Ο Νταής, Μέρος 7ο.


Η επόμενη μέρα το βράδυ είχε φτάσει. Ο Μανώλης καθόταν στον καναπέ του χαζεύοντας αδιάφορα τηλεόραση. Οι μυς του αντίχειρά του είχαν πρηστεί από το πολύ ζάπινγκ. Περίμενε όμως καρτερικά να έρθει η στιγμή όπου θα αναλάμβανε δράση. Από την προηγούμενη κιόλας νύχτα είχε μετρήσει τα χρήματα. Ήταν ακριβώς χίλια ευρώ σε χαρτονομίσματα των είκοσι.

Το πρωινό του το είχε περάσει σκοπώντας άσκοπα χρήματα σε ρούχα και κατά βάση τζόγο. Φρόντισε όμως και την επιχείρησή του αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες για να πάρει φτηνά ώστε να μεγιστοποιήσει το κέρδος του κατά την πώληση της μαγικής λευκής σκόνης. Εν κατακλείδι στο τέλος της ημέρας δεν του είχαν περισσέψει και πολλά.

-«Ποιος νοιάζεται;» ψιθύρισε στον εαυτό του και σηκώθηκε για να σταθεί μπροστά στον καθρέπτη.

-«Πάμε για τα πολλά τώρα. Νομίζω πως επιτέλους πιάσαμε την καλή!» χαμογέλασε και είδε την εξώπορτα του διαμερίσματος να ανοίγει ξαφνικά

Μέσα μπήκαν δύο άντρες οι οποίοι κινήθηκαν πιο γρήγορα κι από τη σκέψη του. Πριν ακόμη προλάβει να κινηθεί προς το στερεωμένο τσεκούρι, οι άγνωστοι τον είχαν ακινητοποιήσει κρατώντας σφικτά τα χέρια του. Αμέσως εμφανίστηκε ένας τρίτος όπου τον κουκούλωσε με ένα πυκνό μαύρο ύφασμα στο κεφάλι. Ο Μανώλης προσπάθησε να παλέψει. Ήταν λες και προσπαθούσε να κουνήσει έναν τοίχο. Οι άντρες ήταν πραγματικά χειροδύναμοι.

-«ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ» τους φώναξε αλλά το μόνο που ένιωσε ήταν ένας δυνατός γδούπος στο κεφάλι και μετά σκοτάδι.

Το σώμα του σωριάστηκε στο πάτωμα αλλά αυτός απουσίαζε από το ίδιο του το κορμί. Δεν είδε, δεν άκουσε, δεν ένιωσε τίποτα κατά τη μεταφορά του στον βαν και έπειτα στον μυστικό τους προορισμό.

†††

Ο Μανώλης άνοιξε τα μάτια του. Ο πονοκέφαλος είχε περάσει. Καταλάβαινε όμως πως το σώμα του είχε δεχτεί ένα ισχυρό σοκ. Η όρασή του ήταν θολή. Για λίγο προσπάθησε να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Το κυρίαρχο χρώμα ήταν το άσπρο. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά αντικρίζοντας μία πρωινή θολούρα στα μάτια του. Τα ανοιγόκλεισε αρκετές φορές μέχρι να καθαρίσει η όρασή του. Επιτέλους είδε.

Βρισκόταν σε ένα λευκό τετράγωνο δωμάτιο με έναν κάτασπρο καναπέ στην άκρη, με δύο κομοδίνα του ίδιου χρώματος στο πλάι και ένα τραπέζι κουζίνας στο κέντρο.

-«Πού είμαι;» φώναξε.

Η φωνή του όμως δεν αντιγύρισε. Τα τοιχώματα ήταν καλυμμένα με ένα συμπαγές ανοιχτόχρωμο υλικό ικανό να απορροφάει κάθε ήχο. Πήρε φόρα και έπεσε πάνω. Αφρολέξ. Το τοίχωμα απορρόφησε τη δύναμη της κρούσης.

-«Πού είμαι;» επανέλαβε.

Η ματιά του έπεσε πάνω στο τραπέζι. Εκεί βρισκόταν ένα σημείωμα γραμμένο με μπλε μελάνι.

«Δεν θέλουμε να τραυματίσεις τον εαυτό σου με κανέναν τρόπο για αυτό φροντίζουμε να παραμείνεις ασφαλής μέχρι να έρθει η μεγάλη στιγμή. Θα μάθεις σύντομα…»

-«Και τι να κάνω μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή;» μονολόγησε.

Δίπλα του βρισκόταν ένας πίνακας με μικροσκοπικά κουμπιά. Έμοιαζε με πίνακα ελέγχου. Έγραφε πάνω τηλεόραση, κλιματισμός και ένα σωρό άλλα. Πάτησε εκείνο που έγραφε ψυχαγωγία. Μία επιφάνεια στη μέση του απέναντι τοίχου μπήκε μέσα σε μια εσοχή και εμφανίστηκε μία οθόνη. Αμέσως συντονίστηκε δείχνοντας όλα τα κανάλια που υπήρχαν στον πλανήτη. Ήταν χιλιάδες. Ποιο να διάλεγε και με ποιον τρόπο; Δεν υπήρχε χειριστήριο. Πλησίασε την οθόνη. Την άγγιξε με το δάκτυλό του κι εκείνη υπάκουσε. Σε λίγο έπαιζε μαζί της κουνώντας δεξιά κι αριστερά τα παράθυρα που άνοιγαν σε κάθε του άγγιγμα. Ήταν ένας υπολογιστής με ελεγχόμενη σύνδεση στο διαδίκτυο. Μπορούσε να δει πολλά αλλά όχι όσα επέλεγε να δει. Μικρό το κακό.

Κατευθύνθηκε ξανά στον πίνακα ελέγχου πατώντας το κουμπί του φαγητού. Έκατσε στον καναπέ απολαμβάνοντας ό,τι έδειχνε η τηλεόραση εκείνη την ώρα. Ρύθμισε τον φωτισμό στο απαλό και πάτησε την αναδιαμόρφωση χώρου στον πίνακα ελέγχου. Ένα σημείο στην οροφή μαζεύτηκε κατεβάζοντας ένα ύφασμα σύριζα με τη μία πλευρά του τοίχου. Σαν οθόνη υπέρ υψηλής ανάλυσης εμφάνισε μία ζωντανή εικόνα αναπαριστώντας με τρομερή πειστικότητα ένα μαγευτικό τοπίο. Ένα πλασματικό παράθυρο μόλις είχε τεθεί σε λειτουργία δίνοντάς του την εντύπωση πως είχε ένα σπίτι δίπλα σε μία λίμνη. Μπορούσε να ακούσει το κελάρυσμα του νερού καθώς και το τιτίβισα των πουλιών να χαλαρώνουν τα νεύρα του. Έκλεισε τα μάτια μπορώντας να νιώσει τις ακτίνες του ηλίου να ζεσταίνουν το πρόσωπό του. Μέχρι και η μυρωδιές της εξοχής έφταναν στα πνευμόνια του μέσα από τα ρουθούνια του. Ο θόρυβος της τηλεόρασης σιγά-σιγά άρχισε να εξασθενεί ώσπου χάθηκε τελείως βυθίζοντάς τον σε έναν απαλό λήθαργο που κράτησε γύρω στα πέντε λεπτά.

Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια του είδε μπροστά του να περιμένει ένα μυρωδάτο τραπέζι γεμάτο εδέσματα. Κύριο συστατικό ήταν το κρέας. Υπήρχαν πολλά συνοδευτικά όπως κρασί, φρούτα, λαχανικά και άλλα, αλλά αυτό που του έσπασε τη μύτη ήταν η μυρωδιά του κρέατος. Δεν άντεξε στον πειρασμό και πήρε μια μπουκιά στο στόμα. Έκρηξη αισθήσεων. Το μυαλό του πλημύρισε με ενδορφίνες και ντοπαμίνες στο ερέθισμα αυτών των πρωτόγνωρων γεύσεων. Έτρωγε τη μία μπουκιά μετά την άλλην. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι κρέας ήταν αλλά δεν είχε φάει ποτέ του κάτι τέτοιο. Έμοιαζε με χοιρινό αλλά πολύ πιο γευστικό. Δεν είχε σημασία αρκεί που ικανοποιούσε πλήρως τους γευστικούς του κάλυκες.

Η ώρα είχε περάσει και ο ήλιος είχε πέσει ακόμη και στην πλασματική φύση που είχε δίπλα του. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και ο άγνωστος άντρας που τον είχε επισκεφτεί στο πάρκο μπήκε μέσα. Πίσω του ακολούθησαν δύο αιθέριες υπάρξεις που όμοιέ τους δεν είχε αντικρίσει ποτέ. Αναρωτήθηκε μήπως ονειρευόταν. Πώς θα μπορούσε να υπάρχει τόση ομορφιά σε ανθρώπινο πλάσμα! Ο άντρας πήρε τον λόγο.

-«Ελπίζω να διάβασες το μήνυμα μου. Φροντίσαμε η διαμονή σου εδώ να είναι όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη και νομίζω πως το καταφέραμε.»

Ο Μανώλης έγνευσε θετικά.

-«Αύριο το πρωί ξεκινάει το πρώτο παιχνίδι. Εσύ, το μόνο που θέλω να κάνεις είναι να χαλαρώσεις και να απολαύσεις τις χαρές που σου προσφέρουμε. Πίστεψέ με θα τις χρειαστείς.»

Ο άντρας γύρισε να φύγει μόνος. Οι δύο κοπέλες έμειναν στο δωμάτιο λύνοντας ένα μεταξένιο κορδόνι στον λαιμό ελευθερώνοντας το ύφασμα που τις κάλυπτε εκθέτοντας το γυμνό τους κορμί στα μάτια του Μανώλη.

†††

Ο Μανώλης ξύπνησε απότομα και ήταν μόνος. Η ματιά του έπεσε κατευθείαν στην πόρτα. Ήταν ανοικτή και γρήγορα βήματα ακούγονταν έξω από τον χώρο. Του έμοιαζε σα να είχε κυριεύσει μια μαζική υστερία τον κόσμο. Δεν ήξερε ποιοι ήταν εκεί αλλά ήθελε τόσο να πάει να δει. Δεν φοβήθηκε άλλωστε. Ένιωσε πως θα έβρισκε ξανά τον εαυτό του. Ο ίδιος άντρας που τον έφερε σε αυτό το μέρος εμφανίστηκε μπροστά του.

-«Πάνω στην ώρα…» του είπε και τον έπιασε από το χέρι για να τον τραβήξει σε έναν διάδρομο που κατέληγε σε ένα δωμάτιο πίσω από μια κλειστή πόρτα.

Εκεί τον έπιασαν δύο άντρες και του έδωσαν να φορέσει ένα παντελόνι και ένα γιλέκο με αρκετές θήκες. Του είπαν αν προχωρήσει μέσα στην αποθήκη και να διαλέξει τον εξοπλισμό του. Ο Μανώλης χαμογέλασε. Κατευθύνθηκε στον χώρο που του υπέδειξαν και πάτησε τον διακόπτη. Ένα οπλοστάσιο φανερώθηκε μπρος στα έκπληκτα μάτια του. σπαθιά, μαχαίρα, σιδερογροθιές και ένα σωρό άλλα εργαλεία μεσαιωνικών βασανισμών ήταν έτοιμα να εξοπλίσουν το γιλέκο του αρκεί να τα διάλεγε. Με χαρά του γέμισε τις άδειες θέσεις με τις μεγαλύτερες λεπίδες που μπορούσε να βρει. Γέλαγε καθώς είχε φανταστεί τι τον περίμενε.

Γύρισε πίσω σε αυτούς.

-«Βάλε τα δυνατά σου. Έχω στοιχηματίσει πολλά σε σένα.» του είπε ο άγνωστος δείχνοντάς του την έξοδο του δωματίου. Αυτός στάθηκε πίσω από την πόρτα, μέσα σε έναν γυάλινο προθάλαμο, προσπαθώντας να την ανοίξει. Ήταν κλειδωμένη από μία μαγνητική ασφάλεια. Πίσω του έκλεισε η πόρτα του θαλάμου απασφαλίζοντας συγχρόνως την πόρτα προς την άλλη μεριά. Τώρα η βοή του όχλου είχε σταματήσει να ακούγεται και μόνο νεκρική σιγή έφτανε στα αυτιά του. Ο Μανώλης άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Ένα δυνατό φως τον χτυπούσε στο πρόσωπο. Το μόνο που μπορούσε να ξεχωρίσει ήταν μαύρες σκιές να μπαίνουν μπροστά από τις δεσμίδες φωτός. Τώρα βρισκόταν σε έναν μεγάλο χώρο, σα μια αρένα χτισμένη σε μία γούβα, όπου περιμετρικά είχε καμιά δεκαριά πόρτες στο σύνολο.

Οι προβολείς χαμήλωσαν και τότε μόνο κατάφερε δει δεκάδες κόσμο γύρω του να κάθεται σε εξέδρες παρακολουθώντας κάθε του κίνηση. Λεπτό με το λεπτό κάθε πόρτα άρχισε να ανοίγει διστακτικά. Από μέσα έβγαιναν άντρες ντυμένοι με τον ίδιο τρόπο έχοντας αρκετά μαχαίρια στις θήκες του γιλέκου. Ο Μανώλης αμέσως κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Δεν ήταν σίγουρος για τους υπόλοιπους ωστόσο. Αυτό θα του έδινε ένα καλό προβάδισμα. Ο αιφνιδιασμός ήταν πάντα η καλύτερη μέθοδος να εξοντώσεις κάποιον. Έτσι με γρήγορα βήματα περπάτησε μέχρι τον πρώτο που ήταν πιο κοντά του και πρότεινε το χέρι του ως ένδειξη χειραψίας. Ο ανταποκρίθηκε κάνοντας το ίδιο. Αντί όμως για το σφικτό χέρι του Μανώλη, ένιωσε την κοφτερή λεπίδα να του διαπερνά τον λαιμό από τη μία άκρη ως την άλλη. Σε λίγο το ακέφαλο τομάρι του κειτόταν κάτω στο σκληρό πάτωμα. Το πλήθος εκστασιασμένο παραλήρησε από κραυγές που φανέρωναν ηδονή. Οι περισσότεροι διαγωνιζόμενοι κοκάλωσαν στην θέση τους ενώ άλλοι κατέρρευσαν. Μερικοί προσπάθησαν να το βάλουν στα πόδια χτυπώντας με μανία τις κλειστές πόρτες από τις οποίες είχαν ήδη μπει. Αυτοί ήταν εύκολος στόχος. Οι πρώτοι που δέχτηκαν τα πισώπλατα χτυπήματα του Μανώλη και σωριάστηκαν στο έδαφος. Σειρά είχαν οι λιπόθυμοι.

Αφού το ξεσκαρτάρισμα είχε γίνει, έστεκαν δύο στην αρένα μαζί με τον Μανώλη. Ο ένας αρκετά πιο μικρόσωμος ενώ ο άλλος πολύ μεγαλύτερος από αυτόν. Ο κοντός τον πλησίασε διστακτικά. Είχε σχέδιο.

-«Φίλε, αν συνεργαστούμε θα καταφέρουμε να τον βγάλουμε από την μέση. Τι λες; Εσύ κι εγώ μαζί.»

Ο Μανώλης του χαμογέλασε.

-«Έλα μαζί μου.» του είπε και ξεκίνησε να πλησιάζει τον τελευταίο αντίπαλο. Εκείνος σαν αστακός συσπειρώθηκε προτείνοντας τα όπλα του.

Ο Μανώλης είχε δίπλα του τον μικρόσωμο άντρα που τον συνόδευε χαμογελαστός. Όταν οι δύο γίγαντες αλληλοεξολοθρεύονταν όποιος έμενε ζωντανός θα ήταν εύκολο θύμα ακόμη και για τα δικά του μέτρα. Είχε όμως δίκιο; Λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο, όταν ο Μανώλης τον έπιασε με μια κίνηση και τον πέταξε πάνω στον αντίπαλό του. Ο κοντός γαντζώθηκε πάνω του καθιστώντας και τους δύο εύκολους στόχους που δέχτηκαν από μια μαχαιρά στο στήθος και την κοιλιά. Οι δύο έπεσαν νεκροί κάνοντας το πλήθος να παραληρεί από ηδονή. Το ίδιο συναίσθημα κατέκλεισε και τον Μανώλη. Το ίδιο μούδιασμα που ξεκινούσε από τα δάκτυλα των ποδιών του ανεβαίνοντας μέχρι τα γεννητικά του όργανα για να ξεχυθεί μέσα στο παντελόνι του.

-«Γίνεται ολοένα και καλύτερο!» μονολόγησε δεχόμενος την αγάπη του πλήθους που τον επευφημούσε για τις πράξεις του.

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 14/07/2015, in Θρίλερ, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: