Ρουζάλκα (Μέρος 5ο)


Ο Άλμπερτ ανέβηκε από τις σκάλες ως τον πέμπτο. Η προσμονή του ήταν μεγάλη περιμένοντας να δει το διαμέρισμά του κενό από εκείνο το φρικτό πλάσμα που έδειχνε να κατοικεί στις σκέψεις του. Έβγαλε τα κλειδιά, και σαν ρομπότ που δεν αστοχεί ποτέ, τα έχωσε με δύναμη στην κλειδαρότρυπα. Η πόρτα άνοιξε απότομα και όπως το περίμενε… το διαμέρισμα ήταν άδειο…

-«Ναι! Αυτό είναι! Επιτέλους τέλος!» φώναξε ακούγοντας την φωνή του να αντιλάλει σε όλα τα δωμάτια μαζί με ένα τρίξιμο μίας πόρτας. Αυτό τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Αμέσως έτρεξε μέσα να δει από πού ήρθε ο θόρυβος. Από πουθενά. Όλα τα δωμάτια ήταν άδεια. Ίσως τελικά να ήταν απλά η ιδέα του. Μία λιγούρα άρχισε νιώθει στο στομάχι. Ίσως από την χαρά του και έπρεπε να ανταμείψει το θάρρος που έδειξε αντιμετωπίζοντας τον γέρο. Έτσι κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Μόλις ήρθε όμως σε οπτική επαφή με το τραπέζι της κουζίνας, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη του. Πάνω στον πάγκο στεκόταν ανοιγμένο με τις παχιές του πλευρές το καταραμένο βιβλίο. Το πλησίασε κρατώντας το κεφάλι του χωρίς να κοιτάει τριγύρω. Στάθηκε από πάνω του και το κοίταζε με απόγνωση. Τότε άκουσε την ανατριχιαστική φωνή της Ρουζάλκας λίγα εκατοστά από πίσω του.

-«Διάβασέ το…»

Αμέσως γύρισε ακουμπώντας τα χέρια του στο ξύλο. Δεν είχε άλλα λόγια να πει. Οι λέξεις είχαν στερέψει σαν ξερό πηγάδι στην έρημο.

-« Διάβασέ το…» επανέλαβε εντονότερα.

-«Όχι… δεν είναι δυνατόν…» έσφιγγε με δύναμη το κεφάλι του. «Αφού δεν μπορώ να ξεφορτωθώ το βιβλίο, ίσως να μπορέσω να ξεφορτωθώ εσένα.» αμέσως την έπιασε από το χέρι και άρχισε να τη σέρνει μέχρι έξω από το διαμέρισμα. Την έβαλε μέσα στο ασανσέρ και κατέβηκε στο ισόγειο. Μπήκε μέσα στο αμάξι και οδήγησε μέχρι το πολιτειακό ορφανοτροφείο που είχε κλείσει πολλά χρόνια πριν. Ήταν ένα μεγάλο οίκημα το οποίο είχε παραδοθεί στην φθορά του χρόνου καθώς κρίθηκε ακατάλληλο για στέγαση άπορων παιδιών μετά από τα γεγονότα που αποκαλύφθηκαν για τους λειτουργούς του. «Λένε πως οι νεκροί δεν ξαναγυρνούν, εκτός κι αν έχουν ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις. Εσύ γιατί γύρισες; Τι θέλεις από τη ζωή μου;» Η Ρουζάλκα δεν μιλούσε, συνέχισε όμως να τον κοιτάζει μέσα στα μάτια. Αυτό τον ανατρίχιαζε ακόμη περισσότερο, καθώς δεν ήξερε αν ήταν μέρος κάποιου σχεδίου. «Ίσως εδώ να ανήκεις και εδώ να πρέπει να σε επιστρέψω τελικά…» είχε αρχίσει να παραμιλάει, ενώ έστριβε το τιμόνι δεξιά και αριστερά σα μανιακός δολοφόνος μέχρι που σταμάτησε μπροστά από το εγκαταλειμμένο ορφανοτροφείο, πατώντας φρένο τόσο απότομα που ακόμη κι αυτός, που φορούσε ζώνη, παραλίγο να κολλήσει στο ταμπλό. Κοίταξε δίπλα του μα δεν συνέβη το ίδιο με τη Ρουζάλκα. Εκείνη είχε αρχίσει να γελάει. Κάποιοι έλεγαν πως το οίκημα ήταν στοιχειωμένο από τις ψυχές όλων αυτών των ανήλικων παιδιών που πέθαναν τόσο άδικα από τα χέρια των δεσμοφυλάκων τους. Ήταν πραγματικά τρομακτικό. Βασανιστήρια για πλάκα, για σεξ και κάθε λογής δικαιολογία που τους βόλευε. Έτσι ακουγόταν τουλάχιστον. Ακόμη όμως και τα μισά από όλα αυτά να ήταν αλήθεια, ήταν τραγικό. Άλλωστε λένε πως όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά. Και αυτό το επιβεβαίωναν τα ανεξιχνίαστα ουρλιαχτά που ακούγονταν σχεδόν κάθε πανσέληνο. Από την πόρτα του πάτησε ένα κουμπί και η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε μερικά εκατοστά σα να το είχε σπρώξει κάποιο ελατήριο. Ο Άλμπερτ δεν περίμενε άλλο. Με μία δυνατή ιαχή, γύρισε προς το μέρος της και χώνοντας το πόδι του στα πλευρά της, την έσπρωξε τόσο δυνατά πετώντας την πάνω στη σκληρή άσφαλτο. Η Ρουζάλκα πέφτοντας δεν αντέδρασε. Ήταν λες και όλα αυτά δεν την επηρέαζαν καθόλου. Αλλού ήταν το νόημα.

Ο Άλμπερτ ξεκίνησε τόσο δυνατά το όχημα που η πόρτα έκλεισε μόνη της και οι ρόδες του άφησαν τα σημάδια τους κάτω. Σε όλη την διαδρομή σκεφτόταν τι θα γινόταν αν δεν τα κατάφερνε; Εντωμεταξύ το κάψιμο στο πλευρό του είχε πλέον δυναμώσει πάρα πολύ κάνοντάς τον να αισθάνεται ζαλάδα. Άνοιξε τις παλάμες του, μπροστά του, προσπαθώντας να εστιάσει το βλέμμα στα δάκτυλά του. Ένα μούδιασμα, μία περίεργη αίσθηση, που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά, πως το αίμα είχε αρχίσει να δραπετεύει μέσα από τα αιμοφόρα του αγγεία. Θρομβοπενική Πορφύρα… σκέφτηκε τα λόγια του γιατρού και είδε κάτω από το δέρμα των καρπών του μία μελανή κηλίδα να απλώνεται ασταμάτητα. «Πεθαίνω…» Η αναπνοή του βάρυνε και η όρασή του άρχισε να θολώνει. Αισθανόταν το τέλος να φτάνει. Ήθελε να δει για μία ακόμη φορά την Κάρολ και τον Τόνι για να τους μιλήσει. Η δουλειά της γυναίκας του δεν ήταν και πολύ μακριά, και αυτή ήταν μία καλή ευκαιρία να την δει. Ίσως αν μοιραζόταν το βάρος μαζί της να ένιωθε καλύτερα. Ακόμη είχε δυνάμεις ώστε να πειθαρχήσει στο ένστικτο που του έλεγε να τα αφήσει όλα και να βρει ένα στρώμα να αναπαυθεί. Η αγωνία του ήταν μεγάλη και τον οδηγούσε να περάσει μερικά κόκκινα φανάρια. Μάλιστα λίγο έλειψε να προκαλέσει ατυχήματα που θα κόστιζαν τη ζωή σε αυτόν ή ακόμη και σε περαστικούς. Μέχρι να φτάσει στην εργασία της Κάρολ είχε κερδίσει επάξια το παράσημο της ανοικτής παλάμης από πολλούς.

Η ώρα ήταν σχεδόν δώδεκα το μεσημέρι και ήξερε πως θα την έβρισκε στην ώρα του διαλείμματος. Ήταν επιφυλακτικός όμως. Οι αμφιβολίες τον έτρωγαν. Θα τον πίστευε ή θα γινόταν η αιτία να χαθεί ξανά από την ζωή του; Σταμάτησε απότομα έξω από την εταιρεία πατώντας φρένο. Τα λάστιχα τσίριξαν. Παραλίγο να χτυπήσει τον μπροστινό του και να χτυπηθεί από τον πίσω. Αδιαφόρησε. Σαν ανέμελος καλλιτέχνης πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητο αφήνοντας το κασκόλ του να ανεμίζει ανεξέλεγκτα. Έτρεξε στην είσοδο. Εκεί ο θυρωρός του άνοιξε την πόρτα. Στάθηκε μπροστά στο ασανσέρ και περίμενε πατώντας επαναλαμβανόμενα το κουμπί.

-«Όσες φορές και να το πατήσετε δεν θα έρθει πιο γρήγορα…» ακούστηκε μία φωνή πίσω του. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που του άνοιξε την πόρτα. Ο Άλμπερτ δεν έδωσε σημασία. «Αλήθεια κύριε, πού πάτε…;» μάλλον ήθελε κουβέντα, συμπέρανε από τον τόνο του.

-«Στον τρίτο…» είπε αόριστα θέλοντας να τον ξεφορτωθεί.

          -«Γιατί…;» αυτή την ερώτηση δεν την περίμενε.

-«Τι θέλεις φίλε μου; Μήπως σου έκανα κάτι, σε ενόχλησα με κάποιον τρόπο και δεν το κατάλαβα; Γιατί ασχολείσαι μαζί μου…;» προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του μα δεν έδειχνε να τα καταφέρνει και τόσο καλά.

Ο θυρωρός όμως δεν πτοήθηκε και απάντησε με αρκετή ηρεμία. «Η εταιρεία του τρίτου δεν δουλεύει σήμερα. Τα γραφεία έμειναν κλειστά λόγω πένθους του ιδιοκτήτη.»

          -«Τι πράγμα;;;»

          -«Μάλιστα. Ανακοινώθηκε σε όλους μας χτες το μεσημέρι λίγο πριν το σχόλασμα.»

          -«Μάλλον κάποιο λάθος κάνεις φίλε μου γιατί εμένα η γυναίκα μου δεν μου ανέφερε κάτι τέτοιο. Και σταμάτα να μου μιλάς άλλο σε παρακαλώ…» η φωνή του φανέρωνε θυμό και βιασύνη. Σταμάτησε να πατάει το κουμπί και χρησιμοποίησε τις εσωτερικές σκάλες. Ανεβαίνοντας στον όροφο δεν είδε την εταιρεία, όπως την θυμόταν. Όντως ο θυρωρός είχε δίκιο. Οι πόρτες ήταν κλειστές μα όχι κλειδωμένες. Έσπρωξε μία για να την ανοίξει και έχωσε αργά το κεφάλι του μέσα.

-«Περίεργο…» μονολόγησε ψιθυριστά την ώρα που έκανε προς τα πίσω να φύγει. Μία γνώριμη όμως φωνή ήχησε στα αυτιά του. Μάλλον… όχι φωνή, περισσότερο γέλιο. Γαργαριστό γέλιο που ερχόταν από το τέλος του διαδρόμου. «Μα αυτή είναι η φωνή της Κάρολ…». Άρχισε να περπατάει αργά επιταχύνοντας όσο δυνάμωνε η φωνή της, μέχρι που έφτασε έξω από την πηγή του ήχου. Τώρα και οι δύο φωνές, μία γυναικεία και μία αντρική, του φαίνονταν τόσο οικείες. Δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα. Φοβόταν το παιχνίδι που είχε στήσει η Ρουζάλκα. Έπρεπε όμως. Η αξιοπρέπειά του δεν του άφηνε άλλη επιλογή. Έτσι έπιασε το χερούλι και με δύναμη το έστριψε ανοίγοντας την πόρτα. Ο Άλμπερτ έμεινε άφωνος όπως και οι πρωταγωνιστές της ερωτική σκηνής μέσα στο γραφείο.

-«Κάρολ… Τζάκ…» αντίκρισε την γυναίκα του ξαπλωμένη ανάσκελα και τον καλύτερό του φίλο και κουμπάρο να μπαινοβγαίνει σαν έμβολο μέσα της. Χωρίς να σταματήσουν ούτε λεπτό συνέχισαν ξεσπώντας σε γέλια. «Τι… τι γίνεται… εδώ…;» οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα του. Ένιωσε την γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του.

-«Μη μου πεις ότι δεν το περίμενες Άλμπερτ…;» είπε με απάθεια η Κάρολ. «Κοιτάξου λίγο στον καθρέπτη μπας και δεις τα χάλια σου επιτέλους…»

          Όσο κι αν το ήθελε να σηκώσει το χέρι του και να τους χτυπήσει δεν έβρισκε τη δύναμη. «Γιατί…; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια…» είπε αποτροπιασμένος και γύρισε να φύγει τρέχοντας. Οι πόρτες του ασανσέρ ήταν ανοικτές, καθώς είχε κολλήσει στον όροφό τους, μα δεν μπήκε μέσα. Κατευθύνθηκε στις σκάλες όπου και άρχισε να τις κατεβαίνει πηδώντας. Σα μικρό κορίτσι που έτρεχε επειδή της προσέβαλαν την τιμή έτρεχε κι αυτός χωρίς να κοιτάει πίσω. Ο θυρωρός άρχισε να γελάει μόλις πέρασε μπροστά του. Ο Άλμπερτ έπεσε με δύναμη στην πόρτα του αυτοκινήτου και μπήκε μέσα. Έκατσε στην θέση του οδηγού και έπιασε το τιμόνι. Έβαλε μπροστά και ξεκίνησε μηχανικά για το σπίτι. Δάκρυα έτρεχαν στα μάτια του θολώνοντας την όρασή του. Μόλις έφτασε στην κεντρική λεωφόρο πάτησε το γκάζι, ακόμη περισσότερο, προσπαθώντας να περάσει τους φωτεινούς σηματοδότες πριν ανάψει το κόκκινο. Είχε πλέον αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα όταν μία λευκή σκιά, μία ανθρώπινη φιγούρα, εμφανίστηκε μπροστά του. Δεν προλάβαινε να πατήσει φρένο. Ενστικτωδώς έστριψε το τιμόνι απότομα αριστερά.

-«Ρου–ζά–λκα…» είδε τον εαυτό του να φωνάζει σα να ήταν θεατής στην ίδια του τη ζωή που πήγαινε σε αργή κίνηση μπροστά του. Πλέον το αυτοκίνητο είχε εκτραπεί προς μία τζαμαρία ενός καταστήματος που ήταν γεμάτο πελάτες. Ευτυχώς δεν υπήρξαν τραυματίες πέρα από τον ίδιο τον Άλμπερτ αφού το τσαλακωμένο του αυτοκίνητο είχε χωθεί μέσα μέχρι τις πλαϊνές πόρτες. Η αστυνομία δεν άργησε να έρθει και να τον οδηγήσει στο κρατητήριο. Δικαιούταν μοναχά ένα τηλεφώνημα και προτίμησε να το κάνει στον Φιλ Κόλλινς· τον πρώην εργοδότη του. Η ώρα να του ξεπληρώσει κι αυτός κάποιες χάρες είχε φτάσει. Ο διοικητής της αστυνομίας, αφού μεσολάβησε ο Κόλλινς, επέτρεψε με άκρα μυστικότητα και με συνοδεία να πάει στην τράπεζα και να σηκώσει τα τελευταία χρήματα που του είχαν απομείνει ώστε να πληρώσει την εγγύηση αποφυλάκισης.

Η ώρα ήταν τέσσερις ακριβώς και σε ένα τέταρτο θα έπρεπε να βρισκόταν έξω από την σχολική εξώπορτα για να πάρει τον Τόνι. Τι να του έλεγε; Είχαν γίνει τόσα πολλά που προτίμησε να μην πει τίποτα. Για την επιστροφή πήρε ένα ταξί. Στην διαδρομή σκεφτόταν όλα όσα πέρασε για να καταλήξουν πάλι οι δύο τους αλλά σε πολλή χειρότερη κατάσταση. Πλέον ήταν απένταρος, χωρίς φίλο και γυναίκα, με κατεστραμμένο αυτοκίνητο και μία μήνυση που εκκρεμούσε εις βάρος του. Και όλα είχαν ξεκινήσει από αυτό το καταραμένο βιβλίο. Βαθιά μέσα του όμως πίστευε πως η μπόρα είχε τελειώσει και το ουράνιο τόξο θα φαινόταν όπου να ήταν. Πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να εξελιχτούν τα πράγματα; Δεν είχαν μείνει άλλα περιθώρια. Η διαδρομή έφτασε στο τέλος της. Ο ταξιτζής τους άφησε έξω από την κύρια είσοδο της πολυκατοικίας και ο Άλμπερτ πήρε τον Τόνι από το χέρι και προσπάθησε να φύγει γρήγορα χωρίς να πληρώσει.

-«Έι… κύριε… τα λεφτά…» φώναξε ο οδηγός και έπιασε τον μοχλό έτοιμος να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω. Ο Άλμπερτ σταμάτησε και γύρισε να τον κοιτάξει. Έψαξε τις τσέπες του και δεν έπιανε χρήματα εκτός από μικρά μεταλλικά κέρματα που κουδούνιζαν μεταξύ τους στο ύφασμα. Με μία κίνηση, κλείνοντας το χέρι του σε γροθιά, το έβγαλε έξω έχοντας πιάσει όλα τα ψιλά. Με βλέμμα απλανές πλησίασε τον οδηγό και έβαλε το χέρι του μέσα στην καμπίνα αφήνοντας να πέσουν από ψηλά τα κέρματα δίπλα του.

-«Μου τα πήρες όλα… μου τα πήρες πίσω με τον χειρότερο τρόπο. Δεν έχω κάτι άλλο να σου δώσω…» ψιθύρισε μα δεν απευθυνόταν στον οδηγό. Ο μικρός Τόνι και ο οδηγός τον κοιτούσαν σαστισμένοι. Ο ταξιτζής είχε συνηθίσει να αντιμετωπίζει τρελούς. Ο Τόνι όμως τον έπιασε από το χέρι και τον χάιδεψε. Ο Άλμπερτ έσκυψε και τον έπιασε αγκαλιά φιλώντας τον στο κεφάλι.

-«Έ ρε μούρλα που κουβαλάει ο κόσμος…» είπε ο οδηγός μόλις έμεινε μόνος μέσα στην καμπίνα μετρώντας τα ψιλά. «Καλά λέω εγώ πως οι έντεκα στους δέκα είναι τρελοί…» φώναξε για να τον ακούσουν την ώρα που απομακρύνονταν και πάτησε το γκάζι για να εξαφανιστεί. Ο Τόνι ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει, μα ο Άλμπερτ, όσο κι αν τον ενόχλησε αυτό που αντιλήφθηκε, δεν γύρισε.

Η ζωή του είχε αλλάξει ριζικά και δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Πόσες ευκαιρίες να είχε μετέπειτα άλλωστε; Μαύρες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του μα το μόνο που τον σταμάταγε ήταν το μικρό παιδί που κρατούσε στα χέρια του. Ο πόνος τον είχε ενώσει μαζί του και θα το έκανε ξανά. Κάθε χτύπημα τον δυνάμωνε περισσότερο. Σταμάτησε λίγο πριν μπει στην κύρια είσοδο και κοίταξε στον ουρανό. Το μάτι του έπεσε στο παράθυρο του διαμερίσματός του. Για πρώτη φορά δεν ένιωσε πως τον παρακολουθούσε. Αισθανόταν πως με κάποιο τρόπο είχε βγει νικητής. Πως η Ρουζάλκα θα χανόταν στα άγνωστα μονοπάτια της πόλης και θα αναγκαζόταν να επιστρέψει σε εκείνο το ορφανοτροφείο όπου, επιτέλους, θα έβρισκε ανάπαυση και γαλήνη, ξεχνώντας τον για πάντα. Έβγαλε τα κλειδιά του και ξεκλείδωσε την πόρτα. Κάλεσε το ασανσέρ και μπήκαν μέσα για να τους οδηγήσει στον όροφό τους. Ο θάλαμος σταμάτησε και οι πόρτες άνοιξαν. Βγήκαν και ξεκίνησαν να βηματίζουν προς το διαμέρισμα. Όσο πλησίαζαν, τα χέρια του πάγωναν.

-«Όλα καλά μπαμπά;»

-«Ναι, μην δίνεις σημασία…» απάντησε και τον άφησε για λίγο μόνο μπαίνοντας μπροστά ώστε να ανοίξει την πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και το κεφάλι του χώθηκε μέσα επιφυλακτικά λες και δεν ήταν αυτό το διαμέρισμά του. Το πεδίο ήταν καθαρό. Σήκωσε το δεξί του χέρι και έκανε νόημα στον Τόνι να πλησιάσει χωρίς να τον κοιτάζει. Τώρα και οι δύο βρίσκονταν μέσα. Χωρίς πολλές κουβέντες άρχισε να βγάζει τα ρούχα του φανερώνοντας την ψυχική αστάθεια που βίωνε. Ο Τόνι έκανε και αυτός το ίδιο λίγο παραπέρα.

-«Μπαμπά… πού είναι η μαμά…;» Τι να του έλεγε; Προτίμησε να μην απαντήσει καθόλου. Ο μικρός δεν ρώτησε ξανά. Αφού κρέμασε το παλτό του στον καλόγερο έφυγε για να μπει μέσα στο δωμάτιό του. Ο Άλμπερτ έμεινε πίσω να τον κοιτάει να απομακρύνεται. Ο Τόνι έφτασε στην πόρτα και γύρισε την πετούγια για να την ανοίξει. Τίποτα το παραφυσικό μέχρι στιγμής. Η πόρτα έτριξε καθώς την έκλεισε με δύναμη ο μικρός.

Ο Άλμπερτ είχε μείνει κολλημένος να κοιτάει μέχρι που μία μαύρη σκιά τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ένα άυλο είδωλο αυτό που άρχισε να σχηματίζεται σιγά-σιγά μπροστά από την πόρτα και να βγαίνει από μέσα της προβάλλοντας στην αρχή μία φιγούρα σαν ανοικτό χέρι για να ακολουθήσει και το υπόλοιπο κορμί. Κι όμως… δεν τον είχε αφήσει και δεν θα το έκανε ποτέ. Αυτό το είχε καταλάβει τώρα. Η Ρουζάλκα βγήκε μέσα από την πόρτα σα να ήταν ένα τοίχος από νερό που δεν χυνόταν στο πάτωμα. Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα και τα μάτια της άσπρα, θαμπά στο χλωμό της πρόσωπο. Ο Άλμπερτ φοβήθηκε για τον γιο του και αψηφώντας το πρωτόγονο ένστικτό του που του έλεγε να το βάλει στα πόδια έτρεξε προς την πόρτα παραμερίζοντας το πνεύμα της. Άνοιξε την πόρτα με δύναμη και ο Τόνι γύρισε ξαφνιασμένος. Κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια μα δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Ο Άλμπερτ γύρισε και είδε την Ρουζάλκα να τον κοιτάζει με χαμόγελο αποκαλύπτοντας τα σαπισμένα της δόντια.

-«Για να δούμε…» είπε αποφασισμένος να βάλει ένα τέλος μια και για πάντα, «…μπορείς να σκοτώσεις κάτι που είναι ήδη νεκρό;» και την έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να την σέρνει σαν άψυχη κούκλα. Και έτσι του φάνηκε αφού η Ρουζάλκα δεν έβγαλε μιλιά. Δεν πάλεψε, δεν φώναξε, δεν αντιστάθηκε. Δεν έκανε τίποτα που να αποδεικνύει την απόκοσμη φύση της. «Δεν έχεις και τόσες δυνάμεις τελικά, έ;» Οι γείτονες τον έβλεπαν να κατεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες παραμιλώντας και έχοντας το δεξί του χέρι τεντωμένο προς τα πίσω σα να τραβάει κάτι που εκείνοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν.

Η Ρουζάλκα δεν προέβαλε καμία αντίσταση μέχρι που έφτασαν στη γέφυρα της πόλης. Τα νερά λίμναζαν τέσσερα μέτρα πιο κάτω κρύβοντας το απύθμενο κενό στο σκοτάδι. Οι περαστικοί τον αντίκριζαν να παλεύει με τα πλάσματα της φαντασίας του. Άλλοι γελούσαν και άλλοι τον λυπόνταν. Ο Άλμπερτ την έπιασε και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά την πέταξε μέσα στα παγωμένα νερά. Οι τριγύρω συνέχισαν να τον κοιτούν καλά-καλά. Είχαν αρχίσει να πιστεύουν πως ήταν ένας μίμος που έκανε, όχι και τόσο καλά, την δουλειά του. Από ψηλά παρακολουθούσε το κορμί της να χάνεται καθώς το μαύρο σκοτάδι του κενού είχε αρχίσει να την καταπίνει με αργούς ρυθμούς. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω του και λαμπύριζαν πολλή ώρα αφού χάθηκε ολόκληρη στην άβυσσο.

-«Και κοίτα να μείνεις εκεί για πάντα…» φώναξε δυνατά παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής. Τα βήματά του ήταν αρκετά γοργά. Ο Τόνι περίμενε μόνος στο σπίτι, και ήταν πολύ μικρός ακόμη γι’ αυτό. Ίσως για λίγη ώρα να μην υπήρχε πρόβλημα μα ήδη έλειπε σχεδόν δύο ώρες. Σκέφτηκε να πάρει κάποιο ταξί, μα οι τσέπες του ήταν άδειες. Έτσι άρχισε να τρέχει πλησιάζοντας πολύ γρήγορα στην πολυκατοικία του. Όσο όμως πλησίαζε ένα κακό προαίσθημα άρχισε να του τρώει την ψυχή και ένας κόμπος να βαραίνει το στομάχι. Στον τρίτο όροφο έβλεπε νερά να χύνονται από κάποιον όροφο πιο πάνω. Στον τέταρτο ήταν ακόμη πιο έντονα και αυτή τη φορά δεν ήταν ο μοναδικός που το έβλεπε αυτό. Γείτονες βρίσκονταν έξω προσπαθώντας να σκουπίσουν τα νερά έξω από το διαμέρισμά τους. Στο πέμπτο που έμενε τα πάντα είχαν πλημυρίσει. Προς κακή του έκπληξη τα νερά είχαν φουσκώσει το ξύλο κάτω από τη δική του πόρτα με αποτέλεσμα να έχει φρακάρει. Ο Άλμπερτ έχωσε μέσα το κλειδί και το γύρισε μα δεν άνοιγε. «ΤΟΝΙ…» άρχισε να φωνάζει πανικοβλημένος και να σπρώχνει. Η πόρτα δεν υποχωρούσε και άρχισε να της δίνει χτυπήματα με το πλάι του ώμου. Τίποτα. Κλωτσιές και μπουνιές χωρίς αποτέλεσμα. Ώσπου πήρε φόρα και έπεσε πάνω της κάνοντάς της μία βαθιά ρωγμή ακριβώς στη μέση.

Η πόρτα άνοιξε και αυτός έπεσε μέσα γλιστρώντας στα νερά που είχαν σχηματίσει μία μαύρη λίμνη. «ΘΕΕ ΜΟΥ…ΤΟΝΙ…» φώναξε ξανά με όλη του τη δύναμη αλλά δεν πήρε απάντηση. Σηκώθηκε και έτρεξε στο δωμάτιο του γιου του που ήταν άδειο. Αμέσως κατευθύνθηκε στο μπάνιο από όπου έρχονταν τα νερά. Η πόρτα ήταν κλειστή και κλειδωμένη από μέσα. Ο Άλμπερτ φώναζε συνεχώς το όνομα του γιου του. Με μία δυνατή κλωτσιά την έσπασε κι αυτή ανοίγοντάς την διάπλατα.

Η Ρουζάλκα στεκόταν μπροστά από τη μπανιέρα που ήταν γεμάτη νερό και συνέχιζε να ξεχειλίζει. Μέσα στο νερό ήταν γυρισμένο μπρούμυτα το άψυχο κορμί του Τόνι που είχε μελανιάσει. «ΟΟΟΧΧΧΙΙΙ…» έπεσε σε παραλήρημα φωνάζοντας όπως δεν έχει φωνάξει άνθρωπος ποτέ στην ζωή του και πήρε το παγωμένο του σώμα στην αγκαλιά του χαϊδεύοντάς του το κεφάλι. «Όχι θεούλη μου, όχι σε παρακαλώ…» έκλαιγε ελπίζοντας πως ζούσε έναν εφιάλτη. «Τώρα θα ξυπνήσω… όπου να’ ναι θα ξυπνήσω…» επαναλάμβανε συνεχώς. «Πάρε εμένα Θεέ μου… πάρε εμένα στην θέση του…» η Ρουζάλκα κοιτούσε αμίλητη με εκείνο το χαμόγελο στα χείλη που τόσο μισούσε να βλέπει. «ΕΣΥ…» απευθύνθηκε και δεν συνέχισε.

-«Όχι… ΕΣΥ…» απάντησε σαν φίδι που μιλάει ψιθυριστά, «Τελείωσε αυτό το βιβλίο…» του είπε ξανά.

-«Γιατί μου το έκανες αυτό; Γιατί…;»

-«Δεν σου το έκανα εγώ. Εσύ το προκάλεσες στον εαυτό σου. Τελείωσε αυτό το βιβλίο ΤΩΡΑ.» του φώναξε ή μάλλον τον διέταξε.

-«Θέλεις να τελειώσω το βιβλίο μωρή καργιόλα…;» γρύλισε μέσα από τα δόντια του καθώς κρατούσε ακόμη τον Τόνι στην αγκαλιά του. «Θα σου δείξω εγώ το τέλος αυτής της ιστορίας…» και βγήκε έξω από το μπάνιο ψάχνοντας το καταραμένο τεχνούργημα που του ανέτρεψε την ζωή. Δεν δυσκολεύτηκε να το βρει. Στεκόταν με τα φύλλα του διάπλατα ανοικτά πάνω στο τραπέζι περιμένοντας να διαβαστεί. Το έπιασε και το έκλεισε με δύναμη παίρνοντας το μαζί του. Ο Τόνι ακόμη παγωμένος στεκόταν μέσα στα σφικτά του χέρια που δεν έλεγαν να τον αφήσουν. Η Ρουζάλκα, άφαντη, χαμένη μέσα στο μπάνιο που την άφησε.

Βγήκε έξω από το διαμέρισμά και στάθηκε μερικά μέτρα πιο πέρα. Άφησε κάτω τον γιο του καθώς έντρομοι γείτονες του ορόφου έσπευσαν να δουν τι συνέβαινε. Αμέσως έπεσαν πάνω στο άψυχο κορμί προσπαθώντας να το συνεφέρουν. Κανείς δεν γνώριζε τι το είχε προκαλέσει. Ο Άλμπερτ είχε σκύψει στα γόνατα έχοντας πίσω στην πλάτη του μερικούς από τους γείτονες ακούγοντας την οχλαγωγία τους. Έσκυψε μπροστά του και ακούμπησε κάτω το βιβλίο. Η ανοικτή πόρτα του διαμερίσματος έκλεισε ξαφνικά από μία αόρατη δύναμη απλώνοντας τον αντίλαλο του χτυπήματος σε όλο το κλιμακοστάσιο.

Ο Άλμπερτ έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και άρχισε να ψάχνει. Λίγο μετά έβγαλε ένα μεταλλικό αναπτήρα που χρησιμοποιούσε όταν κάπνιζε αρκετά χρόνια πριν. Με ένα κλικ, άνοιξε το καπάκι αποκαλύπτοντας την κυκλική τσακμακόπετρα. Με ένα γρήγορο κατέβασμα του αντίχειρα πάνω στην πέτρα, άναψε το φυτίλι ακουμπώντας το στα ανοιγμένα φύλλα του βιβλίου. Το βιβλίο άρχισε να καίγεται σελίδα-σελίδα και όπως εξαπλώνονταν η φωτιά πάνω του έτσι άρχισε να φλέγεται στο εσωτερικό του και το διαμέρισμα σκορπώντας παντού τους μαύρους καπνούς του. Μια σειρήνα σε κάθε όροφο ξεκίνησε να χτυπάει και το πλήθος βγήκε στους διαδρόμους τρέχοντας υπό τη συνοδεία της τεχνίτης βροχής της αυτόματης πυρόσβεσης. Οι φλόγες ξεπήδαγαν μέσα από την άσπρη πόρτα που είχε αρχίσει να μαυρίζει. Ο Άλμπερτ είχε μείνει ακόμη γονατισμένος ευχόμενος να τελειώσει η ζωή του εκείνη τη στιγμή. Πίσω του ακόμη βρισκόταν ξαπλωμένος ο Τόνι. Το κτήριο άδειασε και γέμισε από πυροσβέστες και αστυνομικούς που τον έβγαλαν έξω σηκωτό.

Τα περιπολικά ξεκίνησαν την διαδρομή τους προς το αστυνομικό τμήμα παίρνοντας τον γνωστό δρόμο που οδηγούσε έξω από το παλαιοπωλείο. Στην πίσω θέση μαζί με άλλους δύο αστυνομικούς καθόταν δεμένος με χειροπέδες ο Άλμπερτ και πίσω τους ακριβώς ακολουθούσε το ασθενοφόρο. Ο Άλμπερτ δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω και ενώ το βλέμμα του έμοιαζε απλανές μόλις έφτασαν έξω από το εστιατόριο, απέναντι από το στενό σοκάκι, η ματιά του καρφώθηκε στο βάθος. Συγκλονισμένος είδε το σημείο στο οποίο βρισκόταν το παλαιοπωλείο να ρημάζει άδειο και εγκαταλελειμμένο στο πέρασμα του χρόνου σα να μην υπήρξε ποτέ εκεί κάποιο παλαιοπωλείο. Η αντίδρασή του τράβηξε το ενδιαφέρον των αστυνομικών που κοίταξαν κι εκείνοι.

-«Δεν υπάρχει τίποτα…» είπαν επιτακτικά και τον έσπρωξαν για να γυρίσει ξανά μπροστά.

Η φωτιά αποδόθηκε σε ατύχημα αν και ο Άλμπερτ πίστευε πως για όλα ευθυνόταν εκείνο το κορίτσι που άθελά του είχε καλέσει από τον κόσμο των νεκρών. Μα ο θάνατος του μικρού Τόνι αποδόθηκε στον ίδιο τον Άλμπερτ που δεν μπόρεσε ποτέ του να αποδείξει πως ήταν αθώος.

Τώρα πια είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη περνώντας τα χρόνια του στην ψυχιατρική πτέρυγα μίας φυλακής υψίστης ασφαλείας παρέα με βαρυποινίτες κάθε είδους. Ακολουθούσε ισχυρή φαρμακευτική αγωγή και επισκεπτόταν συχνά τον ψυχίατρο του ιδρύματος για να μιλήσει προσπαθώντας να ελαφρύνει την συνείδηση του ή απλά για να εκφράσει τον πόνο του σε κάποιον. Πλέον είχε αποδεχτεί τα γεγονότα όπως τα είχαν λογικά εξηγήσει οι γιατροί. Το κεφάλι του είχε αρχίσει απαλλάσσεται από τις παραισθήσεις και να βλέπει για πρώτη φορά καθαρά. Ίσως τελικά τα πάντα να ήταν δημιουργήματα του μυαλού του. Ίσως τα εγκεφαλικά του αγγεία όντως να είχαν οξεία αιμορραγία και να μην υπήρξε ποτέ Κάρολ, δουλειά και χρήματα. Τα πισωγυρίσματα όμως ήταν κι αυτά μέρος του παιχνιδιού. Όλοι οι τρόφιμοι παρουσίαζαν τέτοιου είδους φαινόμενα. Τότε έδιναν ακόμη πιο ισχυρά φάρμακα και σε ακραίες περιπτώσεις κατέφευγαν σε ηλεκτροσόκ. Αυτό μέχρι στιγμής δεν είχε χρειαστεί στον Άλμπερτ, μα αυτή η επίσκεψη στον ψυχίατρο ίσως να έδινε την αφορμή.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

-«Κύριε Ρος… συνεχίζετε να εμμένετε σε αυτή την ιστορία ενώ βλέπετε πως δεν σας οδηγεί πουθενά. Τα έχουμε πει ξανά και ξανά. Πρέπει να προχωρήσετε μπροστά. Αυτό το μικρό κορίτσι, την Ρουζάλκα όπως την είπατε, τη δημιούργησε το άλλο σας εγώ με σκοπό να δικαιολογήσετε τις πράξεις για τις οποίες, δυστυχώς, δεν είχατε τον έλεγχο.»

          -«Όχι γιατρέ…»

          -«Χρειάζεστε ξεκούραση. Ίσως αν δεν ήσασταν τόσο πιεσμένος από τα προσωπικά σας προβλήματα στο παρελθόν, τώρα μπορεί να ήταν τελείως διαφορετικά τα πράγματα.»

          -«Μα γιατρέ…»

          -«Λυπάμαι…» είπε ορθά κοφτά και σηκώθηκε από την καρέκλα. «Και σας παρακαλώ… μην έρθετε ξανά με την ίδια ιστορία, αλλιώς…»

          Ο Άλμπερτ έκλεισε καταφατικά τα μάτια και κούνησε το κεφάλι. Σηκώθηκε και βγήκε από την πόρτα όπου τον παρέλαβαν οι φύλακες για να τον οδηγήσουν στο κελί του. Τα βήματά του ήταν βαριά και περπατούσε με την πλάτη σκεβρωμένη πιάνοντας αριστερά κάτω από το στήθος την μεγάλη τομή που είχε υποστεί από την αφαίρεση σπλήνας. Τελικά την είχε βγάλει και η βελτίωση ήταν ελάχιστη. Ήταν πια πολύ καταβεβλημένος. Η πάθησή του τον είχε αποδυναμώσει. Αισθανόταν ότι πέθαινε κάθε μέρα με τον χειρότερο τρόπο. Αργά και βασανιστικά. Το κορμί του πολεμούσε με την θρομβοπενική πορφύρα και το μυαλό του με την παράνοια που έδειχνε πως τελικά του χτυπούσε την πόρτα. Οι φύλακες τον οδήγησαν ακριβώς έξω από το κελί του και ανοίγοντάς το, τον έριξαν μέσα με μία δυνατή σπρωξιά. Τα φώτα έκλεισαν και εκείνος έκατσε πάνω στο κρεμαστό κρεβάτι. Έβαλε τα χέρια του πάνω στα γόνατα και περίμενε να ξημερώσει. Λίγα λεπτά αργότερα όμως ένας φύλακας εμφανίστηκε στην καγκελόπορτα.

-«Ψστ… έι… εσύ…» του φώναξε δυνατά ταράσσοντάς τον ακόμη πιο πολύ. Ο Άλμπερτ πλησίασε στην πόρτα με αργά ξεψυχισμένα βήματα. «Βρήκα αυτό το πακέτο μέσα στην αποθήκη και γράφει πάνω το όνομά σου.»

          Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του άρρωστου άντρα, ελπίζοντας πως ήταν ένα πακέτο από την Κάρολ και άπλωσε τα χέρια του να το πιάσει.

-«Ξέρεις τι μου κάνει εντύπωση…;» συνέχισε να λέει ο φύλακας, «…πως σήμερα το πρωί άδειασα όλη την αποθήκη από τα γράμματα και τα δέματα που είχα για μοίρασμα. Το πακέτο αυτό όμως το αντίκρισα ξεχασμένο σε ένα ράφι αφού επέστρεψα. Κι εγώ δεν ξεχνάω δέματα. Τέλος πάντων όμως. Είδα πως πάνω έγραφε το όνομά σου και έτσι είπα να σου το φέρω…»

          -«Τι έχει μέσα…;»

          -«Άνοιξε και θα δεις…» είπε και του το έδωσε στα χέρια μέσα από τα σίδερα. Ο φύλακας γύρισε και απομακρύνθηκε παραμιλώντας μέσα στο σκοτάδι. «Ποιος ανόητος κάνει τέτοια δώρα…;»

Τα χέρια του έτρεμαν από χαρά. Επιτέλους μετά από τόσα χρόνια κάποιος τον θυμήθηκε. Ό,τι κι αν ήταν θα το δεχόταν με μεγάλη χαρά. Αμέσως πήρε το δέμα και κατευθύνθηκε στο ξύλινο γραφείο που είχε ένα παλιό μεταλλικό λαμπατέρ. Πάτησε τον διακόπτη και η λάμπα φέγγισε ελαφρά το δωμάτιο. Άγχος, αγωνία και λαχτάρα για αυτή την απρόσμενη επίσκεψη που τον έκανε για λίγο να πιστέψει ξανά στην ζωή.

Με τα ζαρωμένα του πλέον χέρια έπιασε το καπάκι και με μία κίνηση το άνοιξε. Μία αμυδρή λάμψη έβγαινε μέσα από το σκοτεινό κουτί μα δεν μπορούσε να διακρίνει ακριβώς τι. Έτσι έπιασε το περιεχόμενο για να το βγάλει από μέσα. Το αίμα του πάγωσε και μόνο στην ιδέα. Ήταν ένα βιβλίο με δερμάτινο σώμα. Το φώτισε με το υποτονικό λαμπάκι φανερώνοντας επιτέλους το καταραμένο τεχνούργημα. Ρουζάλκα, τα γράμματα έλαμψαν άλλη μία φορά στο εξώφυλλο καθώς απορρόφησαν τα σιωπηλά δάκρυα-ποτάμια που άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του.

Λίγα μέτρα πίσω του μία σκιά άρχισε να διαγράφεται πιο μαύρη από την σκοτεινιά του ψυχιατρείου πάνω στους τοίχους και ένα μαύρο χέρι άρχισε να ξεπροβάλει από μέσα τους. Ο Άλμπερτ δεν γύρισε καν, παρά μόνο έμεινε παγωμένος στο άκουσμα της φιδίσιας ψιθυριστής φωνής της Ρουζάλκας…

-«Δεν έχεις δει τίποτα ακόμη. Τώρα αρχίζουν όλα…» και η φωνή της μετατράπηκε σε βαριά, μπάσα και δαιμόνια τρομακτική… «ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ…»

~~ΤΕΛΟΣ~~

Κων/νος Ν. Βαρδής

Σύντομα με ακόμη μία ιστορία, οπότε μείνετε συντονισμένοι.

Advertisements

Posted on 29/01/2015, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: