Αζαζούκ, Μέρος Τρίτο.


Είχαν περάσει αρκετές ώρες και έξω σίγουρα θα είχε ντάλα ήλιο καθώς μερικές ισχνές ακτίνες μπορούσαν να μπουν στα κλεφτά μέσα στον χώρο. Η θερμοκρασία είχε ανέβει αισθητά αναγκάζοντάς μας να βγάλουμε τα περιττά ρούχα. Όσο κι αν ψάχναμε δεν είχαμε καταφέρει να βρούμε το πέρασμα που φαινόταν στη φωτογραφία που μου είχε δείξει ο συνεργάτης μου. Αν ο θεός της τύχης όμως είναι με το μέρος σου… πολλά μπορούν να συμβούν. Πάνω από τα χαλάσματα της σαρκοφάγου μια δεσμίδα φωτός διαπέρασε την εσωτερική τρύπα του σκαραβαίου πέφτοντας σε ένα επίπεδο στην κάθετη εσωτερική επιφάνεια του δωματίου. Τα μάτια μας καρφώθηκαν σε εκείνο το σημείο. Θα μπορούσε να ήταν κάποιο σημάδι; Όσο κι αν ψάξαμε δεν βρήκαμε κάτι. Δεν φαινόταν τουλάχιστον. Ίσως αυτό το κάτι να βρισκόταν πίσω από την πέτρα και γι’ αυτό δεν το βρήκαν οι τότε ανασκαφείς. Αμέσως έβγαλα τον λοστό και τον κάρφωσα στο άνοιγμα ανάμεσα στις δύο πλάκες. Πήρα τη βαριοπούλα και χτύπησα το σίδερο με όλη μου τη δύναμη. Χώθηκε ακόμη πιο βαθιά μετακινώντας τις πέτρες. Έριξα το βάρος μου στον λοστό αποκολλώντας τις επιφάνειες. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους μετά. Η πλάκα αφαιρέθηκε τελείως και μπροστά μου αποκαλύφθηκε ένας κρυμμένος μοχλός. Τον έπιασα προσπαθώντας να τον κουνήσω. Ήταν κολλημένος. Ο Ντάνι με βοήθησε κι αυτός προσθέτοντας το δικό του βάρος πάνω στο δικό μου. Επιτέλους υποχώρησε παρασέρνοντάς μας κατάχαμα σαν σακιά. Περιμέναμε μήπως γίνει κάτι· δεν ακούσαμε τίποτα… τουλάχιστον όχι αμέσως. Λίγα λεπτά αργότερα κατέφτασε ο αντίλαλος ενός ογκώδες αντικειμένου που αποκολλούνταν κι έπεφτε. Ο κρότος μας έκανε να καταλάβουμε πως κάπου είχε συγκρουστεί. Για μια στιγμή φοβηθήκαμε μήπως είχαμε ενεργοποιήσει κάποιον μηχανισμό που θα κατέστρεφε εξολοκλήρου την πυραμίδα. Τους φόβους μας ενίσχυσε ο ήχος από γρανάζια που άρχισαν να ακούγονται σαν ξεκούρδιστο ρολόι που χτυπάει ετεροχρονισμένα. Το άνοιγμα από το οποίο είχαμε μπει έκλεισε από μια βαριά πέτρινη πόρτα που κάλυψε το άνοιγμα. Πάνω που ετοιμαζόμασταν να τρέξουμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε ακόμη και στην τεχνητή έξοδο που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι, η μοίρα μας αντάμειψε αποκαλύπτοντάς μας το μυστικό άνοιγμα που αγνοούσαμε στην αρχή. Ήταν εκεί, καμουφλαρισμένο από την αρχή.

Ένας πετρόλιθος πετάχτηκε από τη θέση του αποκαλύπτοντας σκοτεινό βάθος μέσα του. Πήρα μια βαθιά ανάσα και άκουσα τον Ντάνι να κάνει το ίδιο. Επιστρατεύσαμε όλα μας τα εργαλεία για να τον μετακινήσουμε μέχρι να τον ρίξουμε τελείως στο πάτωμα ώστε να μας ελευθερώσει την είσοδο του μυστικού περάσματος. Το καταφέραμε, αν και παραλίγο να μας πολτοποιήσει τα πόδια. Φορέσαμε τους φακούς στο κεφάλι και μπήκαμε μέσα, πρώτος εγώ και πίσω μου ο Ντάνι. Συνεχίσαμε την πορεία μας έρποντας καθώς ήταν πολύ στενά και δεν χωράγαμε συγχρόνως και οι δύο. Πίσω μου άφηνα ένα κουβάρι να ξετυλίγεται εμπνευσμένος από την Ελληνική μυθολογία. Δεν λέω… καλή και η ηλεκτρονική χαρτογράφηση ενός μονοπατιού, αλλά σαν τα φυσικά μέσα, δεν έχει. Τι να την κάνεις την οθόνη αν ραγίσει και δεν μπορείς να εντοπίσεις το στίγμα σου σε περίπτωση ανάγκης; Ας βγαίναμε από εκεί με ασφάλεια και θα γυρίζαμε να καταγράφαμε το πέρασμα κάποια άλλη στιγμή.

Το τούνελ ήταν απόλυτα σκοτεινό και κλειστοφοβικό. Μέτρο με το μέτρο στένευε κάνοντας δύσκολη την πρόσβαση ακόμη και σε μένα που δεν φημιζόμουν ποτέ για τις ανοικτές μου πλάτες. Είχαμε φτάσει όμως σε καλό σημείο. Η δέσμη του φωτός μου έπεφτε στο τέλος του τούνελ που κατέληγε σε μια μαύρη τρύπα χωρίς να μπορώ να διακρίνω τι βρισκόταν παραέξω. Υπέθεσα πως έβγαζε σε κάποιον άλλον χώρο, αλλά ήταν τόσο σκοτεινά που δεν μπορούσα να δω πού. Σταμάτησα αλλά ο Ντάνι πίσω μου με έσπρωξε.

«Φίλε, προχώρα. Δεν αντέχω άλλο. Πρέπει να βγω από εδώ…» μου είπε πνιχτά. Ήταν πιο μεγαλόσωμος από εμένα και ζοριζόταν εμφανώς. Η ανάσα του είχε γίνει βαριά και με δυσκολία συγκρατούσε τα λογικά του. Κλειστοφοβία… πολύ κακός σύμμαχος για τέτοιες καταστάσεις. Δεν ξέρεις πως την έχεις, μέχρι να σου χτυπήσει την πόρτα. Και αυτή ήταν η πρώτη φορά για τον Ντάνι.

Μην έχοντας άλλη επιλογή προχώρησα φτάνοντας στο χείλος. Το φως μου έπεσε έξω από το άνοιγμα κάτω στο πάτωμα διαπιστώνοντας πως είχαμε βρει ένα νέο κρυφό δωμάτιο. Ήταν όμως αυτό που αναζητούσαμε; Έβαλα τα χέρια μου στο άνοιγμα τραβώντας δυνατά το κορμί μου μέχρι να βγω ολόκληρος έξω. Γύρισα και έπιασα τον Ντάνι τραβώντας τον κι αυτόν με δύναμη. Έπεσε άτσαλα ευχαριστώντας με για την βοήθεια. Σηκωθήκαμε και κοιτάξαμε με δέος όπου έπεφτε το φως μας. Δεν ήταν ένα απλό δωμάτιο. Ήταν ένας προθάλαμος ενός μεγαλύτερου χώρου. Δεν ήταν λαμπερός από το χρυσάφι όπως πολλοί θα φαντάζεστε αυτήν τη στιγμή. Ήταν σκοτεινός και ένα κρύο ρεύμα έκανε τις τρίχες της πλάτης μου να ριγήσουν. Ήταν όντως το κρύο ή το έντονο συναίσθημα ότι κάποιος μας παρακολουθούσε;

Ο χώρος μύριζε μούχλα και σκόνη αιωρούταν στον αέρα μπουκώνοντας τη μύτη μου. Η κατάρα… σκέφτηκα. Τα μικρόβια που υπάρχουν σε κάθε ασύλητο τμήμα είναι θανατηφόρα και σύντομα θα πεθάνεις κι εσύ όπως και όλοι όσοι εμπλάκηκαν με την ανασκαφή την πρώτη φορά. Ήμουν όμως εδώ και πλέον ήταν αργά. Δεν μοιράστηκα την ανησυχία μου με τον Ντάνι καθώς δεν ήθελα να τον αναστατώσω. Μπορεί κι αυτός να το είχε σκεφτεί και να είχε σιωπήσει, όπως εγώ. Καμιά φορά η σιωπή είναι χρυσός. Η ένταση των φακών μας άρχισε να εξασθενεί. Ταρακούνησα λίγο τον δικό μου μήπως και επανέλθει. Τίποτα. Σκέφτηκα μήπως ήταν αποφορτισμένες οι μπαταρίες. Τις αντικατέστησα. Καμιά βελτίωση. Το ίδιο και τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά όργανα άρχισαν να υπολειτουργούν μέχρι που έσβησαν τελείως. Ανοίξαμε τους σάκους μας και πήραμε από μέσα τους φακούς έκτακτης ανάγκης. Τους φορτίσαμε γυρίζοντας το δυναμό κι εκείνοι μας αντάμειψαν με μία μικρή δέσμη φωτός. Από το τίποτα… κάτι ήταν κι αυτό. Καθώς προχωρούσαμε προσεκτικά μπορούσαμε να ακούσουμε τον θόρυβο που προκαλεί το χάος· το τίποτα. Σίγουρα το έχετε ακούσει κι εσείς· ειδικά όταν ήσασταν μικρά παιδιά προσπαθώντας να εκλογικεύσετε τους ανατριχιαστικούς ήχους που σας έκοβαν την ανάσα το βράδυ λίγα λεπτά πριν τα μάτια σας κλείσουν και βυθιστείτε στο απόλυτο σκοτάδι. Καμιά φορά τους ακούγατε και την ημέρα, κοιτάζοντας με τρόμο, κουκουλωμένοι κάτω από τα σκεπάσματά σας ή κρυμμένοι μέσα στη ντουλάπα σας, το τέρας που κανείς δεν πίστευε πως σας καταδίωκε όταν μένατε μονάχοι στο σπίτι. Η φαντασία σας έπλαθε σενάρια και εικόνες που θέριευαν στο μυαλό σας. Έτσι κι εμείς… το σκοτάδι και η κλεισούρα είχε αρχίσει να παίζει παιχνίδια με τις σκέψεις μας νομίζοντας πως ακούγαμε χτυπήματα και μακάβρια σουρσίματα από τα τέρατα που κατοικούσαν μέσα μας.

Φτάσαμε σε έναν μικρό λαβύρινθο με τείχη ίσα με τη μέση μας. Τι εξυπηρετούσε μια τέτοια κατασκευή όταν μπορούσες να δεις από πάνω την έξοδο; Ίσως είχε φτιαχτεί για κάτι πολύ μικρότερο. Ίσως για κάποιο ζώο. Ίσως για ένα πλάσμα από ένα παράλληλο σύμπαν όπου αυτά τα τείχη θα του φάνταζαν τόσο ψηλά όσο εμάς ο ουρανός… σκέφτηκα. Συνέχισα τη διαδρομή μου παρατηρώντας τις τοιχογραφίες για άλλη μια φορά. Μακάρι να μπορούσα να συγκεντρώσω υλικό από εκείνο το μέρος, αλλά δυστυχώς δεν δούλευε κανένα ψηφιακό μέσο που είχα στην κατοχή μου εκτός από εκείνον τον χειροφόρτιστο φακό. Το θυμήθηκα οπότε ξεκίνησα να τον φορτίσω μέχρι να με ανταμείψει ξανά με το ασθενικό φως του. Διαβολεμένο πράγμα… είχε πιαστεί το χέρι μου.

Μόλις βγήκαμε από αυτόν τον χώρο μπήκαμε σε ακόμη μία αίθουσα όπου οι τοιχογραφίες ήταν ολοκάθαρες και ανέγγιχτες από το πέρασμα του χρόνου. Οι φωτεινές δέσμες έπεσαν επάνω και έλαμψαν όπως λάμπει ο χρυσός. Τις πλησιάσαμε μαγεμένοι! Έβγαλα από το τσαντάκι της μέσης, το κοπίδι με την κοφτερή άκρη και το έτριψα με δύναμη στην επιφάνεια. Ήταν απίστευτο! Το χρώμα δεν ήταν μία κίτρινη λαμπερή απόχρωση που είχε αποτυπωθεί από τους ζωγράφους της εποχής. Η επένδυση ήταν πραγματικός χρυσός που με τέχνη είχε επεξεργαστεί και διακοσμήσει τα τοιχώματα. Οι σμιλευμένες φιγούρες έμοιαζαν απροσδόκητα ζωντανές. Τα μάτια τους έλαμπαν σαν μικρά διαμάντια. Ίσως γιατί ήταν πραγματικά διαμάντια. Το αντιλήφθηκα όταν ξεκόλλησα ένα και το έριξα μέσα στην παλάμη μου.

Όλες αυτές οι παραστάσεις μου έμοιαζαν άσχετες στην αρχή, αλλά ένιωσα την ανάγκη να κάτσω και να τις μελετήσω. Ο φακός δεν ήταν αρκετός. Αν ήθελα να βγάλω κάποια συμπεράσματα ίσως έπρεπε να επιστρατεύσω τα μεγάλα μέσα. Ένας πυρσός και μία μικρή φιάλη οξυγόνου θα μπορούσαν να φωτίσουν επαρκώς τον χώρο χωρίς να μας στερήσουν τον αέρα.

Αμέσως άναψα τη φωτιά και το δωμάτιο φωτίστηκε στη μεγαλύτερη έκτασή του. Τα σαγόνια μας κρέμασαν από το θέαμα. Το σκοτάδι μας έκρυβε πολλά. Και πόσες άλλες λεπτομέρειες μας ξέφυγαν κατά την διαδρομή με αυτούς τους ανεπαρκείς φακούς έκτακτης ανάγκης. Το δωμάτιο ήταν τετράγωνο και αχανές σε έκταση. Στο κέντρο βρισκόταν χτισμένος ένας πέτρινος βωμός ενώ σε κάθε γωνία στεκόταν ένας πέτρινος πολεμιστής, της εποχής, στολισμένος με κοσμήματα σε όλο του το σώμα. Κολιέ με σμαράγδια, βραχιόλια με ρουμπίνια, στέμματα με διαμάντια να λαμποκοπούν στο αργό τρεμόπαιγμα της φωτιάς.

Τα τοιχώματα ήταν υπενδεδυμένα με ρητινωμένο ξύλο επικαλυμμένο με φύλλα αληθινού χρυσού. Σχέδια και παραστάσεις έπαιρναν μορφή με σχηματισμένο ασήμι δημιουργώντας λεπτομέρειες από πολύτιμους λίθους και όλα αυτά σκεπασμένα με χυτή ένθετη υαλόμαζα. Έτσι είχαν φροντίσει οι παραστάσεις να μείνουν άφθαρτες με το πέρασμα των αιώνων.

Άκουσα τον Ντάνι να μου μιλάει. Δεν πρόσεξα τι μου είπε. Ήμουν απορροφημένος από το μεγαλείο της νέας μας ανακάλυψης. Κοίταζα σαν χαμένος τις εικόνες που μαρτυρούσαν την πραγματική ζωή του Φαραώ. Επιτέλους θα δίναμε μία απάντηση στο μεγαλύτερο μυστήριο του βασιλιά· πώς στ’ αλήθεια προήλθε ο θάνατός του. Αυτή τη φορά μίλησε ξανά, πιο έντονα. Γύρισα να τον κοιτάξω. Μου έδειχνε μία αλλόκοτη αναπαράσταση που ήμουν σίγουρος πως κάπου είχα δει ξανά. Για λίγο επικεντρώθηκα σε εκείνη την παράσταση. Ναι, ήμουν σίγουρος πως ήξερα τι έβλεπα. Ήταν οι θεοί της Αιγύπτου. Με το δάκτυλό μου απαρίθμησα και τους δέκα ψιθυρίζοντας τα ονόματά τους.

«Όσιρις, Ίσις, Ώρος, Θωθ, Ρα, Σετ, Μπάστετ, Απέτ, Άμων, Άνουβις.»

Για μια στιγμή μπερδεύτηκα. Τους μέτρησα ξανά από την αρχή. Ένας, δύο, τρεις, πέντε, δέκα και αυτός εδώ… ποιος είναι…; Αναρωτήθηκα. Ούτε ο Ντάνι ήξερε να μου απαντήσει παρά την διατριβή του στο θέμα. Ήταν μία σκοτεινή φιγούρα, με κέρατα, σχεδιασμένη και πονηρό βλέμμα. Κοίταζε λοξός τους υπόλοιπους και είχε σχεδόν γυρισμένη την πλάτη. Η όψη του ήταν ανατριχιαστική και θα ορκιζόμουν πως αυτός πρέπει να ήταν κάποιο τέρας ή κάποιος ιδιαίτερος συμβολισμός με τον οποίο θα χαρακτήριζαν το κακό.

Συνέχισα να μελετάω την εικόνα που απλωνόταν γύρω στα είκοσι μέτρα παραπέρα αναπαριστώντας για πρώτη φορά τη ζωή των θεών. Μακάρι να μπορούσα να σας δείξω φωτογραφίες. Δυστυχώς όμως οι εικόνες θα πεθάνουν μαζί μου, θαμμένα μέσα στο κεφάλι μου. Εκεί είδα όλα τα γνωστά γεγονότα που είναι ευρέως αποδεκτά στους ερευνητικούς κύκλους.

Στην πρώτη τοιχογραφία θαύμασα τον θεό Ρα να στέκεται επάνω σε ένα πανάρχαιο λόφο και με την απέραντη σοφία του να δημιουργεί τους θεούς.

Στη δεύτερη, έγινα μάρτυρας κοσμοϊστορικών συγκρούσεων μεταξύ του θεού Απέτ και του θεού Ρα με τον πρώτο να διεκδικεί το υπέρτατο αξίωμα του θρόνου.

Στην τρίτη, παρατήρησα την ένωση του θεού Ρα με μία κριαρόμορφη οντότητα δημιουργώντας τον Αμών-Ρα. Μία νέα θεότητα υπεράνω όλων των υπολοίπων.

Το βλέμμα μου εξέταζε τις παραστάσεις και στο μυαλό μου μέσα δημιουργούνταν εικόνες σα να παρακολουθούσα ταινία σε βουβό κινηματογράφο. Ξεχώρισα τον Όσιρι να νυμφεύεται την Ίσιδα και να δολοφονείται από τον σκυλόμορφο Σετ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τα πάντα ήταν γνωστά. Αυτά που μου αποκαλύφθηκαν μετά με έκαναν να αναθεωρήσω πολλά για τις μέχρι τότε γνώσεις μου. Είδα τη φιγούρα του Σετ να απομονώνεται και να θρηνεί για το κακό που προξένησε άθελά του. Με αίμα στα χέρια πλήρωνε για ένα έγκλημα που δεν είχε διαπράξει εκείνος. Ήταν πλέον εξόριστος και κατατρεγμένος. Οι τύψεις τον λύγισαν μέχρι που έπεσε από το χέρι του το φονικό εργαλείο με το οποίο αφαίρεσε την ζωή του Όσιρι.

Στην επόμενη εικόνα τα μάτια μου γούρλωσαν καθώς κοιτούσα επίμονα προσπαθώντας να καταλάβω τι ήταν αυτό που έβλεπα. Το όπλο ήταν μια λεπίδα την οποία είχε στοιχειώσει εκείνη η, άγνωστη σε εμένα, οντότητα στην πρώτη εικόνα με τους θεούς. Εκείνο το πλάσμα έδειχνε να ξεπηδάει από τη λεπίδα και μέσα από ομίχλες πυκνού καπνού να μεταμορφώνεται σε δαίμονα.

Οι τοιχογραφίες είχαν να μαρτυρήσουν κι άλλα. Ο θεός Ώρος θέλησε να εκδικηθεί για την δολοφονία του πατέρα του, Όσιρι. Έτσι βρήκε στην έρημο των καταιγίδων τον θεό Σετ και αποκατέστησε την τάξη σκοτώνοντάς τον με τον ίδιο τρόπο. Ο Σετ δεν προέβαλε αντίσταση και παραδόθηκε προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις πράξεις του. Ο Ώρος δεν του έδωσε την ευκαιρία. Έμαθε όμως αργότερα την αλήθεια από τον θεό Θωθ ο οποίος του αποκάλυψε τις σκαιώδεις δυνάμεις που παρακινούσαν τις πράξεις του Σετ. Του μίλησε για το αρχέγονο ένστικτο που ωθεί κάθε ύπαρξη να αρέσκεται στο κακό, και πως πλέον είχε αποκτήσει υπαρξιακή υπόσταση καταλαμβάνοντας άψυχα αντικείμενα χαρίζοντάς τους ζωή.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα κατανοήσει πολλά. Τα πράγματα όμως μπήκαν σε σειρά και απόκτησαν λογική εξήγηση όταν εστίασα στις επόμενες τοιχογραφίες.

Ο θεός Ώρος διέταξε τους υπηκόους του να συλλάβουν τον δαίμονα και να τον φυλακίσουν. Εκεί τον υπέβαλε σε βασανιστήρια μέχρι να πεθάνει. Ο δαίμονας όμως ήταν αθάνατος. Έτσι τον καταδίκασε σε αιώνιο περιορισμό σε ένα μαγεμένο αγαλματίδιο από το οποίο δεν θα μπορούσε να αποδράσει. Ο δαίμονας ξεχάστηκε με το πέρασμα των αιώνων ώσπου κανείς δεν τον επικαλέστηκε ποτέ ξανά.

Ήταν δυνατόν να είχα παρερμηνεύσει όλες εκείνες τις πολύτιμες παραστάσεις; Ο δαιμονισμός δεν ανήκε στον χώρο της θρησκείας αιώνες αργότερα ο οποίος αφορούσε την κατάληψη ενός σώματος από μία μοχθηρή, υπερφυσική οντότητα; Τότε… τι είχα δει στ’ αλήθεια; Τίποτα από όσα βίωνα δεν μου ήταν οικείο. Το στοίχειωμα μιας άψυχης λεπίδας από έναν άγνωστο θεό ήταν η απάντηση και η μόνη εξήγηση που έδιναν οι τοιχογραφίες. Δεν ήταν ο Σετ αυτός που σκότωσε τον Όσιρι. Ήταν εκείνος ο δαίμονας που είχε τη δύναμη να κυριεύει άψυχα αντικείμενα καθοδηγώντας τις πράξεις όσων τα άγγιζαν

«Τρομακτικό…» ψιθύρισε ο Ντάνι και συνεχίσαμε να ελέγχουμε τις τοιχογραφίες. Κι εκεί είδαμε το κουβάρι να ξετυλίγεται αποκαλύπτοντας με χρονολογική σειρά τα γεγονότα στη ζωή του βασιλιά Τουταγχαμών, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό του.

Οι τοιχογραφίες βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά του τοίχου. Κοίταξα τα αρχαιολογικά γεγονότα καταγεγραμμένα από το χέρι του άγνωστου καλλιτέχνη που είχε δώσει ζωή μέσα από αυτά τα αριστουργήματα.

Η πρώτη εικόνα παριστούσε τον Ακενατών να νυμφεύεται τη Νεφερτίτη και να γεννά την πρωτότοκη, Ανκεσεναμών, και ακόμη πέντε κόρες. Η επόμενη τοιχογραφία παρουσίαζε τον ίδιο βασιλιά να νυμφεύεται την Κίγια με την οποία έκαναν ένα γιο, τον Τουταγχαμών, και μία κόρη στη σημερινή Τελ Ελ Αμάρνα.

Το σκληρό πρόσωπο του Ακενατών σκιαγραφήθηκε μέσα από τις παραστάσεις χωρίς ίχνος καλλωπισμού. Ο Φαραώ θέλησε να αυξήσει την προσωπική του περιουσία κλείνοντας τους ναούς των άλλων θεοτήτων και κατασχέτοντας τα χρυσά τους. Επίσης αύξησε τους φόρους και δήμευσε πολλές από τις περιουσίες του λαού.

Οι τοιχογραφίες έλεγαν αλήθειες τις οποίες διάφορα συμφέροντα είχαν φροντίσει να κουκουλωθούν. Σε αυτό το ζωντανό ιστοριογράφημα όμως τα πάντα ήταν εμφανή. Ο Ακενατών πεθαίνει, τελικά, και ο Άι όρισε διάδοχο και Φαραώ της Αιγύπτου τον γιο του, πρίγκιπα Τουταγχαμών.

Αν και σε νεαρή ακόμη ηλικία τον νύμφευσαν με την ετεροθαλή αδερφή του, την Ανκεσεναμών όπου και μετακόμισε στη Μέμφιδα.

Οι εικόνες αποκάλυπταν μοναδικά στοιχεία του χαρακτήρα του. Ήταν πολύ αγαπητός από τον λαό καθώς επανέφερε τη θρησκεία του Άμμωνος-Ρα και έθεσε σε λειτουργία τους ναούς των υπόλοιπων θεοτήτων που είχε απαγορέψει ο πατέρας του. Η καλοσύνη και η δικαιοσύνη του, όμως, έγινε επικίνδυνη για τη Νεφερτίτη, όταν επέστρεψε τις δημευμένες περιουσίες κάνοντας φτωχότερη τη βασιλική οικογένεια.

Η βασίλισσα Νεφερτίτη, για να τιμήσει τη μεγαλοψυχία του, διοργάνωσε αγώνες με άλογα φροντίζοντας να χτυπηθεί το άλογο του Τουταγχαμών από τοξότη και να πέσει σπάζοντας το πόδι του.

Η επόμενη τοιχογραφία απεικόνιζε το ερεισίνωτο του θρόνου με τον Τουταγχαμών καθισμένο και τη γυναίκα του, την Ανκεσεναμών, να τον φροντίζει αλείφοντάς τον με πολτοποιημένα βότανα φανερώνοντας την κακή του υγεία.

Με τον καιρό, όμως, και την έκδηλη αγάπη της συζύγου του, αναρρώνει και επιστρέφει σταδιακά στις δραστηριότητές του, έστω και καθούμενος στην καρέκλα του, τοξεύοντας πάπιες.

Με το πέρασμα του χρόνου, πλέον μπορούσε να στέκεται όρθιος, εμφανώς σε καλύτερη κατάσταση, υποβασταζόμενος από μία ράβδο. Οι επόμενες τοιχογραφίες αναπαριστούσαν την πλήρη ανάρρωσή του καθώς ήταν το βασικό πρόσωπο στο κυνήγι στρουθοκαμήλου- ένα χόμπι που λάτρευε.

Τα σχέδια της Νεφερτίτης, όμως, δεν σταματούσαν εκεί. Πλήρωσε μισθοφόρους να τον σκοτώσουν το βράδυ που κοιμόταν. Εκείνος πάλεψε καταφέρνοντας να νικήσει έχοντας υποστεί έντονα κοψίματα και ακατάσχετη αιμορραγία φτάνοντας κοντά στον θάνατο. Η Ανκεσεναμών, πιστή συνοδοιπόρος καταφέρνει να γιατρέψει τις πληγές του κρατώντας τον ξανά στη ζωή.

Αυτή ήταν και η προτελευταία τοιχογραφία με την απόπειρα της Νεφερτίτης να δίνει χρυσό στον διεφθαρμένο μάγο του βασιλείου ώστε να γεμίσει το υπνοδωμάτιο του Τουταγχαμών με μολυσμένα κουνούπια για να κολλήσει ελονοσία. Το σχέδιό της είχε επιτυχία. Ο Τουταγχαμών νοσεί και πέφτει στο κρεβάτι με υψηλό πυρετό. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν και μετά από θεϊκή παρέμβαση καταφέρνει για ακόμη μία φορά να βγει νικητής. Όλες αυτές οι απόπειρες δολοφονίας είχαν, εν μέρει, εξιχνιαστεί για αυτό και έπεφταν από το ένα λάθος συμπέρασμα στο άλλο. Κι όμως… μέχρι εκείνο το σημείο ήξερα σχεδόν τα πάντα για τη ζωή του νεότερου βασιλιά της Αιγύπτου. Δεν ήξερα όμως ακόμη τον πραγματικό τρόπο με τον οποίον πέθανε ο Τουταγχαμών.

Οι τοιχογραφίες τέλειωναν εκεί. Ήταν πολλές και μέσα σε λίγη ώρα είχα μάθει για τον Φαραώ μυστικά που είχαν μείνει καλά κρυμμένα για δεκάδες αιώνες. Ο ίδιος βαθύς φόβος, πως κάποιος μας παρακολουθούσε ξανά, έκανε τον λαιμό μου να στεγνώσει. Στην άκρη της τεράστιας αίθουσας βρισκόταν σκεπασμένη, με καφέ λινάτσα, μία ακόμη τοιχογραφία. Την πλησίασα. Ήθελα να δω τι αναπαριστούσε. Ο Ντάνι ακολουθούσε πίσω μου πατώντας στα ίδια σημεία που πατούσα κι εγώ. Έφτασα αγγίζοντάς τη με τα χέρια μου. Ήταν σκληρή και άκαμπτη. Την γράπωσα αποφασιστικά και την τράβηξα αδιαφορώντας για το περιεχόμενο. Η λινάτσα σωριάστηκε χάμω σηκώνοντας ένα μικρό σύννεφο σκόνης. Η τοιχογραφία αποκαλύφθηκε. Αυτή η παράσταση ήταν ο λόγος για τον οποίον είχε γίνει το ταξίδι. Η Νεφερτίτη απεικονιζόταν να στέκει γονατιστή μπροστά σε ένα μικροσκοπικό πλάσμα που έμοιαζε πολύ με την εικόνα του καταδικασμένου δαίμονα που είχαμε δει λίγη ώρα νωρίτερα. Έκανε δέηση και αυτό έδειχνε να ανταποκρίνεται λύνοντας τα δεσμά της φυλακής του. Χάιδεψα την τοιχογραφία και με τις άκρες των δακτύλων μου έπιασα μία ανάγλυφη γραφή. Με δυσκολία κατάφερα να διαβάσω τις λέξεις.

Αθάνατος

Ζοφερός

Αποκρουστικός

Ζωώδης

Ολέθριος

Υποχθόνιος

Καταραμένος

Δεν έδωσα περαιτέρω σημασία αν και προσπαθούσα να τις συνδέσω μεταξύ τους. Το βλέμμα μου εστίασε στη συνέχεια της παράστασης όπου φαινόταν καθαρά ο δαίμονας να στοιχειώνει μία βαριά μεταλλική θήκη από ένα ξίφος και τον Τουταγχαμών να χτυπιέται αλύπητα με αυτή στο κεφάλι σα να προσπαθούσε να αυτοκτονήσει με τον πιο μακάβριο τρόπο.

Σας έχω πει πόσο πολύ μου αρέσει η λογοτεχνία! Αυτό μου θύμισε ένα μυθιστόρημα που είχα διαβάσει κάποτε, όπου ο πρωταγωνιστής, ο κύριος Τόρανς, χτυπιόταν με το ξύλινο σφυρί του ροκέ στο πρόσωπο μέχρι να ραγίσει, να παραμορφώσει και στο τέλος να τσακίσει το ίδιο του το κρανίο σε μια προσπάθεια να προστατεύσει την οικογένεια του από τον δαιμονισμένο εαυτό του. Ω, ναι… το ξενοδοχείο Θέα είχε μπει για τα καλά μέσα του, θυμάμαι!

Επιτέλους! Είχαμε βρει την πραγματική αιτία θανάτου του Φαραώ! Ποιος θα μας πίστευε όμως και πάλι; Ήταν τρέλα. Ποιος μπορεί να αυτοκτονήσει με αυτόν τον παράδοξο τρόπο; Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης δεν σου επιτρέπει να κάνεις κάτι τέτοιο. Αυτά γίνονται μόνο στα βιβλία. Ακόμη κι αν το έκανες όμως… δεν είναι σαν το πιστόλι που τραβάς τη σκανδάλη και το βλήμα σου διαπερνάει τον εγκέφαλο. Ακόμη κι αν καταφέρεις να χτυπήσεις τόσο δυνατά το κεφάλι σου, θα ζαλιστείς και θα πέσεις κάτω ανήμπορος να συνεχίσεις. Πόσο μάλλον να ραγίσεις το κρανίο σου και να συνεχίσεις μέχρι να πεθάνεις αγνοώντας τον πόνο, την ζαλάδα, την ενδεχόμενη παράλυση του σώματος από την εγκεφαλική βλάβη.

«Θεέ μου… αυτοπαγιδεύομαι ξανά. Ίσως καλύτερα θα είναι τα ευρήματα αυτά να τα κρατήσουμε για τον εαυτό μας.»

Θυμάμαι πως γύρισα ξανά σε εκείνες τις λέξεις που είδα αδιάφορα γραμμένες στην τοιχογραφία. Τις διάβασα παρατηρώντας από κάτω τους έναν μικρό γρίφο.

Το όνομά μου πρέπει να το βρεις, αν τις πύλες επιθυμήσεις να διαβείς.

Το όνομά μου πρέπει να φωνάξεις, και να’ σαι έτοιμος τη ζωή σου να αλλάξεις.

Το όνομά μου πρέπει να μαντέψεις, και δώρο θα σου κάνω μόνο εσύ να βασιλέψεις.

Σκέφτηκα για αρκετή ώρα αμίλητος αγνοώντας τους ψίθυρους του Ντάνι. Φαντάζομαι πως κι αυτός προσπαθούσε να λύσει τον γρίφο. Ήμουν καλός σε αυτά. Σταυρόλεξα, ρέμπους, σουντόκου, τρίλιζες και ένα σωρό αινίγματα έβρισκαν λύση σε λίγα δευτερόλεπτα μονάχα. Επανέλαβα τις λέξεις που είχα διαβάσει στην αρχή.

«Αθάνατος, Ζοφερός, Αποκρουστικός, Ζωώδης, Ολέθριος, Υποχθόνιος, Καταραμένος.»

Πώς στ’ αλήθεια συνδέονταν όλες αυτές οι λέξεις; Φαντάζομαι πως θα είχα άπειρες ευκαιρίες για να προσπαθήσω. Έτσι φώναξα δυνατά κάθε όνομα που μου ερχόταν στο νου.

«Σεθ, Μοντού, Αμμίτ, Ίσις, Σεκχμέτ, Βουτό, Νεχεμπκαού, Απέτ, Σελκέτ…»

Οι γνώσεις μου δοκιμάστηκαν καθώς έστυψα το μυαλό μου για να φέρω στη μνήμη μου όλες εκείνες τις θεότητες που είχαν χαρακτηριστεί με κάποιο από αυτά τα επίθετα. Η φωνή μου όμως χανόταν στον εσωτερικό λαβύρινθο που απλωνόταν μπροστά μας σαν βέλος που δεν έβρισκε στόχο. Απογοητεύτηκα που δεν μπορούσα να βρω τι άλλο μας έκρυβε αυτός ο ναός. Έκλεισα τα μάτια και έψαξα όσο πιο καλά μπορούσα μέσα μου για το κλειδί του γρίφου. Καμιά φορά η λύση ενός προβλήματος είναι τόσο εύκολη που η λογική σου αποκλείει κάθε ενδεχόμενο να εντοπίσεις την απάντηση ακόμη κι αν αυτή βρίσκεται κάτω από την μύτη σου.

Κοίταξα για τελευταία φορά τις λέξεις και ξεστόμισα το πιο χαζό πράγμα που μου ήρθε πρώτο στο μυαλό.

«Α Ζ Α Ζ Ο Υ Κ…» ήταν τα πρώτα γράμματα κάθε λέξης. Θυμάμαι, γέλασα ηλιθιωδώς και το ίδιο έκανε και ο Ντάνι. Κι όμως…


Συνεχίζεται…

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 28/09/2015, in Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: