Αδελφική Αγάπη, Μέρος 4ο.


Ξαναγύρισε σε εκείνη την στιγμή, στην στιγμή που τον χώριζε από την ζωή και τον θάνατο για μερικά δευτερόλεπτα. Αντίκρισε ξανά της ασημένιες φυσαλίδες που ξέφευγαν αργά από τα πνευμόνια του να στολίζουν το σκοτεινό νερό. Ξαναείδε και εκείνα τα παγερά μάτια να τον κοιτάζουν καθώς χάνονταν μέσα στην άβυσσο το σκοτεινού νερού. Ήταν τόσο ήρεμη, τόσο σίγουρη… Επέστρεψε ξανά στο μεγάλο σαλόνι. Ανέπνεε γρήγορα και οι παλάμες του είχαν ιδρώσει. Ήταν όνειρο; Παρατήρησε το περιβάλλον τριγύρω του. Ήταν το ζεστό εσωτερικό του σπιτιού του όμως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η φωτιά στο τζάκι είχε σβήσει και το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει όπως επίσης είχαν σταματήσει και οι κεραυνοί.

Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν κρεμασμένο στον απέναντι τοίχο είχε σταματήσει στις μία παρά τέταρτο. Ήταν Χριστούγεννα αλλά δεν ένοιωθε καθόλου την γιορτινή ατμόσφαιρα. Αντιθέτως όλα είχαν πάρει μία περίεργη στρεβλή μορφή σαν να ήταν σε παρωδία. Εξερεύνησε πιο προσεκτικά τον χώρο γύρο του. Οι άλλοτε βαμμένοι σε μία απαλή πορτοκαλή απόχρωση τοίχοι τώρα είχαν μία βυσσινή απόχρωσή όπου σε άλλα σημεία ήταν πιο ανοικτή και σε άλλα πιο κλειστή. Όμως δεν ήταν διαφορετικές αποχρώσεις. Ήταν τα αίματα που είχαν πεταχτεί και καλύψει το κοκκινωπό χρώμα του τοίχου. Τώρα μπορούσε να νιώσει και την αποπνικτική ‘’σιδερένια’’ μυρωδιά του αίματος κάνοντάς τον να θέλει να βγάλει ότι είχε φάει λίγες ώρες νωρίτερα φέρνοντας δάκρυα στα μάτια του.

Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν αλλά ένοιωθε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να ανακαλύψει τι είχε γίνει. Πρόσεξε ότι και το πάτωμα ήταν γεμάτο αίματα και οι κουρτίνες σκισμένες. Κάποιος προσπαθούσε να ξεφύγει… Είδε ότι η πηγή όλου αυτού του αίματος ήταν το τραπέζι. Αν και ήξερε ότι θα το μετάνιωνε έπρεπε να φανεί γενναίος και να κοιτάξει. Δεν υπήρχε τίποτα… με την έννοια ότι δεν υπήρχε τίποτα νεκρό και βασανισμένο πάνω στο τραπέζι εκτός ενός τεράστιου λεκέ αίματος όπου από εκεί το αίμα σχημάτιζε ρυάκια και χυνόταν στο πάτωμα.

Δεν ήξερε αν ένιωθε ανακούφιση πάντως ότι και να είχε γίνει εκεί είχε τελειώσει. Ήταν σίγουρα ένας εφιάλτης αλλά έμοιαζε τόσο αληθινός που τον έκανε να αμφιβάλει. Κοίταξε τον δεξί καρπό του χεριού του. Η μελανιά που είχε ενωθεί με το μενταγιόν είχε σχηματίσει μία τέλεια πανσέληνο πάνω στο χέρι του. Μόνο που τώρα δεν ήταν μελανιά αλλά κάψιμο. Προχώρησε αργά και σταθερά στον μεγάλο διάδρομο  που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια του σπιτιού. Πέρασε γρήγορα τις πλαϊνές πόρτες που οδηγούσαν στα δωμάτια όπου κανονικά έπρεπε να κοιμούνται οι υπόλοιποι και κατευθύνθηκε προς το τέλος του διαδρόμου όπου βρισκόταν το δωμάτιο των γονιών του.

Άνοιξε την γυρισμένοι πόρτα επιτρέποντας στο λιγοστό φως που ερχόταν από το σαλόνι να εισέλθει στο δωμάτιο. Και από εκείνο το δωμάτιο αναδυόταν η μυρωδιά του αίματος. Δεν ήθελε να κοιτάξει αλλά έπρεπε. Έψαξε τον διακόπτη και άναψε το φως. Και εκεί το μόνο που υπήρχε ήταν μια μεγάλη λίμνη αίματος πάνω στο κρεβάτι αλλά πουθενά πτώματα. Είχε αρχίζει να τρομάζει. Μήπως δεν είναι όνειρο; Ένα άσχημο συναίσθημα άρχισε να φυτρώνει μέσα του σαν τα παράσιτα.

Κατευθύνθηκε τρέχοντας αυτή την φορά προς το σαλόνι για να αντικρίσει κάτι τρομερό. Η μουσική που έπαιζε από την τηλεόραση, που το μόνο που έδινε ως εικόνα ήταν ‘’χιόνια’’, ήταν κλασσική που άρχισε να δυναμώνει την ένταση καθώς πλησίαζε προς το σαλόνι. Γύρω από το τραπέζι στέκονταν όρθιοι οι δικοί του σε στάση προσευχής, κάτι που δεν συνήθιζαν να κάνουν συχνά. Μόλις τελείωσαν κάθισαν αποκαλύπτοντας το αποτρόπαιο δείπνο. Είδε τον εαυτό του δεμένο και φιμωμένο και ο μπαμπάς του ήταν έτοιμος να τον καρφώσει με το μαχαιροπίρουνο. Του ξέφυγε μία στριγκλιά όταν όλοι άρχισαν να τον  κομματιάζουν λίγο-λίγο, καταπίνοντας αμάσητα ολόκληρα κομμάτια του ενώ εκείνος, δηλαδή ο εαυτός του, τσίριζε μέσα από τα πανιά που το έκλειναν το στόμα του με δάκρια να κυλάνε στο κατακόκκινο πρόσωπό του. Κυριολεκτικά τον έτρωγαν ζωντανό ενώ εκείνος κουνιόταν σπασμωδικά πάνω στον βωμό-τραπέζι. Το έβλεπε στο απόκοσμο βλέμμα τους, δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν και να τον φάνε έτσι απλά. Θα μπορούσαν να του είχαν κόψει το λαιμό σκοτώνοντάς τον σε δευτερόλεπτα. Όμως εκείνοι ήθελαν να τους βλέπει να τον τρώνε.

Η στριγκλιά δεν πέρασε απαρατήρητη. Όλοι άφησαν στο τραπέζι του τα μαχαιροπίρουνα και κοίταξαν αργά προς το μέρος τους. Μόλις είδαν το κατατρομαγμένο κάτασπρο πρόσωπό του, χαμογέλασαν με έναν χυδαίο τρόπο αποκαλύπτοντας τα σαπισμένα δόντια τους.

«Τέλεια, θα έχουμε και επιδόρπιο» είπε με τραχιά φωνή η μαμά του που τα μαλλιά της ήταν βουτηγμένα στο αίμα και το στόμα της, όπως και τον υπόλοιπων, πασαλειμμένο και αυτό με αίμα.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να τρέξει για την ζωή του. Εάν ήταν όνειρο, που ήλπιζε να είναι, εάν πέθαινε θα ξύπναγε στον πραγματικό κόσμο… ή θα πέθαινε και στον πραγματικό. Πραγματικά δεν θυμόταν αλλά επίσης δεν είχε και τον χρόνο για να θυμηθεί. Καθώς τον πλησίαζαν απειλητικά, γνωρίζοντας ότι δεν είχε που αλλού να πάει εκείνος έτρεξε με όση δύναμη μπορούσε προς την πόρτα που οδηγούσε στην μπροστινή αυλή. Δεν ήταν όμως αρκετά γρήγορος για να ξεφύγει από τα χέρια της θείας του που τον γράπωσε.

Εκείνος κοπανιόταν με όλη του την δύναμη και τσίριζε όσο μπορούσε αλλά ήξερε πως κανένα από αυτά δεν θα αρκούσε για να ελευθερωθεί. Ο θείος και η γιαγιά του πλησίασαν και ο ένας του κράτησε τα χέρια ενώ ο άλλος τα πόδια ακινητοποιώντας τον.  Όλοι με ένα τρελό χαμόγελο τον ξάπλωσαν στο τραπέζι δίπλα από τον νεκρό εαυτό του που τα μάτια του δεν κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση αλλά το καθένα κοίταγε προς διαφορετική κατεύθυνση. Του έκλισαν το στόμα με το πανί που είχαν κλείσει προηγούμενος το στόμα του εαυτού του. Το έβαλαν τόσο βαθειά που του ήρθε να κάνει εμετό. Εκείνοι συνέχιζαν να χαμογελάνε δείχνοντας αυτά τα αφύσικα μυτερά δόντια που φαίνονταν να τους σκίζουν τα χείλια τους.

Μόλις ήταν έτοιμος ο μπαμπάς του να τον καρφώσει με το μεγάλο μαχαίρι ο Τζέιμς αρπάζει με την χούφτα του ένα πιρούνι και το καρφώνει στο δεξί μάτι του πατέρα του που πέφτει προς τα πίσω τρεκλίζοντας. Αυτή η κίνηση που τους ήταν απρόβλεπτη τους αποσυντονίζει αφήνοντάς τον να ξεφύγει από τις λαβές τους. Φτύνει το πανί το πρόσωπο της μητέρας του και κλοτσά όλο το σερβίτσιο προς το μέρος τους.  Μάλιστα για να κατεβεί από το τραπέζι καρφώνει με ένα μαχαίρι τον λαιμό της ξαδέρφης του που συνέχιζε να τον κυνηγά.

 Αν και η πόρτας του σαλονιού ήταν πιο κοντά προς την ελευθερία του, αποφασίζει να τρέξει προς το δωμάτιό τους. Μαζί του είχε ακόμα ένα κουτάλι το οποίο αν και δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό όπως ένα μαχαίρι ή ένα πιρούνι μπορούσε να αποβεί και αυτό χρήσιμο. Πέφτει με ελαφρό άλμα στο πάτωμα και τρέχει προς την πρώτη πόρτα του διαδρόμου μπαίνοντας μέσα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν εκείνος, η ξαδέρφη του και… η αδερφή μου; Εκείνη δεν την είχε δει στο ‘’οικογενειακό δείπνο’’. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του που ήδη είχαν αρχίσει να την χτυπούν με όλη τους την δύναμη για να την σπάσουν. Ψάχνει μεθοδικά τον διακόπτη και ανάβει το φως. Το κρεβάτι του και της ξαδέρφης του ήταν γεμάτα με αίματα εκτός από το κρεβάτι της αδερφής του που ήταν απλά ανακατεμένο με τα μαξιλάρια πεσμένα στο πάτωμα. Δεν ήξερε που μπορεί να είχε πάει ή τι της είχε συμβεί μα ήταν σίγουρος ότι όλο αυτό θα σταμάταγε εάν πήγαινέ εκεί πού όλα είχαν αρχίσει. Έπρεπε να βρει την κοπέλα που τώρα ήταν σίγουρος ότι ήταν κάτι περισσότερο ή ίσως κάτι λιγότερο από αυτό.

Ανοίγει το παράθυρο και βγαίνει έξω από το σπίτι αφού πρώτα είχε φορέσει το μπουφάν και τα παπούτσια του. Μπορεί όλο αυτό να ήταν σε όνειρο αλλά το κρύο και την κούραση την ένιωθε με το παραπάνω. Τα μάγουλά του τον έκαιγαν και ένιωθε τον γνώριμο πόνο στα πλευρά του από το τρέξιμο, όμως έπρεπε να συνεχίσει μέχρι να φτάσει εκεί. Έκανε λιγότερο από μία ώρα να φτάσει αλλά δεν του φάνηκε περίεργο εφόσον αυτός ο κόσμος ήταν πλαστός. Έστριψε στο χωμάτινο δρομάκι που οδηγούσε στην καλύβα και σε λίγα λεπτά βρισκόταν έξω από αυτήν.

Από ότι φαίνετε δεν ήταν μόνο το δικό του σπίτι που είχε αίματα. Πάνω στο τζάμι της ξύλινης καλύβας υπήρχε λεκές από αίμα και εάν είχε προσέξει καλύτερα θα έβλεπε ότι υπήρχαν και δύο μάτια που παρακολουθούσαν κάθε του κίνησή. Δεν ήθελε όμως να χασομερούσε. Μπορεί και από εκεί να έβγαινε κάποιος κυνηγώντας τον.  Κατευθύνθηκε προς την λίμνη τρέχοντας χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Μόλις έφτασε στην όχθη της λίμνης στη σπηλιά όπου τον οδηγούσε πριν η κοπέλα έφεγγε ένα γαλανό τρεμάμενο φως. Βέβαια δεν αναρωτήθηκε για το χρώμα της φλόγας καθώς ήξερε πως ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Έτρεξε όσο πιο ελαφρά μπορούσε πάνω στον εύθραυστο πάγο της λίμνης. Μόλις έφτασε λίγο πιο πέρα από το κέντρο της εκεί όπου ο πάγος είχε σπάσει έβλεπε μέσα στο νερό το πτώμα του να επιπλέει έχοντας αποκτήσει κατάλευκη όψη.  Αρκετά με τους πολλαπλούς νεκρούς εαυτούς του. Δεν μπήκε καν στον κόπο να σταματήσει. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα ζωντάνευε και θα άρχιζε να τον κυνηγά.

Ελάττωσε την ταχύτητά του καθώς έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς. Δεν ήξερε εάν ήθελε να την αιφνιδιάσει αλλά εκείνη μάλλον ήξερε ότι βρισκόταν ήδη εκεί. Ο μπλε φωτισμός προερχόταν όντως από μπλε φωτιές. Λίγο πιο πέρα είδε την αδερφή του γονατισμένη και φιμωμένη με ένα μαχαίρι να της απειλεί την ζωή. Ύψωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την χαμογελαστή κοπέλα που φαινόταν εξωπραγματικά μαγευτική στον μπε φωτισμό.

«Βλέπω ξέφυγες από τον προσωπικό σου εφιάλτη» του είπε εκείνη σίγουρη ότι θα γλύτωνε από τις ενέδρες που του είχε στήσει τις οποίες τις είχε σχηματίσει από τους προσωπικούς του φόβους. Αν και για μικρός είχε μεγάλους φόβους και ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες με ποιους τρόπους μπορεί να πεθάνει, παρατήρησε η κοπέλα.

«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;» την ρώτησε με φωνή δυνατή που σε εκείνον του φάνηκε πως έτρεμε.

«Γιατί εσύ και η αδερφή σου έχετε κάτι που ανήκει σε εμένα και τον αδερφό μου» είπε εκείνη εξακολουθώντας να κρατά σφιχτά τα ξανθά μακριά μαλλιά της αδερφή του και το περίτεχνο μαχαίρι να πιέζει τον λαιμό της.

«Θα μπορούσες να μου το ζητήσεις για να στο δώσω χωρίς να γίνουν όλα αυτά. Μα εσύ είπες ότι ο αδερφός σου δεν είναι εδώ» της ανταπάντησε.

«Δεν ξέρεις καν ποια είμαι και όμως έχεις ακούσει το παραμυθεί αυτό χιλιάδες φορές από την γιαγιάκα σου. Ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι και τι θέλω» του είπε θυμωμένη.

Για μια στιγμή σταμάτησε συλλογιζόμενος και τελικά είπε « Το παραμύθι με τον Τζακ και την Τζιλ δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό»

«Και αυτό γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να τα ωραιοποιούν όλα. Βλέπεις δεν με λένε Τζιλ και ο αδερφός μου δεν είναι ο Τζακ. Με λένε Μπιλ και τον αδερφό μου τον λένε Τζούκι και αυτό που θέλω είναι τα δύο μενταγιόν για να τα ενώσω για να μπορέσω να φέρω πίσω τον αδερφό μου»

«Αυτό και πάλι θα μπορούσε να γίνει χωρίς όλο αυτό το τσίρκο. Μπιλ» είπε αργά και ειρωνικά το όνομα της πράγμα που φάνηκε να την πειράζει λίγο.

«Ναι αλλά ποιος νομίζεις ότι θα πάρει την θέση μα;. Εσύ και η αδελφή σου φυσικά. Γι’ αυτό εάν θες να ζήσει η αδερφούλα σου θα πας πίσω στην πραγματικότητα, όταν θα σε στείλω βέβαια, και θα πάρεις αυτό εδώ το μενταγιόν» του έδειχνε το μενταγιόν που φόραγε η αδερφή του στο λαιμό που όντως  ήταν συμπληρωματικά με αυτό που είχε βρει στο δέντρο «και θα μου το φέρεις μαζί με αυτό που βρήκες εσύ σήμερα. Προσπάθησε κάτι διαφορετικό και η αδερφούλας ου θα πεθάνει. Και εδώ και στον πραγματικό κόσμο»

«Μα εγώ νομίζω πως όταν κάποιος πεθάνει στο όνειρο ξυπνά» είπε εκείνος και εντελώς ενστικτωδώς απλώνει το χέρι του πάνω από την μπλε φωτιά και καίει το σημάδι της πανσελήνου. Αν και δεν ήξερε τι θα γινόταν όντως έπιασε. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει από πόνο –ίσως και οργή- και εξαφανίστηκε καιγόμενη από μία μπλε φλόγα.

Μία δυνατή βροντή ξέσκισε τον πρωινό ουρανό του μικρού χωριού Μπίλσμπι. Ο Τζέιμς πετάχτηκε από την βροντή αλλά και από τον τρόμο του. Είχε επιστρέψει στην πραγματικότητα. Κοίταξε το χέρι του και η μελανιά σχεδόν που φαινόταν. Στην χούφτα του κρατούσε ακόμα το χρυσό κόσμημα. Κανείς από τους δικούς του δεν είχε ξυπνήσει παρόλο που το ρολόι έδειχνε ότι είχε πάει κιόλας δέκα το πρωί. Έτρεξε σιγανά και πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η αδερφή του με την ξαδέρφη τους. Με απαλές κινήσεις βγάζει από τον λαιμό της το κόσμημα και το κρατά με το άλλο του χέρι. Δεν ήθελε να τα φέρει σε επαφή. Αυτό που είχε βρει εκείνος το ρίχνει μέσα στο τζάκι που εξακολουθούσε να έκαιγε και το άλλο μισό της αδερφής του το ρίχνει μέσα σε ένα από τα παπούτσια του. Αυτά τα κοσμήματα δεν πρέπει να έρθουν ποτέ σε επαφή συλλογίστηκε βλέποντας το ένα μισό να μαυρίζει από τις φλόγες ελπίζοντας πως θα καταστρεφόταν.

Η αισθητή απουσία του μενταγιόν αναστάτωσε όλους στο σπίτι κάνοντάς τους να ψάχνουν παντού. Ήξερε πως δεν θα το έβρισκαν γιατί φόραγε τα παπούτσια του. Έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να ρωτήσει την γιαγιά του πως είχε βρει το μενταγιόν και το είχε χαρίσει στην αδερφή του.

«Πολλά χρόνια πριν όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών και είχα πάει μία βόλτα λίγο πιο έξω από το Μπίλσμπι σε μία λίμνη, εκεί που έπεσες, βρήκα το μενταγιόν. Πραγματικά ήταν πολύ όμορφο και αποφάσισα να το κρατήσω. Μετά το έδωσα στην μητέρα σου και εκείνη στην αδερφή σου. Ποτέ δεν είχαμε κάτι που να μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά και είπα να ξεκινήσω εγώ την παράδοση μα τώρα που χάθηκε… Τέλος πάντων, δεν πειράζει» ακούστηκε φανερά απογοητευμένη. Καλύτερα όμως απογοητευμένη παρά νεκρή… ή κάτι χειρότερο, συλλογίστηκε το χθεσινοβραδινό φαγοπότι.

Αν και ακόμα δεν του είχαν αναθέσει να κάνει κάτι, μιας που ήταν λίγο άρρωστος με πυρετό σήμερα αλλά και Χριστούγεννα, εκείνος ένιωθε πως έπρεπε να βγάλει τις στάχτες από το πλέον σβησμένο τζάκι. Έχυσε όπως πάντα συνήθιζε τις στάχτες στον κάδο έξω από το σπίτι. Αυτό που φοβόταν το είδε μπροστά στα μάτια του. Το μενταγιόν, αν και είχε πάθει μεγάλη ζημιά  και η αλυσίδα είχε καταστραφεί, εξακολουθούσε να υπάρχει. Τρέχει προς την εργαλειοθήκη που βρισκόταν στο γκαράζ και αρπάζει το σφυρί αρχίζοντας να το κοπανά με όση δύναμη είχε.

συνεχίζεται…

Copyright: Ελίνα Κέιν.

Advertisements

Posted on 19/08/2016, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: