Ο Νταής, Μέρος 4ο.


Το επόμενο βράδυ ήρθε και όλο χαρά ο Μανώλης περίμενε την ώρα που συγχρονισμένα οι δύο δείκτες του ρολογιού θα περνούσαν την απόλυτα κάθετη κορυφή. Το δεύτερό του παιχνίδι θα αποκτούσε σάρκα και οστά. Ο συνεργός του καθόταν αμίλητος στον καναπέ του δωματίου δείχνοντας σκεπτικός. Είχε αρχίσει να τον φοβάται. Τον γνώριζε από παλιά, πρώτη φορά όμως συνειδητοποιούσε το μέγεθος της τρέλας που κουβαλούσε μέσα του. Σκεφτόταν μήπως τελικά έπρεπε να σταματήσουν ή αν ο Μανώλης έδειχνε αμετανόητος θα αποτραβιόταν μακριά του.

Ο νταής καθόταν σε μία ξεφτισμένη ψάθινη καρέκλα με ένα αποτυπωμένο χαμόγελο στα χείλη του. Μέσα στο μυαλό του έπλαθε ιστορίες και σενάρια για τέτοιου είδους καταστάσεις όπου θα έπαιρνε αυτό που αναζητούσε περισσότερο από όλα. Αν μια, φαινομενικά, απόπειρα του είχε προκαλέσει τέτοια ηδονή, άραγε πως θα αισθανόταν με μία πραγματική δολοφονία; Το σώμα του έτρεμε όπως της γάτας που έχει συσπειρωθεί στην γωνία παρακολουθώντας το λαβωμένο πτηνό να παραπατάει. Η αδρεναλίνη έρεε μέσα του σαν χείμαρρος και κάπου έπρεπε να ξεχυθεί.

Είχε φτάσει η ώρα για το επόμενό του σχέδιο. Πριν ετοιμαστεί όμως άνοιξε την τηλεόραση για να παρακολουθήσει τίποτα ώστε να περάσει λίγο η ώρα μέχρι να κάνει την τσάρκα του, όπως έλεγε συνήθως. Στο γυαλί έπαιζε το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων της τοπικής τηλεόρασης. Το πρώτο θέμα αφορούσε μία στυγερή και πρωτοφανή δολοφονία…

«Ασύλληπτος παραμένει ο δράστης που προξένησε τον θάνατο του εβδομήντα εξάχρονου άντρα ο οποίος περνούσε την κεντρική πλατεία της περιοχής με την κόρη του. Ο ηλικιωμένος υπέστη ανακοπή καρδιάς όταν, μετά από μαρτυρίες της κόρης του, δύο άγνωστοι νέοι εμφανίστηκαν το βράδυ της Κυριακής μεταμφιεσμένοι σε κλόουν οι οποίοι αποπειράθηκαν να τους σκοτώσουν. Για άγνωστους μέχρι τώρα λόγους, οι ύποπτοι τράπηκαν σε φυγή λίγο μετά το συμβάν χωρίς να έχει υπάρξει άμεση συμπλοκή με το θύμα ή με την κόρη του. Οι έρευνες συνεχίζονται…»

-«Χα χα…» γέλασε με ευχαρίστηση. «Πέθανε ο σκατόγερος και ούτε που τον άγγιξα. Αυτό μας κάνει δύο…» είπε και γέλασε ξανά έχοντας στο μυαλό του τον μικρό Αλέξανδρο.

Ο συνεργός του τον κοίταζε χωρίς να ξέρει πώς θα ήταν καλύτερα να τον προσεγγίσει. Ο Μανώλης από μικρός φαινόταν πως θα γινόταν ανεπτυγμένος άντρας. Πάντα ήταν, φανερά, ο πιο χειροδύναμος μαθητής και παρέμεινε έτσι και στην υπόλοιπη ζωή του. Ήταν ένας αντίπαλος τον οποίον λογάριαζες, αν και η κακή ποιότητα ζωής είχε καταβάλει σε μεγάλο βαθμό τη δύναμή του· παρέμενε μεγαλόσωμος ωστόσο.

-«Τι θα κάνουμε σήμερα…;» τον ρώτησε βολιδοσκοπώντας τις προσθέσεις του. «Μήπως να καθόμασταν σπίτι…;»

-«Εσύ αν θέλεις μπορείς να κάτσεις εδώ. Εγώ έχω μερικές δουλειές να κάνω εκεί έξω…»

-«Φοβάμαι να ρωτήσω.»

-«Και καλά κάνεις…» απάντησε κοφτά και σηκώθηκε φανερά ενοχλημένος, από τη φλώρικη στάση του, αφού όπως κατάλαβε δεν θα τον συνόδευε το αποψινό βράδυ.

Βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πάρει μαζί του το σακίδιο πλάτης που έπαιρνε κάθε βράδυ όταν έβγαινε για να κάνει τις παραδώσεις του. Και όχι… δεν δούλευε περιστασιακά σαν ντιλίβερι. Το αποψινό βράδυ είχε σκοπό να αυτοσχεδιάσει.

Περπατούσε με τις ώρες στα στενά σοκάκια σαν χαμένος νιώθοντας τόση ευχαρίστηση για τον θάνατο του ηλικιωμένου. Το μυαλό του ήταν μπερδεμένο σαν κλειδιά σε κρίκο που το πετάς στον αέρα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο μπλέκονται όπως τον γόρδιο δεσμό. Τι άλλο θα μπορούσε να του προκαλέσει την ίδια ευχαρίστηση; Ίσως κάτι που να είχε λίγο μυστήριο. Κάτι που θα σκορπούσε τον τρόμο και αυτός θα παρέμενε ασφαλής πάνω από όλα. Τότε σαν λάμπα έλαμψε μέσα στο κεφάλι του η σατανική του ιδέα. Θυμήθηκε λίγα χρόνια πριν σε ένα ξεχασμένο σημείο, στο ψηλότερο σημείο της πόλης, όπου πήγαινε και λέρωνε με τα ψευτογκράφιτί του τους τοίχους ενός εγκαταλελειμμένου χτίσματος.

Εκεί θα έθετε σε εφαρμογή και θα εκτόνωνε το διεστραμμένο σχέδιό του για ακόμη ένα βράδυ. Το τοπίο ήταν γνωστό. Εκεί θυμόταν να περνάει τα νεανικά του χρόνια όταν είχε μπει για τα καλά στην εφηβεία. Την ώρα που οι συμμαθητές του τριγυρνούσαν με τα ποδήλατα όλη μέρα και διαγωνίζονταν στην ταχύτητα, αυτός περνούσε την ώρα προσπαθώντας να βρει τον χαμένο του αντρισμό κρατώντας ένα τσιγάρο στο αριστερό χέρι και έναν σουγιά στο δεξί. Ή ακόμη, μερικά χρόνια αργότερα, όταν είχε αποπειραθεί να βιάσει μια συνομήλικη κοπέλα. Ήταν η ντίβα του σχολείου. Το θηλυκό εκείνο που τραβούσε τα βλέμματα σαν μαγνήτης. Η τύχη ήταν με το μέρος του όταν την είδε να περνάει έξω ακριβώς από το μέρος που σύχναζε. Την πλησίασε και κολλώντας της τον σουγιά στον λαιμό την τράβηξε στο πιο σκοτεινό μέρος προσπαθώντας να της σκίζει τα ρούχα. Με το χέρι του της είχε κλείσει το στόμα ενώ εκείνη μούγκριζε καθώς κλάματα έπνιγαν τα μάτια της. Το σκοτάδι έπεφτε βαρύ πάνω τους και το σημείο απείχε γύρω στα διακόσια μέτρα μακριά από το κοντινότερο σπίτι.

Ακόμη θυμόταν τον θόρυβο που έκανε το βρακάκι της την ώρα που το ξήλωνε από πάνω της. Ήταν καλοκαίρι και η κοπέλα φορούσε ένα φουστάνι. Η κοπέλα πάλεψε μέχρι που τον παρακάλεσε βλέπονταν πως δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον Μανώλη. Στο τέλος παραδόθηκε περιμένοντας να τελειώσει όσο πιο ήσυχα μπορούσε. Ο Μανώλης σηκώθηκε από πάνω της και στάθηκε ακίνητος και γονατιστός ανάμεσα στα ανοικτά της πόδια. Το παντελόνι του ήταν ξεκούμπωτο και από μέσα φαινόταν το όργανό του. Δεν ήταν σκληρό, δεν ήταν όρθιο. Δεν θα μπορούσε να βιάσει καμιά με αυτό. Αμέσως σηκώθηκε και έντρομος το έβαλε στα πόδια. Από εκείνο το βράδυ δεν επισκέφτηκε ποτέ ξανά το εγκαταλελειμμένο κτίσμα.

Τώρα όμως βρισκόταν και πάλι εδώ. Ήταν όπως το θυμόταν. Ένα τετράγωνο τσιμεντένιο κουτί γύρω στα δέκα μέτρα πλάτος και άλλα δέκα μήκος και δύο με τρία μέτρα στο ύψος. Και το πιο σημαντικό… ήταν χτισμένο στην άκρη του γκρεμού. Από κάτω πέρναγε η κεντρική λεωφόρος με δεκάδες αυτοκίνητα να διέρχονται ανά λεπτό.

Έκανε μια βόλτα περιμετρικά παρατηρώντας τα κακόγουστα σχέδια που είχαν ζωγραφίσει. Ξεχώρισε τα δικά του· είχε κακό χέρι από μικρός. Στην αριστερή πλευρά βρισκόταν μια καγκελόπορτα η οποία ήταν πάντα κλειδωμένη. αν ήθελε να φτάσει στην άλλη πλευρά θα έπρεπε να σκαρφαλώσει. Όταν ήταν πιο μικρός του φάνταζε πολύ ψηλά και κατόρθωνε να ανέβει μονάχα αν στοίβαζε από κάτω μερικά ψηλά αντικείμενα. Τώρα όμως με ένα απλό τέντωμα του χεριού μπορούσε να πιαστεί από τον πρώτο οριζόντιο σωλήνα που θα έβρισκε μπροστά του και να αναρριχηθεί με λίγη προσπάθεια.

Το έκανε. Τα χέρια του τρίφτηκαν δημιουργώντας μικρές πληγές στην παλάμη. Τα έφτυσε κοιτώντας το ολόγιομο φεγγάρι. Βρισκόταν στην κορυφή του κτίσματος. Ήξερε πως εκεί πάνω θα έβρισκε δεκάδες άδεια μπουκάλια μπύρας και δεν είχε άδικο. Μέτρησε γύρω στα τριάντα όταν τα συγκέντρωσε στην άκρη του κτίσματος. Όλα αυτά εντός πέντε λεπτών θα παραδίνονταν στους νόμους της φυσικής.

Δεκάδες διερχόμενα αυτοκίνητα διέσχιζαν τον αυτοκινητόδρομο αγνοώντας τα παράλογα σχέδια που ετοίμαζε ο Μανώλης για αυτούς. Άλλος οδηγός πήγαινε στην δουλειά του ενώ κάποιος άλλος γυρνούσε από αυτήν. Ίσως μερικοί να έκαναν την βραδινή τους βόλτα ή και να όδευαν στο πρώτο τους ερωτικό ραντεβού. Τόσοι άνθρωποι με τόσες διαφορετικές ανάγκες κι όμως όλοι τόσο ίδιοι. Ίδιοι σαν μυρμήγκια στα άρρωστα μάτια του Μανώλη που ένιωθε την ανάγκη να τα τσαλαπατήσει μέχρι να μην μείνει κανέναν όρθιο. Έτσι πήρε μερικά μπουκάλα στα χέρια και με μια βαθιά ανάσα στόχευσε όσο καλύτερα μπορούσε εκτοξεύοντας το ένα μετά το άλλο. Τα μπουκάλια έπεσαν βροχή στον αυτοκινητόδρομο σκορπώντας τον πανικό. Τα παρμπρίζ κομματιάζονταν και τα καπό βούλιαζαν. Οι οροφές χτυπούσαν αναγκάζοντας τους οδηγούς να αντιδράσουν βίαια προσπαθώντας να αποφύγουν έναν αόρατο εχθρό. Άλλοι έπεφταν στον μπροστινό τους ενώ άλλοι οδηγοί τσάκιζαν τις λαμαρίνες λοξοδρομώντας πάνω σε κάποια κολώνα. Σώματα οδηγών και συνοδηγών έσκαγαν με δύναμη στο ταμπλό ενώ κραυγές απελπισίας και λυγμοί έμοιαζαν να χάνονται μέσα στη βοή του πανικού. Αβοήθητοι άνθρωποι βγήκαν από τα οχήματα γεμάτοι αίματα στο πρόσωπο. Μία γυναίκα κατέρρευσε στα χέρια του άντρα της καθώς κρατούσε το άψυχο σώμα του ανήλικου γιου της.

-«ΌΧΙ…» ούρλιαξε η άγνωστη γυναίκα και η φωνή της πλανήθηκε ως την άκρη του ουρανού.

Ο Μανώλης σαν απεσταλμένος του κακού εξαφανίστηκε πηδώντας από το ψηλό σημείο που στεκόταν κάτω στο χώμα. Έτρεξε με όλη του την δύναμη μέχρι που ένιωσε την σπλήνα του να σφίγγει τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Σταμάτησε και έσκυψε πιάνοντας τα γόνατα του. Κανείς δεν είχε δει τίποτα. Σαν άγγελος του διαβόλου εμφανίστηκε μέσα στη νύχτα να σκορπίσει τη δυστυχία και να εξαφανιστεί. Η ανάσα του επανερχόταν λεπτό το λεπτό καθώς οι χτύποι της καρδιάς του έπεφταν στο φυσιολογικό. Οι σπαραγμοί της μητέρας ακόμη ακούγονταν να αντιλαλούν τριγύρω του. Ήταν η φαντασία του; Η ανάγκη να ικανοποιήσει τα σαδιστικά του ένστικτα από τον θρήνο που αυτός είχε προκαλέσει; Δεν ήξερε. Το μόνο που ένιωσε για άλλη μια φορά ήταν το μπροστινό μέρος του παντελονιού του να μουσκεύει από τα αναπαραγωγικά του υγρά. Ηδονή! Κάθε φορά και πιο δυνατή!

Το αποψινό του παιχνίδι είχε στεφθεί με επιτυχία. Θρήνος, λυγμός, σπαραγμός και δυστυχία είχαν δώσει νόημα στην μονότονη καθημερινότητά του μέχρι να έρθει η επόμενη όπου θα σκαρφιζόταν το επόμενο σχέδιό του.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 23/06/2015, in Θρίλερ, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: