Monthly Archives: Οκτώβριος 2015

Αζαζούκ, μέρος έβδομο


Οι υπόλοιπες ώρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Είδα τον ήλιο να διαδέχεται το φεγγάρι δύο φορές κι εγώ στεκόμουν άγρυπνος φρουρός με ένα τσιγάρο στο κιτρινισμένο χέρι και έναν καφέ στο άλλο. Ήμουν στα πρόθυρα της παράνοιας. Επιτέλους το τηλέφωνό μου χτύπησε. Ήταν ο κτηνίατρος.

«Μόλις τελείωσα τη νεκροψία.» μου είπε. «Λυπάμαι που το λέω, αλλά πολύ φοβάμαι πως είχατε δίκιο.» Το τσιγάρο έπεσε από το στόμα μου που κρέμασε στα τελευταία του λόγια. «Ο γάτος σας στραγγαλίστηκε σε σημείο που έσπασε η καρωτίδα και ο αυχένας του.» Read the rest of this entry

Advertisements

Αζαζούκ, Μέρος έκτο.


Μου έδωσαν μία πρόχειρη αλλαξιά και με έβαλαν στο γραφείο του διοικητή.

«Ένα barcode δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο…» μου είχε πει στο αστυνομικό τμήμα. «Σου έκλεψαν τιμαλφή ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα;»

«Δεν ξέρω, αλλά δεν νομίζω να…» προσπάθησα να ολοκληρώσω.

«Πείραξαν εσένα ή κάποιο άλλο πρόσωπο που διαμένει στο διαμέρισμά σου;» με διέκοψε γρήγορα.

«Μένω μόνος…» απάντησα.

«Τότε ποια είναι η καταγγελία σου;»

«Υπάρχει κάποιος μέσα στο διαμέρισμά μου. Και όπως σου είπα και πριν πρέπει να τον έχει βάλει εκείνος ο αντιπαθής κτηματομεσίτης ή ό,τι διάβολο είναι.» Read the rest of this entry

Αζαζούκ, Μέρος Πέμπτο.


Πρέπει να ήταν τέσσερις τα ξημερώματα όταν άκουσα κάτι να σέρνεται έξω από την πόρτα μου. Ο ήχος πλησίαζε ρυθμικά γεμίζοντας τον διάδρομο με άναρθρες ψιθυριστές κραυγές. Υπήρχε κάτι πρωτόγνωρο, σίγουρα άγνωστο, στη φύση αυτών των λαρυγγισμών που προκαλούσε ένα αργόσυρτο ρίγος στη ραχοκοκαλιά μου.

«Μεγαλοδύναμε Θεέ!» ψιθύρισα.

Μια στιγμή αργότερα, ένα χτύπημα ακούστηκε στην εξώπορτα και ένας βαρύς γδούπος στο εσωτερικό της ντουλάπας που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι. Δεν βρήκα το κουράγιο να σηκωθώ. Ίσως το να κρατήσω τα βλέφαρά μου ερμητικά κλειστά ήταν το καλύτερο πράγμα που μπορούσα να κάνω. Read the rest of this entry

Αζαζούκ, Μέρος Τέταρτο.


Ένας θεόρατος βράχος στο πλάι ακούστηκε να βρυχάται. Και δεν ήταν το μόνο. Τα τοιχώματα τραντάχτηκαν και το πάτωμα σείστηκε. Μία υπόγεια δόνηση έκανε τα πέλματά μας να μουδιάσουν καθώς είδαμε τον πέτρινο βωμό στο κέντρο της αίθουσας να υποχωρεί και να βυθίζεται σε μία σκοτεινή άβυσσο που θαρρούσες πως απορροφούσε το λιγοστό φως που έπεφτε μέσα. Ήταν μία μαύρη τρύπα που ανέδυε φρέσκο καπνό. Την πλησιάσαμε δειλά. Έβγαλα μέσα από την τσάντα μου τον φακό έκτακτης ανάγκης και τον άναψα. Φώτισα μέσα και με χαρά είδαμε τα μαρμάρινα σκαλιά ενός υπόγειου θαλάμου. Ένα νέο δωμάτιο είχε αποκαλυφθεί. Τι μας περίμενε εκεί; Δεν θα εγκαταλείπαμε αν δεν το ανακαλύπταμε. Η περιέργεια βλέπεις… Read the rest of this entry

Τρόμου: Το Μαύρο Τριαντάφυλλο.


Κάποτε στην Αθήνα ζούσε ένα κοριτσάκι, περίπου οχτώ ετών. Μια μέρα ενώ το κοριτσάκι έπαιζε στην παιδική χαρά απέναντι από το σπίτι της, είδε έναν μαυροφορεμένο άντρα να κάθετε σε ένα από τα παγκάκια που βρίσκονταν εκεί γύρω. Το κοριτσάκι παραξενεύτηκε γιατί δεν είχε δει τον άντρα να μπαίνει στην παιδική χαρά και ούτε τον είχε παρατηρήσει πριν από πέντε λεπτά που είχε κοιτάξει προς εκείνη την κατεύθυνση.

Μετά από λίγο ο άντρας σηκώθηκε , πλησίασε το κοριτσάκι και αφού γονάτισε μπροστά του, του χαμογέλασε, κοιτάζοντας το με τα καταγάλανα μάτια του. Το κοριτσάκι ανταπέδωσε το χαμόγελο στον άντρα και εκείνος έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του παλτού του ένα κατάμαυρο τριαντάφυλλο.

«Ορίστε», είπε στο κοριτσάκι και του έδωσε το τριαντάφυλλο.

«Σας ευχαριστώ» είπε το κοριτσάκι, «Αλλά γιατί μου το δίνετε αυτό;»

«Είναι ένα δώρο» απάντησε ο άντρας, «Σου αρέσει;»

«Προτιμώ τα κόκκινα» είπε το κοριτσάκι.

«Πολύ καλά λοιπόν, σου υπόσχομαι ότι όποτε έχεις πρόβλημα αυτό το τριαντάφυλλο θα γίνεται κόκκινο»

«Αλήθεια;»

«Φυσικά, αρκεί να το έχεις πάντα πάνω σου»

«Έγινε!», συμφώνησε το κοριτσάκι και ο άντρας έβαλε το λουλούδι στα μαλλιά του κοριτσιού.

Το παιδί χαρούμενο έτρεξε προς το σπίτι του για να δείξει στη μητέρα και την δεκαεξάχρονη αδερφή του το δώρο του ξένου. Όταν κοίταξε πίσω ο άντρας είχε εξαφανιστεί.

Πέρασαν περίπου τρεις μήνες και το κοριτσάκι δεν έβγαζε ποτέ το τριαντάφυλλο από τα μαλλιά του με εξαίρεση τις φορές που έκανε μπάνιο, όπου για να μην το βρέξει το ακουμπούσε δίπλα στο νιπτήρα ώστε να το ξαναφορέσει αμέσως μόλις τελείωνε. Το παράξενο ήταν ότι παρά τον καιρό που είχε περάσει και την έλλειψη νερού, το τριαντάφυλλο δεν μαράθηκε ούτε στο ελάχιστο.

Ένα βράδυ το κοριτσάκι και η αδερφή του καθόντουσαν στον καναπέ του σπιτιού, βλέποντας τηλεόραση και περιμένοντας την μητέρα τους να γυρίσει από την δουλειά. Εκείνο το βράδυ στο σπίτι μπήκαν διαρρήκτες. Μόλις είδαν τα κορίτσια ο ένας από τους δύο έβγαλε ένα σουγιά από το παντελόνι του και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Τα δύο αδέρφια ούρλιαξαν και το μικρό κοριτσάκι έπιασε με το δεξί του χέρι το μαύρο τριαντάφυλλο και αφού έκλεισε τα μάτια το κράτησε όσο πιο σφικτά μπορούσε.

Το κοριτσάκι ξύπνησε στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Στο διπλανό κρεβάτι βρισκόταν η αδερφή του η οποία είχε επίσης αρχίσει να ξυπνά. Εκείνη την στιγμή όρμησε στο δωμάτιο η μητέρα τους, η οποία άρχισε να φυλά τα δύο κορίτσια και να τα ρωτάει αν είναι καλά. Αμέσως μετά στο δωμάτιο μπήκε ένας αστυνομικός, ο οποίος ρώτησε τα κορίτσια για το τί συνέβη. Η μεγάλη αδερφή άρχισε να του αφηγείται την ιστορία, όμως σταμάτησε στο σημείο που ουρλιάζανε, καθώς όπως είπε, δεν θυμόταν τίποτα από όσα συνέβησαν μετά.

Ο αστυνόμος ξαναρώτησε τα κορίτσια για το αν υπήρχε τρίτος διαρρήκτης μα και τα δύο έδωσαν αρνητική απάντηση. Αφού ο αστυνόμος πήρε τις απαντήσεις που ήθελε, ζήτησε από την μητέρα τους να τον ακολουθήσει για λίγο έξω. Όταν απομακρύνθηκαν από το δωμάτιο ο αστυνόμος άρχισε να περιγράφει στην μητέρα την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι, όταν έφτασε η αστυνομία. Της είπε ότι έφτασαν στο σπίτι απαντώντας σε κλήση που έγινε από το κινητό τηλέφωνο της μεγαλύτερης κόρης της. Όταν μπήκαν στο σπίτι βρήκαν τα δύο παιδιά αναίσθητα στον καναπέ. Απέναντι ακριβώς κείτονταν νεκροί οι δύο διαρρήκτες έχοντας τεράστιες πληγές στο λαιμό. Από τις πληγές έτρεχε αίμα, το οποίο κυλούσε στο σώμα τους και κατέληγε σε ένα τριαντάφυλλο το οποίο από μαύρο, όπως φαινόταν να ήταν αρχικά, είχε αποκτήσει ένα σκούρο κόκκινο χρώμα. Οι κάμερες ασφαλείας του σπιτιού είχαν πάψει να λειτουργούν την στιγμή που ακούστηκαν τα ουρλιαχτά των κοριτσιών και έτσι κανείς δεν ξέρει τι έγινε μετά.

Το πρωί μόλις το κοριτσάκι άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να ετοιμάζεται με την βοήθεια της μητέρας του για να φύγει από το νοσοκομείο, μία νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας ένα μικρό ξύλινο κουτί στα χέρια. Το έδωσε στο κοριτσάκι λέγοντας του ότι αυτό το είχε φέρει ένας κύριος για να ευχηθεί καλή ανάρρωση. Όταν το κοριτσάκι άνοιξε το κουτί βρήκε μέσα το μαύρο τριαντάφυλλο και ένα σημείωμα που έγραφε:

«Τήρησα την υπόσχεσή μου»

==============================================

Ευχαριστούμε τον greek Writer για την ιστορία του.

==============================================

Αρέσει σε %d bloggers: