Ο Νταής, Μέρος 3ο.


-«Λοιπόν… τι έχουμε για σήμερα Μανώλη…;»

-«Απόψε σας έχω ετοιμάσει κάτι πολύ δυνατό…»

-«Ελπίζω να μην έχουμε τίποτα μπλεξίματα με τους μπάτσους και τρέχουμε ξανά.»

-«Αν δεν κινδυνεύουμε να έχουμε μπλεξίματα με τα γουρούνια τότε δεν θα είναι διασκεδαστικό…»

-«Δεν ξέρω ρε Μάνο.» Ο φίλος του νταή έμοιαζε σκεπτικός. «Μήπως κάπου το παρατραβάμε κι εμείς…;» τον ρώτησε.

Ο Μανώλης γύρισε απότομα το κεφάλι του χαρίζοντάς του μια διαπεραστική ματιά. «Τι έγινε ρε; Κότεψες;»

-«Όχι, αλλά να… Θυμάσαι τον Αλέξανδρο;»

-«Ναι. Λοιπόν…; Ψόφησε το μαλακισμένο. Ο διευθυντής είχε πει ότι κρεμάστηκε και να σου πω την αλήθεια τον πιστεύω. Κανείς δεν τον είδε από τότε. Πιστεύω πως τον πήρε ο πατέρας του και πήγε να τον θάψει σε κάνα χωράφι και μετά από την τρέλα του σκότωσε την γυναίκα του και αυτοκτόνησε.»

-«Θυμάσαι τι του είχες κάνει;»

-«Τίποτα δεν του είχα κάνει. Ας ήταν αρκετά άντρας να αντέξει. Χάρη έκανα στην κοινωνία που την γλίτωσα από ένα τέτοιο σκουπίδι.»

-«Δεν νιώθεις ποτέ σου πως του…» προσπάθησε να τον λογικεύσει σε μια κρίση ευσυνειδησίας. Ο Μανώλης τον διέκοψε απότομα.

-«Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω; Καρφί δεν μου καίγεται.»

Ο φίλος του έσφιξε τα χείλη μη μπορώντας να κάνει αλλιώς.

Οι δύο νέοι ήταν φίλοι από μικρά παιδιά και τώρα βρίσκονταν στην ηλικία των είκοσι χρόνων. Δεν ήταν υπόδειγμα ηθικών αξιών καθώς πυκνά συχνά είχαν προβλήματα με τον νόμο. Ο Μανώλης σύχναζε σε περίεργα στέκια όπου φρόντιζε να προμηθεύει το μαγικό σκονάκι σε όσους το είχαν ανάγκη. Δεν είχε δουλέψει ποτέ στην ζωή του και είχε φύγει από το σπίτι του μόλις είχε μπει στα δεκαοκτώ. Δεν τον χωρούσε το κλίμα. Οι ξενέρωτοι παιδικοί φίλοι και οι καταπιεστικοί γονείς. Ήξερε αυτός ποιο ήταν το καλό για εκείνον. Από μικρός άλλωστε δήλωνε μάγκας.

Στον ελεύθερό του χρόνο, όταν δεν εργαζόταν, φρόντιζε να κάνει δραστηριότητες που τον ευχαριστούσαν. Βασικό συστατικό για την δική του απόλαυση ήταν τα συναισθήματα των άλλων και πιο συγκεκριμένα ο φόβος. Έτσι είχε στήσει μέσα στον δικό του μικρόκοσμο το σκηνικό της απόλυτης διασκέδασης που λάμβανε χώρα μετά τις δώδεκα το βράδυ σχεδόν καθημερινά.

Αυτή τη στιγμή ετοίμαζε τον ζωντανό του πίνακα πάνω στο ίδιο του το πρόσωπο. Μαζί με τον συνέταιρό του στέκονταν μπροστά στον καθρέφτη περνώντας έντονη κόκκινη και άσπρη μπογιά στα πρόσωπά τους. Σειρά είχε η φουντωτή περούκα και μία μεγάλη τεχνητή οδοντοστοιχία. Το αποτέλεσμα ήταν να μοιάζει με τον καταραμένο κλόουν από «Το αυτό» του Στίβεν Κινγκ.

-«Νομίζω πως είμαστε έτοιμοι!» είπε περιμένοντας την ώρα που θα σκορπούσε τρόμο για άλλη μια φορά στους τυχαίους περαστικούς.

Αφού έστειλε ένα φιλάκι στο είδωλό του, γύρισε, κατευθύνθηκε στην πόρτα και πριν βγει έξω, πήρε από τον τοίχο, που ήταν ακουμπισμένο, ένα μεγάλο τσεκούρι κοπής κορμών δέντρων και ένα σακίδιο πλάτης. Έσβησε το φως και βγήκε στον διάδρομο του ορόφου όπου άφησε το σατανικό του γέλιο να πλανάται από άκρη σ’ άκρη.

Στο τμήμα όπου είχε εγκατασταθεί δεν έμεναν άλλοι ένοικοι. Ήταν μόνος και αυτό του έδινε την ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει χωρίς να συμμορφώνεται με τους κανόνες. Για δύο χρόνια μέχρι στιγμής κατοικούσε σε μία ερειπωμένη σχεδόν περιοχή όπου κυκλοφορούσαν άνθρωποι που είχαν τακτικά σχέσεις με τις αρχές. Μαστροπεία, διακίνηση, εκβιασμοί και άλλα ήταν μόνο λίγα από αυτά που είχαν οι εναπομείναντες κάτοικοι στο βιογραφικό τους.

Ο Μανώλης ψάρευε σε περιοχές πολύ μακρύτερα από την δική του. Συνήθως οδηγούσαν ως εκεί ή περπατούσαν υπό την κάλυψη του απόλυτου σκοταδιού.

Είχαν μόλις φτάσει στην περιοχή όπου είχαν μελετήσει ώστε να στήσουν το επόμενο τους παιχνίδι. Ήταν μία απομακρυσμένη πλατεία που για να περάσει κάποιος από εκεί, σίγουρα πρέπει να είχε χάσει τον δρόμο του. Ήταν μια αλάνα γύρω στα είκοσι μέτρα σε τετράγωνο σχήμα όπου περιμετρικά, ανά δύο μέτρα, βρίσκονταν ξύλινα παγκάκια. Στις τέσσερις γωνίες ήταν τοποθετημένες λάμπες όπως και στο κέντρο της μερικές. Η πλατεία διέθετε είσοδο και έξοδο και στην έξοδο κοντά ήταν χτισμένο ένα παραλληλόγραμμο δωμάτιο όπου κάποτε προοριζόταν για αποχωρητήριο. Η περιοχή όμως ήταν υποβιβασμένη και δεν είχε αρκετούς περαστικούς, οπότε δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες όπως είχαν υπολογίσει. Η διαδικασία είχε παγώσει αφήνοντας τέσσερις ασοβάτιστους τοίχους έρμαια στις δυνάμεις της φύσης και του χρόνου. Οι επιφάνειες ήταν κοσμημένες με κακότεχνα σχέδια επίδοξων καλλιτεχνών και μερικές φράσεις όπως:

«Οι άνθρωποι με θεωρούν παράξενο, αλλά δεν είναι έτσι. Έχω την καρδιά ενός μικρού παιδιού. Είναι σε ένα βάζο, πάνω στο γραφείο μου.» και «Σε κανέναν δεν αρέσει ένας κλόουν τα μεσάνυκτα…» Από αυτήν την τελευταία φράση είχε εμπνευστεί κι αυτός προσθέτοντας την δική του πινελιά για να της δώσει πραγματικό νόημα.

Η προετοιμασία ξεκίνησε. Ο Μανώλης έσκυψε βγάζοντας από την πλάτη του το σακίδιο. Άνοιξε το φερμουάρ ακούγοντας μέσα στη νύκτα το χαρακτηριστικό «φρρρρ» θυμίζοντάς του λίγο σάκο φύλαξης πτωμάτων σε ψυγείο νεκροτομείου. Χαμογέλασε. Του άρεσε αυτή η σκέψη. Ήταν ανώμαλος και το χειρότερο ήταν πως δεν το είχε συνειδητοποιήσει κι αυτό γιατί μια χαλασμένη μηχανή ποτέ δεν ξέρει πως είναι χαλασμένη. Μέσα από τον σάκο έβγαλε μία ακέφαλη φουσκωτή κούκλα την οποία είχε ντύσει κανονικά με ρούχα ταλαιπωρημένα που μύριζαν. Έβαλε τον φίλο του να την φουσκώσει και πλέον έμοιαζε με άστεγο που κειτόταν στο πάτωμα. Στην θέση του κεφαλιού τοποθέτησε μία μάσκα από τις απόκριες με μια σακούλα αραιωμένη κόκκινη υδατοδιαλυτή μπογιά. Το ομοίωμα ξαπλώθηκε σε τέτοιο σημείο που να είναι εμφανές την ώρα που τα θύματα θα έφταναν κοντά στην έξοδο και μόνον.

Το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή μόλις τα δύο πρώτα θύματα έκαναν την εμφάνισή τους στην είσοδο της πλατείας. Ήταν μία νεαρή κοπέλα με τον ηλικιωμένο πατέρα της. Περπατούσαν κατά μήκος καθώς ο γέρος υποβασταζόταν από την κόρη του.

-«Τους βλέπεις; Ετοιμάσου…» ψιθύρισε ο Μανώλης και έσφιξε δυνατά την ξύλινη λαβή του τσεκουριού του.

Οι δύο τους περίμεναν πίσω από το ατελές αποχωρητήριο όπου το ημίφως ενός σχεδόν χαλασμένου λαμπτήρα δεν έφτανε να φωτίσει επαρκώς το σημείο.

Ο συνεργός του τον μιμήθηκε κάνοντας το ίδιο υιοθετώντας την ίδια γκριμάτσα στο πρόσωπο που τον έκανε να μοιάζει με λυσσασμένο σκύλο. Οι δύο ανυποψίαστοι περαστικοί δεν άργησαν να φτάσουν στην ενέδρα. Απείχαν μόνο πέντε μέτρα περίπου από την έξοδο και το μόνο που έπρεπε να κάνουν οι εγκληματίες ήταν να τους τραβήξουν την προσοχή. Ένα σύρσιμο της κοφτερής άκρης του τσεκουριού ήταν αρκετό για να σταματήσουν και να γυρίσουν τα δύο κεφάλια να δουν τον Μανώλη να σηκώνει το εργαλείο του και να το κατεβάζει με δύναμη πάνω στον υποτιθέμενο άστεγο αφαιρώντας του το κεφάλι και σκορπώντας δεξιά κι αριστερά αίματα.

Η πρώτη αντίδραση της κοπέλας ήταν να τρέξει μακριά. Αυτό όμως έριξε τον γέροντα πατέρα της στο έδαφος παραλυμένο από τον φόβο του.

-«Αααααγρρρρρρ…» βρυχήθηκαν οι δύο νέοι μαρτυρώντας τις δολοφονικές τους προθέσεις.

Ο ανήμπορος ηλικιωμένος προσπαθούσε να κάνει τα μέλη του να υπακούσουν αι να σηκωθεί να τρέξει κι αυτός μακριά. Ο φόβος όμως τον κρατούσε στο έδαφος σα να είχε αυξηθεί ξαφνικά η βαρύτητα ένα εκατομμύριο φορές.

-«Σας παρακαλώ… όχι…» ψέλλισε φανερώνοντας την σωματική και ψυχολογική κατάστασή του.

Είχε σηκώσει το χέρι κρατώντας ανοικτές τις παλάμες του προσπαθώντας να προστατευθεί από τα δύο αρπακτικά που τον πλησίαζαν. Η κόρη στεκόταν πέντε μέτρα μακριά χωρίς να μπορεί να βρει το θάρρος να πλησιάσει. Και τι να έκανε άλλωστε; Ο Μανώλης δεν είχε σκοπό να τον σκοτώσει. Ήταν πολλά πράγματα στην ζωή του, όχι όμως και εν ψυχρώ δολοφόνος. Απλά του άρεσε με έναν περίεργο και σαδιστικό τρόπο να προκαλεί ακραίες αντιδράσεις τρόμου στα θύματά του. Έτσι όπως στεκόταν με το τσεκούρι πάνω από το κεφάλι του γέρου μπορούσε να νιώσει όλη την πραμάτεια του ανδρισμού του να ξεχύνεται μέσα στο σλιπ του.

Ο γέρος σήκωσε το χέρι ψηλά ξανά και προσπάθησε να φωνάξει βγάζοντας μια ανέλπιδη κραυγή απελπισίας. Ο Μανώλης κράδανε το τσεκούρι και με μία κάθετη κίνηση το κάρφωσε ανάμεσα στα πόδια του μερικά εκατοστά κάτω από τον καβάλο του. Το χέρι του ξαφνικά έπεσε και η πλάτη του ακούμπησε εξολοκλήρου στο πάτωμα. Τα μάτια του έκλεισαν. Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά. Ήταν νεκρός και ο Μανώλης το ήξερε. Οι σπαρακτικοί λυγμοί της κόρης συμπλήρωναν την ηδονή που ένιωθε.

Πανικοβλημένος ο συνεργός του τον τράβηξε από το χέρι επαναφέροντάς τον στην πραγματικότητα. Κοιτούσε με ένα βλέμμα απόλυτης χαλάρωσης και ικανοποίησης. Ακολούθησε τον φίλο του αφού μάζεψε την τσάντα και την κούκλα και χάθηκαν μέσα στη νύκτα.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 18/06/2015, in Θρίλερ, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: