Όνειρα: Το Μαγαζάκι Στην Elm Street.


Ο Bill άναψε άλλο ένα τσιγάρο (ήταν το όγδοο από το πρωί), ε και τι έγινε…. σκέφτηκε. Καθόταν στο γνωστό γωνιακό μαγαζάκι της Ελμ Στριτ, τα τελευταία πέντε χρόνια, στο ίδιο τραπέζι κοντά στις τουαλέτες (εδώ ήταν πιο ήσυχα). Ήπιε μια γουλιά από τον δυνατό, σκέτο καφέ του. Ήταν ο μόνος τρόπος να τον  κρατήσει ξύπνιο.

Εχθές πάλι είδε το ίδιο όνειρο που βλέπει πέντε χρόνια τώρα. Ξεκίνησε αμέσως μετά το ατύχημα που τον κατέστησε κουτσό από το δεξί πόδι. Όπως είπαν, απλά έπεσε με φόρα σε ένα δέντρο χωρίς κανένα ίχνος φρεναρίσματος. Δεν θυμόταν τίποτα,  αλλά αυτά συμβαίνουν μετά από ένα τέτοιο ατύχημα, έτσι δεν είναι; το μόνο που τον στεναχώρησε πιο πολύ και από το σακατεμένο  του πόδι ήταν ότι καταστράφηκε το αμάξι του. Ένα Ford Crestline Victoria, δώρο του πεθερού του για τον γάμο του με την αγαπημένη του κόρη. Σκούρο πράσινο με λευκή οροφή και σκούρα καφέ δερμάτινα καθίσματα. Το άξιζε αυτό το αυτοκίνητο έτσι όπως ήρθαν τελικά τα πράγματα.

Καλύτερα να σταματήσει να σκέφτεται το παρελθόν. Ήρθε η ώρα να φύγει. Πλήρωσε την σερβιτόρα και προχώρησε προς την έξοδο κουτσαίνοντας.  Είχε συνηθίσει τα περίεργα βλέμματα και είχαν πάψει να τον απασχολούν. «Να μας ξανάρθεις Bill» του είπε η μικροκαμωμένη ξανθιά σερβιτόρα. «Αύριο Κυριακή, με την οικογένεια στην καθιερωμένη μας βόλτα», είπε και βγήκε στον τσουχτερό αέρα του Ιανουαρίου.

Κατεβαίνοντας την Έλμ Στριτ σκέφτηκε ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να περάσει και από την εφημερίδα. Είχε να φανεί μια εβδομάδα. Δούλευε στην New York Press τέσσερα χρόνια σαν φωτογράφος χωρίς να έχει πάρει ούτε μια μέρα άδεια… και τι έγινε αν λείψει άλλη μια;

Καθώς τα σκεφτόταν αυτά έφτασε στο σπίτι. Την ώρα που άνοιγε την πόρτα άκουσε πάλι τις φωνές και τους τσακωμούς των παιδιών του. Δύσκολο να συνυπάρξουν στο ίδιο σπίτι ένα κορίτσι και ένα αγόρι με τις εφηβικές ορμόνες να έχουν χτυπήσει κόκκινο. Έτρεξαν βολίδα δίπλα μου, χωρίς καν να με κοιτάξουν. Για αυτά είμαι μόνο δολάρια, σκέφτηκε.

Πηγαίνοντας προς την κουζίνα άκουσα την φωνή της «γλυκιάς μου γυναικούλα» να μαλώνει τα παιδιά. Έχουν περάσει εφτά μέρες από την στιγμή  που μου ζήτησε διαζύγιο και ακόμα δεν της έχω απαντήσει τίποτα. Εδώ και έναν χρόνο έχω μάθει για την παράνομη σχέση της με έναν πωλητή ηλεκτρικών συσκευών,  αλλά και τότε δεν της είπα τίποτα…..ούτε και τώρα έχω σκοπό να το κάνω.

Γύρισε και τον κοίταξε ανέκφραστη και απλά συνέχισε να μαλώνει τα παιδιά. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα και απλά το μόνο που σκεφτόταν ήταν να μπορούσε να σβήσει από τον χάρτη της ζωής του, την οικογένεια του και μετά να κοιμηθεί…… απλά να κοιμηθεί χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες.

Όταν ξύπνησε ήταν ξημέρωμα. Μα πόσες ώρες είχε κοιμηθεί; Κοίταξε δίπλα του και κατάλαβε ότι εκείνη δεν είχε κοιμηθεί καν στο κρεβάτι τους. Τους βρήκε όλους στην κουζίνα και για άλλη μια φορά τον έκαναν να νιώσει αόρατος. Ήταν πρωί Κυριακής και όπως κάθε Κυριακή θα πήγαιναν στο μαγαζάκι της Έλμ Στριτ για αναψυκτικά, σαν μια αγαπημένη οικογένεια.

Μόλις έφτασαν η γλυκιά σερβιτόρα τον χαιρέτισε εγκάρδια…. η υπόλοιπη οικογένεια, χωρίς να πει ένα καλημέρα, απλά την προσπέρασε και κάθισε σε ένα τραπεζάκι κοντά στην τζαμαρία. Ποτέ δεν του άρεσε αυτή η θέση….. πολύ φως. Ένιωθε ότι οι πεζοί που πέρναγαν βιαστικοί μπροστά από το μαγαζάκι, τον κοίταζαν και …… ήξεραν.

«Τα συνηθισμένα»; με ρώτησε η σερβιτόρα, «ναι ευχαριστώ» της απάντησα. Πήγα και κάθισα δίπλα στον γιο μου. «Δείχνεις κουρασμένος», μου είπε η γυναίκα μου. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον  για εμένα. «Δεν είναι τίποτα, επιτέλους κατάφερα και κοιμήθηκα», της απάντησα.

Εκείνη την ώρα έφτασε η σερβιτόρα. Έναν καφέ, σκέτο για εμένα, δύο γρανίτες φράουλα,  για τα παιδιά και μιλκ σέικ σοκολάτα για την γυναίκα μου. Μόλις έφυγε η κοπέλα εκείνη με κοίταξε,  «συνεχίζει ο ίδιος εφιάλτης;». «Τα τελευταία πέντε χρόνια», της απάντησα. «Θέλεις να τον μοιραστείς μαζί μου;», μου είπε. Την κοίταξα και σκέφτηκα ότι ίσως θα έπρεπε επιτέλους, να μοιραστώ τον εφιάλτη που με βασανίζει πέντε χρόνια τώρα.

Βρίσκομαι πίσω, στην ημέρα του ατυχήματος, μπαίνω στο αμάξι και ξαφνικά βλέπω τα παιδιά και εσένα να βγαίνετε από το σπίτι τρέχοντας και να μου ζητάτε να σας πάω στο εμπορικό, στο κέντρο. Στον δρόμο τα παιδιά φωνάζουν, εσύ όπως πάντα προσπαθείς να τα ηρεμήσεις, ο μικρός αρχίζει να κλωτσάει το κάθισμα μου, γυρίζω για να του πω να σταματήσει και ξαφνικά σε ακούω να ουρλιάζεις, γυρίζω και το μόνο που πρόλαβα να δω είναι ο κορμός  του δέντρου, πριν πέσω με ταχύτητα επάνω του.

Για λίγη ώρα, το μόνο που άκουγα ήταν η αναπνοή μου. Όταν σήκωσα το βλέμμα μου να την κοιτάξω, το μόνο που μου είπε ήταν, «μην ανησυχείς, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο από αυτό που βλέπουμε», και μετά συνέχισε απλά να κοιτάει έξω από το παράθυρο, σαν να μην έγινε ποτέ η κουβέντα που μόλις κάναμε.

Μόλις τελείωσαν τα παιδιά και η γυναίκα μου τα αναψυκτικά τους,  πλήρωσα και σηκωθήκαμε να φύγουμε. «Τα λέμε αύριο πάλι Bill», είπε η ξανθιά σερβιτόρα, «ναι, αύριο» της είπα. Η κοπέλα πήγε να μαζέψει τα ποτήρια από το τραπέζι του Bill. Το άδειο φλιτζάνι του και τα τρία ανέγγιχτα ποτήρια της οικογένειας του, όπως κάνει κάθε Κυριακή τα τελευταία πέντε χρόνια.

===============================

Ευχαριστούμε την Λεμπέση Ρόη για την ιστορία της

===============================

Advertisements

Posted on 08/04/2017, in Όνειρα, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: