Ο Νταής, Μέρος 5ο.


Το έντονο φως μπήκε κλεφτά από τις χαραμάδες του μισογκρεμισμένου παντζουριού. Ο Μανώλης άνοιξε τα μάτια του πονοκεφαλιασμένος και το στόμα του μύριζε αλκοόλ. Ο φίλος του στεκόταν δίπλα του. Τον κοίταζε την ώρα που προσπαθούσε να καλύψει το κεφάλι του με τα κιτρινισμένα του σεντόνια. Ήξερε όμως πως το βλέμμα του συγκάτοικου ήταν καρφωμένο πάνω του.

-«Τι στο διάολο θέλεις ρε μαλάκα και με κοιτάς πρωινιάτικα;»

Ο συνεργός του, δυνάμωσε την τηλεόραση που έπαιζε στο δωμάτιο.

«…εφτά τραυματίες και ένας ανήλικος νεκρός ήταν ο χτεσινός απολογισμός του δυστυχήματος…» ακούστηκε η φωνή της δημοσιογράφου. «Στο σημείο βρέθηκαν θρύμματα από γυαλί και παλιά μπουκάλια μπύρας. Οι αρχές εκτιμούν πως ο δράστης πέταγε τα μπουκάλια από το ύψωμα κρυμμένος στο παλιό κτίσμα στην άκρη της πλαγιάς…»

Το ρεπορτάζ ήταν μεγάλο αλλά οι φωνές του φίλου του κάλυψαν τη συνέχεια.

-«Εσύ το έκανες; Εσύ ευθύνεσαι για αυτό…;»

Δεν πήρε απάντηση πέρα από το αδιάφορο υποκριτικό ροχαλητό του.

-«ΛΕΓΕ… ΜΙΛΑ… ΕΙΣΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΕΛΙΚΑ…» ούρλιαξε αλλά κανείς δεν ήταν τριγύρω να τον ακούσει.

Οι ίδιες σκέψεις έπνιξαν για άλλη μια φορά το μυαλό του Μανώλη. Αν δύο επικίνδυνες φάρσες που κατέληξαν σε εφτά τραυματίες και δύο νεκρούς του είχαν χαρίσει τέτοια ηδονή, άραγε πώς θα ένιωθε με μία εν ψυχρώ δολοφονία. Η ανάγκη του να νιώσει ξανά τον ίδιο οργασμό στο παντελόνι του έκανε το κορμί του να τρέμει σα να έπασχε από στερητικό σύνδρομο.

Αμέσως τινάχτηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι και σαν μαινόμενος ταύρος κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Άνοιξε το συρτάρι και άρχισε να ψάχνει ανακατεύοντας το περιεχόμενο. Από πίσω του πλησίασε ο συγκάτοικος για να δει τι έκανε με τόση μανία. Μόλις έφτασε λίγα εκατοστά μακριά του, άπλωσε το χέρι αγγίζοντάς τον στον ώμο.

Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε. Ο Μανώλης γύρισε απότομα κρατώντας το χασαπομάχαιρο και με μία κίνηση του το κάρφωσε κάθετα στο πλάι του λαιμού χώνοντας την λεπίδα βαθιά έως τον εγκέφαλο. Ναι! Άξιζε κάθε δευτερόλεπτο! Κάθε σταγόνα αίματος που κύλησε στα δάκτυλά του! Το άψυχο κορμί παρέμεινε όρθιο καθώς οι μυς είχαν σφίξει κρατώντας τον σε νεκρική ακαμψία.

Ο Μανώλης άφησε το μαχαίρι και μαζί με αυτό έπεσε και ο φίλος του σαν ξερή σανίδα στο πάτωμα. Ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε που μύριζε περιττώματα. Τι να τον έκανε; Πώς θα ξεφορτωνόταν το πτώμα. Δεν θα μπορούσε να το αφήσει μέσα. Θα έπρεπε να το ξεφορτωθεί αργά το βράδυ όπου δεν θα υπήρχε κίνδυνος να τον δει κανένας. Από την άλλη όμως… ίσως ήταν καλύτερα να εξαφανίσει κάθε ίχνος της ύπαρξής του.

Έτσι έπεσε πάνω στο πτώμα και τράβηξε το μαχαίρι που είχε κολλήσει μέσα του. Κοίταξε το αίμα που είχε ζωγραφίσει ένα λεπτό αυλάκι κατά μήκος της νικελένιας λεπίδας. Τα μάτια του αντικατοπτρίστηκαν πάνω της. Ένιωσε πολύ περήφανος για το κατόρθωμά του. Πέταξε το μαχαίρι στον νεροχύτη και άνοιξε τη βρύση. Έπιασε από το συρτάρι που ήταν ήδη ανοικτό το ψαλίδι και άρχισε να κόβει κάθε ύφασμα που θα τον εμπόδιζε να γδύσει τον νεκρό. Σε λιγότερο από μία ώρα ο μοναδικός άνθρωπος που τον είχε ανεχτεί ήταν ολόγυμνος. Σειρά είχε το τεμάχισμα. Έσκυψε από πάνω του και μελετώντας σαν γιατρός το σώμα του εστίασε στις κλειδώσεις. Κρατώντας στο δεξί του χέρι τώρα τον μπαλτά άρχισε να χτυπάει όσο πιο δυνατά μπορούσε τους συνδέσμους κομματιάζοντας χόνδρους μέχρι να αποκολλήσει όλα του τα μέλη.

Ο Μανώλης στεκόταν σε μία λίμνη πηκτού και μαυροκόκκινου πηγμένου αίματος. Τα χέρια του ήταν βουτηγμένα στα εσωτερικά του όργανα την ώρα που πριόνιζε με μανία κάθε τένοντα για να απομακρύνει το κρέας και οι μυς από το κόκκαλο. Κι αυτός ένιωθε τόσο όμορφα. Η ηδονή όλο και αυξανόταν καθώς βογκούσε σα γουρούνι από ευχαρίστηση. Τι θα έκανε για να εξαφανίσει κάθε ίχνος του; Η απάντηση ήταν ήδη μπροστά του. Θα τον έβραζε με λίγες πατάτες ή ρύζι σαν γαρνιτούρα και θα τον μοίραζε στους άπορους. Το τέλειο έγκλημα!

Τέσσερις μέρες πέρασαν ώσπου να μαγειρέψει όλα του τα μέλη και να τα μοιράσει δεξιά κι αριστερά σαν φιλάνθρωπος που ξαφνικά νοιάστηκε για τον διπλανό του. Τα «ευχαριστώ» που δέχτηκε ήταν πολλά και σε κάθε ένα, χαμογελούσε με νόημα. Η ενεργός δράση όμως τον αναζητούσε και δεν μπορούσε να στερηθεί για άλλη μια φορά αυτή την ηδονή. Ήθελε να νιώσει ξανά το αίμα να ρέει καυτό μέσα στις φλέβες του. Να δει τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπο κάποιου. Ναι, αυτό θα τον έκανε να αισθανθεί ξανά ζωντανός!

Το αποψινό βράδυ μαγνήτιζε το βλέμμα του με μία ήρεμη μελωδία που ηχούσε στις σκέψεις του. Πάνω στη λευκή του κοίλη επιφάνεια έβλεπε σαν προφήτης όλα όσα σκόπευε να κάνει. Στο μυαλό του έπλαθε σενάρια διαστροφής και απόλυτου σαδισμού με πρωταγωνιστές γυναίκες και μικρά παιδιά· αγόρια και κορίτσια. Η ανάσα του έγινε κοφτή και γρήγορη. Ένιωσε το όργανό του να σκληραίνει μέσα στο τζιν του. Το έπιασε πάνω από το ύφασμα και το έσφιξε δυνατά μέσα στην παλάμη του.

-«Θα έρθει και η δική σου η ώρα…» του ψιθύρισε σα να είχε διαφορετική υπόσταση.

Αναστέναξε και σηκώθηκε από την καρέκλα του ιδρωμένος. Περπάτησε μέχρι την κουζίνα και έπιασε από κάτω το σακίδιο της πλάτης ακουμπώντας το στο τραπέζι. Το στομάχι του γουργούρισε. Άνοιξε το ψυγείο. Μπύρα και μερικά κατεψυγμένα φαγητά ήταν τα μόνα που είχαν περισσέψει στα ράφια.

-«Με τι να το ζεστάνω τώρα γαμώ το σπίτι μου μέσα;» αναρωτήθηκε.

Έπιασε τη συσκευασία διαβάζοντας στην ετικέτα: ΚΑΝΕΛΟΝΙΑ. Του άρεσαν πολύ. Ήταν, ίσως, το αγαπημένο του φαγητό. το χτύπησε πάνω στον πάγκο που χρησιμοποιούσε για τραπέζι. Ντουκ, ντουκ… ήχησε σκληρό σαν πέτρα. Το έχωσε μέσα στο σακίδιο. Με τόση ζέστη θα μαλακώσει σε καμιά ωρίτσα… σκέφτηκε και έβαλε και ένα βρώμικο πιρούνι με κολλημένο λίπος στα δόντια.

Φόρεσε την τσάντα στην πλάτη και βγήκε από το δωμάτιο. Φτάνοντας στην εξώπορτα σκέφτηκε να γυρίσει για να πάρει και το χασαπομάχαιρο.

-«Όχι…» ψιθύρισε. «Το να παλεύει κάποιος για την ζωή του είναι πιο διασκεδαστικό…» είπε και γέλασε κοιτώντας το είδωλό του στον καθρέπτη και έκλεισε την πόρτα πίσω του με δύναμη.

Πέντε μέρες μετά το συμβάν με τα μπουκάλια στον αυτοκινητόδρομο, οι έρευνες είχαν σταματήσει. Ο Μανώλης περπάταγε στην πόλη από τα πιο απόμερα μονοπάτια που γνώριζε μέχρι να εντοπίσει το επόμενο θύμα του. Μόλις οι συνθήκες ήταν κατάλληλες θα ορμούσε. Δεν είχε σημασία αν ήταν άντρας, γυναίκα, παιδί… αν οι συνθήκες το επέτρεπαν θα έκανε την κίνηση.

Αυτή η στιγμή δεν άργησε να έρθει όταν πίσω από μια γωνία ακούστηκαν βήματα που προφανώς έρχονταν από τακούνια.

-«Γυναίκα, σίγουρα…» διαπίστωσε γελώντας και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο.

Δίπλα του βρισκόταν ένα σάπιο παγκάκι σε έναν πεζόδρομο όπου οι μισές πλάκες ήταν ξηλωμένες. Τι δουλειά είχε μια κοπέλα σε αυτή την ερημιά και τέτοια ώρα;

-«Σίγουρα πάει γυρεύοντας η πουτάνα. Τώρα θα πάρει ό,τι της αξίζει!» είπε και τα σάλια του κατέβαιναν τόσο γρήγορα στον λαιμό του που τον έκαναν να καταπίνει συνεχώς.

Η κοπέλα πλησίαζε ανυποψίαστη χτυπώντας το τακούνι το ένα μετά το άλλο και ρυθμικά. Το αέρινο φουστανάκι της ανέμιζε στις απαλές ριπές του ανέμου που δρούσε σαν σύμμαχος του Μανώλη. Πέρασε από μπροστά του καθώς αυτός φρόντιζε να μην γίνει αντιληπτός όταν σε ένα του παραπάτημα κλώτσησε ένα άδειο μπουκάλι το οποίο κύλησε στο πεζοδρόμιο κάνοντας τον χαρακτηριστικό θόρυβο. Ευτυχώς… στα αυτιά της φορούσε ακουστικά και πιθανόν άκουγε μουσική στη διαπασών. Το κτήνος χαμογέλασε. Χωρίς πλέον να κρατάει τις απαραίτητες προφυλάξεις, σηκώθηκε απροκάλυπτα και την πλησίασε από πίσω προσέχοντας να μην τον αντιληφθεί.

Περπάτησαν έτσι γύρω στα δύο τετράγωνα μέχρι που έφτασαν στο σκηνικό όπου ο Μανώλης θα μπορούσε να δράσει άφοβα. Ένα μικρό δασύλλιο με ελάχιστους περαστικούς, έως κανέναν, αυτές τις ώρες. Μα ακόμη κι αν κάποιος τον αντιλαμβανόταν… οι ήρωες έχουν εκλείψει στην εποχή μας.

Ανενόχλητος όρμησε από πίσω της περνώντας το χέρι του γύρω από τον λαιμό της. Σαν γαζέλα που πιάστηκε στα κοφτερά σαγόνια του λιονταριού κατέρρευσε μέσα στη σφικτή λαβή του. Είχε λιποθυμήσει από τον φόβο της. Δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Ίσως να μην είχε το νεύρο που χρειαζόταν για να παλέψει. Ίσως να ήταν ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της πως θα κατάφερνε να περάσει από ένα τέτοιο επικίνδυνο μέρος.

Μύρισε τον λαιμό της. Μία δροσιά διαπέρασε τα ρουθούνια του φτάνοντας ως τα πνευμόνια. Το άρωμά της τον ερέθισε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Μύριζε άνοιξη. Έσυρε το αναίσθητο κορμί της έως το πιο σκοτεινό σημείο του δασυλλίου και το ξάπλωσε πάνω στο ξερό χώμα. Ένα ένα της αφαίρεσε όλα της τα ρούχα αφήνοντας την τελείως γυμνή. Έσκυψε από πάνω της μυρίζοντάς την ξανά. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Αναστέναξε και την σκέπασε με το δικό του κορμί φιλώντας της το πρόσωπο. Σηκώθηκε όρθιος κατεβάζοντας το παντελόνι του. Γονάτισε και της άνοιξε τα πόδια. Το κορμί του δεν αντιδρούσε. Έπιασε με το χέρι του το όργανό του κλείνοντάς το σφικτά στην παλάμη του. Άρχισε με μανία να το ανεβοκατεβάζει προσπαθώντας να έρθει σε στύση. Νεκρική αδράνεια. Όχι… αυτό δεν ήταν σωστό. Δεν του άρεσε έτσι. Ήθελε να δει τον τρόμο στα μάτια της, να την δει να τον παρακαλάει. Ήθελε να νιώσει ζωντανός μέσα από τον απόλυτο πανικό της. Έπρεπε να την ξυπνήσει από τη λήθη.

Έσκυψε μπροστά από τα πόδια της πιάνοντας τις πατούσες σηκώνοντάς τις ψηλά ώστε να αιματωθεί το κεφάλι. Λειτούργησε. Η κοπέλα συνήλθε ανοίγοντας τα μάτια σιγά σιγά. Η ανάσα της κόπηκε στην θέα του Μανώλη να στέκει ολόγυμνος μπροστά της. Το ίδιο ήταν κι αυτή. Ενστικτωδώς προσπάθησε να φωνάξει. Ο Μανώλης έπεσε πάνω της κλείνοντάς της το στόμα με το χέρι. Ένα άναρθρο βουητό βγήκε από τα χείλη της.

-«Σκάσε μωρή. Βούλωσέ το είπα…» την διέταξε δίνοντάς της ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο.

Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της λαμπυρίζοντας στο λιγοστό φως που έπεφτε πάνω στο καλοσχηματισμένο της πρόσωπο.

-«Σε παρακαλώ… σταμάτα…» κατάφερε να πει και δέχτηκε ακόμη ένα χτύπημα στο πρόσωπο.

Η αδρεναλίνη του κυλούσε μέσα στο σώμα του. ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει και τον ανδρισμό του όλο και να σκληραίνει. Η κοπέλα πάλευε χτυπώντας με τα χέρια της κι αυτή. Δίπλα τους βρισκόταν το σακίδιο πλάτης όπου είχε μέσα το κατεψυγμένο φαγητό. Στην προσπάθειά της να ελευθερωθεί το έπιασε και τον χτύπησε με αυτό στο κεφάλι. Εκείνος φάνηκε να απολαμβάνει τον πόνο που ένιωθε. Το περιεχόμενο όμως χύθηκε στο χώμα.

-«ΣΚΑΣΕ…» της φώναξε πιο δυνατά αυτή τη φορά παρατηρώντας κάτι να γυαλίζει δίπλα του. Ήταν το πιρούνι που είχε βάλει μέσα στην τσάντα για να φάει το βραδινό του όταν αυτό θα ερχόταν σε μία σωστή θερμοκρασία.

Η κοπέλα του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στα γεννητικά όργανα διπλώνοντάς τον στα δύο. Το βάρος του όμως ήταν μεγάλο και πέφτοντας πάνω της ένιωσε να την κόβει την αναπνοή.

-«Μη… σε παρακαλώ…» τον ικέτευε σπαράζοντας με λυγμούς από το κλάμα. «Άφησέ με…»

Εκείνος την κοίταξε με μίσος, φανερώνοντας τον φουντωμένο του θυμό, έτοιμος να εκραγεί.

-«Καργιόλα θα μου το πληρώσεις…» φώναξε φτύνοντας σάλια πάνω της την ώρα που άρχισε να γρονθοκοπεί το πρόσωπό της.

Το μίσος του ήταν αστείρευτο και δεν σταμάτησε έως ότι έπιασε από δίπλα του το πιρούνι και της το έχωσε μέσα στο μάτι. Η γυναίκα έβγαλε μια κραυγή και λιποθύμησε από τον πόνο. Ήταν ακόμη ζωντανή αλλά χωρίς αισθήσεις. Το μένος του Μανώλη συνέχισε να θεριεύει. Οι τέσσερις μεταλλικές άκρες του πιρουνιού είχαν χωθεί για τα καλά στον βολβό του ματιού της και άρχισε να το περιστρέφει μέσα στην κόγχη της λες και ήταν κάποιος καλολαδωμένος ρότορας μέχρι που κόπηκε το οπτικό νεύρο και έμεινε πάνω στο πιρούνι. Ακόμη κι αυτός δεν άντεξε το θέαμα και ξέσπασε σε έναν πλούσιο εμετό από γαστρικά υγρά πάνω στο σχεδόν άψυχο κορμί της νεαρής. Αλλά αυτό δεν ήταν το μοναδικό σωματικό υγρό που παρήγαγε το σώμα του. Η ίδια ηδονή ανάμεσα στα πόδια του, για άλλη μια φορά, τον έκανε να χαμογελάσει άρρωστα καθώς κομμάτια εμετού και ίνες κρέμονταν από τα χείλη του.

Το σόου είχε τελειώσει. Σηκώθηκε σαν κύριος και τρεκλίζοντας έβαλε τα ρούχα του για να απομακρυνθεί έως ότου χαθεί στο πυκνό σκοτάδι.

Την επομένη μέρα ξύπνησε με ένα βαρύ κεφάλι καθώς η υπερένταση τον είχε εξαντλήσει όλον αυτόν τον καιρό. Μετά βίας κατάφερε να πετάξει το σεντόνι από πάνω του. Τα σημάδια από την χθεσινή πάλη φαίνονταν έντονα στο κορμί του. Τα είδε καθαρά όταν στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη. Είχε χαρακιές και μώλωπες στο στήθος, στα πλευρά και την κοιλιά.

-«Ήταν καλύτερα από όσο το φανταζόμουν» είπε στο είδωλό του και χαμογέλασε φανερώνοντας τη σάπια οδοντοστοιχία του.

Στη συνέχεια περπάτησε ως τον χώρο όπου είχε στερεωμένη μια παλιά τηλεόραση και την άνοιξε. Το κανάλι ήταν συγχρονισμένο στις τοπικές ειδήσεις. Πρώτο θέμα ήταν ο αποτρόπαιος βιασμός μιας νεαρής κοπέλας από έναν άγνωστο.

«Το θύμα υπέκυψε στα τραύματά του τα ξημερώματα καθώς είχε χάσει πολύ αίμα. Οι ειδικοί αναφέρουν πως η νεαρή κοπέλα εγκαταλείφτηκε αφού είχε βιαστεί και βασανιστεί με φρικτό τρόπο.»

-«Ναι!» φώναξε. «Αυτό θα πει ταλέντο!» παραλογίστηκε μέσα στον ιδανικό πλασμένο κόσμο για αυτόν.

Την έκλεισε και κατευθύνθηκε ξανά στο κρεβάτι σέρνοντας τα πόδια του. Τη σημερινή μέρα βαριόταν να βγει για παραδώσεις έτσι προτίμησε να παραμείνει μέσα μέχρι να ανακάμψει τελείως από την ψυχολογική κούραση. Αυτή θα ήταν μια καλή ημέρα ώστε να γεμίσει τις σκέψεις του με αναμνήσεις που τον ευχαριστούσαν όπως αυτή του μικρού Αλέξανδρου.

-«Ωραίες εποχές…!» μουρμούρισε.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 30/06/2015, in Θρίλερ, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: