Monthly Archives: Ιανουαρίου 2017

Τρόμου: Τα Χριστούγεννα Του Γέροντα.


Ήταν 25 Δεκεμβρίου, όπου όλοι οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν τη γιορτή των Χριστουγέννων. Στην άκρη του χωριού, όμως, ζούσε ένας γέροντας που δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί τη γιορτή αυτή, διότι έμενε μόνος του και είχε τις δικές του στενοχώριες.

Ο γέροντας Τζέισον κάθισε στην κόκκινη πολυθρόνα του τεράστιου σαλονιού του και κοιτούσε τα όμορφα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Με εξαίρεση τα φωτάκια από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το ζεστό τζάκι, το σπίτι ήταν σκοτεινό και επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Επίσης, ένα από τα δυο παράθυρα στο σαλόνι ήταν μισάνοιχτο, με αποτέλεσμα να «ταξιδεύει» προς τον κήπο, η μυρωδιά από τα νόστιμα μελομακάρονα και από τους νόστιμους κουραμπιέδες.

Στόχος του γέροντα Τζέισον είναι να «πιάσει» έναν καλικάντζαρο και, γι’ αυτόν το λόγο, κάθε Χριστούγεννα στήνει την ίδια παγίδα.

Η ώρα ήταν δέκα το βράδυ. Ο γέροντας, κοιτώντας την ομίχλη στον κήπο του, έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, έβαλε στο στόμα του ένα μελομακάρονο και φόρεσε τα γυαλιά του. Ξαφνικά, όμως, ακούει ένα θόρυβο από την κουζίνα που έμοιαζε περισσότερο σαν τρίξιμο παραθύρου… Ο γέροντας σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, άφησε στο μικρό τραπεζάκι το δαγκωμένο και νόστιμο μελομακάρονο και κοίταξε προς την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Για κάποια δευτερόλεπτα,  δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε καν η ανάσα του γέροντα. Μετά από λίγο, ο φοβισμένος γέροντας πλησιάζει με αργά βήματα προς την κουζίνα. Πριν φτάσει στην κουζίνα, αρπάζει μια καραμπίνα που βρίσκει στο πίσω μέρος της πολυθρόνας και, φτάνοντας στην κουζίνα, μπαίνει μέσα και αντικρίζει έναν ξένο! Βλέπει έναν καλοντυμένο άντρα να μπουκώνει τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες με ένα ανεξήγητο τρόπο. Επίσης, βλέπει το παράθυρο της κουζίνας ανοιχτό και πολλούς κουραμπιέδες, πεσμένους στο πάτωμα. Καθώς κοιτούσε τους κουραμπιέδες στο πάτωμα, παρατηρεί κάτι το ασυνήθιστο. Έξω από τα τρύπια παπούτσια του καλοντυμένου άντρα, υπήρχαν κοφτερά μαύρα νύχια! Τότε, το κατάλαβε.

– «Έι, εσύ!…»

φώναξε ο γέροντας, σηκώνοντας την καραμπίνα του και σημαδεύοντας τον καλικάντζαρο.

Ο καλικάντζαρος, με ανθρώπινη μορφή, άφησε κάτω ένα μελομακάρονο που έτρωγε και κοίταξε τον γέροντα στα μάτια. Μετά από την επαφή με τα μάτια, ο καλικάντζαρος σηκώθηκε από την καρέκλα και πήρε την απάνθρωπη μορφή του, κάνοντας τον γέροντα να φοβηθεί ακόμη περισσότερο. Ο γέροντας τον πυροβόλησε και ο καλικάντζαρος πετάχτηκε προς τα πίσω, πέφτοντας αναίσθητος στο πάτωμα!!!

–  «Και τώρα, θα σε ανακρίνω»

είπε ο γέροντας στο ψόφιο δαιμόνιο.

Ένας παράξενος και δυνατός ήχος, όμως, ακούγεται από το σαλόνι και ο γέροντας αφήνει τον καλικάντζαρο στην κουζίνα και τρέχει προς το σαλόνι. Όταν φτάνει στο σαλόνι βλέπει κάτι καταστροφικό! Δεν πίστευε στα μάτια του! Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είχε διαλυθεί και τα στολίδια είχαν σκορπιστεί σε ολόκληρο τον χώρο του σαλονιού!!! Κάτω, όμως, από το παράθυρο του σαλονιού είδε τη φρίκη, μπροστά στα μάτια του! Ένα μικροσκοπικό δαιμόνιο με μυτερά αυτιά και κοφτερά μαύρα νύχια στα χέρια και στα πόδια του, καταβρόχθιζε το πτώμα της νεκρής Κυρα-Φροσύνης!

Η Κυρα-Φροσύνη ήταν η γυναίκα του γέροντα Τζέισον, η οποία είχε πεθάνει πριν από 9 μήνες. Οι καλικάντζαροι είχαν καταλάβει ότι ο γέροντας Τζέισον τους έστηνε παγίδα κάθε Χριστούγεννα, και θέλησαν να ξεθάψουν την νεκρή γυναίκα του για να της δαγκώσουν το βρώμικο δέρμα της, μπροστά στα μάτια του!!! Σκέφτηκαν πως με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουν να απειλήσουν τον γέροντα, ώστε να μην ξαναστήσει παγίδα τα επόμενα Χριστούγεννα κι, έτσι, να μπορούν να τρώνε άνετα τα νόστιμα μελομακάρονα και τους νόστιμους κουραμπιέδες του.

Ο γέροντας έμεινε άναυδος!!! Κοίταξε τον μικροσκοπικό καλικάντζαρο και τον σημάδεψε με την καραμπίνα.

– «Άσε το όπλο κάτω και θα βάλουμε τη γυναίκα σου και πάλι, πίσω στον τάφο της»

του φώναξε ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος, ο οποίος είχε πασαλειμμένο βρώμικο αίμα στο στραβό σαγόνι του.

– «Αν μας δώσεις να φάμε, τότε δε θα σε ενοχλήσουμε ξανά.»

– «Εντάξει»

είπε ο γέροντας και αντιλήφθηκε ότι ο ίδιος μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.

– «Δε θα ξαναβάλω παγίδες και θα σε αφήνω να μπαίνεις στο σπίτι μου κάθε Χριστούγεννα για να τρως ότι θες, αλλά με δυο όρους. Να βάλεις ξανά τη γυναίκα μου εκεί που ανήκει και να μην ξανακάνεις τέτοιου είδους αταξίες στο δικό μου σπίτι»

του είπε, δείχνοντας το διαλυμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Όταν ο γέροντας άφησε σε μια γωνιά την καραμπίνα, ο μικροσκοπικός καλικάντζαρος εξαφανίστηκε, μαζί με την Κυρα-Φροσύνη, αφήνοντας σε αυτό το σημείο καπνό. Ο γέροντας έτρεξε προς την κουζίνα και στάθηκε πάνω από το πτώμα του αναίσθητου καλικάντζαρου που είχε πυροβολήσει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, όμως, ο αναίσθητος καλικάντζαρος έγινε καπνός. Ο γέροντας, βλέποντας τον καπνό να σκορπίζεται στον χώρο της κουζίνας, πηγαίνει ξανά στο σαλόνι και αρχίζει να στολίζει ξανά το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Γύρω στις 5:00, που ακόμα στον κήπο του σπιτιού του γέροντα επικρατεί σκοτάδι, ησυχία και ομίχλη, ο γέροντας τελειώνει το στόλισμα και ανοίγει το παράθυρο του σαλονιού. Κοίταξε στο απόλυτο σκοτάδι και το μόνο που έβλεπε ήταν η κινούμενη ομίχλη. Ξαφνικά, ανατρίχιασε. Ανατρίχιασε, επειδή άκουσε, μέσα στο σκοτάδι, αόρατες και άγνωστες φωνές να λένε ένα τραγούδι.

– «Το Τραγούδι Των Καλικαντζάρων»

είπε και ανατρίχιασε όσο ποτέ άλλοτε.

Στη συνέχεια, άφησε μισάνοιχτο το παράθυρο και άραξε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, τρώγοντας τα νόστιμα μελομακάρονα και κοιτώντας μια το χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια το ζεστό του τζάκι.

Μια συμβουλή: Να προσέχετε ποιους εμπιστεύεστε! Κάθε Χριστούγεννα, οι καλικάντζαροι παίρνουν ανθρώπινη μορφή και κυκλοφορούν τις νύχτες στους δρόμους και στα σπίτια, κάνοντας τις ζαβολιές τους και προσπαθώντας να κάνουν κακό σε οποιονδήποτε δεν τους αφήσει να κάνουν αυτό που εκείνοι θέλουν.

Αρέσει σε %d bloggers: