Θάνατος: Κόκκινα Μάτια.


Ακούγονται οι δείκτες του ρολογιού να χτυπάνε επίμονα, ξεσκίζοντας την ησυχία με τον κρότο τους. Ακούγεται ο αέρας να λυσσομανά έξω από το παλαιό αρχοντόσπιτο, κάνοντας τις γρίλιες του παντζουριού να δέρνουν το παλιό και ταλαιπωρημένο από τις κακουχίες του καιρού τζάμι. Από τα κενά των πατζουριών μπαίνει μία ασθενική λάμψη του μεσονύκτιου φεγγαρόφωτου, προσδίδοντας στο πρόσωπό της μία γκριζωπή απόχρωση.

Όντας χαμένη μέσα στη λήθη της, κάτι την τάραξε. Οι κτύποι της καρδιάς της επιτάχυναν. Μπορούσε να νιώσει την απότομη ροή του αίματός της να διογκώνει κάθε αγγείο του σώματός της. Αλαφιασμένη, πετάχτηκε από το κρεβάτι και ανακάθισε προσπαθώντας να καταλάβει τι γινόταν γύρω της, με την όραση της ακόμα θολή.

Το παράθυρο έχασκε ορθάνοικτο, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με τον παγωμένο αέρα του χειμώνα, μεταφέροντας την μυρωδιά του βρεμένου χώματος. Τυλίχτηκε πρόχειρα με την ρόμπα της, καλύπτοντας το γαλάζιο νυχτικό της, δένοντάς την πρόχειρα με την πάνινη ζώνη της και πλησίασε στο παράθυρο.

Έξω, στο άγριο νυχτερινό τοπίο, διέκρινε φευγαλέα, με θολό βλέμμα, μία σκιά να κινείται ανάμεσα στα ανεμόδαρτα δέντρα. Υπό το φως της ολόγιομης σελήνης, που αναφαινόταν μέσα από τα σύννεφα τα οποία ένωναν το άπειρο του ουρανού με τον ανθρώπινο ορίζοντα, όλα φάνταζαν άγρια και αφιλόξενα. Κάποιος ήταν σίγουρα εκεί. Ένα ζευγάρι κόκκινα λαμπυρίζοντα μάτια, ήταν προσηλωμένα προς το μέρος της αλλά, μόλις ένιωσαν ότι είχαν γίνει αντιληπτά, εξαφανίστηκαν μέσα στις πυκνές σκιές του δάσους.

Προσπάθησε να καθησυχαστεί, λέγοντας ξανά και ξανά ότι δεν ήταν τίποτα. Άλλωστε οι γιατροί της είχαν επιβεβαιώσει ότι θα είχε κάποια προβλήματα στην όραση, ότι θα έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν. Άλλωστε πέντε μήνες βρισκόταν σε κώμα. Δεν ήταν και λίγος ο καιρός. Ένα μοιραίο αυτοκινητιστικό δυστύχημα της στέρησε τους γονείς της. Εκείνη ήταν ο μόνος επιβάτης που επέζησε και έκτοτε ζούσε με τον παππού της. Μήπως όμως κάτι συνέβαινε και δεν ήταν απλά ψευδαισθήσεις; Γιατί το χειρότερο ήταν πως όχι μόνο έβλεπε πράγματα, άλλα τα ένιωθε και με όλες της τις αισθήσεις.

Αυτή και μόνο η αφαιρετική στιγμή, αρκούσε για να κρυώσει η ατμόσφαιρα του επενδυμένου από ξύλο κέδρου δωματίου. Αφού συνήλθε από την εσωτερική της αναζήτηση έκλεισε το παράθυρο φροντίζοντας αυτή την φορά να βάλει την ασφάλεια, ώστε να παραμείνει κλειστό για το υπόλοιπο της νύχτας, όσο είχε απομείνει τουλάχιστον μιας που η ώρα ήταν σχεδόν τρεις.

Απομακρύνοντας το χέρι της από την ξεχαρβαλωμένη ασφάλεια, ένιωσε ένα πηκτό υγρό να κολλά στα δάχτυλά της. Κοίταξε το πηκτό αίμα και συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν φρέσκο. Ταραγμένη, με τρεμάμενο χέρι, σκούπισε τον κρύο ιδρώτα που έλουζε το μέτωπό της, λεκιάζοντάς το με το αίμα.

Ένας βουβός ήχος ακούστηκε από το σαλόνι. Από εκεί που ένιωθε τον κρύο ιδρώτα να κυλά σε όλο της το σώμα, άρχισε να ζεσταίνεται. Έλυσε τη ρόμπα της προσπαθώντας να μειώσει τη θερμοκρασία του σώματός της. Όποιος είχε μπει στο σπίτι είχε αφήσει και τον λεκέ στην ασφάλεια. Άρπαξε το κηροπήγιο, άναψε τα μισολιωμένα κεριά, με ελαφριές και αθόρυβες κινήσεις άνοιξε την ξύλινη πόρτα του δωματίου.

Ο διάδρομος προς τη σκάλα που οδηγούσε στο ισόγειο ήταν μακρύς, στενός σε σημείο που την έκανε και ασφυκτιούσε, και πολύ σκοτεινός. Με μόνη πηγή το φως των τρεμάμενων κεριών, κατευθύνθηκε προς την ξύλινη σκάλα. Είχε σκοπό να αιφνιδιάσει τον διαρρήκτη. Το φως όμως θα την πρόδιδε και μαζί της δεν είχε κάτι για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, εκτός από το βαρύ μπρούτζινο κηροπήγιο.

Η σκάλα έτριξε με το πάτημά της σε ένα σκαλί και εν ριπή οφθαλμού μία σκιά πετάχτηκε από το σαλόνι κατευθυνόμενη προς στο υπόγειο. Δεν ήταν σίγουρη τι θα κατάφερνε, αλλά δε σταμάτησε ούτε στιγμή.

Μόλις πέρασε την πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο, τα πόδια της μπερδεύτηκαν σε κάτι και έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Την επόμενη στιγμή ένιωσε να κατρακυλά πάνω στην σκάλα. Όταν έφτασε στο πάτωμα πλέον δεν είχε την δύναμη να σηκωθεί ξανά στα πόδια της. Ένιωθε τα ράμματα στο κεφάλι της να καίνε. Το κηροπήγιο είχε γλιστρήσει λίγα μέτρα μπροστά της και τα κεριά είχαν σβήσει. Είχε βυθιστεί στο απόλυτο σκοτάδι. Δύο λαμπυρίζοντα κατακόκκινα μάτια βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής πάνω από το πρόσωπό της. Εκείνος δεν είχε πρόσωπο. Οι αισθήσεις της την πρόδωσαν, λιποθύμησε παρατημένη στο έλεος του άγνωστου πλάσματος.

Ένας οξύς ήχος την αφύπνισε από τον βαθύ λήθαργο. Τίναξε το κεφάλι της προς το μέρος από όπου προήλθε ο ήχος, αλλά η απότομη κίνηση του κεφαλιού της την έκανε να βογκήξει από τον πόνο. Μόλις ο πόνος υποχώρησε, άνοιξε τα μάτια και ανακάθισε παρατηρώντας μεθοδικά τον περιβάλλοντα χώρο. Είχε ξημερώσει.

Κοίταξε τριγύρω για να δει τι προκάλεσε εκείνον τον θόρυβο που την ξύπνησε. Το μικρό παραθυράκι πάνω από την σκονισμένη γεννήτρια είχε σπάσει. Το περίεργο σε αυτό ήταν πως είχε σπάσει από ένα κοράκι που προσπαθούσε να μπει μέσα, μα παρόλη την προσπάθειά του δεν τα κατάφερε. Είχε καρφωθεί με ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί που το είχε διαπεράσει από τον λαιμό βγαίνοντας στην πλάτη του. Το αίμα του είχε πιτσιλίσει τον τοίχο και έσταζε στο πάτωμα. Η εικόνα αυτή την έκανε να ανατριχιάσει. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γίνονταν περίεργα πράγματα σε αυτό το σπίτι. Ο κήπος που άλλοτε είχε πράσινο χορτάρι τώρα πλέον δεν είχε τίποτα παρά άγονο χώμα και η ατμόσφαιρα απέπνεε κάτι περίεργο και αλλιώτικο. Ανασυγκροτώντας τη σκέψη της, κίνησε προς το υπνοδωμάτιο της.

Ξέπλυνε το πρόσωπό της με κρύο νερό και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Δεν ήταν πλέον η ίδια Άννα. Ήταν ένα φάντασμα του παλιού εαυτού της. Το δέρμα και τα καστανά μαλλιά της ήταν θαμπά, τα άλλοτε γαλανά μάτια της τώρα είχαν σκουρύνει. Ένιωθε πως η ζωή της ξεθώριαζε σιγά-σιγά.

Ήταν άραγε αλήθεια ότι έγινε εχθές; Εάν ξυπνούσα στο κρεβάτι δε θα διέφερε ιδιαιτέρα από πολλούς εφιάλτες που έχω από την στιγμή που συνήλθα, συλλογίστηκε. Μετά το πεντάμηνο κώμα, λίγες ήταν οι νύχτες με ήσυχο ύπνο. Λίγες ήταν οι μνήμες της από τις ημέρες που βρισκόταν σε καταστολή, παρόλα αυτά κάποιες εικόνες έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της. Κόκκινο εκτυφλωτικό φως ξεπροβάλλει μέσα από πηκτό και αποπνικτικό μαύρο χρώμα. Αρχικά φασαρία και ύστερα τίποτα… απόλυτη βουβή ησυχία. Αυτές ήταν οι μόνες μνήμες από εκείνες τις ημέρες που την ακολουθούσαν και στα όνειρά της.

Είχε χάσει πέντε μήνες από τη ζωή της, γιόρτασε τα εικοστά γενέθλια μόνη της σε ένα κρεβάτι του νοσοκομείου. Αν και ζούσε με τον παππού της δεν υπήρχε κάτι που να την παρηγορεί από τον άδικο χαμό των γονιών της. Οι γιατροί την ενημέρωσαν για τον θάνατο των γονιών της λίγες ώρες αφότου είχε επανέλθει και ως επιστέγασμα της είπαν πως και ο παππούς της βρισκόταν στο νοσοκομείο, όχι όμως ως επισκέπτης. Είχε υποστεί ισχυρό εγκεφαλικό και δεν του έδιναν πολύ χρόνο ζωής. Παρόλα αυτά τους διέψευσε όλους και εκείνη και ο παππούς της. Αν και φαινόταν να χειροτερεύει μέρα με τη μέρα, ξύπνησε. Ο παππούς της επανήλθε μετά από λίγες ημέρες όμως δεν μπορούσε να μιλήσει. Από τότε είχε κανονίσει να τον φροντίζει μία νοσοκόμα ερχόμενη σε κατ’ οίκον επίσκεψη για λίγες ώρες της ημέρας. Άλλωστε ο παππούς της ήταν τόσο πλούσιος που μπορούσαν να αρκεστούν για πολλά χρόνια ακόμα.

Παρά το νεαρό της ηλικίας της ήταν αναγκασμένη από τις περιστάσεις να ασχολείται πλέον με τις επιχειρήσεις και τα προβλήματα της καθημερινότητας, που της κληροδότησαν οι γονείς της. Ύστερα από δύο ώρες κουραστικού διαβάσματος εγγράφων δεν περίμενε να την εμποδίσει το τελευταίο συρτάρι στο πολυτελές γραφείο του θείου της. Κοίταξε τριγύρω της αναζητώντας κάποιο αντικείμενο που θα τη βοηθούσε να σπάσει την κλειδαριά, αλλά ήταν ένα ακριβό έπιπλο για να το καταστρέψει.

Δεν της πήρε πολλή ώρα να το ανοίξει με την κλασική τεχνική παραβίασης: με ένα τσιμπιδάκι. Το περιεχόμενο την εξέπληξε και την έκανε να αναρωτηθεί. Αντίκρισε ένα όπλο, σφαίρες και ένα ρουμπινένιο σκουλαρίκι. Κάτω από αυτά, υπήρχε ένα τσαλακωμένο και σαφώς παλιό χειρόγραφο. Άρχισε να παρατηρεί την κάθε λέξη μα παρόλα αυτά δεν έβγαλε κάποιο νόημα. Μόνο μία λέξη κατάλαβε, ‘’ψυχή’’ σιγοψιθύρισε. Ήταν γραμμένο στα λατινικά.

Το βλέμμα της αντίκρισε ξανά το ρουμπινένιο σκουλαρίκι. Το φως που έμπαινε από το παράθυρο αντανακλάστηκε στο ρουμπίνι και έπεσε πάνω στα μάτια της τυφλώνοντάς την. Αυτή η απειροελάχιστη στιγμή σύγχυσης αρκούσε για να συνδέσει τα γεγονότα. Ο παππούς μου είναι από τους πιο ισχυρούς του υπόκοσμου της Ρωσίας και για αυτόν το λόγο οι γονείς μου κράταγαν αποστάσεις. Μήπως απέκτησε τέτοια δύναμη κάνοντας κάτι υπερφυσικό; Γι’ αυτό κρατά τόσο σφιχτά το κόσμημα στο χέρι του που δεν το αφήνει ούτε για να τον φροντίσει η νοσοκόμα; Ήταν αλήθεια ικανός να εκμεταλλευτεί με τέτοιο τρόπο την οικογένειά του;

Έτρεξε στο δωμάτιο του παππού της που βρισκόταν ακριβώς απέναντι στο τέλος του διαδρόμου. Κοίταξε το ρολόι της και συνειδητοποίησε ότι σε λιγότερο από δέκα λεπτά θα ερχόταν η νοσοκόμα, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε μέρα. Έπρεπε να βιαστεί.

Με αργές και απαλές κινήσεις, άρπαξε από το κοκαλωμένο, σαν γάντζο χέρι του, το σκουλαρίκι. Τα μάτια του άνοιξαν αυτόματα. Μόλις κατάλαβε τι γινόταν άρχισε να μουγκρίζει και να κάνει νοήματα κοιτώντας την με έντονο βλέμμα. Αν και δεν ήξερε τι θα γίνει έπρεπε να ξέρει αν η σκέψη που βασάνιζε το μυαλό της ήταν αλήθεια. Μέσα από τις σκιές των βαριών κουρτινών εμφανίστηκε μία φιγούρα με κόκκινα λαμπυρίζοντα μάτια.

‘’Ποιος είσαι;’’ ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.

‘’Νομίζω πως ήδη ξέρεις την απάντηση σε αυτό που σε βασανίζει’’ της αποκρίθηκε με βαθιά και σιγανή φωνή.

‘’Σου υποσχέθηκε τη ζωή του εάν του προσέφερες δύναμη και όταν αθέτησε τη συμφωνία πήρες άλλες ζωές, των γονιών μου. Εάν δεν το ανακάλυπτα θα συνέβαινε το ίδιο και σε εμένα; Απορροφούσε την ζωή μου για να ζήσει εκείνος έτσι;’’ Τα μάτια της άρχισαν να κοκκινίζουν.

‘’Ήρθα μόνος… θα φύγω με παρέα. Πρέπει να διαλέξεις.’’ ακούστηκε αγέρωχος.

Η απάντηση δεν άργησε να έλθει: ‘’Αντίο, παππού, λυπάμαι που δεν το έμαθα όσο ζούσαν ακόμα οι γονείς μου’’ του απευθύνθηκε με φωνή γεμάτη ασυγκράτητα συναισθήματα. Ένιωθε τόσο προδομένη που δεν ένιωσε κανέναν ενδοιασμό. Ήταν η σειρά της να ζήσει.

Το καρδιογράφημα σήμανε τον μακρόσυρτο ήχο που σήμαινε θάνατο. Η σκιά εξαφανίστηκε. Τα μάτια του έμειναν να την κοιτούν ορθάνοικτα με ένα δάκρυ να κυλά στο δεξί του πανιασμένο μάγουλο. Το έργο μιας ζωής εξαφανίστηκε σε μια στιγμή.

====================================

Ευχαριστούμε την αναγνώστρια της ιστοσελίδας μας για την πολύ καλή ιστορία της.

====================================

Advertisements

Posted on 01/08/2015, in Θάνατος, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: