Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2017

Μυστήριο: Η Γυναίκα Με Τα Γκρίζα Μάτια.


Λονδίνο 1870 και ο νεαρός Τζέιμς περπατάει στα σκοτεινά σοκάκια με μόνη συντροφιά, το ολόγιομο φεγγάρι και τις σκιές της νύχτας. Από κάπου ακούγονται οι τροχοί μιας άμαξας, σαν να περνάει από δίπλα του και να εξαφανίζεται, καταπίνοντας την το άγριο σκοτάδι. Κάπου κοντά,  τα γέλια από μια παρέα αντρών, σκίζουν την σιωπή της νύχτας αλλά τον Τζέιμς φαίνεται να μην τον αγγίζει τίποτα.

Συνεχίζει σαν αερικό  που απλά βγήκε να απολαύσει την σιωπή του σκοτεινού Λονδίνου. Πριν μια ώρα την είδε, αυτή, που με τα γκρίζα της ματιά τον έκανε να φαντάζεται άγριες καταιγίδες, με τα μακριά ξανθά της μαλλιά το ανοιξιάτικο χάδι του ήλιου στο πρόσωπο του και με το γλυκό χαμόγελο της τον έκανε να φαντάζεσαι οικογένεια, την δική του οικογένεια, μαζί της. Του υποσχέθηκε ότι θα τον ξανασυναντήσει αύριο, την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο αλλά μόνοι τους στο λονδρέζικο ποτάμι, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των κατοίκων της πόλης.

Η νύχτα πέρασε πιο αργά απ’ ότι δίνει ο χειμώνας την θέση του στην άνοιξη. Το όμορφο πρωινό δεν γλύκανε την ανυπομονησία του και τα Χαρούμενα γέλια των παιδιών, δεν καταλάγιασαν τον φόβο του για το αν θα κατάφερνε να συναντήσει την αγαπημένη του την νύχτα.

Οι ώρες πέρασαν και η στιγμή έφτασε για τον νεαρό Τζέιμς. Έκανε την ίδια διαδρομή όπως το προηγούμενο βράδυ, σαν να φοβόταν πως αν αλλάξει το παραμικρό, ίσως αυτή εξαφανιζόταν, σαν κάτι το ονειρικό, το εξωπραγματικό. Με αυτές τις σκέψεις να γυροφέρνουν το θολωμένο του μυαλό, την είδε εκεί, στο ίδιο σημείο να τον κοιτάει  με τα μεγάλα γκρίζα της μάτια, τα χρυσά μαλλιά της να ανεμίζουν και το γλυκό χαμόγελο της να τον καλεί να πάει κοντά της.

Την πλησίασε και ένιωσε μια ζεστασιά στην καρδιά του. Την είδε να προχωράει και απλά, την ακολούθησε. Περπατούσε δίπλα της σε μια ήρεμη νυχτερινή βόλτα κοιτώντας το λονδρέζικο ποτάμι. Εκεί, ξαφνικά γύρισε και την ρώτησε αν θέλει να γίνει γυναίκα του. Αυτή απλά του χαμογέλασε και συνέχισε να περπατάει.

Οι ώρες πέρασαν και καθώς  πλησίαζε το ξημέρωμα, ακούστηκαν οι οπλές αλόγου. Ένας άγνωστος καβαλάρης σταμάτησε δίπλα τους, άπλωσε το χέρι στην κοπέλα και έτσι,  χωρίς ένα αντίο τον άφησε με μια γλυκιά ανάμνηση της βόλτας τους και εξαφανίστηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του.

Τα επόμενα βράδια πέρασαν βρίσκοντας τον Τζέιμς στο ίδιο σημείο που είχαν συναντηθεί αλλά αυτή ήταν άφαντη, μέχρι που ένα βράδυ, πηγαίνοντας προς το καμαράκι που νοίκιαζε την είδε να βγαίνει γρήγορα από μια άμαξα, να τρέχει προς το μέρος του και να του ψιθυρίζει μια μόνο λέξη, ΝΑΙ, Δίνοντας του ραντεβού για το επόμενο βράδυ.

Οι ώρες πέρασαν σαν μια άγρια τρικυμία από την ψυχή του και η νύχτα έφτασε. Η όμορφη νύφη του όπως του υποσχέθηκε τον περίμενε αλλά δεν ήταν μόνη της, ο καβαλάρης της προηγούμενης νύχτας ήταν εκεί, περιμένοντας με μια μεγάλη άμαξα. Η κοπέλα τον κάλεσε μέσα να μπει, μαζί της. Στην καμπίνα της άμαξας υπήρχαν μόνο αυτοί οι δύο, κλείνοντας έξω την κρύα νύχτα με τις σκιές της.

Της πρόσφερε ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα, όπως άρμοζε σε μια νύφη, την δικιά του νύφη. Τον κοίταξε με αυτά τα γκρίζα ματιά που τόσο αγάπησε. Τον άγγιξε με το λευκό χέρι της στο πρόσωπο και ένιωσε μια παγωνιά να τον διαπερνάει και να τυλίγει σαν γροθιά την καρδιά του. Του χαμογέλασε, πλησίασε το στόμα του και τον άγγιξε με τα κατακόκκινα, παγωμένα σαν το κατάλευκο χιόνι, χείλη της. Ένιωσε την καρδιά του να σταματάει, το χαμόγελο του να παγώνει, την ψυχή να αφήνει το μουδιασμένο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και το τελευταίο πράγμα που είδε,  πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ήταν τα μάτια της… Πως είχε ξεγελαστεί και δεν είχε προσέξει ότι ήταν μαύρα σαν την χειμωνιάτικη κατασκότεινη νύχτα που τον κατάπινε.

Τον βρήκαν την άλλη μέρα το πρωί, σε ένα μικρό σοκάκι με το χαμόγελο παγωμένο στα χείλη του και τα μάτια του να κοιτάνε άψυχα τον γαλάζιο ουρανό, με εάν λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι. Τα χρόνια πέρασαν και πολλοί που έτυχε να περάσουν μέχρι και σήμερα από τον τάφο του ρομαντικού Τζέιμς, είπαν ότι είδαν, εκεί δίπλα στην πλάκα που γράφει το όνομα του, το Φάντασμα της ξανθιάς κοπέλας, με το ίδιο γλυκό χαμόγελο στα χείλη, να κρατάει ένα λευκό τριαντάφυλλο… ΠΕΘΑΜΕΝΗ Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;

=======================================

Θα ήθελα να ευχαριστήσω την σελίδα σας,  για την ευκαιρία που μας δίνει να μοιραζόμαστε τις ιστορίες και τις σκέψεις μας με άλλους φίλους φαν, του είδους. Λεμπέση Ρόη.

=======================================

Φαντάσματα: Το Σπίτι Με Τις Λεβάντες.


Ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει, δεν έχει αγγίξει, δεν έχει ακούσει κάτι περίεργο, εξωπραγματικό, στην μέση της νύχτας ή ακόμα και μέρα μεσημέρι. Κάποιοι νεκροί δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι έχουνε πεθάνει, και κάποιοι ζωντανοί δεν θέλουν να αποδεχτούν τον θάνατο ενός αγαπημένου τους προσώπου.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ εκτυλίσσεται στην Ιρλανδία στα τέλη του 19ου αιώνα. Σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας λοιπόν ζούσαν δύο αδερφές οι οποίες είχαν χάσει μέσα σε ένα εξάμηνο και τους δύο γονείς τους και τους έθαψαν σε έναν λόφο, κοντά στο σπίτι τους. Είχαν μια μικρή περιουσία που τους είχε αφήσει ο πατέρας τους και το μικρό σπιτάκι που έμεναν με τους γονείς τους, το πατρικό τους, και αυτό ήταν όλο αλλά τους έφτανε και ήταν ικανοποιημένες, μιας και ήταν και οι δύο ανύπαντρες και θα παρέμεναν έτσι μιας και ήταν μεγαλοκοπέλες, για την εποχή.

Ήταν δύο όμορφες και ευγενικές κοπέλες. Η μεγάλη, πιο εξωστρεφής,  κανόνισε τα οικονομικά του σπιτιού και η μικρή,  πιο κλειστή σαν χαρακτήρας είχε αναλάβει το νοικοκυριό του σπιτιού και έτσι πέρναγαν ήρεμα τις μέρες τους.

Ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό αποφάσισαν να κάνουν έναν περίπατο στην εξοχή και με την ευκαιρία η μικρή αδερφή να μαζέψει λεβάντα, ήταν από τις αγαπημένες της ασχολίες να μαζεύει, πρωί πρωί, λεβάντα και να την χρησιμοποιεί στα πάντα, φρέσκια στα βάζα, αποξηραμένη μέσα σε μαξιλαροθήκες, ακόμα και στην μαγειρική.

Όπως είναι γνωστό,  σε αυτές τις χώρες, ο καιρός είναι απρόβλεπτος και έτσι εκείνο το πρωί τις δύο αδερφές έπιασε ξαφνική μπόρα. Πρόλαβαν και έφτασαν σπίτι σχετικά γρήγορα αλλά η μικρή αδερφή, σαν πιο ευαίσθητη που ήταν κόλλησε ένα άσχημο κρύωμα. Οι μέρες πέρναγαν μέσα σε μια αγωνία στο μικρό σπίτι. Η μεγάλη αδερφή φρόντιζε όσο μπορούσε την μικρή της αδερφή και ο γιατρός του χωριού, περνούσε δύο φορές την ημέρα για να δει την κοπέλα.

Οι μέρες πέρασαν και ο κίνδυνος φάνηκε να έφυγε. Ένα βράδυ η κοπέλα δίψασε και επειδή δεν ήθελε να ενοχλήσει την αδερφή της που κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι, αποφάσισε να σηκωθεί και να πάει στο διπλανό Κόμο που ήταν η κανάτα με το ποτήρι. Εκείνη την στιγμή άκουσε ένα θόρυβο, σαν τρίξιμο σκάλας, προχώρησε σιγά σιγά, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στον σκοτεινό διάδρομο. Κοίταξε προς την σκάλα και δεν είδε τίποτα. Μόλις έκανε να γυρίσει είδε δύο σκιές να προχωρούν προς το δωμάτιο, που μοιραζόταν με την αδερφή της και να εξαφανίζονται.

Αμέσως πήγε και φώναξε την αδερφή της αλλά αυτή δεν απάντησε, παρά είχε την πλάτη γυρισμένη, σαν να κοιμόταν ακόμα. Η κοπέλα την άγγιξε διστακτικά στον ώμο και τότε η αδερφή της γύρισε το πρόσωπό της απότομα και την κοίταξε κατάματα. Η κοπέλα ήθελε να ουρλιάξει γιατί ξάφνου, είδε την μεγάλη αδερφή άσπρη σαν πανί, με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα ανοιχτό, σε μια βουβή Κραυγή. Η κοπέλα οπισθοχώρησε. Ότι ήταν αυτό που τρόμαξε την αδερφή της τόσο πολύ, σίγουρα βρισκόταν ακόμα στο δωμάτιο και έτσι όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα της.

Η κοπέλα πέρασε την βραδιά ακούγοντας απόκοσμες νυχτερινές κραυγές, που την θέση τους έδωσαν στα γλυκά πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών. Η κοπέλα σηκώθηκε με περίσσια όρεξη αλλά πρόσεξε ότι η αδερφή της είχε ήδη σηκωθεί. Αποφάσισε να πάει να της μιλήσει για τα βραδινά γεγονότα. Βγαίνοντας από την πόρτα πρόσεξε ότι οι λεβάντες στα βάζα, ήθελαν άλλαγμα, οπότε αποφάσισε αργότερα να βγει να μαζέψει φρέσκιες. Πηγαίνοντας στην κουζίνα, να βρει την αδερφή της, ένιωσε μια ανατριχίλα να διαπερνάει ολόκληρο το κορμί της.

Μόλις γύρισε είδε από το μεγάλο παράθυρο, του μικρού καθιστικού, δύο σκιές να βγαίνουν έξω και να χάνονται στον κήπο. Αμέσως έτρεξε να βρει την αδερφή της, ήταν στην κουζίνα, με γυρισμένη την πλάτη κοιτάζοντας έξω από ένα μικρό παράθυρο. Μόλις η κοπέλα προσπάθησε να της εξηγήσει τι είδε, εκείνη όχι μόνο δεν της απάντησε αλλά αμέσως έτρεξε έξω από το δωμάτιο, σαν να μην ήθελε να την ακούσει.

Η κοπέλα μην αντέχοντας άλλο,  βγήκε γρήγορα έξω στον καθαρό αέρα. Αποφάσισε να πάει μια μικρή βόλτα, να ηρεμήσει πριν γυρίσει σπίτι. Στον περίπατο που έκανε σκέφτηκε να μαζέψει μερικές λεβάντες και να αφήσει λίγες και  στον τάφο των γωνιών της. Φτάνοντας στον λόφο που βρίσκονταν οι τάφοι, αντίκρισε κάτι που την σόκαρε. Εκεί,  δίπλα στους γονείς της υπήρχε και ένας τρίτος τάφος που δεν υπήρχε πριν.

Πλησίασε διστακτικά στην ταφόπλακα και πρόσεξε ότι επάνω, κάποιος είχε αφήσει ένα μπουκέτο λεβάντες. Όταν διάβασε το όνομα στην πλάκα, άρχισε να συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί. Επάνω έγραφε το δικό της όνομα και ημερομηνία θανάτου, μια εβδομάδα μετά τον περίπατο με την αδερφή της και την μπόρα που την έριξε στο κρεβάτι και η οποία τελικά της πήρε την ζωή.

Τότε κατάλαβε και την περίεργη συμπεριφορά της αδερφής της, το προηγούμενο βράδυ και το σημερινό πρωινό. Δεν ήταν λίγο να ακούς και να νιώθεις το άγγιγμα της νεκρής σου αδερφής. Όσο προσπαθούσε να καταλάβει τι της συμβαίνει ένιωσε κάποιον να την παρακολουθεί, γυρίζοντας αντίκρισε τις δύο σκιές οι οποίες, σιγά σιγά ξεκαθάρισαν και τότε είδε τα χαμογελαστά πρόσωπα των γονιών της. Της άπλωσαν τα χέρια και αυτή με χαρά τα έπιασε και ξεκίνησαν μαζί, το νέο τους μεγάλο ταξίδι. Η μεγάλη αδερφή, με δάκρυα στα μάτια, παρακολουθούσε μέσα από το σπίτι, ότι έχει αγαπήσει πιο πολύ στην ζωή της, να εξαφανίζεται μέσα στην πρωινή πάχνη  και μια γλυκιά ευωδιά λεβάντας άρχισε να πλανάται στον αέρα.

==================================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Καλλιρρόη για την ιστορία της.

==================================

Αστικοί Μύθοι: Κραυγή Για Βοήθεια.


Κάποτε,  σε μια γερμανική πόλη,  οι κάτοικοι της είχαν ξεσηκωθεί από ένα τραγικό γεγονός που συνέβη λίγες μέρες πριν. Ένας οδηγός λεωφορείου κάποιο βράδυ που είχε βραδινή βάρδια. Λίγο πριν φτάσει στην στάση στο κέντρο της πόλης, μια κοπέλα πετάχτηκε μπροστά του ουρλιάζοντας για βοήθεια. Λόγω της περασμένης ώρας, δεν είχε επιβάτες και επειδή η περιοχή ήταν κακόφημη προτίμησε να αδιαφορήσει και να μην ανακατευτεί, στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η νεαρή κοπέλα.

Δυστυχώς την ώρα που την προσπέρναγε,  δεν πρόσεξε τον άντρα με την κουκούλα που παραμόνευε πίσω από τους θάμνους. Την άλλη μέρα το πρωί, ο οδηγός είδε στην εφημερίδα την φωτογραφία της κοπέλας. Αυτό που διάβασε τον σόκαρε. Η κοπέλα βρέθηκε με διαλυμένο πρόσωπο και βιασμένη στο σημείο που ζήτησε την βοήθεια του οδηγού. Αμέσως πήγε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και τους εξήγησε τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ.

Οι αστυνομικοί,  όπως είναι φυσικό, τον κατηγόρησαν, γεμίζοντας τον με περισσότερες τύψεις, ειδικά όταν του εξήγησαν τις λεπτομέρειες του φρικιαστικού εγκλήματος. Ο άνθρωπος κατέρρευσε και χρειάστηκε ιατρική βοήθεια.

Η άτυχη κοπέλα ήταν ένα κορίτσι μόλις δεκαεννέα χρόνων, γύρναγε μετά από μια έξοδο της με τις φίλες της και επειδή ήταν κοντά στο σπίτι της, αποφάσισε να αφήσει την παρέα της και να γυρίσει μόνη της με τα πόδια. Την ώρα που βρισκόταν στο μαγαζί, δεν είχε καταλάβει ότι ένας πενήνταχρόνος άντρας  που καθόταν στο μπαρ, όλη αυτή την ώρα την παρακολουθούσε.

Όταν το κορίτσι ξεκίνησε να φύγει, ο άντρας την ακολούθησε. Στα μισά του δρόμου, όπου δεν υπήρχε κίνδυνος να τους ακούσει κανείς,  επιτέθηκε στην άτυχη κοπέλα, αυτή ούρλιαξε και κατάφερε για λίγο να ξεφύγει. Εκείνη την ώρα πέρναγε ο οδηγός με το λεωφορείο, ο άντρας κρύφτηκε γρήγορα στους θάμνους. Όταν είδε ότι ο οδηγός απλά προσπέρασε τις κραυγές βοήθειας του κοριτσιού, χαμογέλασε σατανικά, την πλησίασε και εκεί στην μέση του δρόμου, με τα πίσω φώτα του λεωφορείου ακόμα να φαίνονται, χτύπησε άσχημα την κοπέλα στο πρόσωπο με μια πέτρα μέχρι που το πολτοποίησε και όταν είχε σιγουρευτεί ότι ήταν νεκρή, έβγαλε όλη του την αρρωστημένη μανία βιάζοντας την άγρια ενώ δεν υπήρχε στην ζωή και την άφησε  εκεί πεταμένη.

Κατάφεραν και τον έπιασαν μετά από λίγο καιρό, την στιγμή που προσπάθησε να κάνει το ίδιο σε ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι. Για καλή της τύχη, κάποιοι περαστικοί την άκουσαν και την βοήθησαν και έτσι δεν είχε την ίδια τύχη με την άμοιρη κοπέλα. Λένε πως πολλοί οδηγοί, την ίδια ώρα που δολοφονήθηκε, αν τύχει και περάσουν από το σημείο εκείνο, βλέπουν ξαφνικά την κοπέλα να πετάγεται μπροστά στο αμάξι, ουρλιάζοντας για βοήθεια, με το πρόσωπο διαλυμένο, μέσα στα αίματα και μετά να χάνεται στο σκοτάδι.

==================================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Καλλιρρόη για την ιστορία της.

==================================

Αρέσει σε %d bloggers: