Τρόμου: Αδελφική Αγάπη, Μέρος 3ο.


Ήταν κοπέλα, ίσως στην ηλικία της αδερφής μου. Είχε ασημένια μαλλιά στο φως του φεγγαριού. Τα μάτια της ήταν στη μπλε απόχρωση του πάγου. Το δέρμα της έμοιαζε υπόλευκο υπό το σεληνόφως. Ήταν ντυμένη με παράξενα ρούχα που έμοιαζαν από κάποια άλλη, παλιότερη εποχή. Φόραγε ένα λευκό παλτό-κατασκευασμένο από άσπρο δέρμα ζώου- και οι μπότες και το σκουφί της ήταν κατασκευασμένα από μία λευκή γούνα. Πως βρέθηκε εκείνη εδώ; Σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να την ενοχλήσει, πως έπρεπε να φύγει προτού τον καταλάβει. Κοίταξε το ρολόι του μπαμπά του που είχε πάρει από το αυτοκίνητο. Είχαν περάσει μόλις σχεδόν δέκα λεπτά από την στιγμή που έφυγε από το αμάξι. Ίσως ήταν ώρα να γυρίσει πίσω. Έκανε μεταβολή να φύγει ώσπου ακούστηκε η λεπτή ήρεμη φωνή της από πίσω του.

«Γιατί δεν πλησιάζεις; Θα καθίσεις εκεί απλά ή θα έρθεις;»

Μία βιαστική κίνηση αρκούσε για να γλιστρήσει στην λάσπη και να πέσει προς τα πίσω στην όχθη της παγωμένης λίμνης. Ένιωσε να τραντάζετε από αυτή την αιφνίδια μικρού ύψους πτώση αλλά σηκώθηκε αμέσως και έδιωξε το χώμα από τα γόνατα του.

«Εγώ απλά περιμένω τον μπαμπά μου… δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, συγνώμη εάν…»

«Όχι δεν με ενόχλησες. Ήθελα λίγη παρέα. Βλέπεις ο αδερφός μου δεν είναι εδώ, εκείνος τον πήρε» τον διέκοψε εκείνη με ένα παράπονο στην φωνή δείχνοντας κάπου αόριστα στον ουρανό.

«Ποιος;» έκανε το λάθος να ρωτήσει αντί να φύγει. Ήταν ένας από τους κανόνες που του είχαν μάθει οι γονείς του. Ποτέ να μην μιλάς σε ξένους του είχαν πει, έστω και εάν αυτή την φορά ήταν ένα μικρό κορίτσι περίπου στην ηλικία της αδερφής του, το οποίο ήταν φαινομενικά άκακο, φαινομενικά.

Αν και αρχικά δίστασε να του απαντήσει, εκείνη του είπε «Θες να σου δείξω που μένω;» με μάτια πειθήνια που λάμπουν.

«Ε… πρέπει να φύγω ο μπαμπάς μου θα με ψάχνει, συγνώμη» της αποκρίθηκε και έκανε να οπισθοχωρήσει.

«Μα ο μπαμπάς σου είναι από αυτή την μεριά της λίμνης, τον είδα πριν από λίγο. Ακολούθα με και θα σε πάω σε αυτόν» του είπε με σταθερή φωνή, φοβούμενη μην χάσει τον έλεγχο. Όχι τον έλεγχο της φωνής της αλλά τον έλεγχο που ασκούσε πάνω του, σχεδόν τα κατάφερνε.

Προτού προλάβει να της απαντήσει κάτι, έστω και να της αρνηθεί σε αυτό που μόλις του είχε πει, πήρε της ύστατη απόφαση. Τον γράπωσε σφιχτά από τον δεξί καρπό του χεριού του και άρχισε να τον τραβολογά όλο και πιο μέσα στην παγωμένη λίμνη με… κάπως υπερφυσική δύναμη αλλά και ταχύτητα. Εκείνος λες και μόλις τον είχαν χτυπήσει μερικές εκατοντάδες βολτ ρεύματος δεν μπορούσε να αντιδράσει σε αυτή την αιφνίδια κίνηση.

Η πάλη τώρα είχε βρεθεί στο μέσο της μικρής παγωμένης λίμνης. Λίγα μέτρα και φτάνουμε σκεφτόταν η κοπέλα με το βλοσυρό της βλέμμα προσηλωμένο στην άλλη άκρη της λίμνης, σε μια σκοτεινή σπηλιά. Κάπως πρέπει να ξεφύγω… αντηχούσε αυτή η σκέψη στο μυαλό του μικρού Τζέιμς μαζί με μια πληθώρα συναισθημάτων, που είχαν συσσωρευτεί σαν σύννεφο αποπνικτικού καπνού μέσα στο μυαλό του, εμποδίζοντας την κρίση του.

Λίγο το τραβολόγημα από τον καρπό του που τον ένιωθε να ξεκολλά από το υπόλοιπο χέρι του και λίγο ένα στραβοπάτημα, βρέθηκε τώρα να τον σέρνει σαν έλκηθρο στην παγωμένη επιφάνια της λίμνης. Εκείνη χαμογέλασε πονηρά καθώς το έργο της  γινόταν όλο και ευκολότερο καθώς ο μικρός παρά την αξιοθαύμαστη αντίστασή του δεν είχε βγάλει άχνα. Δεν είχε όμως υπολογίσει και την τυχαία σύμπτωση που θα καθυστερούσε την ολοκλήρωση του έργου της.

Ο Τζέιμς θυμήθηκε πως στο εσωτερικό της μπότας του είχε πλαισιώσει έναν ειδικό σουγιά που του είχε χαρίσει ο παππούς του για ειδικές περιπτώσεις που ίσως πάθαινε κάποιο ατύχημα στην ερημιά του χιονισμένου χωριού. Δεδομένου του ότι το είχε δώσει κρυφά από τους γονείς του –για τις εύλογες αντιρρήσεις τους- είχε παραμείνει στην ίδια θέση που το είχε τοποθετήσει εδώ και δύο χρόνια. Καθώς αυτή η άγνωστη κοπέλα τον τραβολογούσε για ακόμα πιο άγνωστο και παράξενο λόγο προς την απέναντι όχθη της λίμνης, δόθηκε η ευκαιρία στον Τζέιμς να ψαχουλέψει το εσωτερικό της μπότας του και  να αρπάξει τον σουγιά.

Δεν ήθελε να την πληγώσει καθώς δεν ήξερε τι θα γίνει αργότερα αλλά μάλλον δεν του έμενε δεύτερη επιλογή. Προετοιμάστηκε παίρνοντας μία βαθιά ανάσα και μία μικρότερη –κοφτή- άδραξε προς το μέρος της το αριστερό του χέρι κρατώντας τον μυτερό σουγιά. Ο σουγιάς το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να είχε κόψει λίγο από το δέρμα του παλτού της και με την φόρα που είχε καρφώθηκε στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης. Είχε αστοχήσει, πράγμα που ήταν κακό, για δύο λόγους. Πρώτον δεν θα κατάφερνε να της ξεφύγει και έναν δεύτερο που θα αργούσε λίγο ακόμα να τον συνειδητοποιήσει. Τώρα όλη η προσοχή της ήταν στραμμένη πάνω του, καρφώνοντάς τον με αυτά τα παγερά γαλανά μάτια, αφήνοντας από την λαβή της τον καρπό του. Δεν είχε καταλάβει τι της είχε συμβεί μα την είχε χτυπήσει με κάτι τόσο ισχυρό –μάλλον μαχαίρι- που της είχε κομματιάσει το παλτό από την μέση και κάτω.

«Ξέρεις αυτό ήταν το αγαπημένο μου παλτό» γύρισε και του είπε με την πιο απαλή και λάγνα φωνή που διέθετε.

Κάτω από το φως της μη ολοκληρωμένης σελήνης, το ατσάλι της λεπίδας είχε καρφωθεί στον πάγο. Εκείνη άρχισε να ψάχνει με γρήγορες ματιές εδώ και εκεί για το αντικείμενο με το  οποίο της είχε επιτεθεί. Όταν είδε τον σουγιά καρφωμένο στον πάγο που ήδη είχε αρχίσει να ραγίζει, ο Τζέιμς έκανε την αποπήρα του να ξεφύγει. Αποφασισμένη πως δεν θα πήγαινε χαμένη καμία προσπάθειά της, με ένα παρακινδυνευμένο άλμα κατάφερε να τον αρπάξει από τον αστράγαλό του. Εκείνος γλίστρησε ξανά και με την πρόσκρουση και τον δύο πάνω στον πάγο, ο πάγος σπάει φανερώνοντας τα κατασκότεινα νερά του που θαρρείς πως ήταν απύθμενα και οδηγούσαν στην άβυσσο.

Η ένταση στο σώμα της ήταν μηδαμινή σε αντίθεση με του Τζέιμς που είχε υποστεί σοκ από τον αιφνιδιασμό της και το κρύο νερό που τον έτσουζε σαν να ήταν γυαλόχαρτο. Όλα ξαφνικά άρχισαν να επιβραδύνονται δίνοντας την αίσθηση ότι βρισκόσουν σε άλλο κόσμο. Το παγωμένο νερό μούσκεψε μονομιάς τα χοντρά πλεκτά ρούχα του Τζέιμς κάνοντας τον να βυθίζετε ολοένα και περισσότερο στην σκοτεινή άβυσσο της λίμνης.

Οι λίγες στιγμές, που του φάνηκαν αιώνας, μέσα στα γαλήνια νερά της λίμνης, ήταν εξωπραγματικές. Παρόλο το θλιβερό της κατάσταση- καθώς ήξερε ότι θα πνιγεί κάτι το οποίο είχε ακούσει ότι ήταν βάναυσο- ένιωθε κάθε τι άλλο παρά φόβο, κάτι που τον τρόμαζε καθώς δεν ήθελε να πεθάνει. Αλλά ίσως κάτι του έλεγε ότι εάν δεν μπορούσε να φτάσει στην επιφάνια της λίμνης για να αναπνεύσει θα γινόταν κάτι άλλο, εξίσου εξωπραγματικό με αυτές στιγμές του εσωτερικού του διαλόγου, το οποίο με κάποιο τρόπο θα τον έσωζε. Ίσως έφταιγε η αποφασιστικότητα αυτής της τρελής που φαινόταν να μην την ένοιαζε και τόσο ότι παρασύρετε όλο και πιο βαθειά στον πάτο της λίμνης. Σαν να ήταν σίγουρη ότι θα σωθεί,

Πάσχιζε με μεγάλη προσπάθεια να φτάσει στην επιφάνεια, αλλά τα βρεγμένα ρούχα και η ατσάλινη λαβή της κοπέλας δεν του το επέτρεπαν. O λίγος αέρας που είχε προλάβει να αναπνεύσει λίγο πριν βυθιστεί στο νερό, τον ένιωθε να καίει τα πνευμόνια του και τον άφησε τελικά να χάνετε λίγος-λίγος σε κρυστάλλινες φυσαλίδες που φωσφόριζαν στο φεγγαρόφωτο το οποίο περνούσε μέσα στα σκοτεινά νερά της λίμνης.. Επέτρεψε τελικά στο σκληρό, σαν γυαλόχαρτο, νερό να εισέλθει στους πνεύμονες ικανοποιώντας την ακαταμάχητη επιθυμία του να εισπνεύσει.

Όταν ένιωσε όλα να σβήνουν, να μην έχουν πλέον νόημα κάτι άλλο τον άρπαξε. Ένα χέρι, όχι εκείνης αλλά ένα γνωστό οικείο χέρι το οποίο φαινόταν να τον τραβά προς την επιφάνεια. Άνοιξε τα μάτια του να πάρει μια κλεφτή  ματιά αλλά ο κρύος αέρας που άρχισε να φυσά τον εμπόδιζε. Ήταν όντως στην επιφάνεια. Μία από τις φωνές που τον παρότρυναν να αποβάλει το νερό από τους πνεύμονες μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν του μπαμπά του. Εκείνος μόλις απόβαλλε το νερό ένιωσε να χάνεται στο σκοτάδι.

Με κεφάλι βαρύ, να σφυροκοπά ακόμα από την χθεσινή δοκιμασία, ξύπνησε ο Τζέιμς σε ένα ζεστό μικρό δωμάτιο του τοπικού νοσοκομείου. Είδε το ανήσυχο βλέμμα της μαμάς του να ανακουφίζετε με ένα ταλαιπωρημένο χαμόγελο.

«Είσαι καλά Τζέιμς; Πονάς κάπου; Αχ, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω» είπε με θέρμη στην φωνή της, πλησιάζοντας τον αμέσως, αγγίζοντας τον απαλά σαν να ήταν πορσελάνινος.

«Εντάξει είμαι» καθαρίζει τον λαιμό του «μόνο το κεφάλι μου πονάει λίγο» της απάντησε σιγανά.

«Ξεκουράσου λίγο ακόμα μικρέ, θα πάμε σπίτι σε λίγες ώρες» του είπε ο μπαμπάς του μόλις μπήκε στο δωμάτιο μαζί με μία νοσοκόμα.

Δεν μπόρεσε να του απαντήσει και αποφάσισε να αφήσει την συζήτηση μονόπλευρη, αποφασίζοντας να παραδοθεί στην επίδραση τον φαρμάκων που έβαζε η νοσοκόμα στον ορό του.

Δεν είχε καταλάβει πότε έφυγε από το νοσοκομείο και πότε έφτασε στο σπίτι παρόλο που η διαδρομή είχε διαρκέσει κάτι περισσότερο από ώρα. Ήταν σαν να ήταν υπνωτισμένος. Απλώς ακολουθούσε τις οδηγίες των γωνιών του. Μόλις μπήκε στο σπίτι όλοι τον περίμεναν συγκλονισμένοι από την χθεσινοβραδινή αναστάτωση. Μάλιστα η γιαγιά του φαινόταν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου από την αγωνία. Αν και είχαν φτάσει βράδυ για κάποιο λόγο του φαίνονταν όλα τόσο φωτεινά, όμως με έναν ενοχλητικό τρόπο.

«Θα ήθελες κάτι γλυκέ μου;» τον ρώτησε η θεία του καθώς εκείνοι και οι υπόλοιποι ετοίμαζαν το βραδινό δείπνο και έστρωναν το τραπέζι.

«Μπορείτε να χαμηλώσετε λίγο τα φώτα;» ζήτησε εκείνος που καθόταν σκεπασμένος με μία κουβέρτα στον καναπέ μπροστά από το τζάκι.

Η θεία του έκανε αυτό που του ζήτησε χωρίς να τον ζαλίζει περεταίρω κάτι που φαινόταν να τον ενοχλεί συνέχεα και όχι μόνο αυτή την φορά που δεν ήταν και ιδιαίτερα καλά. Αν και ο γιατρός είχε πει ότι είχε ξεπεράσει τον κίνδυνο της υποθερμίας τους, είχε προειδοποιήσει ότι μπορεί να ανέβαζε πυρετό αλλά ο Τζέιμς φαινόταν να ήταν μία χαρά προς το παρόν εκτός από αυτής της δικαιολογημένης αδιαθεσίας. Το βραδινό δείπνο τελείωσε χωρίς πολλές χαρές και κέφια όπως συνήθιζαν. Όλοι ήταν προσεκτικοί απέναντι στον Τζέιμς διότι φοβόντουσαν μην χειροτερέψει από στιγμή σε στιγμή. Ούτε καν τον πίεσαν να φάει περισσότερο, παρόλο που είχε φάει μία ικανοποιητική ποσότητα από την ζεστή σούπα που την είχαν φτιάξει ειδικά για εκείνον.

«Μαμά… μπορώ να κοιμηθώ σήμερα δίπλα στο τζάκι;» την ρώτησε σιγανά.

«Εντάξει, αλλά μόνο για σήμερα, να μην μυρίζουν όλα στου τα ρούχα κάπνα» του απάντησε εκείνη θερμά, μην θέλοντας να τον στενοχωρήσει.

«Ευχαριστώ» της είπε και την αγκάλιασε.

Αν και είχε χάσει το στόλισμα του δέντρου χαιρόταν που θα κοιμόταν δίπλα στο τζάκι. Ήξερε πως για χάρη του το είχαν στολίσει για να του έφτιαχναν λίγο την διάθεση. Όπως και να είχε αύριο ήταν Χριστούγεννα, έπρεπε να το στόλιζαν, με ή χωρίς αυτόν.  Η σκέψη αυτή τον έκανε να αναριγήσει ξέροντας πως εάν ο μπαμπάς του δεν τον είχε τραβήξει στην επιφάνεια την κατάλληλη στιγμή θα το στόλιζαν χωρίς αυτόν για τα υπόλοιπα Χριστούγεννα. Αυτόματα η  σκέψη του ανέτρεξε στην κοπέλα… τι να έχει απογίνει άραγε;

Μέχρι στιγμής δεν τον είχαν ρωτήσει γιατί είχε βγει από το αμάξι και πως βρέθηκε να πνίγετε στην λίμνη. Αν όχι αύριο, σίγουρα θα τον ρώταγαν μία από τις επόμενες ημέρες. Όπως και να είχε αυτός θα απέφυγε κάθε συζήτηση για εκείνη ή το ατύχημα μέχρι να τον ρωτήσουν. Όταν θα έφτανε εκείνη η στιγμή κάτι θα σκαρφιζόταν. Μόλις είχαν τελειώσει και με το πλύσιμο των πιάτων το σαλόνι άδειασε γρήγορα αφήνοντας τον στην ησυχία του να ξεκουραστεί. Απόψε δεν έβαλαν ούτε χριστουγεννιάτικα τραγούδια να παίζουν σιγανά. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε σε όλο το σπίτι. Αντιθέτως έξω λυσσομανούσε ο αέρας και έπεφταν κεραυνοί που όμως ο κρότος τους καλυπτόταν από την σφοδρή χιονόπτωση.

Μετακίνησε το βλέμμα του στο στολισμένο δέντρο που βρισκόταν στην άλλη μεριά του δωματίου. Ήταν ακόμα δροσερό από το χιόνι και τα κλωνάρια του φρέσκα. Η ζεστή ατμόσφαιρα δεν είχε επηρεάσει ούτε στο ελάχιστο την εσωτερική του υγρασία. Οι γιρλάντες ‘’αναβόσβηναν’’ μαζί με τις φλόγες του τζακιού. Κάτι γυάλισε στην βάση του κορμού του. Δεν φαινόταν να ήταν στολίδι που είχε παραπέσει. Ήταν κάτι άλλο σφηνωμένο στο εσωτερικό του κορμού που προέξεχε. Σηκώθηκε παραμερίζοντας τα σκεπάσματά του. Πλησίασε το δέντρο και πρόσεξε ότι ήταν σωστός. Ήταν όντως κάτι σφηνωμένο στο εσωτερικό του κορμού. Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να το αρπάξει κρατώντας το στο αριστερό του χέρι. Το περιεργάστηκε ελαφρώς αλλά κατάλαβε σύντομα ότι αυτό το κόσμημα σε σχήμα σχεδόν ολοκληρωμένης πανσελήνου το είχε ξαναδεί, όχι όμως σε κόσμημα.

Επέστρεψε ξανά στα σκεπάσματά του φωτίζοντας το κόσμημα με το φως των φλογών. Ήταν χρυσό και οι κρατήρες που αντιπροσώπευαν τους κρατήρες του φεγγαριού ήταν φτιαγμένοι από ελαφρώς μοβ πετράδια. Ήταν σίγουρος ότι είχε δει κάπου αυτό το σχέδιο. Το μανίκι του δεξιού χεριού του γλίστρησε και αποκάλυψε ένα περίεργο σχέδιο που είχε σχηματιστεί στον καρπό του. Ολιγόλεπτες αναμνήσεις άστραψαν μπροστά στα μάτια του. Θυμήθηκε την λαβή της κοπέλας, θυμήθηκε σαν από όνειρο να κοιτά αυτή την μελανιά, όταν ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Κοίταγε επιφυλακτικά εναλλάξ μια την μελανιά –αν μπορούσε να την αποκαλέσει έτσι- και μία το χρυσό μενταγιόν με την λεπτή περίτεχνη χρυσή αλυσίδα. Τα δύο σχέδια ταίριαζαν απόλυτα. Το ένα συμπλήρωνε το άλλο. Πλησίασε το μενταγιόν στον καρπό του και τα ένωσε σχηματίζοντας μία πλήρη πανσέληνο. Όλα έσβησαν σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Advertisements

Posted on 16/08/2016, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: