Ο Νταής, Μέρος 2ο


Την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα η τραπεζαρία δεν είδε καθόλου τον Αλέξανδρο. Κλεισμένος στον εαυτό του, μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου του βυθιζόταν στην άβυσσο της ανορεξίας χάνοντας ολοένα και περισσότερα κιλά. Ένιωθε άρρωστος, έμοιαζε με άρρωστο και ήταν άρρωστος. Αρκετοί ομαδάρχες είχαν προσπαθήσει να τον πλησιάσουν αλλά αυτός τους απέφευγε βρίσκοντας κάθε φορά και μία δικαιολογία. Όταν η κατάσταση έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ψυχική υγεία του μικρού κατασκηνωτή, ο διευθυντής κάλεσε τη μητέρα του. Ο μικρός Αλέξανδρος αναγκάστηκε να παρευρεθεί σε αυτό το τηλεφώνημα.

-«Τι σου συμβαίνει Αλέξανδρε; Με κάλεσε ο διευθυντής και μου είπε πως κάτι σε απασχολεί. Έχεις απομονωθεί και δεν αφήνεις κανέναν να σε πλησιάσει. Έχουν να σε δουν στην τραπεζαρία μερικές μέρες και μου είπαν πως η γενική σου εικόνα δεν είναι και η καλύτερη.»

Ο Αλέξανδρος δεν μιλούσε. Η αναπνοή του νότιζε το πλαστικό του ακουστικού.

-«Αλέξανδρε, θα έρθω να σε πάρω.»

-«Όχι μαμά. Αλήθεια. Είμαι μια χαρά…» πιέστηκε να πει. «δεν θέλω να έρθεις να με πάρεις. Ειλικρινά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα…» η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.

-«Θα σε πάρω τηλέφωνο σε μια βδομάδα…» του απάντησε και διέκοψαν την επικοινωνία τους.

Ο Αλέξανδρος βγήκε από το διοικητήριο και περπάτησε ξανά μέχρι τον δικό του κοιτώνα όπου τον περίμενε η προσωπική του φυλακή. Κατά την διαδρομή του ως εκεί συνάντησε αρκετά παιδιά στο μονοπάτι του όπου τον κοίταζαν δείχνοντάς τον συνωμοτικά. Ήξεραν δεν ήξεραν… δεν είχε καμιά σημασία. Ο Αλέξανδρος ντρεπόταν σα να γνώριζαν όλοι τα πάντα.

Ένιωσε ελεύθερος όταν επιτέλους κλείδωσε την πόρτα του δωματίου πίσω του. Ελεύθερος μέσα στο δικό του ψυχολογικό κελί με τόσα ανάμεικτα και αντιδιαμετρικά συναισθήματα. Τα παράθυρα ήταν κλειστά εμποδίζοντας τις ζωοδότες ακτίνες του ηλίου να εισχωρήσουν στο εσωτερικό του κοιτώνα. Οι λάμπες κίτρινες πρόσδιδαν μία ακόμη πιο χλωμή όψη στο σκυθρωπό του πρόσωπο.

Έκατσε στο κρεβάτι πιάνοντας το κεφάλι του. Οι μπούκλες των μαλλιών του μπερδεύτηκαν ανάμεσα στα δάκτυλά του. Με μανία άρχισε να τα τραβάει προσπαθώντας να τα ξεριζώσει από το κεφάλι του. Η ματιά του έπεσε στο ξύλινο γραφείο που βρισκόταν στην άκρη του δωματίου. Πάνω του περίμενε ανοικτό ένα ψαλίδι. Οι σκέψεις του κόντευαν να τον τρελάνουν. Ίσως να το έπιανε και με την άκρη του χάραζε λίγο το δέρμα του, ο πόνος να ήταν ικανός να τον κάνει να ξεχάσει λίγο τα προβλήματά του.

Το έπιασε σφίγγοντάς το δυνατά ανάμεσα στις παλάμες του. Το κράτησε πάνω από τον αριστερό του πήχη. Πλησίασε την μυτερή άκρη στο δέρμα του πιέζοντας το μέταλλο μέσα στη σάρκα του. Σταμάτησε. Δεν είχε την δύναμη να συνεχίσει ή ακόμη το απαραίτητο μέγεθος του ψυχικού πόνου που θα τον ανάγκαζε να μπήξει την λεπίδα τόσο βαθιά ώστε να ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα. Κάπου μέσα του ένιωθε μια σπίθα ελπίδας να τρεμοπαίζει μέσα στο σκοτάδι της ψυχής του.

†††

Η νύχτα έπεσε και μαζί της όλοι οι κατασκηνωτές στα κρεβάτια τους. Αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία να βγει για έναν περίπατο μακριά από όλα εκείνα τα αδιάκριτα βλέμματα που συνωμοτούσαν εναντίον του. Ίσως ο νυχτερινός περίπατος μέσα στην φύση και ο δροσερός καλοκαιρινός αέρας να του άνοιγαν την όρεξη. Ίσως να μπορούσε να τσιμπήσει κάτι από το μαγειρείο, αν έβρισκε βέβαια κανέναν να του δώσει κάτι από τα περισσεύματα.

Ο κόμπος στο στομάχι του μέρα με τη μέρα χαλάρωνε και, ναι, αυτή θα ήταν μια καλή στιγμή να βάλει επιτέλους κάτι στο στόμα του. Τα μάτια του έδιναν την εντύπωση πως είχαν κρυφτεί μέσα στις κόγχες του. Το είδωλό του στον καθρέπτη ανήκε σε κάποιον άλλον που δεν ταίριαζε με το νεαρό παιδί που γνώριζε όλα τα χρόνια της ζωής του. Κάποτε πίστευε πως ήταν όμορφος. Είχε αυτοπεποίθηση και την περισσότερη ώρα ήταν χαμογελαστός. Όχι πια.

Ο Αλέξανδρος άνοιξε αργά την πόρτα μαρτυρώντας φόβο. Το φως του διαδρόμου ήταν σβηστό και παντού υπήρχε ησυχία. Μονάχα τα φαντάσματα του νου συνέχιζαν να τον στοιχειώνουν και ό,τι δεν μπορούσε να δει. Έκανε αργά τα βήματά του πατώντας στις μύτες φτάνοντας στην κεντρική πόρτα για να βγει έξω. Την άνοιξε περίπου μισό εκατοστό προσπαθώντας δει τριγύρω. Ο Μανώλης με τους δύο νταήδες πλησίαζαν τον κοιτώνα του. Έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Ο θόρυβος τράβηξε την προσοχή των αρπακτικών που έσπευσαν να κυνηγήσουν το θήραμά τους. Ο Αλέξανδρος έτρεξε προς το δωμάτιό του γλιστρώντας μια φορά στον γλιστερό διάδρομο. Σηκώθηκε καταφέρνοντας να μπει μέσα εγκαίρως. Έκλεισε την πόρτα χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα ήταν καλύτερα να κλειδώσει ή να τους αφήσει να μπουν υποδέχοντάς τους. Αν τους προέβαλε αντίσταση ίσως να τους θύμωνε ακόμη περισσότερο και οι συνέπειες να ήταν βαρύτερες για αυτόν. Έκλεισε τα μάτια και απομάκρυνε το χέρι από το κλειδί. Ξεφύσησε και άνοιξε την πόρτα διάπλατα.

Από την άλλη άκρη του διαδρόμου άκουσε την κεντρική πόρτα να ανοίγει δυνατά χτυπώντας στον τοίχο πίσω της. Τα βήματά τους ακούστηκαν να πλησιάζουν χτυπώντας, σαν πολυβόλο, το πάτωμα. Οι ανάσες τους ήταν βαριές. Ο Αλέξανδρος έκατσε στο κάθισμά του προσπαθώντας να δείχνει όσο πιο άνετος μπορούσε. Τον πρόδιδαν όμως οι σταγόνες ιδρώτα που ήδη κυλούσαν από το μέτωπό του.

-«Γεια σας…» προσπάθησε να πει μόλις τους είδε να ξεπροβάλουν μπροστά του.

-«Βούλωσέ το ρε μαλακισμένο.» του είπε ο Μανώλης αστράφτοντάς του ένα δυνατό χαστούκι.

Το κεφάλι του Αλέξανδρου γύρισε. Δεν είχε την δύναμη να αντιδράσει. Προσπάθησε να πνίξει την κραυγή απόγνωσης που ήθελε απελπισμένα να βγει από μέσα. Δεν έκλαψε· τα δάκρυά του είχαν στερέψει τόσες μέρες. Ευχήθηκε να ήταν κάπου αλλού. Δεν είχε σημασία πού. Οπουδήποτε θα ήταν καλύτερα.

-«Τον φίλο μου από εδώ τον ξέρεις…» του είπε ειρωνικά και έβγαλε ένα ξυραφάκι μέσα από την τσέπη του. Ο Αλέξανδρος έγνευσε θετικά.

-«Πάντα ήθελε να γίνει κουρέας. Τι λες; Θα τον βοηθήσεις;»

-«Τι εννοείς; Πώς θα μπορούσα να τον βοηθήσω εγώ;»

-«Έλα… βάλε το ηλίθιο μυαλό σου να σκεφτεί λιγάκι.» και χτύπησε το κεφάλι του με τους κόμπους των δακτύλων του όπως χτυπούν μια πόρτα.

Με ένα νόημα του Μανώλη ο επίδοξος κομμωτής τον έπιασε κεφαλοκλείδωμα με το αριστερό του χέρι ενώ με το δεξί έπιασε το ξυράφι ακουμπώντας το δυνατά πάνω στο κεφάλι.

-«Όχι. Μη μου το κάνετε αυτό…» προσπάθησε να ξεφύγει από την λαβή που τον ακινητοποιούσε. Δεν τα κατάφερε. Βοήθησε κι ό άλλος νταής να τον κρατήσουν ακίνητο όσην ώρα μπούκλα-μπούκλα το μαλλί του έπεφτε σαν χνούδι που το σκορπάει ο άνεμος στο πάτωμα αποκαλύπτοντας το ολόλευκο κρανίο του.

Παραδόξως δεν έβγαλε άλλη μιλιά. Δεν τους έκανε την χάρη να τον ακούσουν να οδύρεται, να κλαίει, να υποφέρει. Όταν τελείωσαν την κόμη του ο Αλέξανδρος έμοιαζε με άρρωστο που είχαν αρχίσει να πέφτουν διάσπαρτα τα μαλλιά του.

-«Και τώρα στο θέμα μας. Ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ήρθαμε εδώ…» Ο Μανώλης συνέχισε να μιλάει στο ανήμπορο θύμα του που έμοιαζε με χαμένο σε άλλη διάσταση.

-«Απόψε το βράδυ θα πας στο διοικητήριο και θα πάρεις από το γραφείο του διευθυντή όλες τις εισπράξεις.»

-«Όχι. Δεν θα το κάνω. Αυτό είναι κλεψιά.»

-«Ναι, είναι. Αλλά δεν θα την κάνουμε εμείς. Εσύ θα την κάνεις.»

-«Όχι αυτό. Δεν θα σας κάνω την χάρη.»

-«Τότε ξέρεις πολύ καλά τι πρόκειται να γίνει με αυτές τις φωτογραφίες…» είπε κρατώντας στο χέρι του την φωτογραφική μηχανή με τον ίδιο σκυμμένο μπροστά στον ξεβράκωτο Μανώλη.

-«Και δεν είναι μόνο αυτές οι φωτογραφίες. Κοίτα εδώ να γελάσεις λίγο…» οι άλλοι δύο της συμμορίας είχαν ήδη ξεκινήσει να γελούν.

Ο νταής του πρόταξε την φωτογραφική μηχανή για άλλη μια φορά δείχνοντάς του το περιεχόμενο. Ήταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος την ώρα που έκανε την ανάγκη του στην τουαλέτα.

-«Οφείλω να ομολογήσω πως είσαι πολύ αστείος έτσι όπως παίρνεις γκριμάτσες την ώρα που χέζεις. Πραγματικά θα γελάσει πολύς κόσμος με αυτό.»

-«Φερ’ το εδώ…» άπλωσε το χέρι του απότομα για να το πιάσει. Δεν τα κατάφερε. «Πώς τις τράβηξες;»

-«Έχω τους τρόπους μου ρε. Στο θέμα μας τώρα. Θα περιμένω αύριο το πρωί να μου φέρεις τις εισπράξεις. Αλλιώς…» τον απείλησε και σηκώθηκε γελώντας μαζί με τους άλλους δύο για να τον αφήσουν μονάχο του.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Πόσο χειρότερα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα για αυτόν. Σε μία στιγμή τρέλας έπιασε ξανά το ψαλίδι. Το έφερε γρήγορα πάνω από το αριστερό του χέρι χαράζοντας μία λεπτή γραμμή πάνω στο δέρμα του.

-«Σύνελθε Αλέξανδρε. Χάνεις το μυαλό σου…» φώναξε. «Σύνελθε…» βρυχήθηκε σαν άγριο θηρίο αντιλαλώντας στον διάδρομο.

Τα γέλια των νταήδων ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούστηκε πριν βροντήξει η πόρτα πίσω τους αφήνοντας τον μόνο στην άγρια μοίρα που είχαν χτίσει για τον ανήμπορο νέο.

†††

          Η ώρα ήταν εφτά το πρωί και οι σειρήνες άρχισαν να ηχούν κάνοντας τους κατασκηνωτές να τιναχτούν από τα κρεβάτια τους. Ένα εμβατήριο άμεσης ανάγκης μεταδιδόταν από τα μεγάφωνα λες και είχε γίνει κάποιος σεισμός και όλοι έπρεπε να ετοιμαστούν για άμεση εκκένωση του χώρου. Σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά όλη η κατασκήνωση είχε μαζευτεί στην κεντρική αυλή όπου μαζεύονταν μόνο όταν είχαν κάποια γιορτή στην οποία έπρεπε να παρευρίσκονται και οι γονείς των παιδιών. Κάθε ομαδάρχης ανέλαβε την ευθύνη να ξυπνήσιε κάθε κατασκηνωτή και να τον πάρει από το χέρι αν αυτό κρινόταν αναγκαίο ώστε να τον οδηγήσει στο προαύλιο.

          Από αυτή την διαδικασία δεν θα μπορούσε να ξεφύγει ούτε ο απομονωμένος Αλέξανδρος που λίγο πολύ ήξερε πριν από όλους ποιο θα ήταν το θέμα της συζήτησης. Ο ομαδάρχης σοκαρίστηκε όταν τον αντίκρισε πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό σε τέτοια χάλια. Τα μάτια του είχαν μαύρους κύκλους και η επιδερμίδα του έμοιαζε σπασμένη από την αφυδάτωση. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά σηκώθηκε από το κρεβάτι, ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο και ακολούθησε τον ενήλικο ομαδάρχη.

          -«Θα αναρωτιέστε ποιος είναι ο λόγος π[ου σας καλώ τέτοια ώρα εδώ και με αυτόν τον τρόπο.»

Δεν ακούστηκε κάποια απάντηση, όχι πως περίμενε να ακούσει κάποια δηλαδή. Έτσι συνέχισε τον λόγο του σαν στρατιωτικός με αργά βήματα έχοντας τα χέρια του δεμένα πίσω από τη μέση του.

-«Χτες το βράδυ εκλάπησαν από το γραφείο μου διακόσα πενήντα ευρώ. Κάποιος από εσάς έσπασε το τζάμι και γλίστρησε μέσα σαν γάτα αρπάζοντας χρήματα που δεν ανήκαν σε αυτόν.»

Ένας ψίθυρος ακούστηκε μέσα από τους συγκεντρωμένους κατασκηνωτές. Παιδικές φωνές σε ένα συνονθύλευμα γέλιου, αποδοκιμασίας και ευχαρίστησης από μερικούς που προσπάθησαν μέσα από τον όχλο της μάζας να παραμείνουν αφανείς.

-«Αυτό είναι το μοναδικό περιστατικό που έχουμε όλα μας τα χρόνια της λειτουργίας και ελπίζω και το τελευταίο. Παρόλα αυτά είμαστε αποφασισμένοι να βρούμε ποιος είναι ο δράστης και να πράξουμε αναλόγως.»

Το βλέμμα του καρφώθηκε όσο πιο διακριτικά μπορούσε στον Αλέξανδρο που συνεχώς κοιτούσε χάμω με σκυμμένο το κεφάλι.

Η συγκέντρωση διαλύθηκε. Κάθε παιδί οδηγήθηκε στον κοιτώνα του μέχρι να τελειώσουν οι τεχνίτες όπου είχαν έρθει για να αποκαταστήσουν την βλάβη. Λίγη ώρα αργότερα το πρόγραμμα συνεχίστηκε κανονικά σα να μη συνέβη ποτέ τίποτα. Ο Αλέξανδρος καθόταν για άλλη μια φορά αμίλητος και πεινασμένος στο δωμάτιό του προσπαθώντας να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Σιωπηλός και χαμένος στις σκέψεις του έπλαθε σενάρια όπου απένεμε δικαιοσύνη με τον χειρότερο τρόπο. Με την βία, με μία άνευ προηγούμενου δολοφονία χωρίς αποδεικτικά στοιχεία.

Ένας δυνατός χτύπος στην πόρτα του δωματίου του διέκοψε τις σκέψεις του επαναφέροντάς τον στην πραγματικότητα. Ξεροκατάπιε. Ήταν ο Μανώλης και ήταν σίγουρος για αυτό. Είχε έρθει για να του αναθέσει την δεύτερη αποστολή. Τώρα τον είχε στο χέρι και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να αντισταθεί, εκτός από το να τον σκοτώσει.

Η πόρτα άνοιξε κι αυτός δεν επιφώνησε καν το τυπικό «Ορίστε» όπως συνήθιζε να λέει. Η ανάσα του έγινε πιο γρήγορη. Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει ασυνήθιστα και να πόδια του να κόβονται σα να επρόκειτο να νοσήσει από καμιά βαριά αρρώστια. Ο ομαδάρχης μπήκε στο δωμάτιο κι ο Αλέξανδρος ένιωσε τέτοια ανακούφιση σα να είχε κερδίσει μόλις το λαχείο.

-«Έλα, σε θέλει ο διευθυντής…» του ανακοίνωσε σφίγγοντας τα χείλη και ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι.

-«Δεν φταίω εγώ…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί. «Δεν είχα επιλογή…»

-«Πάντα έχουμε επιλογή Αλέξανδρε.» αποκρίθηκε. «Κανείς δεν ξέρει τι σου συμβαίνει αν δεν μιλήσεις.»

Ο Αλέξανδρος έσκυψε το κεφάλι και σαν κατάδικος που οδηγείται στην κρεμάλα για να αντιμετωπίσει τον θάνατο, ακολούθησε τον ομαδάρχη έως ότου έφτασε στο διοικητήριο. Μόλις στάθηκε απ’ έξω κοκάλωσε. Η πόρτα ξαφνικά του φαινόταν πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη φορά. Ήξερε ότι από τη στιγμή που θα έμπαινε μέσα θα έπρεπε να κρατήσει την ψύχραιμα του. Δεν ήθελε να δημιουργήσει άλλα προβλήματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την κράτησε μέσα του σα να είχε στερέψει η ατμόσφαιρα από οξυγόνο. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά υποκρινόμενος περηφάνια και ανέβηκε το πρώτο σκαλί.

Σε λίγο βρισκόταν μέσα στο διοικητήριο. Άκουσε τον διευθυντή να φωνάζει έξαλλος όσην ώρα μιλούσε πίσω από την κλειστή πόρτα στο τηλέφωνο. Περίμενε καρτερικά την ώρα που θα τον δεχόταν στο γραφείο του καθισμένος στον καναπέ κουνώντας νευρικά τα πόδια του σαν ψαλίδι πάνω-κάτω.

Ένα δυνατό χτύπημα στη βάση του τηλεφώνου ακούστηκε και βήματα βαριά να πλησιάζουν. Μία σκιά σταμάτησε ακριβώς πίσω από το ξύλινο διαχωριστικό. Ο Αλέξανδρος έβλεπε τα πόδια κάτω από τη χαραμάδα. Το χερούλι γύρισε και ο διευθυντής εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα. Παραδόξως ήταν χαμογελαστός. Είχε να κάνει με παιδιά και ανεξαρτήτως από τι συνέβαινε και τον έβγαζε εκτός εαυτού, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με έναν ανήλικο, πρόσεχε τους τρόπους του. Το βλέμμα του εστίασε εμφανώς στο κακοξυρισμένο κεφάλι του μικρού. Το πρόσωπό του πήρε την ανάλογη γκριμάτσα κοιτώντας τον ομαδάρχη. Εκείνος έγνεψε ως ένδειξη άγνοιας και σηκώθηκαν για να περάσουν μέσα στο γραφείο του.

-«Παρακαλώ… καθίστε…» τους είπε ευγενικά ο διευθυντής δείχνοντάς τους με το χέρι τις καρέκλες μπροστά στο γραφείο του.

Οι δύο τους πήραν θέση περιμένοντας την έναρξη της συζήτησης ενώ εκείνος κάθισε πίσω από το γραφείο του στην θέση του προέδρου.

-«Αλέξανδρε… άκουσες φυσικά ό,τι είπα στην πρωινή έκτακτη μας συγκέντρωση, ε;» έγειρε μπροστά το σώμα του μπλέκοντας τα δάκτυλα των χεριών.

-«Μάλιστα…» απάντησε μέσα από τα δόντια του προσπαθώντας να τον κοιτάξει στα μάτια. Δεν τα κατάφερε όμως· ντρεπόταν.

Ο διευθυντής ξεφύσησε και ακούμπησε την πλάτη του στην δερμάτινη καρέκλα. Τον κοίταξε στα μάτια και κατέβασε το χέρι του στο πλάι του γραφείου ανοίγοντας το πρώτο συρτάρι. Κάτι ψαχούλεψε και το έκλεισε απαλά ακούγοντας τα ξύλα να τρίβονται μεταξύ τους. Ο διευθυντής έγειρε ξανά μπροστά φέρνοντας το, σφιγμένο σε γροθιά, χέρι του στο κέντρο του γραφείο. Το άνοιξε αφήνοντας να πέσουν από μέσα οι μπούκλες των μαλλιών του που είχε πάρει μαζί του ο Μανώλης.

-«Ξέρουμε πως το έκανες εσύ. Βρήκαμε τα μαλλιά σου λίγο πριν κάνουμε τη συγκέντρωση.»

Ο Αλέξανδρος ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.

 -«Δεν μπορώ να δεχτώ πως εσύ είσαι αυτός που βλέπω μπροστά μου. Δεν ήσουν έτσι Αλέξανδρε. Τι σου συμβαίνει; Πώς άλλαξες; Γιατί άλλαξες; Θέλω να σε βοηθήσω. Πρέπει να μου μιλήσεις. Γιατί το έκανες αυτό;»

Τι να του έλεγε; Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει τον εφιάλτη που ζούσε; Ακόμη κι αν μιλούσε γνώριζε πολύ καλά πως αυτά δεν ήταν και τόσο σημαντικά στον κόσμο των μεγάλων. Δεν υπήρχαν αποδεδειγμένα γεγονότα, δεν υπήρχαν βιβλιογραφίες, δεν υπήρχαν μελέτες, δεν υπήρχαν συμβουλές, δεν υπήρχε… σωτηρία.

-«Δεν ξέρεις τίποτα… κανείς σας δεν ξέρει…» ξέσπασε σαν άγριο θηρίο στο κλουβί.

-«Ακόμη κι αν ξέρατε δεν θα με βοηθούσατε. Προσπάθησα πολλές φορές. Το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι να φαίνονται όλα καλά…»

Βρυχιόταν σαν πρωτόγονος πετώντας ό,τι χαρτιά βρίσκονταν πάνω στο γραφείο, κλοτσώντας τις καρέκλες σε μία τρελή υστερία φωνάζοντας και φτύνοντας σάλια. Ο ομαδάρχης τον ακινητοποίησε σε μια σφικτή αγκαλιά.

-«Ηρέμησε Αλέξανδρε. Ηρέμησε…» του είπε με ήρεμο τόνο συγκαταβατικά.

Ο Αλέξανδρος δεν άκουσε λέξη. Ήταν κόκκινος στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Στο τέλος ηρέμησε. Αναστατωμένος ο διευθυντής προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Δεν προσπάθησε όμως να εκμαιεύσει άλλες πληροφορίες, οπότε αρκέστηκε στο συμμάζεμα του δωματίου.

-«Ίσως είναι καλύτερα να καλέσουμε τους γονείς σου να έρθουν να σε πάρουν από εδώ…» είπε και έκανε νόημα στον ομαδάρχη ώστε να τον συνοδέψει μέχρι τον κοιτώνα του.

-«Θέλεις να κάτσω λίγο να τα πούμε…;» τον ρώτησε όταν βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο.

-«Όχι.» απάντησε μονολεκτικά.

-«Όπως θέλεις. Αν χρειαστείς κάτι, ξέρεις πού να με βρεις…» είπε την ώρα που έφευγε.

-«Ευχαριστώ, και… συγγνώμη…» είπε νιώθοντας τις δυνάμεις του να έχουν εξασθενίσει τελείως.

Ο ομαδάρχης γύρισε ξανά κοιτώντας τον.

-«Αλέξανδρε, να θυμάσαι. Εσύ έχεις το κλειδί για την λύση του προβλήματός σου. Μίλα…»

Ο Αλέξανδρος έγνευσε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Ένα καταπιεσμένο μειδίαμα ήταν μονάχα το αποτέλεσμα.

Το βράδυ εκείνης της ημέρας στεκόταν άφαγος για άλλη μια φορά στο κέντρο του δωματίου του. Το δωμάτιο δεν είχε αεριστεί εδώ και μέρες με αποτέλεσμα να μυρίζει άσχημα. Μήπως η δυσωδία τελικά ήταν ένας σύμμαχος ώστε να κρατήσει τους βασανιστές μακριά του; Μπάνιο είχε να κάνει πάνω από μία εβδομάδα. Τα εσώρουχα κολλούσαν πάνω του και η ανάσα του έζεχνε. Περιφερόμενος στο κλειστό δωμάτιο και σκιά του εαυτού του πλέον, διέγραφε χιλιόμετρα περπατώντας από άκρη σε άκρη του μικρού αυτού χώρου.

Η κεντρική πόρτα του διαδρόμου ακούστηκε να χτυπάει ξανά στον τοίχο πίσω της. ο βηματισμός του σταμάτησε την ώρα που άκουσε ανακατεμένες πατημασιές να τον πλησιάζουν με ταχύτητα.

-«Όχι θεέ μου πάλι. Σε παρακαλώ… πάρε με από εδώ…» είπε σε απόγνωση πιάνοντας το ψαλίδι. Σκεφτόταν να κάνει κακό στον εαυτό του.

-«Ποιον κοροϊδεύεις άχρηστε…;» ήχησε μια φωνή στο μυαλό του.

Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε την λεπίδα του ψαλιδιού που εξείχε μέσα από την γροθιά του. Την άνοιξε αφήνοντάς τη να πέσει την ώρα που οι νταήδες άνοιγαν με δύναμη την πόρτα του δωματίου του.

-«Γιατί;» τους ρώτησε κι εκείνοι κοντοστάθηκαν.

-«Γιατί έχει πλάκα.» Του απάντησαν ωμά. «Δεν βλέπεις πόσο χαρούμενους μας κάνεις;» οι τρεις τους γέλαγαν τη στιγμή που η πύλη της κολάσεως έκλεινε για άλλη μια φορά πίσω τους.

Οι φωνές του μικρού Αλέξανδρου πλανήθηκαν στο μαύρο σκοτάδι του διαδρόμου χωρίς κάποιον να τις ακούσει…

†††

Πέρασαν γύρω στους δύο μήνες μέχρι να αρχίσει η νέα σχολική χρονιά. Ο Αλέξανδρος θα έκανε μια νέα αρχή στο ολοήμερο σχολείο για να μπορούν οι γονείς του να συνδυάσουν τα ωράρια. Ο νεαρός περνούσε αρκετές ώρες κλεισμένος στο δωμάτιό του αποκομμένος από τους παιδικούς του φίλους που του ζητούσαν να μοιραστεί λίγο χρόνο μαζί τους. Την περισσότερη ώρα κρατούσε τα παράθυρα κλειστά, τις κουρτίνες τραβηγμένες και απέφευγε να φάει. Οι γονείς του προσπάθησαν αρκετές φορές να ζητήσουν την βοήθεια ενός ειδικού μα όσες φορές κι αν το έκαναν ο Αλέξανδρος δεν συνεργαζόταν. Ακόμη και μια φορά που κατάφεραν και τον ξεγέλασαν οδηγώντας τον σε έναν οικογενειακό φίλο ψυχολόγο, ο ψυχολόγος δεν κατάφερε να του πάρει κουβέντα. Τους είχε συστήσει μάλιστα να τους γράψει αντικαταθλιπτικά χάπια όμως εκείνοι αρνήθηκαν. Πίστευαν πως όταν θα ήταν έτοιμος ο Αλέξανδρος να δεχτεί βοήθεια θα το έκανε.

Το κουδούνι χτύπησε πρώτη φορά συναντώντας νέα πρόσωπα στην αυλή του σχολείου. Δεξιά κι αριστερά ακούγονταν γέλια και χαρές από παιδιά που ήδη γνωρίζονταν μεταξύ τους. Τόσος κόσμος τριγύρω κι όμως ο Αλέξανδρος ένιωθε τόσο μόνος. Πώς γίνεται να νιώθει κανείς τόση μοναξιά με τόσο κόσμο τριγύρω;

Κοίταζε περιμετρικά μήπως έβρισκε κάποιον από το παλιό του σχολείο. Μήπως κατά τύχη κάποιο παιδί, οποιοδήποτε παιδί, είχε κάνει την ίδια επιλογή με εκείνον. Ένα οποιοδήποτε παιδί θεέ μου… ένα παιδί εκτός από εκείνον. Ο διάβολος του έπαιζε το πιο σκληρό και σαδιστικό παιχνίδι. Πώς μπορούσε αυτό να ήταν δυνατόν. Στην άλλη γωνία στεκόταν ο Μανώλης κοιτάζοντάς τον με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά του να τον κοιτάει γελώντας ειρωνικά.

Ο Αλέξανδρος δεν άντεξε και ξέσπασε σε μία δέσμη εμετού που εκτοξεύτηκε μέσα από το στόμα του. Τα παιδιά δεν έχασαν ευκαιρία να μαζευτούν γύρω του και να τον κοροϊδέψουν επιδεικτικά. Είχε πλάκα να βλέπουν κάποιον να υποφέρει. Το είχαν ήδη σε βίντεο. Τα κινητά τραβούσαν ασταμάτητα και τα φλας άστραφταν σε κάθε απαθανάτιση αυτού του απολαυστικού θεάματος

Οι καθηγητές μαζεύτηκαν ηρεμώντας την κατάσταση και διώχνοντας τους μαζεμένους μαθητές. Η σχολική ώρα άρχισε με τους μαθητές να έχουν κατανεμηθεί στις αίθουσες εκτός του Αλέξανδρου που ακόμη καθόταν τρέμοντας στο γραφείο του διευθυντή.

-«Θα ήθελες να καλέσω τους δικούς σου, να έρθουν να σε πάρουν;» πόσες φορές το είχε ακούσει αυτό στο παρελθόν; Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

-«Είναι μόνο μια απλή αδιαθεσία και ίσως λίγο το άγχος της πρώτης μέρας.»

-«Εντάξει… λογικό μου ακούγεται. Όταν είσαι έτοιμος θα μου πεις να σε συνοδεύσω ως την τάξη σου. Ναι;»

-«Ναι…» αρκέστηκε να πει και έσκυψε για άλλη μια φορά το κεφάλι προσπαθώντας να ξεγελάσει τον εαυτό του χαμογελώντας.

Κάπου είχε διαβάσει πως το σώμα δεν καταλαβαίνει αν το γέλιο είναι αληθινό ή ψεύτικο. Καταλαβαίνει όμως την διαδικασία και συμπεριφέρεται αναλόγως γεμίζοντας με ενδορφίνες και σεροτονίνη τον εγκέφαλο· δεν έπιασε. Τι μαλακίες…; σκέφτηκε.

Το τέλος της πρώτης σχολικής ημέρας έφτασε. Ο πατέρας του περίμενε έξω από το προαύλιο για να τον οδηγήσει στο σπίτι. Στην διαδρομή παρέμεινε αμίλητος. Μόλις μπήκαν στο σπίτι οι Αλέξανδρος εξαφανίστηκε σαν σφαίρα στο δωμάτιό του χωρίς να φάει κάτι. Το ανδρόγυνο κοιτάχτηκε στα μάτια λέγοντας περισσότερα από αυτά που θα μπορούσε να πει με το στόμα.

Η μητέρα ανέβηκε στο δωμάτιο κολλώντας το αυτί της στην πόρτα. Μέσα έπαιζε δυνατά μουσική.

-«Αλέξανδρε…» φώναξε αλλά δεν πήρε απάντηση.

Κατέβηκε ξανά τα σκαλιά αντικρίζοντας τον άντρα της να ξεφυσάει σαν σκασμένο λάστιχο.

-«Τι θα κάνουμε…;» τον ρώτησε.

-«Θα ανέβω εγώ να του μιλήσω…» είπε περνώντας δίπλα της αγγίζοντάς της απαλά το χέρι.

-«Αλέξανδρε…» του φώναξε κι αυτός χτυπώντας με το κότσι του χεριού του την πόρτα. Έπιασε το πόμολο γυρνώντας το. Η πόρτα άνοιξε.

-«Καλά είμαι…» πρόφτασε να πει χωρίς να τον κοιτάξει. «Απλά κουρασμένος…»

Ο πατέρας του μπήκε μέσα. Έμεινα γύρω στη μία ώρα μαζί μιλώντας για θέματα που δεν είχαν μιλήσει ποτέ πριν. Όχι όμως και για αυτό που έπρεπε ο Αλέξανδρος να αποκαλύψει. Στο τέλος της κουβέντας ο πατέρας του κατέβηκε μέχρι την κουζίνα βάζοντας σε έναν δίσκο λίγο φαγητό να τσιμπήσει ο Αλέξανδρος. Μέχρι να ανέβει ξανά πάνω ο γιος του ήδη κοιμόταν. Ήταν γυρισμένος από την άλλη οπότε ήταν δύσκολο να δει τα μάτια του που στην πραγματικότητα ήταν ανοικτά και πνιγμένα στο κλάμα. Κατέβηκε ξανά στην κουζίνα όπου περίμενε η γυναίκα του.

-«Τι σου είπε;»

-«Άδικα ανησυχούμε. Έρωτας είναι αυτός γυναίκα. Ο γιος μας είναι τσιμπημένος με μία του συμμαθήτρια με την οποία ήταν μαζί από το δημοτικό και έτυχε να έρθει κι αυτή στο σχολείο. Ααα… εφηβεία…» αναστέναξε πιστεύοντας πως γνώριζε πια.

†††

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις εφτά το πρωί. Η ώρα πλησίασε για να φύγουν για το σχολείο όπου και θα χώριζαν για να πάει ο κάθε ένας στην δουλειά του. Για άλλη μια φορά ο Αλέξανδρος παρέμεινε αμίλητος μέχρι το σχολείο. Η μητέρα του προσπάθησε να τον κάνει να μιλήσει. Άδικος κόπος. Οι λέξεις είχαν φρακάρει μέσα στον λαιμό του και δεν έλεγαν να βγουν.

-«Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω Αλέξανδρε. Τι έχεις…; Εγώ και ο πατέρας σου προσπαθούμε να σε βοηθήσουμε. Να σταθούμε δίπλα σου. Μη μας κρατάς σε απόσταση. Μίλησέ μας…»

-«Άσ’ τον ρε γυναίκα…» της είπε με νόημα θέλοντας να της υπενθυμίσει όσα της είχε πει το προηγούμενο βράδυ.

Η γυναίκα δεν πείστηκε, αλλά σταμάτησε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Ίσως, αν τον πίεζε να είχε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.

-«Όταν είσαι εσύ έτοιμος…» του ψιθύρισε χαϊδεύοντάς τον στο κεφάλι.

Τα χιλιόμετρα πέρασαν φτάνοντας επιτέλους στην είσοδο του σχολείου. Είχε φτάσει νωρίτερα από τους υπόλοιπους συμμαθητές του οπότε ήταν μόνος και ανέβηκε ανενόχλητος ως την τάξη του. Έκατσε μέσα περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι· δεν κατέβηκε ούτε για προσευχή. Μάλιστα κρύφτηκε όταν ήρθε ο επιμελητής για τον πρώτο τυπικό έλεγχο της ημέρας.

Η προσευχή τελείωσε και άπαντες ανέβηκαν τις αίθουσές τους. Οι συμμαθητές του ξαφνιάστηκαν μπαίνοντας στην αίθουσα. οι ψίθυροι αμέσως εξαπλώθηκαν, σαν ψώρα, φτάνοντας στα αυτιά του Αλέξανδρου. Ύποπτα και προκλητικά γελάκια τον έκαναν να κλείσει τα αυτιά του με τα χέρια της φαντασίας του και να κάνει την καρδιά του πέτρα. Έσφιξε τόσο δυνατά τα μάτια του εγκλωβίζοντας τα δάκρυα που έψαχναν διέξοδο να ξεχυθούν. Τα κατάφερε. Απ’ έξω έδειχνε σκληρός, άτρωτος. Από μέσα του όμως ψυχορραγούσε ευχόμενος να μην ήταν αυτός. Να ήταν κάποιος άλλος.

Τα πάντα ανατράπηκαν όμως όταν μπήκε μέσα αυτός. Ο Μανώλης πέρασε από δίπλα του σκουντώντας τον απαλά με την άκρη του χεριού του στον ώμο. Σύγκρυα έλουσαν το κορμί του. Δεν άντεχε άλλο. Μία κρίση πανικού πήρε τον έλεγχο εκδηλώνοντας μία, άνευ προηγουμένου, τάση φυγής. Αμέσως σηκώθηκε και έτρεξε έξω από την αίθουσα παλεύοντας να μην ξεράσει ό,τι γαστρικό υγρό είχε μείνει μέσα του.

Ήταν οκτώ και μισή και οι καθηγητές δεν είχαν εμφανιστεί. Λόγω δεύτερης μέρας ακόμη κανόνιζαν τα προγράμματα. Ο Αλέξανδρος στεκόταν στο περιθώριο, κρυμμένος από την τάξη που έρχονταν γέλια. Η δασκάλα δεν άργησε να φανεί. Τον είδε να στέκεται στην άκρη και τον παρότρυνε να μπει μέσα μαζί της.

-«Αγαπητά μου παιδιά… θα ήθελα να σας συστήσω έναν μαθητή ο οποίος ενώ ήταν χτες στο σχολείο, δεν είχε παρευρεθεί στην πρώτη μας γνωριμία.»

Η καθηγήτρια με την άγνοιά της, με τη στάση της, έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα για τον Αλέξανδρο. Με αργά βήματα προχώρησε στον διάδρομο, στο χώρισμα ανάμεσα από τα στοιχισμένα θρανία μέχρι να φτάσει στην δική του θέση. Οι συμμαθητές του είχαν αποτυπωμένη την ίδια έκφραση στα πρόσωπά τους, σα να περίμεναν, με κομμένη την ανάσα, κάτι να συμβεί. Αυτό το κάτι δεν άργησε να έρθει. Μόλις ο Αλέξανδρος έκαστε στην καρέκλα του τα τέσσερα πόδια άνοιξαν ρίχνοντάς τον στο σκληρό πάτωμα. Το πέσιμο ήταν άτσαλο χτυπώντας τον στη μέση. Ο Μανώλης είχε αλλάξει την καρέκλα του Αλέξανδρου με μία άλλη που γνώριζε πως ήταν σπασμένη, προφανώς από την προηγούμενη μέρα. Όλο το τμήμα ξέσπασε σε γέλια εις βάρος του κι αυτός ένιωσε πως άνοιγε μια μαύρη τρύπα προσπαθώντας να τον ρουφήξει.

Το διάλειμμα δεν άργησε να έρθει καθώς είχαν ήδη σπαταλήσει την πρώτη ώρα. Ο Αλέξανδρος αρνιόταν να βγει και μόνο μετά από πίεση του καθηγητή το έκανε. Περιπλανήθηκε μονάχος, άσκοπα στους διαδρόμους έως ότου κατέληξε στην αυλή. Παιδιά έτρεχαν δίπλα του ανέμελα φωνάζοντας ή γελώντας. Κι εκεί πάντα στην άκρη βρισκόταν εκείνος, να τον κοιτάζει με τα χέρια σταυρωμένα ακουμπώντας την πλάτη του στον τοιχίο περιστοιχισμένος από το κοπάδι του ως ένδειξη δύναμης. Αυτός στεκόταν στο κέντρο σαν βασιλιάς λιοντάρι που επέβλεπε την περιοχή του.

Ο Αλέξανδρος πήρε τα μάτια του από πάνω του συνεχίζοντας τον βηματισμό του. Το περπάτημά του ήταν μηχανικό αποφεύγοντας όσους κατά λάθος θα έπεφταν πάνω του. Αυτά τα κατά λάθος όλο και πύκνωναν τόσο που φαίνονταν να του καθορίζουν την πορεία που ακολουθούσε πηγαίνοντάς τον όλο και πιο κοντά στον αρχηγό νταή.

Τώρα είχε πλησιάσει τόσο όπου μπορούσε να τον δει καθαρά να δείχνει κάτι με το κινητό του τηλέφωνο στην υπόλοιπη παρέα. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε, δυνατά γαργαριστά και όλο επίδειξη, γέλια κρατώντας τις κοιλιές τους. Ο Αλέξανδρος έκανε μεταβολή προσπαθώντας να φύγει μακριά του. Πρόλαβε να κάνει μόνο τέσσερα με πέντε βήματα όταν το κινητό του άρχισε να χτυπάει δυνατά από τα μηνύματα που έπεφταν βροχή.

-«Ποιος…;» αναρωτήθηκε και έβαλε στη τσέπη του το χέρι τραβώντας έξω την τηλεφωνική του συσκευή που σίγουρα ήταν πιο έξυπνη από τον Μανώλη.

Ήταν καμιά εικοσαριά εικονομηνύματα από άγνωστους αποστολείς. Οι αριθμοί ήταν άγνωστοι και δεν είχε κανέναν αποθηκευμένο. Από τον συγχρονισμένο τρόπο όμως με τον οποίο σήκωσαν τις τηλεφωνικές τους συσκευές πολλοί μαθητές του προαυλίου μπορούσε να κάνει υποθέσεις του σχετικά με το ποιοι είχαν στείλει τα μηνύματα.

Για μια στιγμή σκέφτηκε να πατήσει διαγραφή, η δύναμη της περιέργειας όμως φάνηκε πιο δυνατή. Άνοιξε ένα τυχαίο μήνυμα από τα πολλά. Έτσι κι αλλιώς υπέθεσε πως όλα τα MMS το ίδιο περιεχόμενο θα είχαν.

Έμεινε άφωνος. Ο χειρότερός του εφιάλτης είχε πραγματοποιηθεί. Όλο το σχολείο τον χλεύαζε γιατί ο Μανώλης είχε διαμοιράσει παντού τον δεμένο Αλέξανδρο να είναι γυμνός και σκυμμένος μπροστά από τον νταή. Από κάτω έγραφε με μεγάλα γράμματα:

Β Ρ Ω Μ Ο Π Ο Υ Σ Τ Α Σ

          Και δεν ήταν η μόνη φωτογραφία. Συνοδευόταν, επίσης, από άλλες στις οποίες απεικονιζόταν ο Αλέξανδρος να κάνει την ανάγκη του. Σαν κατάρα που εξαπλώνεται, άκουγε τους ήχους ειδοποίησης εισερχόμενων μηνυμάτων όσων κινητών περιφέρονταν στην αυλή να εξαπλώνονται από άκρη σ’ άκρη αυτού του σχολείου. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά όλοι είχαν σταματήσει και κοίταζαν τον Αλέξανδρο δείχνοντας τον με το δάκτυλο. Όλοι γέλαγαν. Πλέον δεν είχε πού να κρυφτεί.

Άρχισε να τρέχει και να τρέχει δίχως σταματημό σαν αδέσποτο τρελό σκύλο μέχρι που δεν άντεξε άλλο και έπεσε για να κυλιστεί σαν σκουλήκι, όπως ένιωθε. Αμέσως σηκώθηκε και χάθηκε από τα μάτια των παιδιών, λίγο πριν φτάσουν οι καθηγητές για να δουν προς τι όλη αυτή η μαζική υστερία.

Η δεύτερη ώρα ήρθε και παρήλθε όπως και η τρίτη. Κανείς δεν είχε δει τον Αλέξανδρο και σε κανέναν δεν θα έλειπε. Το τέλος των μαθημάτων έφτασε. Ήταν μεσημέρι και σε λίγη ώρα θα ξεκίναγαν οι υπόλοιπες δραστηριότητες αφού πρώτα σιτίζονταν στην τραπεζαρία όπως ήταν προγραμματισμένο. Οι καθηγητές και οι δάσκαλοι υπέθεσαν πως είχε κάνει κοπάνα από το σχολείο συμπληρώνοντας τις αντίστοιχες αδικαιολόγητες απουσίες. Όχι πως έπαιζαν κάποιον ρόλο. Τυπικά τις κρατούσαν για να τις έχουν για τα πρακτικά. Έτσι κι αλλιώς ο κάθε μαθητής προβιβαζόταν όσο εύκολα ή δύσκολα όριζε το κασέ του επώνυμού του.

Ο Αλέξανδρος είχε ήδη μαζέψει έξι απουσίες και από ό,τι φαινόταν θα μάζευε κι άλλες που αφορούσαν τις υπόλοιπες δραστηριότητες. Το βράδυ έφτασε και το σχολείο έφτασε στο τέλος του. Όλοι οι γονείς είχαν στηθεί έξω από τη μεγάλη σιδερένια καγκελόπορτα, που άνοιγε μηχανικά, για να παραλάβουν τα παιδιά τους. Στο τέλος, κι ενώ όλοι είχαν φύγει αφήνοντας το κτίσμα σχεδόν άδειο, έξω από την αυλή περίμενε καρτερικά και ο πατέρας του Αλέξανδρου. Περίμενε για αρκετή ώρα μέχρι που αναγκάστηκε να πάει ο ίδιος να τον αναζητήσει.

-«Χαίρεται!» βρισκόταν στην αίθουσα καθηγητών όπου έκαναν τον καθημερινό τους απολογισμό. «Είμαι ο πατέρας του Αλέξανδρου από το Α1.»

Όλοι κοιτάχτηκαν με απορία προσπαθώντας να καταλάβουν τι συνέβαινε. Ο διευθυντής πήρε τον λόγο.

-«Γεια σας! Παρακαλώ… σας ακούμε!»

-«Περιμένω τον γιο μου ο οποίος ακόμη δεν έχει εμφανιστεί στην εξώπορτα…»

-«Μα πώς να εμφανιστεί; Αφού έχει φύγει ήδη από το μεσημέρι.»

          -«Όχι… δεν έχει φύγει. Θα το γνώριζα.»

          -«Δοκιμάσατε να τον καλέσετε στο κινητό του;»

          -«Ναι, κι όσες φορές το έκανα δεν απάντησε…»

          Ο διευθυντής σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλεύρισε τον άτυχο πατέρα.

          -«Σήμερα είχαμε ένα μικρό θέμα με τον γιο σας και ίσως γι’ αυτό να μην θέλει να απαντήσει στο τηλέφωνο.»

          -«Τι θέμα…;»

          -«Ξέρετε… ο Αλέξανδρος επιδεικνύει προβλήματα προσαρμογής. Φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν τα πηγαίνει καλά με τα υπόλοιπα παιδιά.»

          -«Μου κάνει εντύπωση. Δεν μου είχε αναφέρει κάτι τέτοιο.»

          -«Ναι, συμβαίνει καμιά φορά. Εφόσον λοιπόν δεν έχει φύγει, όπως μας είπατε, τότε θα βρίσκεται ακόμη μέσα στο σχολείο. Ελάτε μαζί μου, αν θέλετε, να κάνουμε έναν μικρό έλεγχο κάπου όπου νομίζω πως θα τον βρούμε.»

          Οι δύο άντρες περπάτησαν στους διαδρόμους ξεναγώντας για άλλη μια φορά ο διευθυντής τον πατέρα για να έχουν κάτι να λένε στην διαδρομή ώστε να σπάσει ο πάγος. Στην διαδρομή τους άνοιξαν μερικές πόρτες χωρίς αποτέλεσμα μέχρι που έφτασαν στην μοναδική που είχε παραμείνει κλειστή. Ο διευθυντής στάθηκε έξω από την πράσινη πόρτα με το τζάμι στη μέση και την πλησίασε πιάνοντας το χερούλι. Παραδόξως ήταν ξεκλείδωτη. Δεν χρειάστηκε καν να ψάξει για τα κλειδιά. Άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα στον χώρο ακολουθούμενος από τον πατέρα του Αλέξανδρου. Τα φώτα ήταν σβηστά και δεν μπορούσαν να δουν μακρύτερα από λίγα εκατοστά. Η μόνη πληροφορία εκτίμησης για το πού βρίσκονταν ήταν αυτή που τους έδινε η αίσθηση της όσφρησης. Μύριζε ξύλο, παλιό ξεβαμμένο λουστρίνι και κιμωλία που τους προκαλούσε φτέρνισμα. Ο διευθυντής σταμάτησε απότομα και χωρίς να προλάβει να σταματήσει εγκαίρως ο άλλος έπεσε πίσω του. Οι δύο τους γέλασαν αμήχανα. Ο διευθυντής γνωρίζοντας τα κατατόπια ψαχούλεψε με το χέρι του αναζητώντας τον διακόπτη. Ήταν δύο στην σειρά. Θεώρησε σκόπιμο να ανάψει μόνο τον έναν. Τον πάτησε ακούγοντας το χαρακτηριστικό κλακ. Τίποτα. Το δωμάτιο παρέμεινε στο σκοτάδι όπως και πριν. Ήταν καμένη η λάμπα.

          -«Διάβολε… πώς; Προχτές την άλλαξα επειδή την επόμενη μέρα θα άνοιγε το σχολείο. Ευτυχώς έχουμε κι άλλον διακόπτη.» σκέφτηκε δυνατά και τον πάτησε λούζοντας τον χώρο με άπλετο φως.

          Ήταν μια αίθουσα όπου στοίβαζαν τους παλιούς μαυροπίνακες και τις κούτες με τις ατελείωτες κιμωλίες μέσα. Οι δύο τους γύρισαν να κοιτάξουν το δωμάτιο μήπως ανακάλυπταν κάτι.

          Ο πατέρας του Αλέξανδρου έπεσε λιπόθυμος ενώ ο διευθυντής κατάπιε την γλώσσα του και όσο προσπαθούσε να φωνάξει η φωνή του δεν έβγαινε. Στο χαλασμένο φωτιστικό κρεμόταν από το καλώδιο ο Αλέξανδρος που είχε διαλέξει να δώσει τέλος στη ζωή του με αυτόν τον μακάβριο τρόπο. Ένας πίνακας στεκόταν από κάτω αναγράφοντας με τον γραφικό χαρακτήρα του Αλέξανδρου:

«Οι χειρότεροι εφιάλτες είναι αυτοί που ζούμε με τα μάτια ανοικτά.»

Ο διευθυντής γύρισε την πλάτη και άρχισε να τρέχει σαν κυνηγημένος γρήγορα καλώντας σε βοήθεια. Ο πατέρας του Αλέξανδρου άνοιξε τα μάτια παλεύοντας με τις απανωτές σκοτοδίνες που τον ήθελαν να κείτεται αναίσθητος στο πάτωμα. Με μία δύναμη, που δεν ήξερε καν πως έχει μέσα του, πίεσε τον εαυτό του να σταθεί στα πόδια του. τρεκλίζοντας βήμα το βήμα έφτασε σα να του είχαν φορτώσει ένα σακί χιλίων κιλών στην πλάτη στο κρεμασμένο κορμί του γιου του.

-«Γιατί Αλέξανδρε…; Γιατί…;» ψέλλισε καθώς τα δάκρυα των ματιών του έσταζαν στο μισάνοικτο στόμα του κολλώντας ανάμεσα στο πάνω και το κάτω χείλος δημιουργώντας μικρές κλωστές από σάλιο.

Με το δεξί του χέρι έπιασε το αριστερό πόδι του γιού του που βρισκόταν ενάμιση μέτρο πάνω από το πάτωμα και αιωρούταν στον αέρα σαν άλλος φακίρης. Προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε πως το πόδι του ήταν ακόμη ζεστό.

-«Αλέξανδρε…!» μια σπίθα φωτιάς αναζωπυρώθηκε μέσα του ξεσπώντας σε ένα δυνατό χαμόγελο!

-«Αλέξανδρε…!» επανέλαβε. «Κάνε Θεέ μου το θαύμα σου…» παρακάλεσε και άρχισε να ψάχνει οτιδήποτε ψηλό το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να φτάσει τη θηλιά.

Αρκετή ώρα αργότερα μπήκε στην αίθουσα έντρομος ο διευθυντής ουρλιάζοντας. Μαζί του είχε όλους τους καθηγητές και δύο άτομα της αστυνομίας. Φώναζε εκτός εαυτού για αυτό που είχε συμβεί στο σχολείο του. Άπαντες έμειναν με το στόμα ανοικτό. Όχι για το θέαμα αλλά για αυτά που τους έλεγε ο προϊστάμενός τους. Πίστεψαν πως ο διευθυντής περνούσε κάποιο είδος νευρικής κρίσης και φανταζόταν πράγματα. Στο δωμάτιο έστεκαν μόνο οι καθηγητές και οι αστυνομικοί. Κανείς άλλος. Ο πατέρας του Αλέξανδρου με τον νεκρό γιο του είχαν εξαφανιστεί.

Οι συνάδελφοί του θεώρησαν πως επρόκειτο για μια κακόγουστη φάρσα. Οι πολλαπλές αναφορές όμως του διευθυντή ανάγκασαν τις αρχές να ερευνήσουν καλύτερα το θέμα. Σάλος ξέσπασε γύρω από το σχολείο που ανάγκασαν τον πρόεδρο της σχολής να αλλάξει διευθυντή. Όσο για τον Αλέξανδρο, δεν φοίτησε ποτέ ξανά στο συγκεκριμένο γυμνάσιο αλλά ούτε και σε κάποιο άλλο. Παράλληλα οι έρευνες της αστυνομίας ήταν άκαρπες μιας και δεν μπόρεσαν να βρουν ούτε αυτόν αλλά ούτε και κάποιον από την οικογένειά του. Οι μαθητές και οι οικογένειες αυτών θεώρησαν το αυτονόητο· ο Αλέξανδρος ήταν νεκρός.

Η ζωή συνέχισε να κυλάει όπως το νερό, αδιάκοπα, σε κατηφορικό αυλάκι χωρίς εμπόδια.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 14/06/2015, in Θρίλερ, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: