Monthly Archives: Απρίλιος 2017

Φαντάσματα: Ο Άγνωστος Άντρας.


Είναι αρχές του του 1936, σε ένα χωριό της Μεσσηνίας. Ο χειμώνας είναι βαρύς αυτή την χρονιά και έχει αναγκάσει τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού να έχουν κλειστεί στα σπίτια τους, κοντά στην γλυκιά ζεστασιά που φέρνουν τα αναμμένα ξύλα από το τζάκι. Η μόνη έξοδος που θα μπορούσαν να έχουν είναι, στην πρωινή κυριακάτικη λειτουργία. Οι άντρες που και που μαζεύονται στο καφενείο της πλατείας και οι γυναίκες, συνήθως, έμεναν στο σπίτι για να ασχοληθούν με το νοικοκυριό.

Κοντά στην εκκλησία του χωριού υπήρχε ένα όμορφο διώροφο σπίτι, με γκρίζα πέτρα και μεγάλες ξύλινες βεράντες. Είχε έναν μεγάλο κήπο που το καλοκαίρι, μόσχο μύριζε ο τόπος όλος από το γλυκό άρωμα των λουλουδιών του. Τώρα ήταν γυμνός από χρώματα και το μόνο του στολίδι ήταν ένα πηγάδι που η πέτρα του ήταν τόσο παλιά, που είχε αποτυπωμένη επάνω της όλη την ιστορία των οικογενειών που πέρασαν από το όμορφο, επιβλητικό, αρχοντικό σπίτι.

Στο σπίτι κατοικούσε μια όμορφη νεαρή κοπέλα, η Αλεξία. Ήταν ορφανή από τα έξι της και την μεγάλωσε η γιαγιά της, από την πλευρά της μητέρας της, σε αυτό το μεγάλο αρχοντικό, σαν παιδί της και ακόμη καλύτερα έως ότου η νεαρή κοπέλα κλείσει τα δεκαεννέα, όπου η γριά γυναίκα έφυγε από την ζωή και την άφησε μόνη της.

Με αυτό το σπίτι και μεγάλη περιουσία στο όνομα της, δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, ούτε και την ομορφιά της νιότης μιας και η ίδια ήταν η ομορφότερη κοπέλα της περιοχής. Ψηλή, μελαχρινή, με μεγάλα καστανά, εκφραστικά, αμυγδαλωτά ματιά και γλυκό χαμόγελο. Όλα αυτά, μαζί με την μεγάλη περιουσία που είχε, την έκαναν την πιο περιζήτητη νύφη της περιοχής. Η ίδια όμως είχε είδη αναγνωρίσει από μικρή ηλικία, ποιος θα είναι αυτός που θα ήθελε να συνεχίσει την ζωή της, μαζί του. Ο Γιάννης, ένα παλικάρι του χωριού, είκοσιδυο χρόνων, που του είχε χαρίσει την καρδιά της κρυφά, ένα καλοκαίρι που η ίδια ήταν μόλις δώδεκα χρόνων και τον είδε στο ποτάμι να ξεπλένει από το πρόσωπό τον ιδρώτα που δημιουργούσε η ζέστη του καλοκαιριού. Ήταν ψιλός για την ηλικία του, με σπαστά ξανθά μαλλιά και όμορφα καλοσυνάτα γαλάζια ματιά, αυτά που πρωτοείδε και της έκλεψαν την καρδιά. Τα χρόνια πέρασαν και τώρα που ήταν σε ηλικία γάμου οι δύο νέοι, άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους.

Αυτά σκεφτόταν η Αλεξία καθώς καθόταν και κοίταζε έξω από το παράθυρο του δωματίου της, τον αέρα που χτύπαγε με μανία τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού και την έκαναν να τρομοκρατείται, αγριεμένη όπως ήταν στην μοναξιά του μεγάλου αρχοντικού.

Ξαφνικά έξω από την καγκελόπορτα του κήπου, νόμιζε ότι είδε κάποιον να κοιτάει προς το μέρος της, αμέσως κρύφτηκε πίσω από την δαντελωτή κουρτίνα γιατί πίστεψε πως ο άγνωστος, δεν ήταν άλλος από τον Γιώργη, έναν νέο άντρα από το γειτονικό χωριό, ο οποίος την ζητούσε έντονα σε γάμο εδώ και μήνες. Η ίδια φοβόταν να του αρνηθεί γιατί είχε άσχημη φήμη αλλά ήλπιζε ότι μετά τον αρραβώνα με τον Γιάννη, δεν θα την ξαναενοχλούσε.

Πέρασαν λίγες στιγμές ώσπου να ηρεμήσει. Κάποια στιγμή που ήταν περασμένη η ώρα αποφάσισε να ξαπλώσει. Πήγε και άναψε την λάμπα πετρελαίου, στο τραπεζάκι που είχε τις εικόνες των αγίων και τις φωτογραφίες της οικογένειάς της, εκεί που έκαιγε το καντηλάκι.

Την ώρα που πήγε να ξαπλώσει, άκουσε την πόρτα του σπιτιού να τρίζει, σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει. Αμέσως μετά την άκουσε να ανοίγει και να κλείνει απαλά και τις βαριές μπότες ενός άντρα να ανεβαίνουν αργά προς τα δωμάτια. Η ίδια ένιωσε να παγώνει η καρδιά της και τρέμοντας με βαριά πόδια, έτρεξε και κρύφτηκε κάτω από τα βαριά σκεπάσματα του κρεβατιού της. Προσπάθησε να ηρεμήσει την αναπνοή της για να μπορέσει να ακούσει. Για λίγο δεν άκουγε τίποτα αλλά ξαφνικά άκουσε τα βαριά βήματα του άνδρα να πλησιάζουν την πόρτα και να την ανοίγουν. Κοίταξε κρυφά αλλά δεν έβλεπε καθαρά και το μόνο που έκανε ήταν να τον νιώθει να περιφέρεται στο δωμάτιο. Ξαφνικά ο άγνωστος άντρας πλησίασε το τραπέζι με το καντηλάκι και την λάμπα. Την έσβησε, αφήνοντας το δωμάτιο στο σκοτάδι και την μικρή φλόγα στο καντηλάκι να σιγοκαίει. Η Αλεξία περίμενε με κομμένη την ανάσα την επόμενη κίνηση του άγνωστου εισβολέα και εκεί που δεν το περίμενε τον ένιωσε να ξαπλώνει δίπλα της , κάτω από τα σκεπάσματα. Κατά έναν περίεργο τρόπο ο φόβος έφυγε, από την καρδιά της και ένιωσε μια γλυκιά ζεστασιά να φωλιάζει μέσα της, σαν να ήταν γνωστή η μυρωδιά του αγνώστου, σαν να ξάπλωναν μαζί κάθε βράδυ. Έτσι σιγά σιγά η ήρεμη αναπνοή του άντρα, την έκαναν να βυθιστεί σε έναν όμορφο γλυκό ύπνο.

Το ξημέρωμα ήρθε, τα πουλιά είχαν είδη αρχίσει από νωρίς το τραγούδι τους, ο καιρός ήταν ήρεμος και ο χθεσινό βραδινός άγριος αέρας, ήταν πια ανάμνηση. Οι καμινάδες των σπιτιών είχαν αρχίσει σιγά σιγά να καπνίζουν και οι κάτοικοι του χωριού να πηγαίνουν στις δουλειές τους.

Όπως κάθε πρωί έτσι έκανε και ο γέρο Γιάννης. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το πρωινό φως, σηκώθηκε αργά, πλησίασε το παράθυρο, παραμέρισε τις δαντελωτές κουρτίνες και άνοιξε τα παράθυρα για να μπει το καθαρό πρωινό αεράκι. Γύρισε αργά και ετοιμάστηκε για τις συνηθισμένες αγροτικές εργασίες. Του είχαν πέσει πολλά εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που είχε αναλάβει και τα κτήματα της γυναίκας του εκτός από τα δικά του. Γύρισε χαμογελαστός και κοίταξε στο τραπέζι με τις παλιές φωτογραφίες, εκεί που εχθές το βράδυ έκαιγε το καντηλάκι. Έστειλε ένα φιλί στην φωτογραφία της γυναίκας του. «Θα τα πούμε το βράδυ γλυκιά μου», της είπε και ξεκίνησε την μέρα του με την σκέψη της. Είχε συνηθίσει εδώ και πολλά χρόνια να πλαγιάζει κάθε βράδυ δίπλα στο φάντασμα της νεκρής συζύγου του. Της αγαπημένης του Αλεξίας.

===========================

Ευχαριστούμε την Ρόη Λ. για την ιστορία της

===========================

 

Στοιχειωμένα Σπίτια: Το Παλιό – Παλιό Νοσοκομείο Της Αλεξανδρούπολης.


Το παλιό νοσοκομείο στην πόλη μου έχει κλείσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μια μέρα αποφασίσαμε να το εξερευνήσουμε. Εγώ εντωμεταξύ, ανέλαβα να πάρω σταυρούς και κομποσκοίνια σε περίπτωση που έρθουμε σε επαφή με κάτι παραφυσικό! Αποφασίσαμε να μπούμε στο νοσοκομείο την νύχτα!

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν μία απαίσια μυρωδιά. Προχωρήσαμε μέσα σε ένα δωμάτιο και ακούσαμε ένα ψίθυρο, και παγώσαμε όταν τον ακούσαμε να λέει τα ονόματα μας! Αρχίσαμε να τρέχουμε όλοι προς την έξοδο αλλά, ήταν ΚΛΕΙΔΑΜΠΑΡΩΜΕΝΗ! Τότε ξανακούσαμε την ίδια φωνή μόνο που δεν ψιθύριζε αλλά ούρλιαζε κι έλεγε «Γιάννη, Ιορδάνη και Χρήστο θα πεθάνετε’». Ο Χρήστος (που ήταν κι ο μικρότερος) άρχισε να κλέει. Και με αυτό που αντικρίσαμε αρχίσαμε να κλαίμε κι εμείς…

Μια γυναίκα με χιλιοσκισμένο ρούχο (απ’ αυτά που φοράνε στα νοσοκομεία) και κατάμαυρα μαλλιά κατευθυνόταν προς το μέρος μας. Το πρόσωπο της ήταν κάτασπρο σαν αυτό ενός πτώματος. Τότε θυμήθηκα τους σταυρούς και τα κομποσκοίνια που είχα πάρει μαζί μου. Κατευθείαν τράβηξα έναν σταυρό και τον πέταξα στην γυναίκα-φάντασμα. Αυτή άρχισε να ουρλιάζει και η πόρτα από πίσω μας ξεφράκαρε. Ο Γιάννης έσπρωξε την πόρτα και με ένα σάλτο βρεθήκαμε έξω απ’ το νοσοκομείο. Την επομένη όταν περάσαμε απ’ έξω στο παράθυρο κρέμονταν ο σταυρός μου. Και το χειρότερο είναι πως κρέμονταν από μια τούφα κατάμαυρα μαλλιά…

Ακολουθεί ένα power point που έκανα για τις ανάγκες της ιστορίας:

Όνειρα: Το Μαγαζάκι Στην Elm Street.


Ο Bill άναψε άλλο ένα τσιγάρο (ήταν το όγδοο από το πρωί), ε και τι έγινε…. σκέφτηκε. Καθόταν στο γνωστό γωνιακό μαγαζάκι της Ελμ Στριτ, τα τελευταία πέντε χρόνια, στο ίδιο τραπέζι κοντά στις τουαλέτες (εδώ ήταν πιο ήσυχα). Ήπιε μια γουλιά από τον δυνατό, σκέτο καφέ του. Ήταν ο μόνος τρόπος να τον  κρατήσει ξύπνιο.

Εχθές πάλι είδε το ίδιο όνειρο που βλέπει πέντε χρόνια τώρα. Ξεκίνησε αμέσως μετά το ατύχημα που τον κατέστησε κουτσό από το δεξί πόδι. Όπως είπαν, απλά έπεσε με φόρα σε ένα δέντρο χωρίς κανένα ίχνος φρεναρίσματος. Δεν θυμόταν τίποτα,  αλλά αυτά συμβαίνουν μετά από ένα τέτοιο ατύχημα, έτσι δεν είναι; το μόνο που τον στεναχώρησε πιο πολύ και από το σακατεμένο  του πόδι ήταν ότι καταστράφηκε το αμάξι του. Ένα Ford Crestline Victoria, δώρο του πεθερού του για τον γάμο του με την αγαπημένη του κόρη. Σκούρο πράσινο με λευκή οροφή και σκούρα καφέ δερμάτινα καθίσματα. Το άξιζε αυτό το αυτοκίνητο έτσι όπως ήρθαν τελικά τα πράγματα.

Καλύτερα να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν. Ήρθε η ώρα να φύγει. Πλήρωσε την σερβιτόρα και προχώρησε προς την έξοδο κουτσαίνοντας.  Είχε συνηθίσει τα περίεργα βλέμματα και είχαν πάψει να τον απασχολούν. «Να μας ξανάρθεις Bill» του είπε η μικροκαμωμένη ξανθιά σερβιτόρα. «Αύριο Κυριακή, με την οικογένεια στην καθιερωμένη μας βόλτα», είπε και βγήκε στον τσουχτερό αέρα του Ιανουαρίου.

Κατεβαίνοντας την Έλμ Στριτ σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να περάσει και από την εφημερίδα. Είχε να φανεί μια εβδομάδα. Δούλευε στην New York Press τέσσερα χρόνια σαν φωτογράφος χωρίς να έχει πάρει ούτε μια μέρα άδεια… και τι έγινε αν λείψει άλλη μια;

Καθώς τα σκεφτόταν αυτά έφτασε στο σπίτι. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα άκουσε πάλι τις φωνές και τους τσακωμούς των παιδιών του. Δύσκολο να συνυπάρξουν στο ίδιο σπίτι ένα κορίτσι και ένα αγόρι με τις εφηβικές ορμόνες να έχουν χτυπήσει κόκκινο. Έτρεξαν βολίδα δίπλα μου, χωρίς καν να με κοιτάξουν. Για αυτά είμαι μόνο δολάρια, σκέφτηκε.

Πηγαίνοντας προς την κουζίνα άκουσα την φωνή της «γλυκιάς μου γυναικούλα» να μαλώνει τα παιδιά. Έχουν περάσει εφτά μέρες από την στιγμή  που μου ζήτησε διαζύγιο και ακόμα δεν της έχω απαντήσει τίποτα. Εδώ και έναν χρόνο έχω μάθει για την παράνομη σχέση της με έναν πωλητή ηλεκτρικών συσκευών,  αλλά και τότε δεν της είπα τίποτα…..ούτε και τώρα έχω σκοπό να το κάνω.

Γύρισε και τον κοίταξε ανέκφραστη και απλά συνέχισε να μαλώνει τα παιδιά. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα και απλά το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μπορούσε να σβήσει από τον χάρτη της ζωής του, την οικογένεια του και μετά να κοιμηθεί…… απλά να κοιμηθεί χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες.

Όταν ξύπνησε ήταν ξημέρωμα. Μα πόσες ώρες είχε κοιμηθεί; Κοίταξε δίπλα του και κατάλαβε ότι εκείνη δεν είχε κοιμηθεί καν στο κρεβάτι τους. Τους βρήκε όλους στην κουζίνα και για άλλη μια φορά τον έκαναν να νιώσει αόρατος. Ήταν πρωί Κυριακής και όπως κάθε Κυριακή θα πήγαιναν στο μαγαζάκι της Έλμ Στριτ για αναψυκτικά, σαν μια αγαπημένη οικογένεια.

Μόλις έφτασαν η γλυκιά σερβιτόρα τον χαιρέτισε εγκάρδια…. η υπόλοιπη οικογένεια, χωρίς να πει ένα καλημέρα, απλά την προσπέρασε και κάθισε σε ένα τραπεζάκι κοντά στην τζαμαρία. Ποτέ δεν του άρεσε αυτή η θέση….. πολύ φως. Ένιωθε ότι οι πεζοί που πέρναγαν βιαστικοί μπροστά από το μαγαζάκι, τον κοίταζαν και …… ήξεραν.

«Τα συνηθισμένα»; με ρώτησε η σερβιτόρα, «ναι ευχαριστώ» της απάντησα. Πήγα και κάθισα δίπλα στον γιο μου. «Δείχνεις κουρασμένος», μου είπε η γυναίκα μου. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον  για εμένα. «Δεν είναι τίποτα, επιτέλους κατάφερα και κοιμήθηκα», της απάντησα.

Εκείνη την ώρα έφτασε η σερβιτόρα. Έναν καφέ, σκέτο για εμένα, δύο γρανίτες φράουλα,  για τα παιδιά και μιλκ σέικ σοκολάτα για την γυναίκα μου. Μόλις έφυγε η κοπέλα εκείνη με κοίταξε,  «συνεχίζει ο ίδιος εφιάλτης;». «Τα τελευταία πέντε χρόνια», της απάντησα. «Θέλεις να τον μοιραστείς μαζί μου;», μου είπε. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι ίσως θα έπρεπε επιτέλους, να μοιραστώ τον εφιάλτη που με βασανίζει πέντε χρόνια τώρα.

Βρίσκομαι πίσω, στην ημέρα του ατυχήματος, μπαίνω στο αμάξι και ξαφνικά βλέπω τα παιδιά και εσένα να βγαίνετε από το σπίτι τρέχοντας και να μου ζητάτε να σας πάω στο εμπορικό, στο κέντρο. Στον δρόμο τα παιδιά φωνάζουν, εσύ όπως πάντα προσπαθείς να τα ηρεμήσεις, ο μικρός αρχίζει να κλωτσάει το κάθισμα μου, γυρίζω για να του πω να σταματήσει και ξαφνικά σε ακούω να ουρλιάζεις, γυρίζω και το μόνο που πρόλαβα να δω είναι ο κορμός  του δέντρου, πριν πέσω με ταχύτητα επάνω του.

Για λίγη ώρα, το μόνο που άκουγα ήταν η αναπνοή μου. Όταν σήκωσα το βλέμμα μου να την κοιτάξω, το μόνο που μου είπε ήταν, «μην ανησυχείς, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που βλέπουμε», και μετά συνέχισε απλά να κοιτάει έξω από το παράθυρο, σαν να μην έγινε ποτέ η κουβέντα που μόλις κάναμε.

Μόλις τελείωσαν τα παιδιά και η γυναίκα μου τα αναψυκτικά τους,  πλήρωσα και σηκωθήκαμε να φύγουμε. «Τα λέμε αύριο πάλι Bill», είπε η ξανθιά σερβιτόρα, «ναι, αύριο» της είπα. Η κοπέλα πήγε να μαζέψει τα ποτήρια από το τραπέζι του Bill. Το άδειο φλιτζάνι του και τα τρία ανέγγιχτα ποτήρια της οικογένειας του, όπως κάνει κάθε Κυριακή τα τελευταία πέντε χρόνια.

===============================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Ρόη για την ιστορία της

===============================

Αρέσει σε %d bloggers: