Monthly Archives: Νοέμβριος 2016

Φαντάσματα: Το Σπίτι Της Κρεμασμένης.


Πριν από ένα χρόνο περίπου το καλοκαίρι, ένας καλός φίλος που είχαμε υπηρετήσει μαζί στο στρατό με κάλεσε στο χωριό του στη ορεινή Τρίπολη, στους πρόποδες του βουνού Μαίναλο. Στο χωριό πήγαινε μόνο τα καλοκαίρια και κάποτε  ζούσαν οι παππούδες του εκεί. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, μετά από πόσο καιρό θα ξανάβλεπα τον καλό μου φίλο το  Κώστα.

Μετά από τρεις ώρες κουραστικού δρόμου βρέθηκα στο μικρό πετροχτιστο γραφικό χωριουδάκι. Ο φίλος μου με υποδέχτηκε πολύ ζεστά μου πρόσφερε ένα υπέροχο γεύμα και ένα καλό μυρωδάτο καφέ.

Το απόγευμα αφού ξεκουραστήκαμε με ρώτησε αν θα ήθελα να πάμε στο  διπλανό χωριό γιατί είχε ένα γάμο και θα ήταν ωραία εμπειρία να δω τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Εγώ δέχτηκα με μεγάλη χαρά.

Το βραδάκι κάναμε το μπάνιο μας, ντυθήκαμε  και ξεκινήσαμε να πάμε με τα πόδια μιας και ήταν κοντά. Στην έξοδο του χωριού είδαμε ένα παλιό σπίτι πετροχτιστο  με ξεραμένο κήπο  και διαλυμένα κεραμίδια, και ο αέρας σφύριζε μέσα από τα σάπια παράθυρα και προκαλούσε ανατριχίλα. Έμοιαζε  ηλικίας 200 χρονών και ήταν εγκαταλελειμμένο. Ρώτησα τον φίλο μου:

-Ρε εσύ Κώστα, ποιος έμενε εδώ;

Ο φίλος μου με κοίταξε  και μου είπε:

– Δεν ξέρω, για αυτό το σπίτι λένε ιστορίες διάφορες, το θυμάμαι από τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου, αλλά εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα, το λένε οι συγχωριανοί «το σπίτι της κρεμασμένης», ξέρεις μωρέ ιστορίες του χωριού για πνεύματα νεράιδες ξωτικά και λάμιες.

Και συνεχίσαμε το δρόμο μας.

Στον γάμο η βραδιά πέρασε πολύ ευχάριστα με χορούς, τραγούδια, μπόλικο φαγητό, μας πήρε η ώρα αργά χωρίς να το καταλάβουμε και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω μιας και είμασταν με τα πόδια.

Έξω είχε απόλυτο σκοτάδι, μόνο μερικές λάμπες του δρόμου και ακούγονταν στο βάθος μια κουκουβάγια και τριζόνια. Για να περάσει η ώρα λέγαμε ιστορίες από τον στρατό.

Κάποια στιγμή στο βάθος φάνηκε μια σπίθα μέσα στο σκοτάδι, ήταν πολύ  μακριά και δεν δώσαμε σημασία. Όταν πλησιάσαμε φαινόταν μια φωτίτσα σαν καντηλάκι που όλο μεγάλωνε σιγά σιγά μέσα στο σκοτάδι. όταν πλησιάσαμε είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και  να κρατάει ένα κεράκι, περπάταγε έξω από το σπίτι της κρεμασμένης.

Πέρασε από δίπλα μας χωρίς να μας δώσει σημασία αλλά ένιωσα ένα ψυχός, και μπήκε στο σπίτι χωρίς να ανοίξει  τη πόρτα  και χάθηκε.

Εγώ και ο φίλος μου κοιτάγαμε εμβρόντητοι. Όλο το βράδυ συζητάγαμε αυτό που είδαμε. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα; Πώς εξαφανίστηκε χωρίς να ανοίξει τη πόρτα; Και αποφασίσαμε να πάμε στο καφενείο του χωριού, όλο και κάποιος θα ξέρει κάτι.

Την άλλη μέρα  πήγαμε στο καφενείο, παραγγείλαμε καφέ και ανοίξαμε κουβέντα για το σπίτι της κρεμασμένης. Οι θαμώνες μας είπαν και μάλιστα ένας ηλικιωμένος:

– Ότι ξέρουμε για αυτό σπίτι το ξέρουμε από τους γονείς  μας και λέγονται πολλά. Αυτό το σπίτι χτίστηκε γύρω στο 1930 περίπου. Εκεί έμενε ένα νέο ζευγάρι και είχαν μια όμορφη μικρή κόρη. Τα χρόνια πέρασαν και ξέσπασε ο πόλεμος, ο πατέρας πήγε στο πόλεμο με επιστράτευση και δεν ξαναγύρισε πότε, λένε πώς σκοτώθηκε. Η μάνα έμεινε μόνη με τη κόρη της που τα έβγαζαν δύσκολα πέρα.

Μετά το πόλεμο ένα βράδυ η κόρη βγήκε έξω να πάει στο διπλανό χωριό να πάρει κάποια πράγματα και δεν ξαναγύρισε σπίτι. Την άλλη μέρα την βρήκαν τη κοπέλα σκοτωμένη και με πολλά τραύματα.

Η μητέρα της μόλις το έμαθε τρελάθηκε, γέρασε απότομα και στράφηκε στη μαγεία, τη κακία μαγεία, για να μιλήσει στη νεκρή  κόρη της. Στο σπίτι της έμπαιναν άγνωστοι άνθρωποι και έκαναν επίκληση πνευμάτων. Ένα βράδυ βρέθηκε κρεμασμένη  και από τότε το σπίτι ονομάστηκε το σπίτι της κρεμασμένης. Άλλοι λένε τρελάθηκε, άλλοι λένε έγινε λάθος επίκληση και κάλεσαν ένα σκοτεινό πνεύμα που την ανάγκασε να αυτοκτονήσει.

Και όσοι έκαναν το λάθος να μπούνε μέσα στο σπίτι της βρέθηκαν νεκροί χωρίς ματιά και κομμένη  γλώσσα.  Και  λένε πως κάθε βράδυ η ψυχή της  βγαίνει να ψάξει την νεκρή κόρη της, αλλά ποτέ μην κάνεις το λάθος να την ακολουθήσεις.

Μυστήριο: Η Κοκκινοφορεμένη.


Η ιστορία αυτή είναι που με έκανε να αναθεωρήσω ορισμένα πράγματα. Συνέβη σε εμένα και έναν φίλο μου πριν 1 χρόνο και ακόμα δεν μπορώ να δώσω μια λογική εξήγηση. Εύλογα πολλοί δεν θα την πιστέψουν, ήμουν όμως μπροστά, τα είδα με τα μάτια μου τα γεγονότα.

Πριν ένα χρόνο άρχισα να κάνω παρέα με ένα παιδί. Ήταν μεταξύ Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς όταν για πρώτη φορά βγήκαμε. Ήμασταν έξω μέχρι αργά το βράδυ, συζητούσαμε επί ώρες, περπατάγαμε και λέμε σε ένα σημείο να κάτσουμε να κάνουμε ένα τσιγάρο. Ένα θέμα (από τα λίγα) που δεν είχαμε ανταλλάξει απόψεις ήταν ο Θεός. Όντας και οι δύο άθεοι, χαρήκαμε που έχουμε ίδιες απόψεις. Καθόμασταν λοιπόν και συζητούσαμε σε ένα απόμερο στενό. Περασμένα μεσάνυχτα, σε ένα μέρος που δεν κυκλοφορούσε κανείς, βράδυ Κυριακής. Από τη μεριά του δρόμου που είχαμε ξαποστάσει εμείς ήταν παρκαρισμένα αμάξια.

Θυμάμαι εκεί που ανταλλάσσαμε απόψεις περί Θεού, κάτι είδα από την αντανάκλαση του παραθύρου σε ένα βανάκι. Αυτός δεν είδε τίποτα γιατί ήταν πλάτη στο βανάκι. Του λέω να κοιτάξει προς τα εκεί. Φοβήθηκα. Ήταν αργά το βράδυ, απομακρυσμένα από το κέντρο. Ήμασταν μόνοι και ευάλωτοι. Κοιτάμε και οι δύο προς το βανάκι για λίγο, τίποτα. Και λίγα δευτερόλεπτα μετά, ξαφνικά είναι μία γριά που έρχεται με πολύ γοργό βήμα προς εμάς, διασχίζοντας το πεζοδρόμιο. Ήταν ντυμένη από πάνω μέχρι κάτω στα κόκκινα. Δεν μπόρεσε να αντιδράσει κανείς από τους δυο μας. Η γριά ερχόταν προς το μέρος μας χαμογελαστή, με ένα βλέμμα διαπεραστικό, κοιτάζοντας μας έντονα στα μάτια. Και οι δύο τραβηχτήκαμε όσο γινόταν προς τον τοίχο. Θυμάμαι καθώς περνούσε από μπροστά μας μας ρωτά: «Είστε καλά, παιδάκια;». Εγώ χωρίς να το σκεφτώ απαντώ «Μια χαρά». Και χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Τη στιγμή που περνούσε νιώσαμε ένα ρίγος τόσο έντονο, είχαμε ανατριχιάσει ολόκληροι. Επί δύο λεπτά απλά κοιταζόμασταν, το μόνο που ακούστηκε ήταν ο φίλος μου που μου ψιθύρισε «Το είδες;;». Πάμε να σηκωθούμε και βλέπουμε πάλι αυτή τη γριά να διασχίζει γρήγορα τον δρόμο με την ίδια κατεύθυνση όπως πριν. Έκανε τον κύκλο του τετραγώνου σε έναν χρόνο που εγώ χρειάζομαι ένα 5άλεπτο.

Αυτό που συνέβη ακόμα δεν μπορώ να το εξηγήσω και η λογική μου μου υπαγορεύει πως δεν ήταν κάτι. Η λογική μου δεν μου επιτρέπει να πω πως είδα κάτι το μεταφυσικό εκείνο το βράδυ. Όμως, το λέω όσο πιο αντικειμενικά γίνεται, ποτέ δεν έχω νιώσει τέτοιο ρίγος, τέτοια αρνητική ενέργεια από κάποιον. Το βράδυ που γύριζα σπίτι, κοίταγα συνέχεια πίσω μου, αισθανόμενη πως κάποιος με παρακολουθεί. Ίσως ποτέ δεν εξηγήσω το περιστατικό.

Η γνώμη σας είναι θεμιτή.

Αρέσει σε %d bloggers: