Αζαζούκ, Μέρος Πέμπτο.


Πρέπει να ήταν τέσσερις τα ξημερώματα όταν άκουσα κάτι να σέρνεται έξω από την πόρτα μου. Ο ήχος πλησίαζε ρυθμικά γεμίζοντας τον διάδρομο με άναρθρες ψιθυριστές κραυγές. Υπήρχε κάτι πρωτόγνωρο, σίγουρα άγνωστο, στη φύση αυτών των λαρυγγισμών που προκαλούσε ένα αργόσυρτο ρίγος στη ραχοκοκαλιά μου.

«Μεγαλοδύναμε Θεέ!» ψιθύρισα.

Μια στιγμή αργότερα, ένα χτύπημα ακούστηκε στην εξώπορτα και ένας βαρύς γδούπος στο εσωτερικό της ντουλάπας που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι. Δεν βρήκα το κουράγιο να σηκωθώ. Ίσως το να κρατήσω τα βλέφαρά μου ερμητικά κλειστά ήταν το καλύτερο πράγμα που μπορούσα να κάνω.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα ενώ στα πόδια μου ένιωθα ένα βάρος. Κλώτσησα.

«Φύγε Σιλβέστρο…» φώναξα και το βάρος μετατοπίστηκε. Δεν άκουσα τον θόρυβο από το πέσιμο του τετράποδου φίλου μου όταν αγγίζει το πάτωμα. Γύρισα το κεφάλι μου να δω. Στα πόδια μου δεν υπήρχε τίποτα, η πόρτα ήταν ανοικτή –σοκ– και στον καναπέ του απέναντι δωματίου κοιμόταν κουλουριασμένος ο γάτος μου.

Δεν μπορεί. Πρέπει να ήταν ο γάτος… σκέφτηκα και γύρισα ξανά το κεφάλι μου στο μαξιλάρι ελέγχοντας το κομοδίνο μου. Τα μάτια μου γούρλωσαν όταν είδα τους πολεμιστές να έχουν συμπράξει συνθήκη ειρήνης με τους εξωγήινους και να στέκονται μαζί πάνω στο κομοδίνο και να με κοιτούν. Τινάχτηκα πίσω πετώντας πάνω τους το σεντόνι. Ένιωσα απειλή. Προσπάθησα να σκεφτώ διάφορα σενάρια για τον τρόπο με τον οποίον τοποθετήθηκαν εκεί, αλλά το μυαλό μου αδυνατούσε να βρει τη λύση. Ίσως να υπνοβατούσα και να μην το είχα αντιληφθεί ποτέ μου ως εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να επισκεφθώ κάποιον ειδικό ψιθύρισε μια φωνή μέσα μου, κι εγώ την άκουσα.

Εκείνη την ημέρα έκλεισα ραντεβού με έναν ψυχολόγο ο οποίος ασκούσε κι άλλες ειδικότητες εκτός από αυτήν, όπως σύμβουλος γάμου κι άλλες τέτοιες αηδίες. Ο γιατρός με περίμενε το απόγευμα. Προσπάθησα πριν το ραντεβού να καθαρίσω το μυαλό μου για να φαίνομαι όσο πιο ψύχραιμος μπορούσα. Πήρα βαθιές ανάσες και ξεφύσαγα σαν τρύπιο λάστιχο μέχρι που άρχισα να ζαλίζομαι.

Η ώρα είχε φτάσει κι εγώ έπρεπε να βρίσκομαι στο ραντεβού σε μισή ώρα. Έβαλα τα καθαρά μου ρούχα και βγήκα από το σπίτι, αφού είχα τακτοποιήσει πρώτα τα πράγματα. Πλέον κάθε παιχνίδι βρισκόταν στην θέση του.

Γύρισα γύρω στις πέντε ώρες αργότερα. Η συνεδρία δεν άργησε να τελειώσει, αλλά έκανα και μια στάση στον Ντάνι για να τον δω. Η καλή παρέα πάντα σε βοηθάει να ξεχάσεις τα προβλήματά σου. Ήταν δώδεκα το βράδυ όταν έχωσα με δύναμη το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Το κεφάλι μου είχε αρχίσει να βαραίνει και αυτό που χρειαζόμουν ήταν ένα καλό μπάνιο. Ο ψυχολόγος είχε μιλήσει για έντονο μετατραυματικό στρες της παιδικής ηλικίας το οποίο εκδηλώθηκε τώρα. Εγώ όμως ήμουν σίγουρος πως όλα αυτά οφείλονταν στην κούραση των ημερών. Ένα ταξίδι αστραπή με το ρίσκο να θέσουμε τις ζωές μας σε θανάσιμο κίνδυνο… δεν ήταν και λίγο. Πίστευα πως από την επόμενη μέρα θα ξεκινούσαν τα καλύτερα. Μετά το χαλαρωτικό μπάνιο έπεσα με ένα γλυκό χαμόγελο στο κρεβάτι μου που είχε αρχίσει κι αυτό να γυρνάει όπως το ταβάνι.

Δεν θυμόμουν τι όνειρο είδα, αλλά σίγουρα δεν ήταν αυτό που με είχε ξυπνήσει. Ένα ανατριχιαστικό σούρσιμο έφτανε στα αυτιά μου σα να γράπωνε κάποιος νεκροζώντανος το πάτωμα και να τραβούσε το διαμελισμένο κορμί του στον άδειο διάδρομο του σπιτιού μου. Άνοιξα τα μάτια μου χωρίς να μπορώ να ξεχωρίσω τίποτα. Το λαμπάκι του δωματίου είχε σβήσει. Ψηλάφησα με το χέρι μου προσπαθώντας να βρω τον διακόπτη. Τον πάτησα αλλά το δωμάτιο παρέμεινε βυθισμένο στο σκοτάδι. Το σούρσιμο στον διάδρομο έμοιαζε να με πλησιάζει. Είχα ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις μου και είχα τεντώσει τα αυτιά μου σαν γάτα.

«Σιλβέστρο…» προσπάθησα να πω αλλά κόμπιασα.

Μερικές ακτίνες από το φεγγαρόφως έμπαιναν κλεφτά μέσα από το κουφωτό πατζούρι. Σήκωσα το κεφάλι μου απότομα, αποφασισμένος να αντιμετωπίσω τους φόβους μου. Μία σκιά στεκόταν στην πόρτα του δωματίου. Ενστικτωδώς πάτησα ξανά τον διακόπτη χωρίς αποτέλεσμα. Γύρισα στο πλάι για να πιάσω το κινητό μου που είχε ενσωματωμένο φακό. Πάτησα το κουμπί και άναψε. Φώτισα το σημείο στο οποίο είχα δει τη σκιά… τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα στην πόρτα. Όλα ήταν ένα παιχνίδισμα του μυαλού. Πήρα θάρρος και κατέβασα τα πόδια μου στο πάτωμα. Έσκυψα απότομα κοιτώντας κάτω από το κρεβάτι. Κανένα τέρας δεν κρυβόταν εκεί. Άκουσα ένα χτύπημα στο διπλανό δωμάτιο συνοδευόμενο από ένα δυνατό φτερούγισμα.

Ο Τουίτι… σκέφτηκα και σηκώθηκα φορώντας τις παντόφλες μου. Βγήκα στον διάδρομο και πάτησα τον διακόπτη. Μόρφασα όταν διαπίστωσα πως υπήρχε συσκότιση σε όλο το διαμέρισμα. Με μόνο μου οδηγό τις αναμνήσεις μου από τον χώρο και τον χαμηλό φυσικό φωτισμό του φεγγαριού, προχώρησα μπαίνοντας στο δωμάτιο του πουλιού. Δεν κοιμόταν όπως κάθε βράδυ. Ήταν αναστατωμένο και χτυπούσε τα φτερά του στο κλουβί. Έβαλα το χέρι μου μέσα προσπαθώντας να το πιάσω. Του μίλησα για να ηρεμίσει. Ήταν ανούσιο. Πάλευε θέλοντας να ξεφύγει. Τόσα χρόνια μετά με γνώριζε και από μόνο του επεδίωκε την παρέα μου. Αυτή τη φορά όμως όχι. Ήταν αγχωμένο και ήμουν σίγουρος πως υπεύθυνος ήταν ο Σιλβέστρο.

Έκατσα κάμποση ώρα μαζί του ψιθυρίζοντας μέσα στη νύχτα απαλούς ρυθμούς. Τα κατάφερα. Στο τέλος τον έβαλα ξανά μέσα στο κλουβί και έκλεισα το πορτάκι. Βγήκα από το δωμάτιο αφήνοντας την πόρτα ανοικτή. Έλεγξα, για μια τελευταία φορά πόρτες και παράθυρα, και αφού βεβαιώθηκα  πως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γύρισα στο δωμάτιό μου. Ο γάτος μου, εντωμεταξύ, προσποιούταν τον αθώο και κοιμόταν πάνω στο αφράτο μαξιλάρι του. Δεν τον είχα ενοχλήσει. Επιτέλους τα μάτια μου έκλεισαν μη μπορώντας να αντισταθώ στο, σταδιακά αυξανόμενο, βάρος των βλεφάρων μου.

Είναι περίεργο πώς η νύκτα δημιουργεί, με τη βοήθεια των φόβων μας, τους δικούς της ήχους και εικόνες. Όλο το βράδυ θα ορκιζόμουν πως άκουγα μικροσκοπικά βήματα, παρέλασης, σε όλο το σπίτι. Δεν θα μπορούσα να το περιγράψω καλύτερα αν έλεγα πως έμοιαζε με επιδρομή από εκατοντάδες πλαστικά στρατιωτάκια. Εκτός κι αν ήταν ποντίκια. Δεν είχα όμως τέτοιο πρόβλημα και το ήξερα καλά.

Δεν πρέπει να πέρασε πάνω από μισή ώρα, όταν ξύπνησα απότομα, σα να μου πέταξε κάποιος κουβά με παγωμένο νερό. Έντρομος άκουσα το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπάει. Σοκαρίστηκα καθώς το μυαλό μου ακόμη δεν είχε ορίσει τις βασικές του λειτουργίες. Ακόμη προσπαθούσα να ορίσω πού ήμουν και ποιος ήμουν. Το κουδούνι βάρεσε ξανά. Τότε συνειδητοποίησα πως για να βαρέσει κάποιος το κουδούνι της εξώπορτας θα πρέπει να έχει ήδη μπει στο κλιμακοστάσιο περνώντας από την κύρια είσοδο του κτηρίου. Κανείς δεν είχε κλειδί εκτός από εμένα. Τότε… ποιος ήταν;

Άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου παίρνοντας από μέσα μία παλιά αντίκα ρολογιού που είχα ξεχασμένη. Ήταν βαριά και στιβαρή, μεταλλικής κατασκευής. Δεν ήταν όπλο, αλλά σίγουρα μπορούσες πολύ εύκολα να ανοίξεις ένα κεφάλι με αυτό. Πήρα το κινητό στο χέρι ανάβοντας τον ενσωματωμένο φακό.

Περπάτησα προσεκτικά κι αθόρυβα ως την εξώπορτα. Δεν φορούσα ούτε τις παντόφλες μου. Απείχα γύρω στα πέντε βήματα όταν άκουσα το κουδούνι να χτυπάει ξανά. Πάγωσα. Σκέφτηκα να ρωτήσω ποιος ήταν αλλά ίσως ήταν καλύτερα να υποκριθώ πως απουσίαζα. Έσβησα και τον φακό. Το σκοτάδι ήταν σύμμαχός μου τη δεδομένη στιγμή. Έσφιξα το ρολόι στο χέρι μου κρατώντας το ψηλά. Πλησίασα δειλά το ματάκι της πόρτας κολλώντας το μάτι μου στο καμπυλωτό γυαλί. Κανείς δεν φαινόταν απέξω. Σίγουρα τα ηλεκτρικά είχαν χαλάσει. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν άναβαν τα φώτα και χτυπούσε από μόνο του το κουδούνι. Ίσως κάποιο βραχυκύκλωμα τα προκαλούσε όλα αυτά.

Κάτι ένιωσα να πατάω με τις άκρες των δακτύλων μου. Ένα γλυκό κόψιμο μου χάρισε έναν οξύ πόνο στη συνέχεια. Ένα διπλωμένο χαρτί βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια μου. Έσκυψα και, αφού άφησα το ρολόι κάτω, το σήκωσα ξεδιπλώνοντάς το. Δεν κατάλαβα τι έβλεπα στην αρχή· ήταν και ο φωτισμός που δεν βοηθούσε. Άναψα ξανά τον φακό ρίχνοντας το φως πάνω του. Νόμιζα πως κάποιος μου έκανε πλάκα. Ένα τετράγωνο barcode ήταν αποτυπωμένο μέσα. Δεν έχασα χρόνο και έτρεξα την Πρέπει να φύγεις, αλλιώς άσχημα πράγματα πρόκειται να συμβούνανάλογη εφαρμογή του έξυπνου κινητού μου τηλεφώνου σκανάροντας το μήνυμα. Ήταν ένα απειλητικό μήνυμα. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Επρόκειτο για κάποιο κακόγουστο αστείο, ή ο χοντρός κι απεχθής κτηματοφάγος είχε ξεμείνει από ιδέες; Το τσαλάκωσα όταν άκουσα έναν δυνατό γδούπο ξανά μέσα από το δωμάτιό μου αυτή τη φορά. Πάγωσα. Ένιωσα τα δόντια μου να κροταλίζουν και τότε ήταν που ήχησε μια σειρά δυνατών γδούπων στην εσωτερική σκάλα, σα να κατρακυλούσε ένα βαρύ αντικείμενο από σκαλί σε σκαλί. Με είχε πλησιάσει πολύ ενώ τα μέλη μου αρνιόντουσαν να συνεργαστούν με το μυαλό μου που έλεγε να τρέξω μακριά. Οι χτύποι επαναλαμβάνονταν σε σταθερό ρυθμό μέχρι που έπαψαν μόλις έφτασαν στο ίδιο επίπεδο με αυτό που βρισκόμουν κι εγώ. Ένιωσα το αίμα να αδειάζει από τον εγκέφαλό μου. Σίγουρα είχα γίνει κατάχλωμος σα λευκό πανί. Κάτω από την κάλυψη της νυκτός όμως δεν φαινόταν τίποτα. Και τότε ήταν που ο εφιάλτης μου πήρε σάρκα και οστά διώχνοντας όλες εκείνες τις αμφιβολίες ότι μπορεί όλα αυτά να ήταν γεννήματα της φαντασίας μου. Η ίδια σκιά που νόμισα πως είχα δει στην πόρτα του δωματίου μου, σηκώθηκε μπρος μου σε απόσταση μερικών μέτρων. Έτρεμα σύγκορμος ενώ ένιωσα ένα ζεστό υγρό να μουσκεύει το σλιπ ανάμεσα στα πόδια μου.

Τα άκρα μου επιτέλους υπάκουσαν και σταδιακά ανέκτησαν τις λειτουργίες τους. Το κινητό μου έπεσε από τα χέρια καθώς πάσχιζα να βρω ψηλαφιστά το πόμολο της πόρτας που ήταν βυθισμένο στις σκιές. Όποτε μπορούσα έριχνα γρήγορες ματιές για να βρω τη σκιά που ολοένα και με πλησίαζε αργά μουγκρίζοντας. Το σχήμα του δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Δεν ήταν ζώο, καθώς ήταν ψηλό και περπατούσε όρθιο. Δεν ήταν άνθρωπος, καθώς η όψη του έμοιαζε απερίγραπτα τερατώδες. Πάλεψα με όλη μου την δύναμη σκίζοντας τα χέρια μου στην προσπάθεια να ανοίξω την εξώπορτα. Στο τέλος η πόρτα άνοιξε μονάχα με ένα γύρισμα της πετούγιας. Εγώ πάντα την κλείδωνα. Το είχα ελέγξει ακόμη και λίγη ώρα πριν. Επιτέλους ήμουν ελεύθερος να φύγω εγκαταλείποντας το σπίτι της κολάσεως.

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου ανακτώντας την ψυχραιμία μου. Κοίταξα τα χέρια μου και είδα πως κρατούσα τα κλειδιά. Κλείδωσα την πόρτα, όσο πιο γρήγορα μπορούσα ώστε να μην με κυνηγήσει και κόλλησα το αυτί μου προσπαθώντας να αφουγκραστώ τον διώκτη μου. Στο σπίτι επικρατούσε νεκρική σιγή. Αν και ήμουν έτοιμος να πιστέψω στην ύπαρξη τεράτων και οποιουδήποτε άλλου κυήματος δεισιδαιμονίας, σκέφτηκα λογικά. Υπεύθυνος για όλα αυτά ήταν εκείνος ο άνθρωπος που είχε βάλει σκοπό να με αναγκάσει να φύγω. Τι πιο πετυχημένο από το να κάνεις τον ίδιο τον αμετανόητο ιδιοκτήτη, που σου έχει κάτσει στον λαιμό, να θέλει από μόνος του να φύγει; Ένιωσα σίγουρος για την κρίση μου. Ήμουν, μάλιστα, σίγουρος πως θα περίμενε σε κάποια απόμερη γωνία έξω από το σπίτι και θα γελούσε μέσα στο αυτοκίνητό του τρίβοντας τα χέρια του. Ίσως κιόλας να περίμενε πως θα ήμουν εγώ αυτός που θα τον έβρισκα την επόμενη μέρα ώστε να συζητήσουμε ξανά την προσφορά ακόμη και με ευνοϊκότερους όρους για εκείνον.

Όχι… θα με εύρισκε μπροστά του. Θα περνούσα στην αντεπίθεση. Τώρα ήταν η ευκαιρία που ήταν ακόμη νωρίς. Αμέσως σκέφτηκα έναν παιδικό φίλο που είχα και πλέον ήταν διοικητής στο τοπικό αστυνομικό τμήμα.


Συνεχίζεται…

Κων/νος Ν. Βαρδής

Advertisements

Posted on 04/10/2015, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: