσε να κάτσει λίγο πιο αργά αφού την επόμενη μέρα δεν έχε σχολείο. Αφού έφαγαν και είπαν τα αστεία τους ο Τζάκ καληνύχτισε αφήνοντάς τους μόνους. Ο Τόνι κοιμόταν ήδη στον καναπέ.

          -«Αγάπη μου…» του ζήτησε η Κάρολ, «…μπορείς να τον πάρεις αγκαλιά και να τον πας στο κρεβάτι του;»

          -«Ναι…» απάντησε συγκαταβατικά και έσκυψε να τον σηκώσει. Μα το ίδιο κάψιμο επέστρεψε λίγο πιο έντονο αυτή τη φορά. Εκεί σταμάτησε προσπαθώντας να δείχνει όσο το δυνατόν πιο άνετος. «Ξέρεις μωρό μου… αισθάνομαι λίγο αδιάθετος σήμερα. Ήταν πολύ κουραστική ημέρα. Μήπως θα μπορούσες να τον πας εσύ;»

          Η Κάρολ τον κοίταξε με απορία. «Πόσο κουραστική μπορεί να είναι η χρήση υπολογιστή…;» είπε με ύφος και έπιασε τον Τόνι για να τον πάει στο κρεβάτι του. Δεν του πολυάρεσε ο τόνος της. Του έμοιασε κάπως… ειρωνικός. Ίσως όμως να ήταν και η ιδέα του. Από την εξάντληση που ένιωθε ίσως να ήταν πιο ευέξαπτος. Δεν έδωσε περαιτέρω σημασία και καληνύχτισε.

          Τα όνειρά του δεν ήταν ήρεμα αυτό το βράδυ. Έβλεπε πως ήταν χαμένος σε έναν λαβύρινθο και όλο έπαιρνε τις λάθος στροφές απομακρύνοντας όλο και πιο πολύ από την έξοδο. Στο τέλος των διαδρόμων κατέληξε σε ένα μικρό σοκάκι σαν και αυτό του παλαιοπωλείου όπου στο βάθος τον περίμενε ένα μικρό κορίτσι ντυμένο με ασπρομπέζ φόρεμα και με πρόσωπο νεκρικά λευκό. Στεκόταν ακίνητο απέναντί του κοιτώντας τον με τα κατάλευκα μάτια της. Τα μαλλιά της ήταν κορακίσια μαύρα και της κάλυπταν όλο το κεφάλι αφήνοντας ένα σημείο όπου ξεχώριζαν οι φιγούρες των ματιών της. Τρομοκρατήθηκε τόσο που φώναξε στον ύπνο του. Αμέσως ξύπνησε κοιτώνας τριγύρω στο σκοτεινό δωμάτιο. Η Κάρολ δίπλα του κοιμόταν χωρίς να έχει αντιληφθεί τίποτα. Το κάψιμο στο πλευρό του είχε γίνει πια πολύ έντονο. Αχνό φως έμπαινε στο δωμάτιο από το παράθυρο του διαδρόμου. Τι παράξενη που είναι η νύκτα…; σκέφτηκε καθώς κοίταζε τα στοιβαγμένα ρούχα μέσα στο δωμάτιο που είχαν πάρει τη μορφή του εφιάλτη του. Μία μικρή λάμψη όμως του τράβηξε την προσοχή. Δεν θυμόταν τα ρούχα να είχαν κάποιο μεταλλικό κουμπί που να αντανακλά το λιγοστό φως στο σκοτάδι. Αμέσως σηκώθηκε για να το εντοπίσει. Έφτασε στην πηγή και άπλωσε το χέρι του να το πιάσει. Το άγγιξε και ένιωσε πως αυτό που φέγγιζε ήταν στερεωμένο πάνω σε κάτι στρογγυλό, μαλλιαρό στην κορυφή και όσο κατέβαζε το χέρι του μπορούσε να νιώσει χαρακτηριστικά, όπως μάτια, μύτη και… δόντια. Αμέσως τινάχτηκε πίσω δυνατά πέφτοντας στην πλάτη του. «Αυτό ήταν ένα πρόσωπο…» είπε δυνατά και άρχισε να βλαστημάει. Με το χέρι του ψαχούλεψε τον διακόπτη του φωτός για να τον πατήσει. Τι κι αν τον βρήκε όμως…; Το μόνο που έκανε ήταν το χαρακτηριστικό κλικ από το onoff. Η Κάρολ δίπλα του δεν έδειχνε να έχει ενοχληθεί αφού έμοιαζε να ευχαριστιέται το ταξίδι στο μονοπάτι των ονείρων. Μήπως ήταν ο Τόνι…; σκέφτηκε και μάζεψε το θάρρος του για να σηκωθεί να πάει μέσα. Σχεδόν τρέχοντας πήγε στο έπιπλο του διαδρόμου και το άνοιξε βγάζοντας τον φακό. Αυτός δούλευε σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ηλεκτρικά. Αμέσως προχώρησε στο δωμάτιο του γιου του. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Η κουβέρτα ανεβοκατέβαινε πάνω στο στήθος του ρυθμικά. Ανέπνεε απολαμβάνοντας την ηρεμία της βραδινής σιγής. «Τότε ποιος…;» αναρωτήθηκε και πήγε ξανά μέσα στο δωμάτιό του. Φώτισε στο κέντρο και τις τέσσερις γωνίες. Μία στοίβα ρούχα στεκόταν στη μέση. Την πλησίασε και την άγγιξε στο ίδιο ακριβώς σημείο που είχε αγγίξει πριν. Ρούχα. Απλά συνηθισμένα, ασιδέρωτα ρούχα. «Σκατά…» ψέλλισε ψιθυρίζοντας. Έτριψε το κούτελό του και κοίταξε το ρολόι στο αριστερό χέρι. Η ώρα ήταν 0300 τα ξημερώματα. «Μάλλον χρειάζομαι λίγη ξεκούραση…» είπε και βγήκε από το υπνοδωμάτιο για να πάει στην κουζίνα. Όλη αυτή η αγωνία του είχε ανοίξει την όρεξη. Πάντα έτσι έκανε. Όταν αγχωνόταν τον έπιανε λιγούρα. Μόλις βγήκε στο διάδρομο έκανε έναν τυπικό έλεγχο στο παράθυρο. Ήταν χαλαρό σα να το είχε μόλις ανοίξει κάποιος. Ήθελε να βάλει ένα σύρτη κάποια στιγμή μα όλο το αμελούσε. Δεν έδωσε περισσότερη σημασία και έφτασε στην κουζίνα. Εκεί ο φακός άρχισε να τρεμοπαίζει μέχρι που έσβησε.

          -«Ανάθεμά σε, διάολε…» είπε θυμωμένα και χτύπησε με το άλλο του χέρι τον φακό μπας και ανάψει ξανά. Μάταια. Τον παράτησε πάνω στον πάγκο της κουζίνας και είδε πως πάνω στο τραπέζι βρισκόταν ένα παραλληλόγραμμο κουτί, έτσι τουλάχιστον φαινόταν μέσα στην σκοτεινιά, σε μέγεθος βιβλίου. Το άγγιξε. Σαν τυφλός που ψηλαφίζει μπόρεσε να καταλάβει την φράση που ήταν πάνω χαραγμένη στην κορυφή του κουτιού. Ρου… ζά… λκα…

          -«Μα πώς είναι δυνατόν; Δεν θυμάμαι να το έβγαλα από την θέση του. Τουλάχιστον όχι σήμερα. Τέλος πάντων…» το άφησε και έσκυψε να ανοίξει τα ντουλάπια για να τα κλείσει μερικά δευτερόλεπτα αργότερα. Δεν ήθελε πάλι γλυκό και έτσι έπιασε ένα βαζάκι που βρισκόταν πάνω στον πάγκο γεμισμένο με ξηρούς καρπούς. Ήταν γυάλινο και από μέσα έβλεπε, αν και στα σκοτεινά, πως ήταν μισοάδειο. Το σήκωσε και το κούνησε. Με το λιγοστό φως του φεγγαριού έβλεπε για να μην κουτουλήσει πουθενά ή κάνει καμιά ζημιά. Δοκίμασε να πατήσει το φως του διακόπτη που ήταν στον χώρο, μα ακόμη το ρεύμα δεν είχε έρθει. Έτσι άνοιξε το κούμπωμα και πλησίασε τη μύτη του στο στόμιο. Μπορούσε να μυρίσει τα καβουρδισμένα αμύγδαλα και τα αλατισμένα κασίους να ερεθίζουν τους γευστικούς του κάλυκες. Χωρίς άλλη καθυστέρηση πλάγιασε το διάφανο βαζάκι και άδειασε το περιεχόμενο πάνω στην αριστερή του παλάμη. Ένιωσε τους ξηρούς καρπούς να απλώνονται πάνω του και με μία κίνηση τους πέταξε μέσα στο ανοικτό του στόμα που τους μασούσε κάνοντας εκείνον τον κρατσανιστό ήχο προσφέροντάς του ευχαρίστηση. Το ίδιο έκανε ξανά και ξανά. Μα κάποιοι καρποί έμειναν κολλημένοι πάνω στην παλάμη του. Με τα δόντια του άρχισε να δαγκώνει έναν-έναν και να τους καταπίνει. Και συνέχισε να αδειάζει μικρές ποσότητες πάνω στο χέρι του για να απολαύσει τη βραδινή του επιδρομή. Μα αυτή τη φορά οι ξηροί καρποί όχι μόνο κόλλησαν, μα θα ορκιζόταν πως ένιωσε κάποιους να ξεγλιστρούν από τα δόντια του και να απλώνονται περπατώντας πάνω στον καρπό και στο πρόσωπό του. Ξαφνιάστηκε και τίναξε δυνατά το χέρι του ενώ με το άλλο έτριψε το κεφάλι του. Ένα έντονο γαργαλητό τώρα ερχόταν μέσα από την φανέλα του που τον έκανε να ουρλιάξει πέφτοντας πάνω στα μεταλλικά σκεύη κάνοντας πολύ θόρυβο. Πάνω στην αναταραχή του έπιασε τον φακό και χτυπώντας τον ξανά κατάφερε να τον ανοίξει. Το θέαμα που αντίκρισε ήταν φρικτό. Το βαζάκι ήταν γεμάτο αναμασημένες κατσαρίδες και άλλες που μπαινόβγαιναν και περπάταγαν στον πάγκο. Μαύρες και τεράστιες με τις μακριές κεραίες τους να του χαϊδεύουν τα πόδια του στο πάτωμα που πατούσε ξυπόλυτος. Το στόμα και τα μαλλιά του ήταν γεμάτα τεμαχισμένα παράσιτα που του προκαλούσαν αηδία κάνοντάς τον να ξεράσει γαστρικό υγρό. Τότε το φως άναψε και τα πάντα χάθηκαν. Η Κάρολ φάνηκε στην είσοδο της κουζίνας με τον μικρό Τόνι αγκαλιά. Ο Άλμπερτ ήταν πεσμένος στα τέσσερα προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Ο Τόνι φοβήθηκε και έτρεξε πάλι στο δωμάτιό του.

          -«Τι σου συμβαίνει Άλμπερτ…;» είπε ανήσυχη η γυναίκα του και τον έπιασε από την πλάτη όπως ήταν σκυμμένος. Παντού τριγύρω υπήρχαν σκορπισμένοι ξηροί καρποί.

          -«Άσε με. Μείνε μακριά μου…» της είπε κομπιάζοντας. Σιχαινόταν τον εαυτό του και ήταν αηδιασμένος. Στάθηκε στα πόδια του και έτρεξε μέσα στο μπάνιο όπου και έκανε άλλη μία φορά εμετό. Η Κάρολ έμεινε έξω από την πόρτα μιλώντας του για να την ακούει. Αυτό δούλεψε καθώς τον ηρέμισε. Μόλις ένιωσε έτοιμος η Κάρολ άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα όπου και συζήτησαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ακτίνες.

          -«Δεν θα πάω στην δουλειά σήμερα…» της είπε και εκείνη έδειξε κατανόηση. «Είμαι εξουθενωμένος.»

          -«Σε καταλαβαίνω απόλυτα…» απάντησε ψιθυριστά και κουκουλώθηκαν κάτω από τα χοντρά σκεπάσματά τους. Ο Άλμπερτ κοιμόταν στη δεξιά μεριά και η Κάρολ στην αριστερή. Ήδη ο πρώτος ύπνος είχε αρχίσει να τον ταξιδεύει κάνοντας αδύνατο να καταλάβει πως το χάδι από ένα νεκρικά λευκό χέρι που τον άγγιξε στο πλευρό δεν θα μπορούσε να ήταν από την Κάρολ που ήδη είχε αρχίσει να ροχαλίζει.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 17/01/2015, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: