Ο Νταής, Μέρος 6ο.


Πέρασαν γύρω στις δέκα μέρες και ο Μανώλης περιφερόταν φαινομενικά άσκοπα στα γνωστά μέρη. Στην πραγματικότητα έκοβε κίνηση μέχρι να ηρεμίσουν λίγο τα πράγματα. Το μυστικό του το κρατούσε καλά κρυμμένο και το εκμυστηρευόταν μόνο στον εαυτό του όταν έμενε μονάχος με τα φαντάσματά του μέσα στους τέσσερις τοίχους να του κρατούν συντροφιά. Εκεί εξομολογούταν τα επόμενα σχέδια που ετοίμαζε για να ικανοποιήσεις τις διαστροφές του και αυτά συμφωνούσαν μαζί του παροτρύνοντάς τον να κάνει κι άλλα και ακόμη χειρότερα, Το μόνο κακό ήταν ότι είχε ξεμείνει από ιδέες. Οπότε μέχρι να βρει κάτι το ίδιο απολαυστικό αρκέστηκε στην πρωτότυπη ιδέα με τους κλόουν για άλλη μια φορά. Το μάτι του έπεσε στην στολή που ήταν κρεμασμένη στον καλόγερο του δωματίου του. Εκεί ήταν στερεωμένο και το πλατύ τσεκούρι με την στομωμένη λεπίδα. Γέλασε. Αυτή τη φορά δεν θα αρκούταν σε μία απλή φάρσα. Θα προχωρούσε ακόμη παραπέρα· θα πετσόκοβε όποιον έβρισκε μπροστά του. Δεν θα σταματούσε να δεν λουζόταν με το αίμα του. Διψούσε και σαν βρικόλακας θα ένιωθε κορεσμό μόνο με ζωντανό αίμα. Και το καλύτερο από όλα; Η στομωμένη λεπίδα θα δυσκολευόταν να αποκολλήσει τα μέλη του θύματος. Θα έπρεπε να το χτυπήσει τόσες φορές που το αίμα θα έτρεχε σαν σιντριβάνι, κάτω, πάνω και παντού ολόγυρα! Ένα κόκκινο λουτρό ηδονής!

Το κορμί του έτρεμε από προσμονή. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Η ώρα ήταν ένα λεπτό πριν τα μεσάνυκτα. Η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα είχε φτάσει. Πέταξε από πάνω του τα ρούχα του μένοντας γυμνός μπροστά στον καθρέπτη. Κοίταξε το σκεβρωμένο του κορμί και έπιασε το χασαπομάχαιρο από τον πάγκο της κουζίνας. Έτριψε την ψυχρή κοφτερή λεπίδα του στα πόδια και με αργές κινήσεις την ανέβαζε προς τα πάνω αυξάνοντας την πίεση. Κόλλησε τη μύτη στα γεννητικά του όργανα πιέζοντας την άκρη στο δέρμα. Μία σταγόνα αίματος κύλησε προκαλώντας του μία κραυγή ηδονής. Έφερε την λεπίδα στα χείλη του γλύφοντας την κόψη της. Το κατέβασε στο σημείο του λαιμού κοιτάζοντας στον καθρέπτη παράλληλα νιώθοντας να κάνει έρωτα μαζί της. Ο Μανώλης ήταν σε πλήρη στύση και το όργανό του τιναζόταν σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Είχε φτάσει πολύ κοντά…

-«Θα σε κρατήσω για την κατάλληλη στιγμή…» ψιθύρισε στο είδωλό του.

Έβαλε τα ρούχα του κλόουν και έκατσε ξανά μπροστά από τον καθρέπτη βάζοντας άσπρο χρώμα στο πρόσωπο του και φορώντας την κόκκινη περούκα. Χαμογέλασε. Κράτησε ψηλά το τσεκούρι κραδαίνοντάς το στον αέρα. Ναι, ήταν ένας τρομακτικός γελωτοποιός. Αμέσως τινάχτηκε πάνω και έτρεξε στην πόρτα. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τις ορμές του. πριν ανοίξει την πόρτα κοίταξε το ρολόι. Είχε πάει μία μετά τα μεσάνυκτα.

-«Γεια σου μωρό μου…» φώναξε λες και τον περίμενε κάποια κοπέλα, μέσα στο διαμέρισμα, να επιστρέψει. Ίσως ένα μάτι, που κάποτε ανήκε σε μία νεαρή, φυτεμένο σαν λουλούδι σε γλάστρα, να ήταν όλη η γυναικεία συντροφιά που χρειαζόταν.

Ο επίδοξος δολοφόνος περπάτησε όσο πιο διακριτικά μπορούσε μέχρι το πάρκο όπου είχε κάνει ξανά την ίδια φάρσα λίγες μέρες πριν με τον πρώην συγκάτοικό του. Αυτή τη φορά δεν κρατούσε σάκο πλάτης με το ψεύτικο πτώμα μέσα. Δεν είχε σκοπό να τρομάξει κανέναν· μόνο να τον σκοτώσει. Θα τον αιφνιδίαζε και μόλις έπεφτε κάτω από το σοκ θα κατέβαζε πάνω του όσες φορές χρειαζόταν το τσεκούρι μέχρι να κόψει το νήμα της ζωής του. Θα έφτανε όσο βαθιά έπρεπε στο κρέας του και δεν θα σταμάταγε μέχρι να το βρει. Η ενέδρα ήταν η γνωστή. Περίμενε πίσω από τον ανολοκλήρωτο τοίχο των αποχωρητηρίων κοιτάζοντας υπό την κάλυψη της νύχτας και στις δύο εισόδους όπου θα έμπαινε ο πρώτος «πελάτης».

Σαν ελεύθερος σκοπευτής παρέμεινε στην θέση του με κομμένη την ανάσα. Η ώρα περνούσε και δεν είχε φανεί κανένας. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του· ήταν τρεις τα ξημερώματα.

-«Διάβολε…» είπε απεγνωσμένα.

Για μια στιγμή του φάνηκε πως άκουσε ψιθύρους και κάτι να σαλεύει στους θάμνους. Συσπειρώθηκε σαν γάτα πριν εκτινάξει το κορμί της. Ένας σκύλος εμφανίστηκε πίσω από τις πρασινάδες που του έκοβαν τη θέα.

-«Φύγε από δω ρε βρωμόσκυλο…» του είπε άγρια. Το τετράποδο τον προσπέρασε γρυλίζοντας. «Φύγε να μην σε κάνω κονσέρβα…» του φώναξε και στη συνέχεια περίμενε καρτερικά.

Οι δείκτες του ρολογιού είχαν κολλήσει στην ίδια θέση. Ένα τέταρτο μόνο είχε περάσει και εκείνου του είχαν φανεί σαν ώρες. Έκαστε κάτω μουρμουρίζοντας και κουνώντας μπρος πίσω το κορμί του σαν αυτιστικός. Η υπομονή του όμως ανταμείφθηκε αρκετά γρήγορα μετέπειτα. Εκεί που είχε αρχίσει να πιστεύει πως το αποψινό βράδυ θα κατέληγε σε μία σκέτη αποτυχία, άκουσε βήματα να καταφθάνουν. Συγκεντρώθηκε στον θόρυβο που πλησίαζε. Ήταν τακούνι που χτυπούσε αργά το ένα μετά το άλλο. Ήταν βαρύ και χαρακτηριστικά αργό. Ήταν σίγουρα κάποιος άντρας που τον πλησίαζε. Θα έπρεπε να ήταν διπλά προσεκτικός. Οι γυναίκες ήταν πιο εύκολα θύματα. Στρίγκλιζαν περισσότερο και μπορούσε να τις γαμήσει αν ήθελε.

Κρύφτηκε καλά πίσω από τον τοίχο σφίγγοντας γερά το τσεκούρι με την ξύλινη λαβή ανάμεσα στα χέρια του. το σήκωσε στον αέρα και έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα. Με την άκρη του ματιού του ξεπρόβαλε από την γωνία του τοίχου κοιτώντας την είσοδο από την οποία θα εμφανιζόταν ο περαστικός. Μία μαύρη σκιά φάνηκε να ξεπροβάλει. Ένας αγκώνας και μετά ένα χέρι. Είχε δίκιο. Ήταν ένας άντρας και αρκετά ψηλός μάλιστα. Θα έπρεπε να τον αιφνιδιάσει όσο καλύτερα μπορούσε. Μόλις πέρναγε από μπροστά του, ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού θα ήταν αρκετό να τον αφήσει σέκο. Μετά θα ξεκίναγε το παιχνίδι. Κι αν τύχαινε και δεν είχε πεθάνει… θα ήταν ό,τι καλύτερο θα του είχε συμβεί.

Ο άγνωστος άντρας πλησίαζε αρκετά αργά με τα χέρια χωμένα στις τσέπες. Κοίταζε δεξιά κι αριστερά μοιάζοντας επιφυλακτικός. Για μία στιγμή σταμάτησε ακριβώς στο κέντρο του πάρκου σα να περίμενε κάτι να συμβεί. Ήταν δυνατόν να γνώριζε; Φορούσε ένα καρό πουκάμισο και μία άσπρη βερμούδα με άσπρα αθλητικά παπούτσια. Φαινόταν καθαρά στις λιγοστές ακτίνες του φεγγαριού που έπεφταν πάνω του. Ήταν λες και ήθελε να φανεί τόσο έντονα. Μονάχα τα φωσφορίζοντα διακριτικά του έλειπαν. Αυτό παραξένεψε τον Μανώλη. Του δημιούργησε φοβίες.

-«Έλα χέστη. Μόνο ένας περίεργος που γυρεύει μπελάδες είναι. Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις και φύγε γρήγορα λοιπόν. Έτσι.. για να μάθει να πηγαίνει γυρεύοντας.»

Ο άντρας αφού κάπνισε το τσιγάρο του, προκλητικά αργά ίσως για μία τόσο κακόφημη περιοχή, ψαχούλεψε στο τσαντάκι της μέσης του και συνέχισε να περπατάει προς το σημείο που παραφυλούσε ο Μανώλης. Η απόσταση όλο και μειωνόταν μέχρι που έφτασε στα τρία μέτρα και μετά στα δύο. Ένα και πλέον βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Ο ξένος σταμάτησε κοιτάζοντας τριγύρω. Ο επίδοξος δολοφόνος στεκόταν ακίνητος δύο μέτρα μακριά του κρυμμένος ανάμεσα στις σκιές. Περίμενε να απομακρυνθεί ακόμη ένα μέτρο για να του ορμήσει από πίσω.

Χωρίς να χάσει χρόνο σήκωσε το στομωμένο τσεκούρι τρέχοντας κατά πάνω του. Ο άγνωστος περαστικός έκανε κάτι που δεν περίμενε ο Μανώλης. Αντίο να πέσει κάτω και να φωνάξει, να παρακαλέσει για την ζωή του, έβγαλε σε κλάσματα δευτερολέπτου μέσα από το τσαντάκι του ένα περίστροφο και το πρόταξε στην απειλή που τον πλησίαζε. Η αντίδρασή του ήταν τόσο άμεση που ήταν λες και το περίμενε. Λες και είχε έρθει εδώ για αυτόν τον σκοπό και μόνο.

-«Σταμάτα εκεί που είσαι…» τον διέταξε.

Ο Μανώλης σταμάτησε κοκαλώνοντας απότομα και σήκωσε τα χέρια ψηλά.

-«Είναι φάρσα, φίλε…» προσπάθησε να πει.

-«Σκάσε ρε μαλάκα. Μην βγάλεις ούτε μιλιά.» το χέρι του ήταν σταθερό σα να είχε βρεθεί σε ανάλογες περιπτώσεις χιλιάδες φορές.

-«Όχι φίλε… εγώ…»

-«Βούλωσέ το είπα…» έδειχνε πολύ απειλητικός και έτοιμος να τραβήξει την σκανδάλη. Με τον αντίχειρα τράβηξε την σκανδάλη.

-«Πέταξε κάτω το τσεκούρι σου…» τον διέταξε.

Ο Μανώλης έδειξε διστακτικός. Με ένα βλέμμα όλο νόημα παρακινήθηκε να το κάνει. Κατέβασε αργά του τσεκούρι ακουμπώντας την λεπίδα πρώτα στο πάτωμα γονατίζοντας. Ο άγνωστος πήρε τον λόγο κατεβάζοντας αργά το περίστροφο.

-«Ξέρεις… σε παρακολουθώ αρκετό καιρό τώρα και ήρθα εδώ σήμερα μόνο για εσένα.»

-«Είσαι αστυνομικός…;»

-«Εγώ κάνω τις ερωτήσεις εδώ. Αν και για να σου λύσω την απορία… όχι. Δεν είμαι. Τα φτύνω αυτά τα αποβράσματα. Τα πατάω κάτω σαν τα σκουλήκια. Με αηδιάζει κάθε μορφή εξουσίας να δεν την ασκώ εγώ.»

Ο Μανώλης γέλασε και σήκωσε το βλέμμα να τον κοιτάξει στα μάτια.

-«Χαμήλωσε το βλέμμα σου. Δεν σου είπα να με κοιτάξεις.» Σήκωσε ξανά το όπλο. Ο Μανώλης υπάκουσε συνεχίζοντας να ακούει τον μονόλογο του ξένου. «Κάποιοι με λένε παράφρων γιατί βρίσκω ευχαρίστηση σε πράξεις που αποστρέφουν τους περισσότερους. Πάντα ήμουν διαφορετικός. Το ήξερα. Δεν μπορούσα να συνυπάρξω με παιδιά της ηλικίας μου. όσο κι αν καταπιεζόμουν να πνίξω τα ένστικτά μου αυτά έβγαιναν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην επιφάνεια. Διασκέδαζα με τον πόνο των αλλονών. Έτσι μεγαλώνοντας αποφάσισα να δω αν υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα.»

-«Κι εγώ είμαι ένας από αυτούς…» παραδέχτηκε ακόμη γονατιστός.

-«Το γνωρίζω πολύ καλά.» Τώρα η φωνή του είχε γλυκάνει. Κατέβασε ξανά το όπλο και το έβαλε μέσα στο τσαντάκι του. έκανε ένα νόημα στον Μανώλη να σηκωθεί. Αυτός υπάκουσε.

-«Έψαχνα, λοιπόν, να βρω όμοιους με εμένα. Βρήκα όπως εσένα, καλή ώρα, αλλά ποτέ δεν υπήρχε κάτι οργανωμένο.»

-«Οργανωμένο…;» επανέλαβε τα λόγια του ως ένδειξη απορίας.

-«Ναι· οργανωμένο! Η ανάγκη μου να παίρνω ικανοποίηση μέσω του πόνου και του τρόμου, του σαδισμού και του μαζοχισμού, με οδήγησε στην δημιουργία μιας κάστας ανθρώπων που έχουν τις ίδιες αμαρτωλές απολαύσεις με εμάς.»

-«Και από πόσα άτομα αποτελείται αυτή η ομάδα;»

-«Δεν θα πίστευες ακόμη κι αν σου έλεγα.»

-«Και πού βρίσκετε ανθρώπους ώστε να πάρουν μέρος στο παιχνίδι σας;»

-«Εθελοντές…»

-«Πώς;»

-«Ναι, μικρέ μου Μανώλη. Υπάρχει πολλή ανωμαλία στον κόσμο αυτόν.»

-«Πώς ξέρεις το όνομά μου…;»

-«Όπως είπα και πριν… σε έχω παρακολουθήσει αρκετό καιρό τώρα. Ξέρω τόσο πολλά για εσένα που θα τρόμαζες αν γνώριζες. Δεν εμφανίστηκα τυχαία εδώ λοιπόν.»

Ο Μανώλης τον κοίταξε με έκπληξη. «Πού το πας…;»

-«Απόψε ήρθα να σε βρω για να σου κάνω μία πρόταση…»

-«Είμαι όλος αυτιά…»

-«Θα ήθελα να πάρεις μέρος σε ένα παιχνίδι. Αν καταφέρεις και βγεις νικητής θα πας για το μεγάλο χρηματικό έπαθλο.»

-«Τι εννοείς; Ποιο μεγάλο χρηματικό έπαθλο;»

Ο άντρας έβαλε το όλο μέσα στο τσαντάκι. Όταν τράβηξε έξω το χέρι του κρατούσε μια δεσμίδα από εικοσάευρα. Του τα πέταξε στο στήθος. Ο Μανώλης τα έπιασε κοιτάζοντάς τον έκπληκτος.

-«Θεώρησέ το σαν μία μικρή προκαταβολή. Υπάρχουν κι άλλα αν δεχτείς.»

-«Αφού δεν ξέρεις αν δεχτώ. Γιατί μου τα δίνεις αυτά;»

Ο άγνωστος χαμογέλασε.

-«Δεν με απασχολεί μικρέ. Αν δεν δεχτείς κάποιος άλλος θα το κάνει.»

Ο Μανώλης δεν έχασε χρόνο.

-«Εντάξει. Δέχομαι.» απάντησε και είδε ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του. «Πότε ξεκινάμε;»

-«Αύριο. Θα έρθω να σε πάρω από το σπίτι σου.» είπε κοφτά και γύρισε να φύγει σχεδόν τρέχοντας σα να θυμήθηκε πως είχε αφήσει το μάτι της κουζίνας ανοικτό.

-«Περίμενε. Πώς θα έρθεις στο σπίτι μου; Δεν ξέρεις πού μένω.»

-«Χμ…» ακούστηκε ένα πνιχτό χαμόγελο και εξαφανίστηκε στην αγκαλιά της νύχτας.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 09/07/2015, in Θρίλερ, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: