Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 1ο.


Πάντα ήταν όμορφη αυτή την εποχή η πόλη. Στολισμένη στα χριστουγεννιάτικα χρώματα και πάνω από όλα με χιόνι. Το χιόνι πάντα έπεφτε αθόρυβα όλο το βράδυ και το πρωί ξύπναγες και το έβλεπες πυκνό και παχύ, σαν σαντιγί που στολίζει ένα νόστιμο χριστουγεννιάτικο γλυκό.

Δεν ήταν μόνο η οπτικές εικόνες που σου προσέφεραν ευχαρίστηση. Χριστούγεννα ήταν άλλωστε, ή τουλάχιστον ήταν ακόμα παραμονές. Παντού έβλεπες να τριγυρνούν μικρά παιδάκια ντυμένα σαν ξωτικά και άγιο-Βασίληδες ή άλλοτε ντυμένα με χοντρά μπουφάν και πλεκτά γάντια, κασκόλ και σκουφάκια που πιθανώς να τους τα είχαν χαρίσει οι γιαγιάδες τους σαν ένα προκαταβολικό δώρο πριν τα Χριστούγεννα. Τα έβλεπες να χτυπούν, με ένα διστακτικό χαμόγελο, από πόρτα σε πόρτα για να τραγουδήσουν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια και κάλαντα.  Και όταν άνοιγαν οι πόρτες έβλεπες τα μάτια τους να λαμπιρίζουν από χαρά καθώς άρχιζαν να τραγουδούν με τις λεπτές τους φωνούλες.

Αν περιπλανιόσουν εκείνες της ημέρες στους δρόμους, όχι απαραίτητα για κάτι συγκεκριμένο, από παντού βομβαρδιζόσουν με πληθώρα μυρωδιών που σου ήταν αδύνατο να συγκρατηθείς και να μην μπεις σε κάποιο από τα ζαχαροπλαστεία που πουλούσαν τα χριστουγεννιάτικα γλυκά με το κιλό. Όλα ήταν γεμάτα με ουρές που αποτελούνταν από αγχωμένες μητέρες που ήθελαν να προλάβουν εγκαίρως όλες τις προετοιμασίες για την αυριανή ημέρα μέχρι και μικρά παιδάκια που αποφάσισαν να σπαταλήσουν λίγο από το χαρτζιλίκι τους σε ένα γλυκό.

Όλα ήταν τόσο τέλεια εκείνη την εποχή, ακόμα και για τον ηλικιωμένο πλέον Τζέιμς Μπίλλινγκ που νοσταλγούσε εκείνες τις ημέρες οπού και ο ίδιος ήταν κάποτε μικρός, σαν εκείνα τα παιδιά, και έτρεχε από σπίτι σε σπίτι με τους φίλους του.

Βέβαια αυτή την εποχή ο Τζέιμς και η οικογένειά του δεν βρισκόταν στο Μάντσεστερ. Στις διακοπές και κυρίως τα Χριστούγεννα ο Τζέιμς βρισκόταν στο σπίτι των παππούδων του σε ένα μικρό χωριό, το Μπίλσμπι. Ήταν πραγματικά πολύ μικρό χωριό και δεν του άρεσε ιδιαίτερα να πηγαίνει εκεί διότι τις περισσότερες φορές οι φίλοι του δεν βρίσκονταν εκεί διότι όπως και εκείνος πήγαινε εκεί για διακοπές όποτε οι γονείς του είχαν άδεια από την δουλειά. Την περίοδο των Χριστουγέννων αντιθέτως το χωριό αν και μικρό, ήταν γεμάτο από ζωή, παρόλο που η φύση γύρο του είχε νεκρωθεί.

Ο Τζέιμς είχε κάνει μια γεμάτη ζωή η οποία δυστυχώς πέρασε γρήγορα διότι ούτε ο Τζέιμς που είχε ζήσει κάτι τόσο τρομερό στην παιδική του ηλικία δεν μπορούσε να ξεφύγει από την ροή των πραγμάτων.  Ο Τζέιμς ήταν ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας που δυστυχώς η εξέλιξη προς αυτήν την ιδιαιτερότητα, του στέρησε πολλά από την προσωπικότητά του και τα λογικά του. Ή έτσι τουλάχιστον τον θυμόντουσαν οι περισσότεροι άνθρωποι που τον γνώριζαν. Αντίθετα από ότι πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι, ο Τζέιμς ήξερε τι έκανε και μάλιστα το έκανε καλά ώστε αυτό που σταμάτησε πριν πενήντα οκτώ χρόνια να μην έρθει στην επιφάνια αυτής της Γης.

Ήταν κρίμα που κανείς δεν τον πίστευε, πραγματικά ήταν. Παρόλο που ήταν ο μόνος που πραγματικά το έζησε, αν και στα πλαίσια μεταξύ της παραίσθησης και του ονείρου, ήξερε ότι ήταν απολύτως αληθινό και επειδή κανείς δεν ήξερε για τον επικείμενο κίνδυνο, ήταν χρέος του να μην το αφήσει  να συμβεί, ή τουλάχιστον για όσο θα ζούσε.

Αν και είχε ζήσει μια γεμάτη ζωή όσα άτομα πραγματικά αγαπούσε τον είχαν ξεχάσει, αφήνοντάς τον στην ‘’τρέλα’’ του και στην τύχη που του επιφυλάσσει η μοίρα.  Βέβαια δεν μπορούσε να τους αδικήσει καθώς ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να αντέξει τον εαυτό του εάν ήταν στην θέση τους. Ειλικρινά, δεν ήξερε αν κάτι πρόκειται να συμβεί ή απλά έφταιγαν τα γεράματα αλλά τα τελευταία δέκα με δεκαπέντε χρόνια άρχισε να έχει το ίδιο κακό προαίσθημα όμοιο με αυτό όταν ήταν δώδεκα χρονών. Έλεγε ξανά και ξανά ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί άλλα δεν ήξερε τι ή πότε. Όλοι του έλεγαν ότι είχε αρχίσει να παραλογίζετε από τα γεράματα ακόμα και η ίδια του η γυναίκα η οποία ήταν στην ίδια ηλικία με αυτόν.

Όμως το αναπόφευκτο ήρθε όταν και ο ίδιος δεν το περίμενε. Ο γιός του, το δεύτερο παιδί του, πέθανε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η γυναίκα του και το ένα του εγγόνι ευτυχώς μπόρεσαν να βγουν από το αμάξι λίγο πριν ανατιναχτεί. Όλοι ήταν συντετριμμένοι από αυτό το συμβάν και ιδίως ο Τζέιμς ο οποίος ένιωθε ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι για να τον σώσει. Όλοι του έλεγαν ότι φυσικά δεν μπορούσε να το ήξερε αλλά εκείνος το ήξερε ότι θα συνέβαινε απλά δεν ήξερε πότε.  Από ένα σημείο και μετά η γυναίκα του απομακρύνθηκε από εκείνον ζητώντας του διαζύγιο μετά από είκοσι δύο χρόνια γάμου και η κόρη του, το μεγαλύτερο από τα δύο του παιδιά, έπαψε να ενδιαφέρετε για εκείνον από την στιγμή που χώρισαν με την μητέρα της.

Να, κάπως έτσι είναι εν συντομία η ζωή του Τζέιμς μέχρι τώρα που εκείνος περπατά μόνος του στους γεμάτους από χαρά γιορτινούς δρόμους του Μάντσεστερ. Δεν μπορούσε άλλο να κλάψει και να θρηνεί την φαινομενική αποτυχία του ως σύζυγος και ως πατέρας. Είχε πλέον πάρει απόφαση πως ο χρόνος ούτε συγχωρεί ούτε γυρνά πίσω. Έτσι το μόνο πού μπορούσε να κάνει εκείνος είναι να προχωρά μπροστά χωρίς να ξέρει τι μπορεί να του επιφυλάσσει η μοίρα. Αν και… ίσως να ξέρει, στο περίπου τουλάχιστον.

Μετά από εκείνο το συμβάν όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών λάμβανε περιστασιακά κάποια ‘’προαισθήματα’’ αν μπορούσε να τα αποκαλέσει έτσι. Ήταν εκείνα που τον καθοδηγούσαν σε όλη του την ζωή και τον προστάτευαν από κάθε αναποδιά, μόνο που μερικές φορές μπορούσαν να γίνουν απρόβλεπτα και ξαφνικά χωρίς να του αφήνουν περιθώρια να αντιδράσει. Από εκείνη την χρονιά, όταν εκείνος ήταν δώδεκα χρονών έχει να πάει στο Μπίλσμπι, από εκείνα τα Χριστούγεννα που κυριολεκτικά του σημάδεψαν την ζωή.

‘’Τα δύο πιο λυπηρά πράγματα αυτή την εποχή της μοιρασιάς και της αγάπης είναι να μην έχεις κάποιον να μοιραστείς την αγάπη σου και να είσαι άστεγος’’ είχε πει η γιαγιά του. Αναρίγησε σε αυτή την σκέψη καθώς είχε πολύ καιρό να την σκεφτεί.  Αυτή την φορά δεν έφταιγε εκείνος με την τρελή διαίσθησή του αλλά μία άστεγη που είχε στήσει ένα μικρό τραπεζάκι  που διπλώνει, δίπλα σε ένα φανάρι. Πάνω του είχε απλώσει κάποια πράγματα που πούλαγε  τα οποία πιθανώς να είχε βρει κάπου πεταμένα. Με μια γρήγορη ερευνητική ματιά μπορούσε να διακρίνει κάποια πλεκτά υφάσματα και κοσμήματα. Τώρα περπάταγε ακριβώς διπλά από το τραπέζι .

«Κύριε, αν βλέπετε κάτι που σας αρέσει αγοράστε το και κάντε το δώρο στο αγαπημένο σας πρόσωπο» του είπε με καλοσύνη η μεσήλικη άστεγη χαμογελώντας του, δείχνοντας  τα ταλαιπωρημένα δόντια της.

«Όχι… ευχαριστώ» είπε εκείνος με κάπως ψυχρό τόνο. Δεν έχω και σε ποιον να το δωρίσω σκέφτηκε.

«Είστε σίγουρος πως δεν ενδιαφέρεστε; Ίσως αυτό εδώ να σας αρέσει» ξανάπε με το ίδιο ύφος όμως ο Τζέιμς κούνησε αρνητικά το χέρι του προσπερνώντας την δίχως να κοιτάξει τι του πρότεινε.

«Είσαι σίγουρος Τζέιμς;» ρώτησε.

Όμως αυτή την φορά δεν του μίλησε η ίδια φωνή, η χροιά της τώρα ήταν διαφορετική. Σταμάτησε. Φοβόταν να γυρίσει να κοιτάξει. Ένα αμάξι στάθμευσε στο πλάι του πεζοδρομίου επιτρέποντάς του να κοιτάξει την παράξενη γυναίκα μέσω της αντανάκλασης του τζαμιού. Το αίμα του πάγωσε μόλις αντίκρισε τα ίδια παγερά γαλανά μάτια και το κάτασπρο χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της. Δεν ήταν πλέον η άστεγη αλλά μία σκιά που τον κυνήγησε από το παρελθόν και στοίχειωνε κάθε μέρα της ύπαρξής του.

Δεν γύρισε πίσω να την κοιτάξει κατάματα γιατί ήξερε ότι αυτό που κρατούσε -αυτό που του πρότεινε να αγοράσει- δεν θα του άρεσε καθόλου. Ενστικτωδώς άγγιξε τον λαιμό του με το αριστερό του χέρι και σαν να έπαιρνε δύναμη από κάποιο ανύπαρκτο φυλακτό που φορούσε, άρχισε να περπατά με γρήγορα βήματα κατευθυνόμενος προς το σπίτι του.

Με τρεμάμενα χέρια, ξεκλείδωσε με μεγάλη προσπάθεια την πόρτα του διαμερίσματός του. Μόλις κατάφερε να μπει μέσα και να την ξεκλειδώσει ένιωσε μία στιγμιαία ανακούφιση η οποία ήξερε ότι δεν θα κρατούσε για πολύ. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά έπρεπε να δράσει γρήγορα, κάτι που το γερασμένο σώμα του δεν το επέτρεπε. Πως μπορεί να ήμουν τόσο τυφλός; Ήξερα ότι αυτή η στιγμή θα ερχόταν. Να πάρει το ήξερα! σκέφτηκε με πίκρα ξέροντας ότι θα αποτύχει.

Κατευθύνθηκε προς την πολυθρόνα του σαλονιού και με μαχαίρι ξεκοίλιασε την πλάτη της αφήνοντας τα βαμβακένια σωθικά της να χύνονται στο πάτωμα. Ήξερε πως αν πρόκειται να κρύψεις κάτι μέσα σε ένα έπιπλο καλύτερα να το κρύψεις στην πλάτη του καθώς υπήρχαν μεγαλύτερες ελπίδες αυτό που θα έκρυβες να έμενε απαρατήρητο καθώς το πρώτο μέρος που θα έψαχναν θα ήταν ο πάτος της.

Μετά από λίγο ψάξιμο, βγάζοντας ακόμα περισσότερη ‘’γέμιση’’  της πολυθρόνας, βρήκε ένα μικρό επίπεδο ξύλινο κουτάκι  ικανό να χωρέσει ένα μικρό κόσμημα. Μόλις κράτησε γερά το κουτάκι στο ένα του χέρι, αναποδογύρισε το τραπεζάκι που κοσμούσε το σαλόνι. Με έναν ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο είχε κρύψει στην μέσα μεριά σε ένα από τα τέσσερα πόδια του, το κλειδάκι που άνοιγε το κουτί. Το ξεκόλλησε και το έπιασε στα χέρια του.

Με αργές και λεπτεπίλεπτες κινήσεις ξεκλείδωσε το μικρό κουτί. Η διαδικασία αυτή έπρεπε να γίνει πολύ προσεκτικά διότι το φαινομενικά απλό και ξύλινο κουτί έκρυβε μία μεγάλη παγίδα, διότι δεν ήταν ξύλινο αλλά ήταν κατασκευασμένο από ένα γερό κράμα μετάλλων. Εάν ήσουν βιαστικός θα έσπαγες το πολύ λεπτό κλειδάκι και θα κόλλαγε στην κλειδαρότρυπα. Έτσι θα ενεργοποιούταν ένας μηχανισμός ο οποίος θα κλείδωνε εσωτερικά το κουτάκι και θα ήταν σχεδόν αδύνατο να ανοιχτεί χωρίς να καταστραφεί το περιεχόμενο του.

Μόλις το άνοιξε η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά τραντάζοντας κάθε ίνα της ύπαρξής του. Στο εσωτερικό του βρισκόταν ένα πολύ παλιό χρυσό μενταγιόν στο σχήμα μιας ημισελήνου. Οι κρατήρες της ημισελήνου είχαν σχηματιστεί με περίτεχνα κόκκινα πετράδια. Η ομορφιά αυτό του κοσμήματος ήταν ανεκτίμητη όπως και η αξία του, όχι όμως η χρηματική αλλά η σημασία του που έχει για αυτόν τον κόσμο. Ο συλλογισμός του κόπηκε απότομα όταν άκουσε την πόρτα να ξεκλειδώνει και να χτυπά με δύναμη στον τοίχο.

«Νομίζω πως έχεις κάτι δικό μου» ακούστηκε η φωνή από το χολ.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

 

Advertisements

Posted on 12/08/2016, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: