Ρουζάλκα (Μέρος 4ο)


Η ώρα πήγε 1100 το πρωί ακριβώς. Όλο το σπίτι κοιμόταν μαζί με τους κατοίκους του. Για την ακρίβεια ο Τόνι είχε ξυπνήσει λίγο νωρίτερα μα δεν τολμούσε να βγει από το δωμάτιό του. Φοβόταν. Ο Άλμπερτ άνοιξε τα μάτια του την ώρα που η Κάρολ σηκώθηκε για να πάει στην κουζίνα να συμμαζέψει όσο μπορούσε. Οι ακτίνες του ηλίου φώτιζαν τα θολά του μάτια και ένα βάρος ένιωσε πάνω στα πόδια του. Ίσως κάποιο σκέπασμα να είχε μαζευτεί εκεί. Σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει. Το βιβλίο περίμενε πάνω στα πόδια του ανοικτό στο σημείο που το είχε αφήσει την τελευταία φορά.

          -«Ποιος το άφησε εδώ αυτό…;» αναρωτήθηκε και το έπιασε στα χέρια του. Ξεφυλλίζοντάς το πέρασε από τις ίδιες γραμμές που περιέγραφαν την ζωή του μέχρι και το χθεσινό βράδυ. Τα πάντα ήταν γραμμένα μέσα. Μία κούραση όμως άρχισε να τον καταβάλει και πάλι, μία ζάλη, μία παραίσθηση πως τα γράμματα μέσα του άρχισαν να ζωντανεύουν και να σχηματίζουν μία λέξη… Ρουζάλκα… τώρα το έβλεπε όλο και πιο συχνά κάνοντας την καρδιά του να νιώθει φόβο. Αμέσως έκλεισε το χοντρό βιβλίο χτυπώντας το ανάμεσα στα χέρια του και κοίταξε μπροστά στον καθρέπτη. Έμεινε άφωνος. Πίσω από το είδωλό του στεκόταν ένα μικρό κορίτσι με κατάλευκη επιδερμίδα και μαύρα μακριά μαλλιά. Αντανακλαστικά γύρισε πίσω του μα δεν υπήρχε τίποτα. Ξαναγύρισε μπροστά και τότε εκείνο στεκόταν μπροστά του με το στόμα του ορθάνοικτο σαν κρεμασμένο αποκαλύπτοντας τα μαύρα και σάπια κρέατα που κρέμονταν από μέσα του.

          -«ΑΑΑ… ΒΟΗΘΕΙΑ…!!!» ούρλιαξε σαν τρελός και τινάχτηκε όρθιος σαν ελατήριο κολλώντας την πλάτη του στον τοίχο μακριά της. Η Κάρολ παράτησε τα πάντα πετώντας κάτω τα μεταλλικά σκεύη και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέσα στο δωμάτιο. Μόλις άνοιξε την πόρτα αντίκρισε τον Άλμπερτ να έχει κολλήσει την πλάτη του τον τοίχο και να κοιτάει το κενό.

          -«Άλμπερτ…» του φώναξε και έτρεξε να τον πιάσει. Εκείνος έμοιαζε χαμένος στον δικό του κόσμο χωρίς ίχνος επικοινωνίας με την σύζυγό του. «ΑΛΜΠΕΡΤ…» του φώναξε πιο δυνατά ταρακουνώντας τον. Αυτό είχε αποτέλεσμα. Η επαφή με το περιβάλλον έδειχνε να έρχεται σιγά-σιγά.

          -«Δεν… δεν…» τα λόγια του ήταν ασυνάρτητα.

          -«Μίλησέ μου, τι σου συμβαίνει…;»

          -«Ένα κορίτσι… μάλλον… ο γέροντας του παλαιοπωλείου…»

          -«Τι…;»

          -«Ρουζ… άλ…» και κατέρρευσε στα χέρια της.

          Ο Άλμπερτ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και ενώ έδειχνε κοιμισμένος μπορούσε να ακούσει την Κάρολ να μιλάει με κάποιον γιατρό στο τηλέφωνο. Ήταν νευρολόγος-ψυχίατρος μα δεν συγκράτησε το όνομά του. Εκεί τα μάτια του έκλεισαν ξανά και δεν κατάφερε να ακούσει τίποτα άλλο πέρα από την Κάρολ που επαναλάμβανε τα λόγια του γιατρού… «Καλώς γιατρέ μου. Ξεκούραση λοιπόν. Σας ευχαριστώ πολύ!»

          Λίγη ώρα αργότερα ξύπνησε και είχε έντονη ημικρανία. Και ήταν από τις καλές. Από αυτές που ξεσπούσαν με εμετό και διάρροια. Ο πόνος στο πλευρό του είχε επιστρέψει και ήταν πιο δυνατός από ποτέ. Σήκωσε την μπλούζα του και αντίκρισε όλο του το δέρμα να έχει μελανιάσει λες και το αίμα του χυνόταν μέσα του. Σκέφτηκε να φωνάξει πάλι έντρομος μα δεν ήθελε να ανησυχήσει την Κάρολ και τον Τόνι. Έτσι μάζεψε τις δυνάμεις του και κατάφερε να σηκωθεί από το στρώμα. Πέρασε μπροστά από τον καθρέπτη του υπνοδωματίου μα δεν κοίταξε. Φοβόταν για αυτό που μπορεί να αντίκριζε. Περνώντας από τον διάδρομο για να πάει στην κουζίνα πέρασε έξω από την βιβλιοθήκη. Η Ρουζάλκα περίμενε στοιβαγμένη μέσα στα υπόλοιπα βιβλία όπως έπρεπε. Εκεί κοντοστάθηκε. Έδειχνε σκεπτικός ή μάλλον… φοβισμένος. Πραγματικά τρομοκρατημένος. Τα λόγια του γέροντα στο παλαιοπωλείο άρχισαν να αντιλαλούν μέσα στο σφυροκοπημένο κεφάλι του.

          -«Κάρολ…» φώναξε μόλις στάθηκε λίγα μέτρα πίσω της. Εκείνη δεν τον είχε αντιληφθεί. «Πρέπει να φύγω άμεσα…»

          -«Πώς αισθάνεσαι;» εκείνος έσφιξε τα χείλη. «Γιατί δεν κάθεσαι καλύτερα σπίτι ξαπλωμένος στο κρεβάτι…;»

          -«Είναι μία επείγουσα δουλειά που πρέπει να κάνω.»

          -«Μα ο γιατρός…» προσπάθησε να τον κρατήσει μέσα μα δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της.

          -«Είμαι καλά. Στ’ αλήθεια. Δεν θα καθυστερήσω. Σε λιγότερο από μία ώρα θα είμαι πίσω…» τα μάτια του μαρτυρούσαν το ψέμα που της έλεγε και γύρισε στο δωμάτιο για να ντυθεί.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

          -«Λοιπόν, κύριε Άλμπερτ…» είπε ο χειρούργος παθολόγος μόλις έκατσε στην άλλη μεριά του γραφείου. Ο Άλμπερτ είχε επισκεφτεί ένα από τα μεγαλύτερα ιατρικά κέντρα της πόλης του. Πλήρως στελεχωμένο και με όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό για αυθημερόν εξετάσεις και αποτελέσματα. Ήδη είχαν περάσει αρκετές ώρες και ο ήλιος είχε χαθεί πίσω από τα σύννεφα. Ο Άλμπερτ άκουγε προσεκτικά. «Φοβάμαι πως τα νέα δεν είναι και τόσο ευχάριστα…» σταύρωσε τα χέρια του.

          -«Δηλαδή…;» ήταν πολύ αγχωμένος.

          -«Πάσχετε από θρομβοπενική πορφύρα και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο. Θα σας γράψω βέβαια και κάποιες άλλες εξετάσεις να κάνετε, μα…» ο Άλμπερτ τον διέκοψε.

          -«Θρομβοπενική πορφύρα…; Δηλαδή;»

Ο γιατρός ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο γραφείο και έγειρε το σώμα του προς τα πίσω και ξεφύσησε. «Ας πούμε πως μέρα με τη μέρα το αίμα σας γίνεται νερό… με ό,τι αυτό συνεπάγεται.»

          -«Δεν… δεν καταλαβαίνω…»

          -«Το αίμα σας χάνει την σύστασή του και γίνεται τόσο αραιό που διαρρέει μέσα από τις ίδιες τις φλέβες και τα αγγεία σας.» ο Άλμπερτ έδειχνε να μην καταλαβαίνει, ή πως ήθελε να ακούσει κι άλλα για να βεβαιωθεί πως ο γιατρός δεν αστειευόταν. «Κοιτάξτε… η κατάστασή σας είναι προχωρημένη και πολύ φοβάμαι πως τα συμπτώματα θα επιδεινωθούν αν δεν κάνουμε την απαραίτητη αγωγή…»

          -«Όταν λέτε συμπτώματα…;»

          -«Πολλά, μα θα σας πω το πιο κοινό. Εμφανή εσωτερική αιμορραγία που θα εκδηλώνεται στο σώμα σας με την μορφή μελανών κηλίδων.»

          -«Και το πιο βαρύ…;»

          -«Εγκεφαλική αιμορραγία ικανή να σας προκαλέσει παραισθήσεις και βιώματα που δεν έχετε ζήσει ποτέ έως και θάνατο…»

-«Τι πράγμα…;» σκεφτόμενος τη χθεσινή μέρα.

-«Λυπάμαι, μα είναι σοβαρή ασθένεια και δυστυχώς παίζουμε με τις πιθανότητες. Δεν υπάρχει σίγουρη θεραπεία. Παρόλα αυτά θα πρέπει πρώτα να ακολουθήσουμε μία συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή και αναλόγως θα δούμε αν πρέπει να προβούμε σε αφαίρεση σπλήνας ή όχι.»

          Ο Άλμπερτ κοίταζε άφωνος. «Αφαίρεση σπλήνας…;» επανέλαβε τα λόγια του γιατρού.

          -«Οκτώ στις δέκα περιπτώσεις είναι η μοναδική λύση σε αυτή την πάθηση, όμως πρέπει να εξαντλήσουμε όλες τις υπόλοιπες επιλογές μας.»

          Ο Άλμπερτ ένιωσε την γη να ανοίγει κάτω από τα πόδια του. Αφού πλήρωσε το γιατρό μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για το σπίτι. Με τα μούτρα ριγμένα μέχρι το πάτωμα έφτασε στο διαμέρισμα και χωρίς να μιλήσει σε κανέναν έπιασε στα χέρια του το βιβλίο και απομονώθηκε στο δωμάτιό του. Το άνοιξε γυρνώντας γρήγορα τις σελίδες μέχρι το σημείο που το είχε αφήσει το πρωί. Ρίγησε μόλις διάβασε τον ήρωα του βιβλίου που έπασχε από το ίδιο πράγμα. Θέλοντας να μάθει τη συνέχεια άρχισε να γυρνάει τις σελίδες χωρίς να μπορεί να διακρίνει καθαρά τα χειρόγραφα κείμενα. Τα γράμματα και οι φωτογραφίες ήταν θολές. Μόνο μία σχηματίστηκε μπροστά του εκείνη τη στιγμή δείχνοντας ένα ξύλινο τραπέζι και μία σπλήνα να αιμορραγεί καρφωμένη πάνω στην σκληρή επιφάνεια με ένα μπαλτά που την κρατούσε με την κοφτερή του άκρη. Ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει από τα μάτια του καθώς είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πια τα λόγια του γέροντα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Άλμπετ είχε ενημερώσει την εταιρεία του πως αντιμετώπιζε κάποια πολύ σοβαρά οικογενειακά θέματα και ως εκ τούτου είχε ζητήσει άδεια δύο εβδομάδων. Όλο αυτό το διάστημα ακολουθούσε πιστά την φαρμακευτική του αγωγή και πηγαινοέφερνε τον Τόνι στο σχολείο περιμένοντας την Κάρολ να επιστρέψει και εκείνη από τα εργασιακά της καθήκοντα. Ήταν πρωί και βρισκόταν μόνος καθισμένος στον καναπέ κοιτώντας τον τοίχο σα χαζεμένος. «Γιατί σ’ εμένα…;» έλεγε συνεχώς και κουνιόταν μπρος-πίσω σαν αυτιστικός. Η ενέργεια του βιβλίου όμως έκανε το κεφάλι του να γυρίσει προς αυτό. Σα ναρκομανής, που προσπαθεί να απεξαρτηθεί μόνος του, το σκεφτόταν συνέχεια. Ίσως κάπου στη συνέχεια να έγραφε κάτι καλύτερο για αυτόν. Σκέφτηκε να το ανοίξει για να το διαβάσει μα φοβόταν αυτό που μπορεί να αντίκριζε. Για λίγο έμεινε σιωπηλός όμως το τηλέφωνο του σπιτιού άρχισε να χτυπά. Άραγε το είχε προβλέψει αυτό, το βιβλίο; Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το ακουστικό.

          -«Παρακαλώ…;» ρώτησε διστακτικά.

          Ένας βαθύς αναστεναγμός ακούστηκε από το βάθος της γραμμής. «Άλμπερτ…» Ήταν ο Φιλ Κόλλινς. Ο πρόεδρος της εταιρείας στην οποία εργαζόταν. Τον κατάλαβε αμέσως.

          -«Κύριε Φιλ…» σίγουρα δεν είχε πάρει για καλό.

          -«Λυπάμαι πάρα πολύ Άλμπερτ…»

          -«Τι συμβαίνει κύριε Κόλλινς;»

          -«Ξέρεις… αυτό που θα σου πω κλονίζει λίγο και την δική μας αξιοπιστία στον χώρο, μα θα πρέπει να σου μιλήσω ανοικτά. Άλλωστε όλον αυτόν τον καιρό που είσαι μαζί μας έχεις δείξει πως είσαι έντιμος άνθρωπος. Θα μπορούσα απλά να σε απαλλάξω από τα καθήκοντά σου, μα αισθάνομαι την ανάγκη να σου αιτιολογήσω την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου στην οποία, δεν σου κρύβω πως συμμετείχα κι εγώ, μα δεν είχα πολλές επιλογές. Μακάρι τα πράγματα να είχαν έρθει αλλιώς…»

          -«Δεν σας καταλαβαίνω…»

          -«Ξέρεις… Άλμπερτ… φτιάξαμε το καταστατικό της εταιρείας με την αξιολόγηση των υπαλλήλων και ανακαλύψαμε πως έχει γίνει ένα τραγικό λάθος. Βέβαια θα μου πεις… μηχανήματα είναι και κάνουν λάθη εφόσον άνθρωποι είναι αυτοί που τα προγραμματίζουν.» ο Άλμπερτ άκουγε άφωνος. «Τέλος πάντων… για να μη μακρηγορώ… αυτό που θέλω να πω είναι πως το σύστημα επιλογής εργαζόμενων έκανε ένα λάθος μπερδεύοντας τους υποψήφιους. Κατά διαβολική σύμπτωση όταν είχες κάνει εσύ την αίτηση, την είχε κάνει και κάποιος άλλος με το ίδιο όμως ονοματεπώνυμο. Άλμπερτ Ρος εσύ. Άλμπερτ Ρος κι αυτός. Απλά εσύ ήσουν του Ρόμπερτ ενώ εκείνος του Μέλ. Λυπάμαι… συμβαίνουν αυτά.»

          Ο Άλμπερτ σκεφτόταν τι θα μπορούσε να πει για να σώσει την κατάσταση, μα δεν του έβγαινε τίποτα έξυπνο εκτός από αυτό που θα μπορούσε να τα κάνει ακόμη χειρότερα. Και το είπε… «Μα εγώ δεν έκανα ποτέ μου αίτηση στην εταιρεία σας. Πώς με βρήκε το σύστημα…;»

          -«Τι να πω…; Μηχανήματα του διαβόλου. Λυπάμαι…» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

          -«Κι εγώ λυπάμαι…» ψιθύρισε και άρχισε να φωνάζει στο βιβλίο. «Ώστε αυτό ήταν το σχέδιό σου; Να μου δώσεις και μετά να αρχίσεις να μου τα παίρνεις;» πίσω από την βιβλιοθήκη φάνηκε μία σκιά να κινείται προς τον διάδρομο. Η μιλιά του κόπηκε και ένιωσε το αίμα του να αδειάζει από το κεφάλι του σα να ήταν τρύπιος κουβάς. Ένα ξυπόλυτο λευκό πόδι ξεπρόβαλε πίσω από το έπιπλο και στη συνέχεια όλο το κορμί. Το ίδιο, νεκρικά λευκό, κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά και τα θαμπά μάτια ξεπρόβαλε μπροστά του αρχίζοντας να τον πλησιάζει.

          -«ΣΤΑΜΑΤΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ…» τσίριξε στην κυριολεξία μα το κορίτσι δεν φάνηκε να του δίνει σημασία. «Ποια είσαι; Τι είσαι…; Τι θέλεις από εμένα…;» άπλωσε τα χέρια του δείχνοντάς της τις παλάμες του σα να προσπαθούσε να προστατευτεί.

          -«Είμαι η Ρουζάλκα και είμαι εδώ γιατί εσύ με κάλεσες.» η ομιλία της ήταν σαν ψίθυρος που του τρυπούσε τα αυτιά. «Σου έδωσα αυτό που ήθελες. Τώρα είναι η σειρά μου να πάρω κι εγώ αυτό που θέλω…»

          -«Και τι είναι αυτό που θέλεις…;»

          Η Ρουζάλκα δεν απάντησε. Έμεινε απέναντί του να τον κοιτάει με αυτά τα τρομακτικά της μάτια χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο αποκαλύπτοντας τα μαυρισμένα σάπια δόντια της που μπλέκονταν με τις ξεσκισμένες σάρκες της. Ο Άλμπερτ αμέσως έτρεξε στο δωμάτιό του πιάνοντας το κινητό του.

          -«Αστυνομία…» κάλεσε με δυσκολία. Τα χέρια του έτρεμαν σα να ήταν γέρος με πάρκινσον. «Σας παρακαλώ ελάτε γρήγορα. Κάποιος είναι μέσα στο σπίτι μου….»

          -«Η διεύθυνσή σας παρακαλώ…»

          Αφού την είπε τρεις φορές λάθος από την ταραχή του, κατάφερε να την δώσει σωστά. «Σας παρακαλώ… ελάτε γρήγορα… σας ικετεύω…» σχεδόν έκλαιγε αυτή τη φορά.

          Έμεινε μέσα στο δωμάτιο για περίπου είκοσι λεπτά όταν άκουσε μία σειρήνα να πλησιάζει από το δρόμο. Κοίταξε από το παράθυρο. Ένα περιπολικό είχε σταθμεύσει στο πεζοδρόμιο και δύο αστυνομικοί βγήκαν τρέχοντας μπαίνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η ανακούφισή του ήταν μεγάλη. Αμέσως βγήκε και αυτός τρέχοντας από το δωμάτιο και πέρασε μπροστά από την βιβλιοθήκη που στεκόταν ανέκφραστη η Ρουζάλκα. Το βλέμμα της ακολουθούσε κάθε του κίνηση και αυτός το ένιωθε. Ο Άλμπερτ έπεσε με δύναμη στην πόρτα προσπαθώντας να πιάσει σωστά τα κλειδιά που συνεχώς του έπεφταν μέσα από τα δάκτυλα. Για πρώτη φορά στην ζωή του δεν μπορούσε να βάλει στην τρύπα το κλειδί. Μισό λεπτό αργότερα, του φάνηκαν ώρες, κατάφερε να ανοίξει την πόρτα την ώρα που ο ένας από τους δύο αστυνομικούς είχε σηκώσει το χέρι του για να την χτυπήσει.

          -«Ήρθατε…» είπε αλαφιασμένος με ένα νευρικό γέλιο.

          -«Ναι, τι έγινε εδώ;» ρώτησαν γρήγορα και μπήκαν, χωρίς να περιμένουν πρόσκληση, κοιτάζοντας όλο τον χώρο μέσα. Ο Άλμπερτ σήκωσε το χέρι δείχνοντάς τους την Ρουζάλκα μα εκείνοι δεν έβλεπαν τίποτα. Τον κοίταξαν με απορία.

          -«Να… εκεί είναι…» είπε με έμφαση σα να ήταν τρελοί που δεν καταλάβαιναν τα ευκόλως δακτυλοδεικτούμενα. Οι αστυνομικοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

          -«Κύριε…» πήρε ο επικεφαλής το λόγο. «Μέσα σε αυτό το δωμάτιο είμαστε μόνοι μας.» και άγγιξε τον ασύρματο που είχε στερεωμένο στον ώμο του ξεστομίζοντας ένα σύντομο κωδικό… «696» ή κάτι τέτοιο τουλάχιστον. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ακριβώς τι. «Σας πειράζει να ρίξουμε μία ματιά και στα υπόλοιπα δωμάτια…;» ρώτησε ο συνάδελφός του.

          Ο Άλμπερτ δεν απάντησε. Δεν πίστευε στα μάτια του. Ο άλλος αστυνομικός έψαξε για δέκα λεπτά περίπου τον χώρο και πήγε πάλι στην εξώπορτα. «Τίποτα…» απάντησε στο ερωτηματικό βλέμμα του συναδέλφου δίνοντάς του το λόγο.

          -«Κύριε Ρος… θα θέλατε να σας μεταφέρουμε σε κάποια κλινική;»

          -«Μα δεν είμαι… τρε…» προσπάθησε να πει μα δεν έβγαινε η λέξη από το στόμα του. Οι αστυνομικοί έσφιξαν τα χείλη τους ανεβοκατεβάζοντας ελαφρά τα κεφάλια τους.

          -«Καλώς. Ώρα να πηγαίνουμε εμείς. Σας παρακαλώ να μην καλείτε την αστυνομία αν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος. Για το καλό όλων μας. Σας ευχαριστώ…» είπαν και χάθηκαν κλείνοντας την πόρτα.

          Ο Άλμπερτ κοιτούσε στα μάτια το κορίτσι.

          -«Επιτέλους μόνοι…» ακούστηκε να του λέει πάλι ψιθυριστά, μα εκείνος δεν απάντησε. Έπιασε το κεφάλι του και άρχισε να το κουνάει δεξιά κι αριστερά σα να είχε αρχίσει να χάνει τα λογικά του.

          -«Τι θέλεις επιτέλους από εμένα…;» τη ρώτησε με απόγνωση.

          -«Το τέλος αυτού του βιβλίου…» ψιθύρισε σχεδόν χαμογελώντας μακάβρια.

          -«Το τέλος; Το τέλος…;» ήταν πολύ θυμωμένος. Μα η απόγνωση κι ο φόβος ήταν αυτά που τον οδήγησαν στον θυμό και όχι το θάρρος. «Τώρα θα σου δείξω το τέλος…» και την προσπέρασε πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια του. Το έσφιξε όσο πιο πολύ μπορούσε θέλοντας να το κάνει κομμάτια σα να ήταν σε κάποιο σόου επίδειξης δύναμης. Αυτό όμως ξεπερνούσε τις ικανότητές του. Έτσι προτίμησε κάτι πιο εύκολο. Άνοιξε το παράθυρο και το πέταξε από τον πέμπτο όροφο παρακολουθώντας το να χάνεται στο κενό μέχρι που έσκασε πάνω στο πεζοδρόμιο. Ένα χαμόγελο ευχαρίστησης σχηματίστηκε στα χείλη του και γύρισε να κοιτάξει την Ρουζάλκα. Το ίδιο χαμόγελο όμως ακόμη στόλιζε και το δικό της αηδιαστικό στόμα αποκαλύπτοντας τα αποσυνθεμένα ούλα της. Και ναι… πάνω στο τραπέζι της κουζίνας στεκόταν ορθάνοικτο, με τα κιτρινισμένα του φύλλα, το βιβλίο που μόλις λίγα δευτερόλεπτα πριν προσπάθησε να ξεφορτωθεί.

          -«Τελείωσε αυτή την ιστορία…» του είπε επιτακτικά με φωνή σταλμένη από άλλον κόσμο δείχνοντάς του, τώρα εκείνη σα να ήταν αυτός κάποιος τρελός που αγνοούσε την πραγματικότητα, το βιβλίο.

          Κάποια αυθόρμητα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του και πλησίασε. «Τι γίνεται στο τέλος…;» ρώτησε δειλά μα εκείνη δεν απάντησε με λόγια παρά μόνο με ένα χαμόγελο που πλάτυνε ακόμη πιο πολύ στο σκισμένο της στόμα.

          Ο Άλμπερτ στάθηκε για λίγο πάνω από το βιβλίο και το άγγιξε με τις άκρες των δακτύλων του. Αμέσως ένιωσε το ίδιο κάψιμο που είχε νιώσει στα πλευρά του να ξεκινάει από τα ακροδάχτυλά του και να καταλήγει ακόμη πιο δυνατό μέσα στην καρδιά του. «Όχι… όχι… δεν μπορεί να είναι αυτή η μοναδική επιλογή…» είπε αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος. Έπιασε το βιβλίο ξανά στα χέρια του και κατευθύνθηκε στην εξώπορτα, παίρνοντάς το μαζί του, και αφήνοντας την Ρουζάλκα μόνη μέσα στο διαμέρισμα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Άλμπερτ στεκόταν έξω από την πιτσαρία που καθόταν αρκετό καιρό πριν· τότε που τα ευρώ του ήταν λίγα περισσότερα από τους μήνες του χρόνου. Ντρεπόταν στ’ αλήθεια πολύ γι’ αυτό που ήταν έτοιμος να κάνει μα είχε ήδη αντικρίσει τον κατήφορο που ερχόταν· και ήταν μεγάλος. Σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα και έσπρωξε την τζαμένια πόρτα του παλαιοπωλείου. Τα καμπανάκια ήχησαν την ίδια μελωδία.

          -«Είμαστε κλειστά…» ακούστηκε η γνώριμη ανατριχιαστική φωνή.

          -«Το ξέρω…» απάντησε κοφτά.

          Ο γέρος θυμήθηκε την ενοχλητική φωνή του, κατά πολύ νεότερού του, Άλμπερτ. «Παρόλα αυτά μπήκες, όπως τότε…»

          -«Ναι… μακάρι να μην είχα μπει…»

          -«Όπως το φοβόμουν…» ο ηλικιωμένος μιλούσε μέσα από τις σκιές. Ο Άλμπερτ δεν τον είχε δει ακόμη. Η φωνή ερχόταν πάνω από το πατάρι. Μία σκάλα ξύλινη-κρεμαστή ήταν ριγμένη μέχρι το πάτωμα. Τα βαριά του βήματα ακούστηκαν από πάνω να τον πλησιάζουν και μετά να κατεβαίνουν τα σκαλοπάτια μέχρι που ξεπρόβαλε το ένα του πόδι. Ο Άλμπερτ ευχόταν να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Λίγα λεπτά μετά ο γέρος στεκόταν μπροστά του κοιτώντας στα χέρια του το βιβλίο. Ο Άλμπερτ δεν σήκωσε το βλέμμα ούτε να τον κοιτάξει.

          -«Σε παρακαλώ… παρ’ το πίσω…» του πρόσφερε το βιβλίο.

          -«Είσαι ένας ανόητος. ΑΝΟΗΤΟΣ!!!» ο Άλμπερτ τινάχτηκε σφίγγοντας όλο του το κορμί.

          -«Λυπάμαι. Στ’ αλήθεια λυπάμαι…»

          -«Σε είχα προειδοποιήσει που να σε πάρει ο διάολος…»

          -«Βοήθησέ με…»

          -«Πώς…; Δεν μπορώ…»

          -«Κι όμως… πρέπει να υπάρχει τρόπος. Πώς βρέθηκε αυτό το βιβλίο εδώ; Πώς ξέρεις εσύ τόσα πολλά για όλα αυτά τα αντικείμενα; Αυτό σημαίνει πως κάποιοι άλλοι τα είχαν πριν από εμάς…»

          -«ΝΑΙ. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΙ.» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Δεν το καταλαβαίνεις; Η Ρουζάλκα δεν θα σε αφήσει μέχρι να τελειώσεις το βιβλίο. Δεν θα σταματήσει μέχρι να γίνεις κομμάτι αυτού του βιβλίου. Τότε μόνο τα αντικείμενα εμφανίζονται ξανά εδώ περιμένοντας κάποιον να τα πάρει ξανά μαζί τους. Για αυτό είμαι καταραμένος. Γιατί μου ανατέθηκε η ευθύνη να τα φυλάω.»

          -«Και γιατί απλά δεν τα καταστρέφεις;»

          -«Δεν μπορείς να τα καταστρέψεις. Απλά δεν μπορείς…» και γύρισε δείχνοντας του το βιβλίο που είχε αιχμαλωτίσει την δική του ψυχή, στημένο πάνω σε ένα ξύλινο αναλόγιο.

Ο Άλμπερτ το πλησίασε αγγίζοντάς το. Τα φύλλα του όμως δεν ήταν από συνηθισμένο χαρτί. «Μα αυτό είναι… πάπυρος…» ψιθύρισε έκπληκτος.

          -«Δεν έχεις ιδέα πόσο παλιά είναι ορισμένα αντικείμενα…» ακούστηκε η φωνή από πίσω του. «Ο φύλακας των καταραμένων τεχνουργημάτων…» είπε αποκαλύπτοντάς τον τίτλο. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα χρόνια είμαι κλεισμένος εδώ μέσα. Όλα ξεκίνησαν από αυτό το βιβλίο. Και δεν θα τελειώσουν αν δεν τελειώσω κι εγώ με αυτό.» έσκυψε το κεφάλι. «Προσπάθησα να σε εμποδίσω, μα τώρα ένας νέος κύκλος έχει ανοίξει κι εγώ δεν μπορώ να τον κλείσω…»

          -«Πόσα χρόνια είσαι δηλαδή εδώ μέσα…»

          -«Δεν θυμάμαι πια. Σταμάτησα να μετράω πολλά χρόνια πριν. Τόσα χρόνια προσπαθούσα να αποτρέψω ανθρώπους άπληστους, περίεργους, πλούσιους που νόμιζαν πως μπορούσαν να τα αποκτήσουν όλα, μα τίποτα δεν τους σταματούσε. Βασιλιάδες, ιππότες, πολεμιστές, όμορφες γυναίκες και μάγοι… όλοι τους είχαν την ίδια κατάληξη. Καιρό αργότερα τους έβρισκαν νεκρούς, είτε είχαν αυτοκτονήσει, είτε είχαν σκοτωθεί σε κάποιο ατύχημα, είτε είχαν δολοφονηθεί. Όλοι είχαν την ίδια κατάληξη.»

          -«Γιατί δεν μου τα είπες αυτά εκείνο το βράδυ…;»

          -«Θα με πίστευες αν σου τα έλεγα όλα αυτά;»

          Ο Άλμπερτ δεν απάντησε. Η σιωπή του όμως έδωσε την απάντηση. Ο γέρος συνέχισε να παραμιλάει καθώς είχε αρχίσει να πέφτει σε παραλήρημα.

          -«Είμαι καταραμένος να ζω αιώνια. Είδα τους γονείς μου να πεθαίνουν. Είδα την γυναίκα και τα αδέρφια μου να πεθαίνουν. Είδα τα παιδιά μου να πεθαίνουν και πολλά χρόνια αργότερα και τα δικά τους παιδιά. Εγώ έμεινα πίσω, ξεχασμένος στον χρόνο. Θαμμένος στην μοναξιά…» ο γέρος συνέχισε το παραμιλητό καθώς δάκρυα έσταζαν από τα μάτια του. Ο Άλμπερτ λυπήθηκε πολύ μα δεν μπορούσε να κάνει κάτι περισσότερο. Υπό την μουσική υπόκρουση της παράκρουσης του γέρου ο Άλμπερτ τοποθέτησε το βιβλίο σε ένα κενό μεταξύ άλλων αντικειμένων και κατευθύνθηκε στην έξοδο. Βγήκε και έκλεισε την πόρτα ρίχνοντας μία τελευταία ματιά στο εσωτερικό. Πραγματικά ήταν πολύ σκοτεινό και έμοιαζε εγκαταλειμμένο. Απόρησε με τον εαυτό του πώς το είδε εκείνη τη μέρα. Ευχόταν να μην το είχε κάνει. Βαθιά μέσα του όμως είχε ένα καλό προαίσθημα πως αφήνοντας εκεί το βιβλίο θα του έλυνε όλα του τα προβλήματα. Και ναι, αισθανόταν ήδη καλύτερα. Το έντονο κάψιμο που ένιωθε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής έφυγε μόλις ακούμπησε το βιβλίο στο ράφι.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 23/01/2015, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: