Ο Νταής, Μέρος 1ο.


~ Ο νταής ~

Μέρος 1ο

-«Εντάξει…» ψέλλισε κλαίγοντας ο μικρός Αλέξανδρος μόλις βγήκε από το ντουλάπι όπου τον είχαν κλείσει οι φίλοι του για να κάνει το juke box. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και το δεξί του μάτι μαυρισμένο. Τι θα έλεγε στη μητέρα του αυτή τη φορά; Οι δικαιολογίες του είχαν τελειώσει εδώ και πολύ καιρό. Τη μία είχε πέσει από τη σκάλα, την άλλη είχε κουτουλίσει σε κάποιο ντουλάπι· και γενικότερα έτσι κυλούσε η ζωή του πίσω από τις κλειστές πόρτες του ολοήμερου ιδιωτικού σχολείου.

†††

Ο Αλέξανδρος ήταν δώδεκα χρονών και προερχόταν από βιοπαλεστική οικογένεια. Ο πατέρας του αναγκαζόταν να κάνει δύο και τρεις, καμιά φορά, δουλειές για να προσφέρει τα καλύτερα στον μοναχογιό του. Τα πρώτα χρόνια της σχολικής του ζωής ήταν υπόδειγμα μαθητή, χαρακτήρα και καλών τρόπων. Χρόνο με τον χρόνο όμως άλλαζε στάση χωρίς ωστόσο να εκδηλώνει σε οικείους ή γνωστούς τον εφιάλτη που βίωνε μέσα στο κολαστήριο όπου υποτίθεται πως θα αποκτούσε γνώση και μόρφωση. Πάντοτε εσωστρεφής κρατούσε μέσα του όσα, ασφυκτικά, τον έπνιγαν· ντρεπόταν. Είχε μάθει πως οι άντρες δεν κλαίνε, πως υπομένουν στις δυσκολίες και νικούν.

Οι τάξεις πέρναγαν και νέα πρόσωπα έμπαιναν στην ζωή του· άλλα για καλό και άλλα για κακό. Το ιδιωτικό σχολείο όμως προσάρμοζε τις ανοχές του απέναντι σε κάθε μαθητή ανάλογα με το οικονομικό κασέ του κάθε κηδεμόνα. Ο Μανώλης, ή αλλιώς «Μαλώνεις», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν νέος στην τάξη και από τις αρχές είχε επιδείξει παραβατική συμπεριφορά. Ήταν το μοναχοπαίδι που ποτέ του δεν είχε στερηθεί τίποτα. Μητέρα δεν είχε γνωρίσει, όχι πως δεν είχε. Απεναντίας… είχε τρεις… φιλιππινέζες να τον μεγαλώνουν και να βρίσκονται στο πλευρό του κάθε φορά που η πολυάσχολη βιολογική του μητέρα δεν μπορούσε να παρευρεθεί δίπλα του.

Οι υποχρεώσεις της ήταν πολλές αφήνοντας ένα διαρκές κενό στον ψυχισμό του Μανώλη, το οποίο φρόντιζε να καλύπτει με αμέτρητα νέα παιχνίδια κάθε χρόνο. Κανείς δεν μπορούσε, βέβαια, να κατηγορήσει τη, σκληρά εργαζόμενη, μάνα που δεν έχανε ευκαιρία να ταξιδεύει στις κρύες κι αφιλόξενες Άλπεις ή στις ηλιοκαμένες Μαλδίβες για να φέρει εις πέρας τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις.

Ο Μανώλης ήταν και αυτός θύμα του νεοπλουτισμού. Θαμπωμένος από τον υλισμό κι από την εύκολη λύση της αβίαστης εκπαίδευσης αγνοούσε την πραγματική ουσία που ξεγλιστρούσε μέσα από τα χέρια του. Σαν παιδί δεν ένιωσε ποτέ του το πατρικό χάδι, τον χτύπο της καρδιάς στο στέρνο της μητέρας και ό,τι άλλο είχαν τα πολύ φτωχότερά του παιδιά.

Ο γάμος των γονιών του έγινε από συμφέρον για να χωρίσουν λίγους μήνες αργότερα. Ο πρωταρχικός τους σκοπός ήταν η αύξηση, μέσω της ένωσης, των επιχειρήσεών τους. Οι προσωπικές τους σχέσεις όμως ήταν το αγκάθι ανάμεσά τους καθώς δεν υπήρχε ίχνος αγάπης μεταξύ τους. Λίγο καιρό αργότερα το μοιραίο έγινε. Ο πατέρας τους εγκατέλειψε αφήνοντάς τους ένα μεγάλο μέρος της δικής του περιουσίας. Η μητέρα φρόντισε μέσω της δικής της επιχείρησης, δουλεύοντάς την στο έπακρο, να ανθίσει τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία.

Η Σύλβια ήταν μια Ελληνίδα με ρίζες από το εξωτερικό. Πάντα όμορφη τραβούσε τα βλέμματα του αντρικού και γυναικείου πληθυσμού συγχρόνως. Οι άντρες την ποθούσαν, οι γυναίκες τη φθονούσαν. Αρκετές φορές είχε προτάσεις για να ασχοληθεί με τις πασαρέλες αλλά τα χρήματα που θα κέρδιζε δεν θα άγγιζαν σε καμιά περίπτωση αυτά της δικής της επιχείρησης. Το δικό της φιλόπτωχο ταμείο είχε μάθει να το δουλεύει από μικρή ακολουθώντας τις συμβουλές της μητέρας της. «Στόχος είναι τα λεφτά…» της έλεγε κάθε βράδυ όταν την έβαζε για ύπνο φουσκώνοντας τα μυαλά της με ιδέες και μεγαλεία.

Έτσι στην εφηβεία της βρήκε αρκετούς χορηγούς για να χτίσει τις προϋποθέσεις ώστε η επιχείρησή της να επεκταθεί πέρα από το εκείνο το κομμάτι του κορμιού της που βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της. Τα πάντα είχαν μπει σε μια σειρά και το ινστιτούτο ομορφιάς της θα έκανε τα εγκαίνιά του. Ο μεγάλος της ευεργέτης ήταν ο Γιώργος· ο άνθρωπος όπου χρόνια αργότερα του χάρισε την αγνότητά της κάτω από το λευκό ημιδιάφανο πέπλο ανεβαίνοντας τα σκαλιά της εκκλησίας.

Ο Γιώργος ήταν επιχειρηματίας. Τα πάντα ήταν αριθμοί για εκείνον και τους είχε εκπαιδεύσει να λειτουργούν προς το συμφέρον του. Πολλές φορές το ένα κι ένα δεν έκανε δύο, αλλά τρία, ή και ενάμιση. Το μυαλό του όμως βραχυκύκλωσε όταν αντίκρισε για πρώτη φορά την αιθέρια ύπαρξη που άκουγε στο όνομα Σύλβια. Αυτός ήταν που ανέλαβε να εξαπλώσει το ινστιτούτο ομορφιάς της σε μερικές ακόμη περιοχές.

Η αρχή του γάμου τους ήταν όπως όλων· γεμάτη πάθος, σεξ και υποσχέσεις για αιώνια πίστη και αγάπη. Το μέλι όμως στην κορυφή του βαρελιού ήταν πιο λίγο από ο,τι υπολόγιζαν και δεν άργησαν να φτάσουν στον πάτο που ήταν καλυμμένος με σκατά. Αυτό έγινε μόλις ο Μανώλης ήρθε στη ζωή. Καμιά υπηρέτρια δεν μπόρεσε να φέρει τις χαμένες ισορροπίες.

Καυγάδες ξεσπούσαν μπροστά στα μάτια του μικρού παιδιού που κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι, κλείνοντας τα αυτιά του και τραγουδώντας δυνατά, για να μην ακούει τα ξεσπάσματα θυμού τους. Η Σύλβια προσπάθησε να στηριχτεί στα πόδια της. Οι λάθος επαγγελματικές κινήσεις έκαναν το ένα ινστιτούτο μετά το άλλο να κλείνουν. Ο Γιώργος δεν άντεξε παρατώντας και τους δύο. Τα δικαστήρια όρισαν μια υψηλή διατροφή στον Γιώργο που ακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια τον πρώτο καιρό ώσπου σταμάτησε.

Η Σύλβια αναγκάστηκε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της αναλαμβάνοντας την οικονομική υποστήριξη της οικογενείας της. «Παλιά μου τέχνη κόσκινο…» μονολόγησε έχοντας πλήρη γνώση του ποια ήταν και τι έκανε στ’ αλήθεια. Ήταν κυρία με Π κεφαλαίο. Οι καρποί της επανεισόδου της δεν άργησαν να καρποφορήσουν. Ο ένας λεφτάς μετά τον άλλον, της εξασφάλιζαν ένα καλό μηνιαίο εισόδημα, σπίτι, αυτοκίνητο, ιδιωτικό σχολείο για τον γιο της, οικιακές βοηθούς και ένα σωρό άλλα που έμοιαζαν τελείως άχρηστα για τον απλό μέσο κάτοικο αυτού του πλανήτη. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να μην επισκεφθεί μέρα παρά μέρα το προσωπικό της κομμωτήριο όπου θα σπαταλούσε το ευτελές ποσό των 1500 ευρώ, τουλάχιστον, για μερικές καλοχτενισμένες μπούκλες μαλλί.

 Με τα χρήματα κατάφερε να αγοράσει τα πάντα εκτός από μία καλή ανατροφή για τον γιο της. Αυτός συνέχιζε δίχως έλεγχο να παρενοχλεί πιο αδύναμους, από αυτόν, συμμαθητές του και οι δάσκαλοι δεν φαίνονταν να κάνουν κάτι για να το διορθώσουν. Θύτης, θύμα; Μια παροιμία λέει πως σαν κατουρήσεις στην θάλασσα θα το βρεις στο αλάτι. Η πορεία θα έδειχνε.

†††

Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο όταν ο μικρός Αλέξανδρος αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια από την πρώτη καθηγήτρια που βρήκε μπροστά του. Το όνομά της ήταν Ηλέκτρα και έπεσε πάνω της όταν την είδε να περπατάει αμέριμνη στον σχολικό διάδρομο που ένωνε τις δύο πτέρυγες. Δεν το έκανε επίτηδες.

-«Πρόσεχε παιδάκι μου… στραβό είσαι;» ήταν η πρώτη της αντίδραση πριν προλάβει ο Αλέξανδρος να αρθρώσει λέξη.

Ο νεαρός στεκόταν μπροστά της λαχανιασμένος προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά. Εκείνη περίμενε φανερά ενοχλημένη αδιαφορώντας για την ατημέλητη εικόνα του μαθητή. Από τις σκάλες ξεπρόβαλαν και οι θύτες που τον υπέβαλαν σε ένα καθημερινό βασανιστήριο.

-«Κυρία…» ψέλλισε, «Χρειάζομαι βοήθεια… σας παρακαλώ…» η σπλήνα του κόντευε να σπάσει. Με τα χέρια του κρατούσε την κοιλιά του και ζοριζόταν για να σταθεί όρθιος. Η δασκάλα είδε τον όχλο να καταφθάνει από πίσω του. Απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο καταλαβαίνοντας προφανώς τι συνέβαινε.

-«Δεν θέλω να ακούσω λέξη. Μην με ανακατεύεις εμένα με αυτά. Ό,τι θέλεις, να πας στον διευθυντή…» είπε και συνέχισε το αυτοματοποιημένο της βήμα με ένα αίσθημα βαθιάς ικανοποίησης πως είχε ανταποκριθεί επάξια και σήμερα στις σχολικές της υποχρεώσεις που την ήθελαν περισσότερο λειτουργό-παιδαγωγό παρά δασκάλα. Με ένα πλατύ χαμόγελο απομακρύνθηκε μέχρι που χάθηκε κατεβαίνοντας τα σκαλιά.

-«Είσαι και καρφί, ε;» φώναξε ο Μανώλης σπρώχνοντάς τον δυνατά στο στήθος. Ο Αλέξανδρος έπεσε με την πλάτη καθώς ένας τρίτος είχε σκύψει πίσω από τα πόδια του για να μην μπορέσει να σταθεί όρθιος. Είχε αποτέλεσμα. Το κεφάλι του χτύπησε τόσο δυνατά ώστε να ακουστεί ένας γδούπος τραντάζοντας τον τσιμεντένιο διάδρομο. Αν ήταν καρπούζι θα είχε σπάσει.

Η παρέα διαλύθηκε τρέχοντας. Ο Αλέξανδρος έμεινε μονάχος για τα επόμενα πέντε λεπτά προσπαθώντας να ανακτήσει τις αισθήσεις του. Σήκωσε αργά το κεφάλι του πιάνοντάς το από πίσω με το δεξί του χέρι. Το έφερε μπροστά. Η παλάμη του ήταν καλυμμένη με αίμα. Κοίταξε τριγύρω. Ήταν μόνος στον διάδρομο. Το κουδούνι είχε χτυπήσει λίγη ώρα πριν και όλοι βρίσκονταν μέσα στις τάξεις. Ακόμη μία απουσία στο απουσιολόγιό του. Δεν τον πείραξε. Έτσι κι αλλιώς δεν ήθελε πια να πηγαίνει σε αυτό το σχολείο. Είχε αποφασίσει να το πει και στους δικούς του.

Ο Αλέξανδρος φοιτούσε στην έκτη τάξη του δημοτικού. Αποκομμένος και ντροπιασμένος πλέον από όλους περνούσε μονάχος κάθε λεπτό της κάθε ημέρας στο σχολείο. Ήταν στο τέλος της χρονιάς και το μόνο που του έδινε κουράγιο ήταν ότι σε λίγες μέρες δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τον θύτη του. Είχε αποφασίσει μάλιστα να μην πάει ούτε στην γιορτή της αποφοίτησης όπου θα ήταν μαζεμένα και τα τέσσερα τμήματα της έκτης δημοτικού. Εκεί θα ήταν κι αυτή· η Μαρία. Την αγαπούσε από την πρώτη δημοτικού. Τον πρώτο καιρό που γνωρίζονταν είχαν αναπτυχθεί αμοιβαία συναισθήματα. Τα πράγματα άλλαξαν όμως όταν ο Μανώλης είχε έρθει στο σχολείο. Μετά από κάποιο διάστημα άρχισε κι αυτή να τον κοροϊδεύει και να τον δείχνει με το δάκτυλο. Είχε γίνει ο περίγελος του σχολείου. Δεν ήξερε τι είχε κάνει και άξιζε τέτοια συμπεριφορά. Πλέον κανείς δεν τον έκανε παρέα, δεν τον υποστήριζε. Όλοι φοβόντουσαν τον νταή του σχολείου. Φοβόντουσαν μην στοχοποιηθούν κι εκείνοι όπως ο Παναγιώτης, ο Βαγγέλης, ο Νίκος, ο Ηλίας και τώρα ο Αλέξανδρος.

Το τελευταίο πρωινό της σχολικής χρονιάς ξημέρωσε για τον φοβισμένο νέο. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη που αυτό το βασανιστήριο θα λάμβανε τέλος. Ήταν αποφασισμένος να αφήσει πίσω του ό,τι τον στενοχωρούσε. Θα προσπαθούσε να περάσει ένα αξέχαστο καλοκαίρι ώστε να μαζέψει δυνάμεις για τη νέα χρονιά που θα ήταν γεμάτη με νέα πρόσωπα. Είχε μιλήσει στους γονείς του και είχαν αποφασίσει να τον γράψουν σε ένα ολοήμερο καθώς ο πατέρας του είχε δεχτεί μια δουλειά που θα εξασφάλιζε ένα καλύτερο αύριο σε όλη την οικογένεια. Αυτή ήταν η ευκαιρία για όλους. Η μητέρα εργαζόταν κι αυτή από το πρωί ως το βράδυ κι έτσι αδυνατούσε να βρίσκεται στο σπίτι τις ώρες που θα σχολούσε ο Αλέξανδρος. Το ολοήμερο σχολείο ήταν η καλύτερη λύση.

Ακόμη ένα σημάδι που σηματοδοτούσε το τέλος της σχολικής χρονιάς άφησε ο Μανώλης στο πρόσωπο του Αλέξανδρου.

-«Μην ανησυχείς μητέρα. Έπεσα από τη σκάλα.» απάντησε για πολλοστή φορά στην ερώτηση της μητέρας του. Εκείνη κούνησε το κεφάλι. Όσες φορές είχε προσπαθήσει να του εκμαιεύσει πληροφορίες έπεφτε πάντα σε αδιέξοδο. Κατά βάθος ήξερε τι απασχολούσε τον γιο της αλλά δεν ήξερε με ποιον τρόπο να τον βοηθήσει πρακτικά. Είχε προσπαθήσει στο παρελθόν να μιλήσει με τον διευθυντή του σχολείου, μα όταν έφτανε η ώρα να πάρει θέση ο μικρός Αλέξανδρος, κάθε προσπάθειά της έπεφτε στο κενό. Πώς να αποδείξεις κάτι όταν ο βασικότερός μάρτυράς σου κάνει πίσω;

Αν και χτυπημένος ο Αλέξανδρος ένιωθε χαρά. Σε λίγες μέρες θα επισκεπτόταν την καλοκαιρινή κατασκήνωση. Εκεί τον γνώριζαν. Εκεί ήταν «κάποιος» καθώς αποκάλυπτε μία πλευρά του που κανείς δεν γνώριζε όλα αυτά τα έξι χρόνια στο δημοτικό. Είχε φίλους, ήταν δημοφιλής και πολλές φορές το κέντρο της παρέας.

Οι διακοπές την κατασκήνωσης ξεκίνησαν κι αυτός είχε μπει για τα καλά στην εφηβεία. Νέα ερεθίσματα κέντριζαν το ενδιαφέρον του. Οι ορμόνες του χτυπούσαν κόκκινο κάθε φορά που βρισκόταν κοντά σε μεγαλύτερες κοπέλες αυτό αυτόν. Αυτές οι καμπύλες, η μυρωδιά, η φρεσκάδα… τον έκαναν να ονειρεύεται κάθε βράδυ που έπεφτε, εξαντλημένος από τα αθλήματα, στο κρεβάτι του.

Αν και κουραζόταν σωματικά η ψυχή του μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο ανάλαφρη. Οι καθημερινές ασχολίες τον είχαν βάλει σε μια ευχάριστη ρουτίνα κάνοντας τον καιρό να περνάει ακατάπαυστα γρήγορα. Κόντευε σχεδόν μέσα καλοκαιριού όταν η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε στην κατασκήνωση να έρθουν εκτάκτως δύο νέοι μαθητές.

†††

          -«Παιδιά…» φώναξε ο ομαδάρχης την ώρα που όλη η ομάδα σιτιζόταν μέσα στο ειδικά διαμορφωμένο ξύλινο χώρο.

          Αυτή ήταν η τραπεζαρία στην οποία συγκεντρώνονταν για μεσημεριανό και βραδινό όλες οι ομάδες. Εκεί μπορούσες να ακούσεις πολλά γέλια και ιστορίες από την καθημερινότητα των παιδιών. Ο Αλέξανδρος είχε αφήσει πίσω του κάθε δυσάρεστη ανάμνηση συγκεντρώνοντας δυνάμεις για μια νέα σχολική χρονιά με νέους φίλους και νέες εμπειρίες. Ήταν ο μόνος που δεν γύρισε καθώς με κλειστά μάτια απολάμβανε το νοστιμότερο κοκκινιστό που είχε φάει ποτέ στην ζωή του. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ομαδάρχης ζητούσε την προσοχή τους για διάφορες ανακοινώσεις. Άλλωστε η ώρα του βραδινού ήταν και η μοναδική ώρα της ημέρας στην οποία μπορούσε να βρει όλο το τάγμα συγκεντρωμένο στην τεράστια αίθουσα. Όλα τα παιδιά γύρισαν το κεφάλι να αντικρίσουν τον ομαδάρχη που επικαλέστηκε την προσοχή τους.

          -«Θα ήθελα να σας συστήσω το νέο σας γείτονα, μιας και θα μένει στη νέα πτέρυγα που μόλις τελείωσε. Ο Μανώλης…»

          Ένα δυνατό χειροκρότημα ξέσπασε μέσα στην αίθουσα δηλώνοντας την αποδοχή του νέου τους συνκατασκηνωτή. Το αίμα πάγωσε μέσα στις φλέβες του Αλέξανδρου απλά και μόνο στο άκουσμα του ονόματος του μεγαλύτερου του εφιάλτη. Τα χέρια του ίδρωσαν και το στομάχι του έσφιξε αναγκάζοντάς τον να φτύσει ξανά στο πιάτο το μασημένο του φαγητό. Ακόμη δεν είχε γυρίσει να δει αν όντως ήταν αυτός· ευχόταν να μην ήταν. Σύγκρυα κατέλαβαν το κορμί του. Το όνομά του τον κυνηγούσε σαν αρχαία κατάρα από την οποία δεν μπορούσε να απαλλαγεί. Μάζεψε όλο του το κουράγιο και γύρισε αργά το κεφάλι του ελπίζοντας να μην επαληθευτούν οι χειρότερες φοβίες του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά έτοιμη να εκραγεί μέσα στο στήθος του και παρά τη ζέστη, κρύος ιδρώτας του έκοβε την ανάσα.

          Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον νεοφερμένο κατασκηνωτή. Τα χέρια του παράλυσαν. Ήταν Ο Μανώλης και τον είχε ήδη εντοπίσει καθώς στο πρόσωπό του ήταν σχηματισμένο ένα σαρδόνιο χαμόγελο σα να του μαρτυρούσε πως αυτή τη φορά θα το διασκέδασε ακόμη περισσότερο.

          Ο Αλέξανδρος δεν άντεξε και έφυγε τρέχοντας τραβώντας τα βλέμματα των γύρων του. Τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν και να έχει σκοτοδίνες. Το κορμί του κυριεύτηκε από μία κρίση πανικού αναγκάζοντάς τον να ξεράσει ό,τι είχε φάει μέχρι στιγμής. Θέλησε να καλέσει στο τηλέφωνο τους γονείς του και να τους παρακαλέσει να έρθουν να τον πάρουν από εκεί. Περπάτησε αναπνέοντας τον καθαρό αέρα της φύσης. Ένιωσε τον απαλό άνεμο να παίρνει μακριά τις ανησυχίες του. Μπήκε στο μικρό δάσος που βρισκόταν στο κέντρο της κατασκήνωσης. Μπροστά του βρισκόταν ένα ξύλινο παγκάκι φτιαγμένο από κομμένους κορμούς. Έκατσε. Στο φως του φεγγαριού μπορούσε να διακρίνει χαραγμένα με σουγιά στιχάκια όπως ο Κώστας αγαπάει τη Στέλλα, η Μαρία τον Νίκο, η Ειρήνη τον Τάκη και ένα σωρό άλλα. Κι αυτός αγαπούσε την παλιά του συμμαθήτρια αλλά είχε ντροπιαστεί τόσο πολύ στα μάτια της που δεν θα τόλμαγε ποτέ του να κάνει κάτι για να την διεκδικήσει.

-«Μακάρι να μην φοβόμουν τίποτα. Μακάρι να ήμουν πιο γενναίος…» ψέλλισε καθώς μερικά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του.

Στο μυαλό του ήχησαν τα λόγια του πατέρα του.

-«Γενναίος δεν είναι αυτός που δεν φοβάται τίποτα. Γενναίος είναι αυτός, που παρά τον φόβο του, κοιτάει τον κίνδυνο στα μάτια και τολμάει.»

-«Πώς να τολμήσω…; Δεν μου έδειξες τον τρόπο…» παραμίλησε χωρίς να υπάρχει κάποιος να τον ακούσει τριγύρω, ή μήπως υπήρχε; Ένα απαλό χάδι στον ώμο τον έκανε να γυρίσει απότομα. Ο Μανώλης έστεκε πίσω του δίνοντάς του ένα δυνατό χτύπημα κατευθείαν στη μύτη. Ο εφιάλτης μόλις είχε ξεκινήσει.

†††

Ήταν μεσημέρι και οι ομαδάρχες είχαν επισκεφθεί το διοικητήριο της κατασκήνωσης. Ο ιδιοκτήτης ήθελε να μιλήσει στους αρχηγούς των ομάδων καθώς πολλά ερωτηματικά είχαν γεννηθεί στους αρχηγούς των ομάδων.

-«Γνωρίζετε πως δεν δεχόμαστε παιδιά στα μέσα της περιόδου. Ο Μανώλης όμως είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση καθώς μας ήρθε εσπευσμένα λόγω μίας έκτακτης επαγγελματικής υποχρέωσης της μητέρας του, η οποία θα την αναγκάσει να λείψει για το εξωτερικό για μερικές μέρες. Κανονικά θα αρνιόμουν, όπως έχω κάνει και στο παρελθόν, όμως πληροφορήθηκα πως πρόκειται για μονογονεϊκή οικογένεια και είναι χρέος μας, σαν άνθρωποι, να προσφέρουμε, όπου χρειάζεται, την βοήθειά μας.»

Όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφώνησαν κουνώντας τα κεφάλια αφού κοιτάχτηκαν στα μάτια ακούγοντας τον διευθυντή που συνέχιζε να μιλάει.

 -«Επιπρόσθετα η μητέρα του μας κατέβαλε ολόκληρο το ποσό, σα να ήταν ο Μανώλης εδώ από την αρχή, κι ακόμη κάτι παραπάνω για να μας ευχαριστήσει για την καλή διάθεση που επιδείξαμε. Ξέρετε πως μου αρέσει να σας φροντίζω και πως βλέπετε πια αυτή την επιχείρηση σαν το σπίτι σας εφόσον είστε εδώ τόσα χρόνια. Οπότε σας μάζεψα εδώ για να σας δώσω ένα μικρό μπόνους για όλα αυτά τα χρόνια της προσφοράς σας εδώ.»

-«Σας ευχαριστούμε πολύ!» απάντησαν οι ομαδάρχες.

-«Μην ευχαριστείτε εμένα, αλλά τη μητέρα του Μανώλη η οποία επέμεινε μάλιστα.»

Οι ομαδάρχες έλαβαν την επιταγή στην οποία αναγραφόταν ούτε λίγο ούτε πολύ ο μισθός του μήνα για τον καθέναν τους. Ήδη συμπαθούσαν τον Μανώλη και τη μητέρα του και ήταν αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για την ευχάριστη διαμονή του νέου.

†††

Οι μέρες κύλησαν γρήγορα με τον Αλέξανδρο να προσπαθεί να αποφύγει, όπως ο διάβολος το λιβάνι, τον μεγαλύτερό του εχθρό. Ο Μανώλης από την πρώτη μέρα δεν τον είχε ξανά πειράξει. Απλά στεκόταν σε κάθε γωνιά παρατηρώντας τις κινήσεις του παλιού του θύματος. Αυτό τρομοκρατούσε ακόμη περισσότερο τον ανυπεράσπιστο νέο καθώς αισθανόταν πως κατέγραφε τις κινήσεις του και θα χτυπούσε όταν ερχόταν η ώρα. Και δεν έκανε λάθος. Ήταν σύμπτωση; Ήταν ατύχημα ή δολιοφθορά;

Ο Αλέξανδρος βρισκόταν σχεδόν μονάχος μετά το πέρας του προγράμματος κάνοντας ντους στα λουτρά. Του άρεσε να απολαμβάνει το μπάνιο του όσο πιο ήσυχα γινόταν. Το καυτό νερό κυλούσε από πάνω του τόσο λυτρωτικά νιώθοντας να παίρνει μακριά του κάθε πρόβλημα και να το εξαφανίζει μέσα στο σιφόνι όπως ρουφούσε τα νερά. Αν και καλοκαίρι, εκείνος αποζητούσε την θέρμη ακόμη και στο ντους του. Ίσως με αυτό τον τρόπο ζεσταινόταν και η φοβισμένη του ψυχή.

Μέσα στις σκέψεις του κυριαρχούσαν, σαν κολλημένο πικάπ στις ίδιες στροφές, τα λόγια του πατέρα του. «Γενναίος είναι αυτός που παρά τον φόβο τολμάει.» Το νερό ξάφνου πάγωσε κόβοντάς του κυριολεκτικά την ανάσα. Ο Αλέξανδρος σχεδόν ούρλιαξε και πετάχτηκε έξω από τον παγωμένο καταρράκτη που έπεφτε πάνω στο κεφάλι του. Η ταραχή ήταν μεγάλη και οι λίμνες που είχαν σχηματιστεί γύρω του ήταν η αιτία να βρεθεί ξαπλωμένος ανάσκελα στο πλακόστρωτο πάτωμα. Μία κραυγή πόνου βγήκε από τα χείλη του συνοδευόμενη από ένα σατανικό γέλιο στην άλλη άκρη του χώρου. Το νερό ακουγόταν σαν ασταμάτητη βροχή να μαστιγώνει τη ντουζιέρα.

-«Ποιος…;» είπε χαμηλόφωνα και σηκώθηκε αργά χωρίς να είναι σίγουρος αν ήθελε να μάθει ποιος στ’ αλήθεια του έκλεισε τη ζεστή παροχή νερού.

Ένας γρήγορος βηματισμός ακούστηκε να απομακρύνεται ώσπου χάθηκε από τη δεύτερη έξοδο του χώρου.

-«Πρέπει να βρω τη δύναμη να τον αντιμετωπίσω. Πρέπει να φανώ γενναίος. Είμαι γενναίος.» ψέλλισε σφίγγοντας τα δόντια.

-«Αυτή η υπόθεση πρέπει να λάβει ένα τέλος…» είπε με θυμό και σηκώθηκε προχωρώντας γρήγορα ως εκεί που είχε αφήσει τα ρούχα του.

Τα ρούχα του έλειπαν. Πουθενά παπούτσια, πουθενά φανέλα, πουθενά έστω μια πετσέτα να καλυφθεί. Ξεφύσησε με απογοήτευση. Κατευθύνθηκε στους διακόπτες των φώτων και τους έκλεισε. Ευτυχώς έξω ήταν σκοτάδι και θα είχε την κατάλληλη κάλυψη ώστε να περάσει απαρατήρητος μέχρι τον κοιτώνα όπου κοιμόταν. Μόλις έφτασε άνοιξε αθόρυβα την πόρτα παρατηρώντας πρώτα τον χώρο. Τα φώτα ήταν σβηστά και όλοι, όπως φαινόταν, κοιμόντουσαν. Το κλασικό φως στην άκρη της αίθουσας ήταν αναμμένο σε περίπτωση ανάγκης να μην σκοντάψει κάποιο παιδί που θα ξυπνούσε το βράδυ. Με αργά κι αθόρυβα βήματα που θα ζήλευε η κάθε γάτα έφτασε μέχρι το κρεβάτι του όπου είχε από κάτω τη βαλίτσα με τα ρούχα του. Πήρε τα εσώρουχα, μία μπλούζα, ένα παντελόνι, κάλτσες και το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια του και τα φόρεσε. Έκατσε λίγο στο κρεβάτι και αναλογίστηκε αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει. Η λογική του έλεγε πως ήταν λάθος. Η δύναμη της παρόρμησης όμως τον ωθούσε να πάει μόνος στη νέα πτέρυγα όπου έμενε ο Μανώλης. Για να νιώσει ακόμη πιο ασφαλής έψαξε μέσα στην θήκη της βαλίτσας για το πολυεργαλείο που είχε φέρει μαζί του. Σε περίπτωση ανάγκης ίσως να χρειαζόταν να φοβερίσει τον νταή με κάποιον σουγιά. Κατάντια… σκέφτηκε. Θα γινόταν ίδιος με εκείνον ελπίζοντας σε ένα αίσιο τέλος.

-«Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος…» είπε θυμωμένα ίσως για να αιτιολογήσει αυτό που πήγαινε να κάνει.

Το έβαλε στην κωλότσεπη και βγήκε με γρήγορα βήματα από τον κοιτώνα του. Περπάτησε προσεκτικά μέχρι τη νέα πτέρυγα όπου κι εκεί τα φώτα ήταν σβηστά. Λόγω της κατάστασης το κτίσμα δεν ήταν πολύ καιρό έτοιμο, έτσι δεν φιλοξενούσε παραπάνω από δύο με τρεις ομάδες παιδιών ακόμη.

Ο Αλέξανδρος σταμάτησε έξω από τους κοιτώνες διαπιστώνοντας νεκρική σιγή. Έσφιξε τις γροθιές του παίρνοντας μια βαθιά εισπνοή. Άκουσε τα κόκκαλα των δακτύλων του να σπάνε. Κοίταξε πίσω από την πλάτη του προς το μέρος του δικού του κοιτώνα. Ήξερε πως μέσα εκεί βρισκόταν ένα απαλό κρεβάτι όπου θα του χάριζε όμορφα όνειρα και ίσως μέσα σε αυτά να έβρισκε και τη λύση στο πρόβλημά του. Έτσι ευχόταν στο παρελθόν τουλάχιστον. Κάτι το οποίο δεν είχε συμβεί. Αντιθέτως ακόμη και σε αυτά γινόταν δέκτης βίας και αρνητικών σχολίων. Μόνο στον ξύπνιο του μπορούσε να ονειρευτεί με τα μάτια ανοικτά απονέμοντας την απελπισμένη του δικαιοσύνη κάνοντας πραγματικό κακό στον Μανώλη. Ποτέ δεν χαιρόταν να κάνει κακό στους άλλους όμως είχε φτάσει στα άκρα. Το ποτήρι ήταν ξέχειλα γεμάτο και κάθε σταγόνα πλέον το υπερχείλιζε σε έναν ορμητικό χείμαρρο που προσπαθούσε να κρύψει. Όχι όμως και αυτή τη βραδιά. Απόψε είχε αποφασίσει να δώσει ένα τέλος σε όλη αυτήν την ιστορία.

Για έναν παράξενο λόγο, που δεν μπορούσε να καταλάβει, ένιωθε το στόμα του απελπιστικά ξερό, σαν ηλιοκαμένη άμμο, την ώρα που τα σάλια που εκκρίνονταν από το στόμα του τον έπνιγαν αναγκάζοντάς τον να καταπίνει συνεχώς. Η καρδιά του χόρευε και το στομάχι του είχε σφίξει. Ο φρέσκος αέρας που μετέφερε τις μυρωδιές των λουλουδιών, του καλοκαιριού και της θάλασσας τον ανακάτευαν για πρώτη φορά στη ζωή του. Διάβολε… ο Μανώλης ήταν τόσο μεγαλόσωμος που άνετα τον έκαναν για μαθητή λυκείου. Ακόμη κι αν τον αντίκριζε, πώς θα έβαζε ένα τέλος σε όλο αυτό;

Πίεσε τον εαυτό του να κάνει το πρώτο βήμα. Το πρώτο βήμα έφερε και το δεύτερο και αυτό με την σειρά του το τρίτο. Σε λίγο έτρεχε αποφασισμένος να βάλει ένα τέλος με όποιον τρόπο μπορούσε. Πριν φτάσει στην εξώπορτα ένα φως στην άκρη του κοιτώνα άνοιξε. Ο Αλέξανδρος σταμάτησε φοβούμενος πως τον είχαν αντιληφθεί. Μετά άκουσε γέλια που περισσότερο έμοιαζαν με κραυγές επίδειξης και ανδρισμού. Χαμήλωσε το κεφάλι συνεχίζοντας το βήμα του ώσπου μπήκε μέσα ανοίγοντας απαλά την εξώπορτα.

Βρισκόταν σε έναν μακρόστενο σκοτεινό διάδρομο που του θύμιζε πάρα πολύ αυτούς των σχολείων. Δεξιά κι αριστερά υπήρχαν εγκατεστημένοι φοριαμοί με τις απαραίτητες οριζόντιες γρίλιες στην κορυφή, λες και θα χρειαζόταν να μπει κανείς εκεί μέσα και να ζήσει για μέρες… σκέφτηκε. Το ταβάνι είχε μεγάλες λάμπες φθορισμού απόλυτα στοιχισμένες κατά μήκος σε μία σιδηροδρομική διάταξη που έφτανε μέχρι το τέλος του διαδρόμου. Ανά τρία ή τέσσαρα μέτρα βρίσκονταν πόρτες στα δεξιά και στα αριστερά αναγράφοντας σε ένα μικρό ταμπελάκι στο κέντρο τους τον αριθμό του δωματίου. Όσα δωμάτια φιλοξενούσαν παιδιά είχαν την αναγραφόμενη ετικέτα στο πλάι τους με τα ονόματα των παιδιών.

Περπάτησε τόσο αργά χωρίς να μπορεί ούτε καν ο ίδιος να ακούσει τον εαυτό του περνώντας έξω από κάθε δωμάτιο διαβάζοντας με τον φακό που είχε το πολυεργαλείο του τα ονόματα. Μέχρι να φτάσει στο τέλος είχε διαβάσει γύρω στα δώδεκα ονόματα και πουθενά ανάμεσα δεν ήταν αυτό του εφιάλτη του ώσπου έφτασε στο τελευταίο και πιο απομονωμένο δωμάτιο. Έβγαλε το κάλυμμα από τον φακό και φώτισε την ταμπέλα δίπλα στην πόρτα. Το αίμα του πάγωσε μέσα στις φλέβες του ξανά. Ο άνθρωπος για τον οποίο είχε φτάσει ως εκεί διέμενε σε αυτό το δωμάτιο. Έσβησε τον φακό και κόλλησε το αυτί του στο ζεστό ξύλο. Ησυχία. Με το χέρι του άγγιξε το χερούλι. Σκεφτόταν να το γυρίσει.

Ένα μακρόσυρτο σύρσιμο του απέσπασε την προσοχή κοιτώντας τον σκοτεινό διάδρομο. Δεν μπορούσε να δει κάτι, έτσι άναψε και πάλι τον φακό του φωτίζοντας σαν κλέφτης μέσα στο σκοτάδι. Ο χώρος ήταν άδειος. Κανείς δεν βρισκόταν κοντά του σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων τουλάχιστον. Κοίταξε ξανά την πόρτα και ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε καθώς τα πάντα έσβησαν σα μηχανή που πατάς τον διακόπτη.

†††

Είχε ξημερώσει. Αυτό ήταν αναμφισβήτητο καθώς έντονο φως χτυπούσε τα βλέφαρά του. Ο Αλέξανδρος άνοιξε απότομα τα μάτια παίρνοντας βαθιά αναπνοή, σα να του την είχαν στερήσει. Το κεφάλι του σφυροκοπούσε αλύπητα ένας πονοκέφαλος που όμοιό του δεν είχε ποτέ ξανά. Πίσω από το σβέρκο ου ένιωθε κάτι να κολλάει και μια έντονη μυρωδιά να τρυπάει τα πνευμόνια του.

-«Τι…;» ψέλλισε αδύναμα.

Μόλις είχε συνειδητοποιήσει πως στεκόταν όρθιος βλέποντας μπροστά του μια σειρά από οριζόντιες παράλληλες γρίλιες.

-«Όχι… δεν μπορεί. Δεν το πιστεύω.» άρθρωσε δυνατά και προσπάθησε να βάλει την παλάμη του πίσω στο κεφάλι του. Δυσκολεύτηκε πολύ όμως καθώς ο στενός λαμαρινένιος όρθιος τάφος εμπόδιζε πολύ τις κινήσεις του. Ήταν κλεισμένος σε ένα ερμάριο από αυτά που είχε δει το προηγούμενο βράδυ.

-«Πώς θα βγω; Θεέ μου…» παρακάλεσε παρατηρώντας πως στο ύψος της μέσης του βρισκόταν ένα αγκίστροειδές μάνταλο για να κρατάει την πόρτα κλειστή. Από έξω ήταν εύκολο να το γυρίσεις γιατί διέθετε το ανάλογο χερούλι. Από μέσα όμως ήθελε λίγη περισσότερη δύναμη. Ακόμη όμως κι αν κατάφερνε να το γυρίσει ίσως το ερμάριο να παρέμενε κλειδωμένο. Ευχήθηκε να έκανε λάθος και δοκίμασε, αγνοώντας τον πονοκέφαλο που δυνάμωνε με κάθε του σφίξιμο, να πιέζει δυνατά το μάνταλο. Στο τέλος τα κατάφερε και με ένα δυνατό σπρώξιμο η πόρτα άνοιξε χύνοντάς τον έξω σαν παραγεμισμένη ντουλάπα.

Ο Αλέξανδρος έπεσε κάτω βάζοντας τα χέρια μπροστά. Το βλέμμα του σηκώθηκε κοιτώντας το ρολόι του τοίχου. Η ώρα ήταν ακόμη έξι το πρωί. Οι ομαδάρχες θα είχαν ξυπνήσει και σε μία ώρα θα έκαναν την καθημερινή καταμέτρηση και έλεγχο στους θαλάμους. Τα παιδιά θα σηκώνονταν σε δύο ώρες όμως οπότε θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να πάει στη θέση του χωρίς κανείς να αντιληφθεί τίποτα.

Πριν κάνει οτιδήποτε έπιασε με το χέρι του το κεφάλι του, στο κέντρο του πόνου, νιώθοντας την ξεραμένη πληγή που λίγες ώρες πριν έσταζε αίμα. Ήξερε ποιος του το είχε προκαλέσει αλλά δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα. Το γέλιο του άλλωστε, όταν τον συνάντησε στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό, του επιβεβαίωσε τα πάντα. Με μεγάλη επίδειξη ο Μανώλης έτριβε το κεφάλι του κάνοντας γκριμάτσες.

Το φαγητό δεν ερέθιζε πια τους γευστικούς του κάλυκες με τον ίδιο τρόπο. Ο φόβος επισκίαζε τις αισθήσεις του. Στο τέλος έφτασαν οι φράουλες. Το αγαπημένο του φρούτο. Αυτές θα τις τιμούσε. Είχε μάθει να τις τρώει σαν γλυκό με λικέρ όπως τις έφτιαχνε η μητέρα του. Δεδομένης της περίστασης θα βολευόταν με λίγη ζάχαρη. Πήρε από το κέντρο του τραπεζιού τη ζάχαρη και μανιωδώς άρχισε να πασπαλίζει τις δροσερές και ζουμερές φράουλες που ευωδίαζαν με το πλούσιό άρωμά τους όλη την τραπεζαρία. Ο Μανώλης από την απέναντι μεριά τον κοιτούσε με ένα μυστηριώδες βλέμμα. Ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να μην τον σκέφτεται και έβαλε με λαχτάρα δύο φράουλες, περασμένες στο πιρούνι του, μέσα στο στόμα του.

Το πρόσωπό του ξίνισε. Μια γκριμάτσα αηδίας σχηματίστηκε σε κάθε του κύτταρο φτύνοντας πάνω στο τραπέζι τα ζουμερά φρούτα. Ο Μανώλης από απέναντι είχε ξεσπάσει σε γέλια.

-«Αλάτι…» ψιθύρισε ο Αλέξανδρος παραμερίζοντας με το χέρι του το πιάτο με τις φράουλες. Ο νταής από απέναντι μασούσε με ευχαρίστηση τις δικές του επιδεικνύοντας πόσο νόστιμες ήταν.

-«Ξέρω ποιος κρύβεται πίσω από αυτό…» μονολόγησε και σηκώθηκε να φύγει.

Φτάνοντας στην εξώπορτα δύο παιδιά του έκλεισαν με διακριτικό τρόπο την έξοδο. Ο Αλέξανδρος γύρισε και κοίταξε ξανά το σημείο όπου στεκόταν ο Μανώλης. Καλά το είχε υποψιαστεί. Αν και λίγες μέρες στην κατασκήνωση είχε προλάβει να δικτυωθεί και να δημιουργήσει για άλλη μία φορά αυτούς που ψόφαγαν να γίνουν ακόλουθοι ενός τέτοιου τραμπούκου. Αμέσως γύρισε κατευθυνόμενος προς την δεύτερη έξοδο. Ευτυχώς αυτή δεν φυλασσόταν ακόμη, έτσι αποχώρησε για να αναζητήσει λίγες στιγμές ηρεμίας μακριά από όλους και όλα.

Η πρώτη του προσπάθεια στέφθηκε ανεπιτυχής. Ίσως ο τρόπος να αντιμετωπίσει την κατάσταση να ήταν ένας. Αν μιλούσε στον ομαδάρχη του ίσως τα προβλήματά του να λύνονταν. Αν όμως δεν λύνονταν τότε θα επιδεινώνονταν όπως είοχε γίνει και στο δημοτικό. Εδώ όμως ήταν κατασκήνωση και όχι σχολείο. Ίσως εδώ να είχαν διαφορετική αντιμετώπιση.

Την επόμενη μέρα έκανε την προσπάθειά του πηγαίνοντας στον διευθυντή. Περίμενε λίγες μέρες ώσπου να βγει το πόρισμα. Ο Μανώλης ήταν καθαρός. Δεν υπήρχαν μάρτυρες για τους ισχυρισμούς του Αλέξανδρου, ούτε καν ενδείξεις. Ο Αλέξανδρος έμεινε ακόμη μια φορά εγκλωβισμένος στον ίδιο του τον εαυτό να υπομένει όλη την ψυχολογική βία του νταή. Η συμπεριφορά του ήταν αλλαγμένη από όταν είχε πρωτοέρθει. Έτσι ο διευθυντής αποφάσισε να διαθέσει έναν κοιτώνα μονάχα για τον Αλέξανδρο αρκετά μακριά από τους υπόλοιπους.

†††

Τις επόμενες μέρες δεν σημειώθηκε κάποιο επεισόδιο βρίσκοντας τον Αλέξανδρο πολύ πιο ήρεμο αλλά απομονωμένο. Εντωμεταξύ η νέα πτέρυγα είχε γεμίσει και με άλλους κατασκηνωτές καθώς ο διευθυντής είχε αποφασίσει να κάνει απόσβεση μέσα σε ένα καλοκαίρι μονάχα.

Ήταν λίγες ώρες πριν το απόγευμα όταν ακούστηκε από το κεντρικό μεγάφωνο ο κλασικός ήχος όπου καλούσε όλη την κατασκήνωση για το μεσημεριανό. Ο Αλέξανδρος περίμενε μέσα στο δωμάτιό του κάνα τέταρτο μέχρι να πάνε όλοι και μετά να εμφανιστεί κι αυτός. Αισθανόταν πιο ήρεμος όταν όλοι περπατούσαν μπροστά του γνωρίζονταν πως δεν είχε κανέναν πίσω από την πλάτη του.

Οι κοιτώνες πια είχαν αδειάσει και είχε έρθει η σειρά του Αλέξανδρου να αφήσει τον δικό του για να πάει να φάει το μεσημεριανό του. Καθόταν πάνω στο κρεβάτι του και σηκώθηκε για να τακτοποιήσει λίγο τα πράγματα για να πάει εκεί που έπρεπε. Αφού κλείδωσε όλα του τα συρτάρια πήγε στην πόρτα του δωματίου και άπλωσε το χέρι για να πιάσει το χερούλι. Λίγα εκατοστά πριν προλάβει να το αγγίξει η πόρτα άνοιξε απότομα χτυπώντας τον στη μύτη. Ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Το μόνο που ένιωσε ήταν ένα αστραποβόλημα και μια λάμψη καθώς ο εγκέφαλός του ταρακουνήθηκε χτυπώντας δυνατά τα εσωτερικά τοιχώματα του κρανίου. Έχασε την ισορροπία πέφτοντας πίσω με τα μάτια γεμάτα δάκρυά στερώντας του την όραση για μερικά λεπτά. Όταν η όραση επανήλθε είδε τον Μανώλη με ακόμη δύο φίλους του να στέκονται πάνω από το κεφάλι του γελώντας χλευαστικά. Ο ένας έπιασε από το πίσω μέρος της τσέπης του ένα σχοινί που πέρασε στο λαιμό του Αλέξανδρου σφίγγοντάς το δυνατά. Ο άλλος κρατούσε τα χέρια του ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει ενώ λίγο πιο πέρα καθόταν ο αρχηγός τους παροτρύνοντάς τους να συνεχίσουν. Στο τέλος ο Μανώλης έδεσε σφικτά την άκρη του σχοινιού στη σωλήνα του καλοριφέρ.

Οι τρεις τους τον άφησαν. Πλέον μονάχα το σχοινί τον κρατούσε δέσμιο. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να το λύσει. Ο Μανώλης γέλασε.

-«Άδικα προσπαθείς. Δυστυχώς για εσένα γνωρίζω πολύ καλά από κόμπους και αυτόν εδώ δεν θα μπορέσεις να τον λύσεις ποτέ σου.»

-«Σε παρακαλώ. Άφησέ με…» τον ικέτευσε.

-«Σκάσε ρε. Το ήξερα ότι ήσουν ρουφιάνος. Όπως ήσουν και στο δημοτικό. Σε κανόνισα όμως τότε και σε κανονίζω και τώρα.»

-«Γιατί; Γιατί μου το κάνεις αυτό; Τι σου έχω κάνει;»

Ο Μανώλης το σκέφτηκε. «Γιατί μου προκαλεί ευχαρίστηση να σε βασανίζω. Μου αρέσει να σε βλέπω να πονάς.»

-«Είσαι άρρωστος. Θα έπρεπε να λυπάσαι τον εαυτό σου. Πώς μπορεί να σου αρέσει κάτι τέτοιο; Δεν έχει πλάκα…»

-«Κι όμως έχει! Κοίταξέ μας πώς γελάμε!» απάντησε κοιτώντας και τους υπόλοιπους που έμοιαζαν να διασκεδάζουν με το θέαμα όσο αυτός.

Ο Αλέξανδρος κατάφερε να σηκωθεί μόλις τον άφησαν και στάθηκε στα πόδια του. Προσπάθησε ξανά να λυθεί χωρίς αποτέλεσμα όμως.

-«Λύσε με αλλιώς θα φωνάξω…» τον φοβέρισε.

-«Αν φωνάξεις θα σου καρφώσω αυτό στο μάτι.» είπε επιτακτικά και έβγαλε μέσα από την βερμούδα του έναν σουγιά.

Τον άνοιξε κουνώντας επιδεικτικά την κοφτερή του λεπίδα μπροστά στο πρόσωπο του φοβισμένου νέου. Σταγόνες κρύου ιδρώτα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά του.

-«Και τώρα γδύσου…»

-«Τι…;» ρώτησε έκπληκτος.

-«Με άκουσες πολύ καλά. Γδύσου.» τον διέταξε χώνοντάς του μια γροθιά στην κοιλιά ικανή να τον διπλώσει στα δύο.

Ο Αλέξανδρος έπεσε κάτω με κομμένη την ανάσα. Οι δύο άλλοι αφού τους έκανε νόημα ο Μανώλης έσκυψαν από πάνω του αρχίζοντας να του τραβάνε τα ρούχα αφαιρώντας από πάνω του ανήμπορος να αντιδράσει. Σε λίγο κειτόταν τελείως γυμνός κλαίγοντας με λυγμούς.

-«Σας παρακαλώ. Μη μου κάνετε κακό…» ικέτευσε για άλλη μια φορά.

-«Για ποιους μας πέρασες; Δεν έχουμε τέτοιο σκοπό. Αντιθέτως, θα παίξουμε ένα παιχνίδι.»

Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε με απορία προσπαθώντας να συγκρατηθεί. Τα δάκρυα γρήγορα σταμάτησαν αν τρέχουν από τα κατακόκκινα μάτια του.

-«Γονάτισε μπροστά μου…»

-«Σε παρακαλώ. Όχι. Μην μου το κάνεις αυτό.»

-«Κάνε το και υπόσχομαι πως δεν θα σου κάνω κακό.» έτριψε την λεπίδα απαλά πάνω στο μάγουλό του.

Ο Αλέξανδρος υπάκουσε και γονάτισε μπροστά του.

-«Τώρα άνοιξε το στόμα σου…»

-«Μη…» πρόλαβε να αρθρώσει πριν δεχτεί ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο για να συμμορφωθεί.

-«Εσείς οι δύο ετοιμάστε τις φωτογραφικές μηχανές για να τραβήξετε φωτογραφίες…» έλεγε όσο ξεκούμπωνε το παντελόνι του.

Στη συνέχεια κατέβασε το βρακί του αποκαλύπτοντας τον ανδρισμό του. Οι δύο συνεργοί του τράβαγαν συνεχώς φωτογραφίες. Ο Αλέξανδρος μπόρεσε να μετρήσει γύρω στα πενήντα κλικ τουλάχιστον.

-«Αν μιλήσεις, αν πεις το οτιδήποτε… αυτές οι φωτογραφίες θα κάνουν τον γύρω του κόσμου και θα φτάσουν μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο που έχεις γνωρίσει και θα γνωρίσεις ποτέ σου. Θα γίνεις ο μεγαλύτερος περίγελος. Δεν θα σε θέλει ποτέ κανείς και δεν θα κάνεις ποτέ σου σχέση με καμιά κοπέλα. Ποια θα θέλει να έχει για φίλο ή αγόρι της μια τρελή πουστάρα σαν κι εσένα που κάνει τσιμπούκια στους υπόλοιπους από τόσο μικρή ηλικία;»

-«Σε παρακαλώ… όχι. Μην το κάνεις αυτό.»

-«Αν δεν μου δώσεις το δικαίωμα δεν θα το κάνω. Αρκεί μονάχα να συμμορφωθείς και να κάνεις ό,τι σου ζητάμε και όποτε σου το ζητάμε. Συνεννοηθήκαμε;»

Ο Αλέξανδρος έγνεψε δίχως να έχει άλλη επιλογή. Ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να εκραγεί μέσα στο στέρνο του. Το μεσημεριανό τελείωσε και οι κατασκηνωτές επέστρεφαν στους κοιτώνες τους για το μεσημεριανό τους διάλλειμα. Αν και πεινούσε, αν και προλάβαινε να πάει να φάει κάτι, δεν είχε πλέον όρεξη.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 12/06/2015, in Θρίλερ, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: