Τρόμου: Η Βοή Πίσω Από Το Μάτι, Μέρος 3ο.


11

«Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε στα επείγοντα, το καταλαβαίνεις αυτό;»
«Δεν θέλω!» Αρνήθηκε γι’ άλλη μια φορά η Δάφνη. Είχε ανέβει πάνω στον καναπέ σαν είδε ποντικό να τρέχει στα ξύλινα πατώματα. Ο Νίκος διατηρούσε ακόμη την ψυχραιμία του, προσπαθούσε να την προσεγγίσει μα δεν τα κατάφερνε.
«Δάφνη», πρόφερε ήρεμα το όνομά της. «Κάνεις σαν μικρό παιδί, σύνελθε. Νόμιζα πως είχαμε λύσει το όλο θέμα με τα νοσοκομεία… δεν το είχαμε;»
Η Δάφνη ηρέμησε και ξαφνικά στο καθιστικό απλώθηκε σιωπή.
«Άστο, τώρα κατάλαβα». Στράφηκε από την άλλη, θυμωμένος. «Όλες αυτές οι ψυχοθεραπείες… πεταμένα λεφτά». Γέλασε μόνος του. «Και εσύ τόσο καιρό-»
«Όχι, δεν έπαιζα θέατρο».
Ο Νίκος την κοίταξε κατάματα. Έβλεπε μόνο τη μία ίριδα, παρόλο που ήταν και τα δυο της μάτια ορθάνοιχτα. «Δεν σκόπευα να πω αυτό. Αλλά ότι, τόσο καιρό, τόσο καιρό έρχεσαι στο σχολείο όποτε σου συμβαίνει κάτι. Ήλπιζα πως θα σταματούσε… ότι θα σταματούσες να το κάνεις αυτό, όταν πλέον δεν θα φοβόσουν άλλο τα νοσοκομεία. Με έχουν πάρει όλοι με κακό μάτι, καταλαβαίνεις; Οι μαθητές κάνουν πλάκες εις βάρος μου. Έχουν αρχίσει να λένε κακά πράγματα μέχρι και οι συνάδελφοι… Θεέ μου». Την πλησίασε. «Κοίτα… ζητώ συγγνώμη… συγγνώμη αν σε κάνω να νιώθεις άσχημα λέγοντάς σου αυτά, αν σε κάνω να νιώθεις ντροπή».
«Μάλλον», άρχισε να λέει η Δάφνη, «αυτός που νιώθει ντροπή δεν είμαι εγώ αλλά-» Ένιωσε ένα τσίμπημα στο δεξί της χέρι· ακολούθησε ένα τσούξιμο, σαν οξύ που ρέει μέσα στις φλέβες και τότε συνειδητοποίησε άναυδη πως ο Νίκος τής είχε κάνει ηρεμιστική ένεση. Η Δάφνη διαπίστωσε κάτι: Αυτό που του είχε πέσει προηγουμένως στο μπάνιο μπορεί να ήταν η συσκευασία με τη σύριγγα, καθώς ήταν ταραγμένος και αβέβαιος. Ήθελε να βρει τρόπο να την πάει στο νοσοκομείο. Όλον αυτόν τον καιρό ήξερε, ήξερε πως η Δάφνη δεν είχε ξεπεράσει το θέμα με το φόβο της. Αλλά εκείνος ήταν προετοιμασμένος…
«Τι… τι μου έκανες…»
«Μην ανησυχείς», ψέλλισε στο αυτί της. «Όλα θα πάνε…» Το τέλος της φράσης δεν ακούστηκε ποτέ· η Δάφνη είχε κοιμηθεί.

12

Η μητέρα της βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Τι δουλειά είχε εδώ; Ποιος την έφερε στο νοσοκομείο; Μήπως ο Νίκος; Αποκλείεται. Δεν ήθελε να την βλέπει ούτε ζωγραφιστή.
Η Δάφνη δεν μπορούσε να δει. Μάλλον είχε κλειστά μάτια. Ή τα μάτια της ήταν και πάλι αντεστραμμένα. Αλλά υπήρχε πολύ σκοτάδι. Μπορούσε όμως να ακούσει τη μητέρα της να πλησιάζει. Ο εφιάλτης επέστρεψε πάλι και αυτή τη φορά ερχόταν με απειλητικές διαθέσεις. Ήταν μέσα στο κεφάλι της. Βγήκε μέσα από το σκοτάδι αποκτώντας σάρκα και οστά και φωνή. Τώρα την έβλεπε ξεκάθαρα· ήταν μια γριά γυναίκα, χλομή σαν πτώμα από την πούδρα.
Η βαριά και τραυματική φωνή αντήχησε μέσα στα τοιχώματα του κρανίου της. «Ποιος τόλμησε να πειράξει το παιδάκι μου;… Μήπως εκείνος;… Όποιος κι αν ήταν θα τον ρημάξω με τα ίδια μου τα χέρια!»
Η Δάφνη ξύπνησε σχεδόν ήρεμη. Δεξιά της κλίνης βρισκόταν ο Νίκος, με τα όμορφα καθάρια μάτια του. Το χέρι του αγκάλιαζε το δικό της. Η μητέρα της δεν ήταν πουθενά.
«Ξύπνησες;» είπε ο Νίκος ανήσυχος. «Όλα είναι εντάξει. Μη φοβάσαι, σε προσέχω».
«Νίκο… » Ένιωσε καυτά δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Το δεξί άρχισε να την τρώει, μα δεν την ένοιαζε, έπρεπε να κλάψει. «Ζει μέσα στο κεφάλι μου… δεν με αφήνει ήσυχη… κοντεύω να τρελαθώ…»
«Τι πράγμα; Ποιος μωρό μου; Δεν καταλαβαίνω τι λες».
«Η μητέρα μου!»
«Είχες πάλι εφιάλτη;»
Και τότε θυμήθηκε ότι ο Νίκος την είχε ναρκώσει. «Νίκο, ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω…» Κουνούσε το κεφάλι της. Η Δάφνη σώπασε· κάποιος βρισκόταν στα δεξιά της. Τον αντιλήφθηκε γιατί το βλέμμα του Νίκου έπεσε προς τα εκεί, σαν να ζητούσε από κάποιον τρίτο να του εξηγήσει τα ακατάληπτα λόγια της.
«Φταίει η δράση του ηρεμιστικού», είπε μια αντρική φωνή. «Τα όνειρα γίνονται πιο ζωηρά και… ζωντανά».
«Ποιος… ποιος είσαι εσύ;»
Ο Νίκος μίλησε: «Δάφνη, αυτός είναι ο δόκτωρ Έντμοντ, βρίσκεται εδώ για να μας βοηθήσει. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του».
«Να… να βοηθήσει;»
Ο δόκτωρ Έντμοντ έβαλε την Δάφνη να ξαπλώσει. Τον κοιτούσε σαν αποβλακωμένη. «Πρέπει να ξεκουραστείς. Είσαι πολύ αδύναμη τώρα». Ο γιατρός στράφηκε στον Νίκο. «Η επέμβαση θα ξεκινήσει σε λίγο».
«Η επέμβαση;» ρώτησε ο Νίκος απορημένος. «Ποια επέμβαση;»
«Μα για να αποκαταστήσουμε τους σπασμένους ιστούς στον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή χιτώνα του ματιού. Θα επανέλθει στην φυσική του κατάσταση, μην ανησυχείτε».
«Νίκο τι συμβαίνει; Τι είναι αυτά που λέει;» τον ρώτησε, κουρασμένη ακόμη και να μιλήσει.
«Ησύχασε, μωρό μου. Όλα είναι υπό έλεγχο».
Πήρε τον δόκτωρ Έντμοντ μέχρι τη γωνιά του ολόλευκου δωματίου.  Παρόλο που δεν ήθελε να ακούσει τίποτα η Δάφνη, εκείνη μπορούσε με κάποιον τρόπο να ακούσει τα πάντα από αυτά που έλεγαν.
«Δεν είχαμε συμφωνήσει αυτό. Πώς είναι δυνατόν να παίρνετε μια τέτοια πρωτοβουλία δίχως τη συγκατάθεσή μου;»
«Κύριε, η μητέρα της ασθενούς συμπλήρωσε τα χαρτιά με τα στοιχεία της. Σαν κηδεμόνας μπορεί να το κάνει αυτό. Άλλωστε είναι κάτι που επείγει. Η κατάστασή της μπορεί να οδηγήσει σε ολική τύφλωση».
Η Δάφνη ούρλιαξε, μεταπηδώντας από τον ονειρικό κόσμο στον πραγματικό.

13

«Δάφνη, μωρό μου, ξύπνα!»
Η Δάφνη σταμάτησε επιτόπου να ουρλιάζει όταν συνειδητοποίησε πως το μέρος όπου βρισκόταν, δεν ήταν σε κάποιο όνειρο.  Κοίταξε ολόγυρα. Βρίσκονταν στο διάδρομο αναμονής και κάθονταν στα άβολα, πλαστικά καθίσματα. Μπορεί να ήταν άσχημα, ωστόσο όχι όπως το όνειρο που είχε δει. Περίμεναν την σειρά τους.
«Τι συνέβη, Νίκο;» Κοίταξε κάτω τη μελανιά στο χέρι της. «Άου! Τι μου-»
«Μωρό μου… για το καλό σου το έκανα, το ξέρεις… Είσαι ασφαλής τώρα. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει». Η Δάφνη προσπάθησε να δείξει κατανόηση, αλλά δυσκολευόταν πραγματικά πολύ. Προσπάθησε να μην το δείχνει πως ήταν λιγάκι… εκνευρισμένη.
«Πόση ώρα είμαι έτσι;»
«Όχι πολύ, περίπου μισή ώρα».
«Θεέ μου… είδα τόσους εφιάλτες. Δεν το αντέχω άλλο».
«Και ανησυχούσα να μη δούμε εκείνη την ταινία…» είπε αγανακτισμένος. «Τώρα έχεις περισσότερους εφιάλτες, αυτό ακριβώς μας έλειπε».
«Με δουλεύεις; Μου έδωσες ηρεμιστική ένεση και με έφερες στο νοσοκομείο παρά τη θέλησή μου και δεν γνωρίζω τι-»
«Δάφνη, πάψε πια!» απαίτησε κάνοντας μασάζ στους κροτάφους του. Κόντευε να χάσει την υπομονή του. «Δε φτάνει… δε φτάνει που σε έφερα εδώ». Αναστέναξε. «Ξέρεις τι; Ξέχασέ το, δεν είναι μέρος αυτό για να τσακωθούμε».
Η πόρτα μπροστά τους που έλεγε «Οφθαλμικό» άνοιξε και βγήκε ένας ηλικιωμένος άντρας με γυαλιά και την κοίταξε επίμονα. Το μάτι μου, ναι, το γαμημένο μάτι μου, το ξέρω ότι είναι τεράστιο ανάθεμα σας όλους, σχεδόν το είχα ξεχάσει…           
«Παρακαλώ, περάστε», είπε ο γιατρός πέρα από την ανοιχτή  πόρτα.

14

Στερέωσε το κεφάλι της σε ένα παράξενο μηχάνημα. Στο αριστερό μάτι έφτανε εικόνα, ένας κόκκινος ανεμόμυλος σε ένα πράσινο, ηλιόλουστο λιβάδι. Ήταν μακριά. Με το δεξί μάτι δεν υπήρχε επαφή· φουσκωμένο σαν μπαλάκι του τένις μόνο ο ερεθισμένος βολβός που είχε γυρίσει ανάποδα φαινόταν.
«Τι είναι, γιατρέ;» ρώτησε ο Νίκος ενώ στεκόταν πλάι της.
«Χμμ…» έκανε ο γιατρός από την άλλη άκρη του μηχανήματος. Εξέταζε αντικριστά από τη Δάφνη τα μάτια της, όσο εκείνη κοιτούσε το τοπίο με το λιβάδι. «Κάποια φλεγμονή, βαριά μάλιστα».
«Τ-τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Ψυχραιμία, κορίτσι μου. Θα σου γράψω μερικά αντιβιοτικά. Για καλό και για κακό θα πρέπει να πάρω λίγο δείγμα, για να είμαστε βέβαιοι πως δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Ωστόσο, όταν βλέπετε πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το μάτι σας, θα πρέπει άμεσα να απευθύνεστε σε κάποιον ειδικό. Ήταν λάθος που σας πήρε τόσο».
Ο Νίκος λοξοκοίταξε την Δάφνη. «Θα το λάβουμε υπόψιν. Ευχαριστούμε, κύριε Έντμοντ».
Η Δάφνη σάστισε ακούγοντας αυτό το όνομα: Αυτό δεν ήταν το όνομα του γιατρού στο όνειρό μου; Έντμοντ… 
«Τι ακριβώς μπορεί να είναι τελικά;» ρώτησε τώρα ο Νίκος παίρνοντας την συνταγή από τα χέρια του γιατρού.
«Δεν είμαι βέβαιος», είπε ο κύριος Έντμοντ. «Ίσως επιπεφυκίτιδα. Αλλά δεν μοιάζει σαν κάτι που έχω ξαναδεί, όχι έτσι. Σήμερα θα γίνει η ταυτοποίηση και θα σας ενημερώσω».
Είχαν φτάσει κιόλας σπίτι. Η έξοδος στο σινεμά έμοιαζε με μακρινό όνειρο. Ο Νίκος πήγε στο φαρμακείο, πήρε τα πράγματα της Δάφνης και επέστρεψε πίσω στο σπίτι. Η Δάφνη είχε όμως αποκοιμηθεί.

15

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου

Δεν είδε εφιάλτες αυτή τη φορά. Ξύπνησε νωρίς το πρωί, αλλά όχι αρκετά νωρίς για να προλάβει τον Νίκο. Ένιωθε καλύτερα σήμερα, κι ας μην είχε πάρει τα αντιβιοτικά της που ήταν στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι τους. Ψηλάφισε το μάτι της, το πρησμένο, κακάσχημο μάτι της. Δεν ήταν και τόσο άσχημα.
Πήγε κάτω να πιεί λίγο νερό. Δεν άργησε να διαπιστώσει τα ίχνη από αίμα στο γρανιτένιο πάτωμα του σπιτιού. Οδηγούσαν προς το τηλέφωνο. Έσμιξε τα φρύδια της. Ήταν περίεργο, ήταν πολύ περίεργο, γιατί ήταν τα ίδια χνάρια που είχε αφήσει χθες όταν πάτησε το σπασμένο ποτήρι… που θυμόταν πως είχε μαζέψει αλλά τελικά δεν το είχε μαζέψει… όπως και τα αίματα… μήπως δεν είχε καθαρίσει ούτε τα αίματα; Αποκλείεται, ο Νίκος θα τα είχε δει, άρα δεν υπήρχαν εκεί τα αίματα, τα είχε όντως καθαρίσει.
Η Δάφνη πήγε προς την εξώπορτα, περιμένοντας να την ακούσει πάλι να κλείνει, αλλά δεν ήταν κανείς απέξω. Κοίταξε πίσω της· ούτε μέσα ήταν κανείς. Το σπίτι ήταν άδειο. Έκλεισε την πόρτα και με τρόμο είδε πως τα αίματα βρίσκονταν ακόμα εκεί. Αλλά το ποτήρι… δεν υπήρχε το σπασμένο ποτήρι. Κοίταξε την ουλή στο πέλμα της. Η πληγή είχε ανοίξει και έσταζε αίμα… Το καθάρισε γρήγορα με ένα πανάκι. Έβαλε ένα τσιρότο και σφουγγάρισε τα αίματα.
Είχε μήνυμα στον τηλεφωνητή:
«Δάφνη… Δάφνη εγώ είμαι, η κυρία Φου. Δεν κάλεσες πίσω που σου ζήτησα. Αλλά λογικό, κι εγώ αν έχανα κάποιον δικό μου έτσι θα ήμουν τώρα, απομονωμένη». Αναστεναγμός. «Πάρε με τηλέφωνο όταν μπορέσεις, ανησυχώ για σένα».
Η Δάφνη έτρεξε προς το τηλέφωνο και κάλεσε την Κυρία Φου. Χτυπούσε και…
«Εμπρός; Δάφνη;» Το σήκωσε. «Είδα την αναγνώριση. Πες μου ότι είσαι καλά…»
«Καλημέρα, κυρία Φου», είπε η Δάφνη τάχα πως ήταν ψύχραιμη. «Γιατί τέτοια αναστάτωση; Είστε καλά;»
«Εγώ… Ναι. Μια χαρά είμαι, γλυκιά μου. Όμως έμαθα για την μητέρα σου και… λυπάμαι τόσο πολύ. Θα πρέπει να είναι δύσκολο για σένα. Γι’ αυτό ήσουν έτσι τελικά; Έπρεπε να μου το είχες πει».
«Μισό λεπτό… τι εννοείτε;»
«Προχτές… πέθανε; Δεν το ήξερες;»
Η Δάφνη έκλεισε το τηλέφωνο, αβέβαιη αν πρόκειται για πραγματικότητα. Μπορεί να ήταν πάλι κάποιο όνειρο, ναι, αυτό ήταν, κάποιο κακό όνειρο. Σύντομα θα ξυπνούσε, ουρλιάζοντας όπως πάντα.

Τέλος 3ου μέρους. Το επόμενο και τελευταίο μέρος στις 31 Δεκεμβρίου.

Ευχαριστούμε τον Βαγγέλη Λίμα-Ρούσση για την ιστορία του. Κλικ εδώ για να δείτε το προφίλ του στο Wattpad.

Advertisements

Posted on 28/12/2017, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

  1. Ανυπομονώ για τη συνέχεια…

    Μου αρέσει!

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: