Monthly Archives: Μαΐου 2018

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 4ο.


9

Το ίδιο βράδυ κάθισε στον υπολογιστή και έψαξε πληροφορίες γι’ αυτά τα φρικιαστικά πλάσματα που της θύμιζαν τόσο πολύ τις βδέλλες. Απόφυγε να κοιτάξει εικόνες γιατί θα την έπιανε υστερία. Μπήκε στο Wikipedia και πληκτρολόγησε τρόπους για να τα απομακρύνει, ίσως και να τα σκοτώσει. Η Βίκυ ήξερε ήδη για το αλάτι και για τον χαλκό, αλλά αυτά δεν ήταν τόσο πρακτικά και αποτελεσματικά όσον αφορούσε την μικρή λεπτομέρεια πως βρίσκονταν μέσα μας. Δεν θα μπορούσες να καταναλώσεις τόσο αλάτι, ικανό να φτάσει στην ουροδόχο κύστη και να τα διαλύσει, πόσο μάλλον χαλκό, που θα ήταν πρακτικά αδύνατον να καταναλωθεί. Σύντομα όμως ανακάλυψε το πώς, σύντομα είχε ανακαλύψει μια καινούργια αδυναμία και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο εύκολο. Η λύση ήταν ο καφές. Ο καφές ήταν ικανός να τα διώξει, μέχρι και να τα σκοτώσει. Ένα μικρό λαμπάκι φώτισε μέσα στο κεφάλι της, και κατάλαβε πώς και δεν είχαν καταφέρει να μπουν μέσα στον δικό της οργανισμό. Στον Αποστόλη δεν άρεσε ο καφές. Εκείνη όμως έπινε συνέχεια, ίσως και δυο φλιτζάνια την μέρα. Είχε βρει τρόπο να σώσει τον Αποστόλη, προτού εκκολαφθούν μέσα στην κύστη του τα αβγά που είχαν αφήσει τα σιχαμερά αυτά ζώα. Δεν θα κατάφερνε μόνο να σώσει τον Αποστόλη, μα όλους τους κατοίκους που μέσα τους είχαν παρασιτήσει γυμνοσάλιαγκες. Και τώρα έμενε μόνο ένα πράγμα: Να καλέσει τον γιατρό.

Η καταιγίδα μαινόταν έξω χτυπώντας τα δυτικά παράθυρα του δωματίου. Ο ήχος ήταν νανουριστικός και η Βίκυ ήθελε να πέσει να κοιμηθεί, αλλά δεν θα μπορούσε σε μια τέτοια κατάσταση. Η ταχύτητα με την οποία ο χρόνος κυλούσε ήταν σαν θηλιά περασμένη στο λαιμό. Πήγε κάτω να καλέσει στο τηλέφωνο τον γιατρό και να του πει αυτό που είχε ανακαλύψει, όταν παρατήρησε κάτι διαφορετικό στο χολ προς το καθιστικό. Στην αρχή δεν κατάλαβε την διαφορά, και ίσως ποτέ να μην την είχε καταλάβει αν οι φωτοσκιάσεις μιας φωτεινής αστραπής δεν είχαν φωτίσει τους τοίχους του χολ.

Η Βίκυ άφησε μια στριγκλιά. Στον τοίχο σέρνονταν σάλιαγκες και σαλιγκάρια, βάφοντας πίσω τους τους τοίχους με υποκίτρινη βλέννα. Έψαξε το διακόπτη να ανάψει τα φώτα, αλλά δίστασε μήπως και το χέρι της ακουμπούσε μια απ’ αυτές τις υγρές και γλιστερές υπάρξεις. Στο μισοσκόταδο έμοιαζαν τόσο με βδέλλες. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Με μια τελευταία απόπειρα, βρήκε το διακόπτη και τον πάτησε. Ύστερα ανακάλυψε την φρίκη. Όλο το πάτωμα ήταν γεμάτο γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια. Όλη την ώρα κρύβονταν πίσω από τους τοίχους και μέσα στις γωνιές του σπιτιού. Η ιδέα πως δεν είχαν εγκαταλείψει ποτέ το σπίτι της και πως τόσο καιρό κοιμόταν στο κρεβάτι ανενόχλητη της έστειλε ρίγη δέους στην ραχοκοκαλιά της. Έβγαζαν φρικτούς, σιαλώδη ήχους που της θύμισαν τον τρόπο που νόμιζε ότι ο Αποστόλης σάλιωνε το στόμα του. Η Βίκυ δεν έφτανε το τηλέφωνο στο καθιστικό. Έπρεπε να κάνει το γύρω, να πάει από την αυλόπορτα και να μπει από την πόρτα της κουζίνας για να φτάσει το τηλέφωνο. Και ενώ τα σκεφτόταν αυτά ένιωθε ότι το κάθε λεπτό μετρούσε για να σώσει τον Αποστόλη, μετρούσε θαρρείς πως μέσα του είχε ωρολογιακή βόμβα.

Έκανε μεταβολή και μόλις στο πρώτο της βήμα, γλίστρησε χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο. Ακόμα ζαλισμένη, με τα αυτιά της να βουίζουν, διαπίστωσε ότι είχε πατήσει γυμνοσάλιαγκες. Ό,τι είχε απομείνει από τα νεκρά τους σώματα ήταν πατημένες κάψες ή πατημένα σταφύλια, που από μέσα τους είχε ξεχειλίσει ένα κιτρινοπράσινο πηχτό πράμα, σαν φλέμα. Ο πόνος την αποσυντόνιζε και σχεδόν δεν είχε καταλάβει ότι μια βδέλλα βύζαινε το πίσω μέρος του μπράτσου της. Συνήλθε, γούρλωσε τα μάτια της και έλεγξε το μπράτσο της. Τα δάχτυλά της άγγιξαν ένα μικρό εξόγκωμα κολλημένο στο δέρμα της, σκληρό, γεμάτο υγρασία. Η Βίκυ πάτησε μια υστερική τσιρίδα και το τράβηξε από πάνω της· η αίσθηση του τραβήγματος την έκανε να νιώσει δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες  να βγαίνουν από τη σάρκα της.

Έτρεξε προς την αυλόπορτα, με τα πόδια της σχεδόν βαριά. Σταμάτησε λίγο πριν την τζαμένια πόρτα και κοίταξε, με τα μαλλιά της να κολλάνε ενοχλητικά στους ώμους της. Ο φανός του δρόμου, έτσι όπως έπεφτε πάνω στο παχνιασμένο τζάμι, σκίαζε τα σκωληκώδη πλάσματα που ήταν κολλημένα εκεί, καθώς πίσω τους είχαν αφήσει καθαρά ίχνη στο γυαλί. Η Βίκυ πλησίασε διστακτικά, και από τόσο κοντά, μπόρεσε να δει έναν γιγάντιο σάλιαγκα-βδέλλα να ανοίγει το στόμα του· από μέσα φάνηκαν να κινούνται δόντια (27.000 δόντια, θα έλεγε με ακρίβεια ο Αποστόλης). Μόρφασε αηδιασμένη και έσυρε με μίσος την πόρτα. Ένας δυνατός άνεμος φύσηξε τα μαλλιά της πίσω, κρύος και υγρός, σαν το πράγμα που είχε τραβήξει από το μπράτσο της. Οι σταγόνες της βροχής έπεφταν σαν σκλήθρες στο πρόσωπό της καθώς έτρεχε μέσα στον κατεστραμμένο κήπο της προς την κουζίνα. Πάνω στην βιασύνη της σκόνταψε στο καρεκλάκι του κήπου, γρατζούνισε το γόνατό της και έπεσε φαρδιά πλατιά ακριβώς μπροστά από την αναθεματισμένη πόρτα της κουζίνας. Είδε τα κέρματα που είχε αφήσει ο Αποστόλης. Τώρα ένιωσε φαγούρα και κοίταξε κάτω τα πόδια της. Βδέλλες είχαν κολλήσει στο δέρμα της, βύζαιναν και φούσκωναν, βύζαιναν και φούσκωναν. Η ανάσα της βγήκε ταραγμένη προτού ουρλιάξει παρατεταμένα και διαπεραστικά, χειρότερα από οποιαδήποτε ταινία φρίκης: «ΑααααααΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!»

Τα πόδια της παρέλυσαν. Δεν μπορούσε να τα κουνήσει πια, λες και είχαν παγώσει στην Αρκτική θάλασσα. Η Βίκυ γύρισε μπρούμυτα. Έτσι όπως ήταν, η βροχή μπορούσε να μαστιγώσει ελεύθερα την πλάτη της. Προσπάθησε να συρθεί με τα χέρια και τώρα σερνόταν στο χώμα σαν να ήταν η ίδια σαλιγκάρι· με τη μόνη διαφορά πως αυτή η σκύλα, αυτή η υστερική σκύλα μπορούσε να περάσει πάνω από τα κέρματα χωρίς να νιώσει τίποτα, χωρίς να νιώσει ηλεκτροσόκ ή πόνο. Πέρασε την γραμμή της πόρτας και σύρθηκε με το στομάχι της μέχρι το καθιστικό. Μαζί της παρέσυρε τα κέρματα που ήταν στο πάτωμα. Το αίμα έφευγε από τα πόδια της με γρήγορο ρυθμό, την εγκατέλειπε όπως την είχαν εγκαταλείψει και τα πόδια της. Έφτασε την συρταριέρα με τη συσκευή του τηλεφώνου. Ανακάλυψε με τρόμο ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί να τηλεφωνήσει. Τέντωσε το χέρι της και τράβηξε το καλώδιο. Η συσκευή έπεσε κάτω. Κάλεσε τον γιατρό. Χτύπησε μία… χτύπησε δύο… στην τρίτη ίσως να λιποθυμούσε… αλλά χτύπησε τέσσερις και ακόμα ήταν εδώ…

«Κυρία Βαρνακιώτη, εσάς θα έπαιρνα μόλις τώρα. Δεν θα πιστέψετε αυτό που έχω να σας πω… Ανακάλυψα πως χρησιμοποιούν τα σώματά μας σαν κελύφη».

«Καφές! Ο καφές τα σκοτώνει! Στείλε βοήθεια!»

Μετά απ’ αυτό η γραμμή έκλεισε από την καταιγίδα. Το ίδιο έκλειναν και τα βλέφαρά της, με το τελευταίο πράγμα που ακουγόταν να είναι ήχοι βυζάγματος.

10

Ξημέρωσε. Η καταιγίδα έδωσε τη θέση της σε ένα βροχερό πρωινό με ομίχλη. Ο γιατρός προσπάθησε να καλέσει πίσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Είχε συγκρατήσει αυτό που η Βίκυ τού είχε φωνάξει ταραγμένη στο τηλέφωνο. Με το που ξύπνησε ο Αποστόλης ο γιατρός τού πήγε λίγο καφέ.

«Για ποιο λόγο;» τον ρώτησε, αρνούμενος να τον πιει. «Ευχαριστώ, αλλά δεν μ’ αρέσει ο καφές».

«Είναι για το καλό της υγείας σας», επέμεινε ο γιατρός.

«Σας είπα πως όχι».

«Εντάξει». Ο γιατρός άφησε τον καφέ στην άκρη, αρκετά κοντά του σε περίπτωση που αλλάξει γνώμη. «Θα το αφήσω εδώ. Καλύτερα να το πιείτε προτού κρυώσει».

«Επικοινωνήσατε πάλι με την σύντροφό μου;» τον ρώτησε, λίγο προτού ο γιατρός αποχωρήσει από την αίθουσα επειγόντων.

«Έκανα άλλη μια απόπειρα σήμερα στις οκτώ. Δε το σήκωνε κανείς».

«Θέλετε να μου πείτε τι ακριβώς ακούσατε;»

«Στην τελευταία κλήση;»

«Ναι».

«Παρόλο που υπήρχαν παρεμβολές λόγω της βροχόπτωσης, άκουσα ξεκάθαρα τις λέξεις ‘καφές’ και ‘λύση’». Ο γιατρός δεν ήθελε να του πει ‘τα σκοτώνει’, όπως είχε ακούσει στο τηλέφωνο, προφανώς για να μην τον ταράξει. «Νομίζω πως εννοούσε ότι ο καφές είναι η λύση στο πρόβλημα. Θα ήθελα να σας πω ότι εμπιστεύομαι τις υποψίες της συζύγου σας, γι’ αυτό εξάλλου σας έφερα ένα φλιτζάνι καφέ».

Ο Αποστόλης φάνηκε σκεφτικός και, χωρίς να πει τίποτα άλλο, άρχισε να πίνει αηδιασμένος τον καφέ.

Επίλογος

Ο γιατρός έκανε ένα τελευταίο τηλεφώνημα στο ΚΕΕΛΠΝΟ εξηγώντας την κατάσταση και το πόρισμα που είχε βγάλει από τον ασθενή του. Ο καφές ήταν πράγματι η λύση. Αργότερα στις εφημερίδες μπήκε άρθρο με τίτλο, «Ουρολόγος βρίσκει αιτία και λύση επιδημικού προβλήματος, σώζοντας εκατοντάδες ζωές!» Είχε κάνει πολλές αναφορές για το ζεύγος που του είχε χτυπήσει την πόρτα εκείνη τη νύχτα. Είχε πει την ιστορία του και είχε πει και τη δικιά τους ιστορία. Δεν μπορούσε να πάρει όλα τα εύσημα για μια ανακάλυψη που οφειλόταν κυριολεκτικά σε εκείνο το ζευγάρι απλών πολιτών. Μπορεί πολύ αργότερα να έβρισκε κάποιος άλλος τη λύση στο πρόβλημα, αλλά εδώ επρόκειτο για ένα ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο Αποστόλης δεν είχε καμιά επίσκεψη από την Βίκυ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, πράγμα που τον είχε κάνει να βάλει τα κλάματα κάνα δυο φορές, αφού είχε πιστέψει πως ήταν νεκρή. Όταν πήρε το εξιτήριό του ένιωσε μια διαπεραστική φοβία. Δεν ήταν καθόλου έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι να ανακαλύψει την νεκρή γυναίκα του, με το στομάχι ανοιγμένο και τα έντερα να κρέμονται έξω. Αν έπαιρνε την επιβεβαίωση πως η Βίκυ ήταν νεκρή θα του ρήμαζε τα σωθικά, λες και οι σάλιαγκες δεν είχαν φύγει ποτέ από την κύστη του.

Αλλά τώρα είχαν φύγει. Ήταν όλα τους νεκρά. Ψόφια.

Περπάτησε μέσα στο ψιλόβροχο όταν το ταξί τον άφησε έξω από το σπίτι. Έμοιαζε εξαθλιωμένο. Το ίδιο και εκείνος.

Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

«Βίκυ;» ρώτησε μόνος του. Το σπίτι τού απάντησε με την νεκρή σιωπή του.

Προχώρησε στο χολ, περιμένοντας να ανακαλύψει το πτώμα της γυναίκας του. Κοντοστάθηκε στη μέση του διαδρόμου. Υπήρχε μια κηλίδα ξεραμένο αίμα στο πάτωμα και ο φόβος άρχισε να βαραίνει το στήθος του. «Βίκυ; Μωρό μου; Είσαι εδώ;» ρώτησε πάλι μπαίνοντας στην κουζίνα. Στην άλλη άκρη, η αυλόπορτα έτριζε καθώς πηγαινοερχόταν από τον άνεμο. Παρατήρησε πως στο πάτωμα δεν υπήρχαν πια τα κέρματα που είχε αφήσει, αλλά σκαμμένο χώμα και κομμένο γρασίδι. Από δω μπόρεσε να δει επίσης την πλαστική καρέκλα στον κήπο πεσμένη στο πλάι. Το μέρος έμοιαζε σαν να είχε περάσει σίφουνας.

Έφερε το βλέμμα του προς το τραπέζι που συνήθιζαν να κάθονται το πρωί και τότε το είδε. Για την ακρίβεια, είδε πίσω από το τραπέζι.

Η Βίκυ ήταν κουρνιασμένη εκεί, κάτω από το νιπτήρα που φοβόταν να πλησιάσει, περικυκλωμένη από χάλκινα κατσαρόλια, κέρματα και ό,τι άλλο χάλκινο είχε βρει για να προστατεύσει τον εαυτό της. Η έκφραση τού προσώπου της την έκανε να μοιάζει κατατονική.

«Βίκυ!» φώναξε ρίχνοντας κάτω τα πράγματά του. «Βίκυ, μωρό μου, μίλα μου… Θεέ μου, είσαι καλά; Απάντησέ μου!» Έτρεξε πάνω της και έπιασε το πρόσωπό της. Ήταν υγρό και παγωμένο. Τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο κούτελό της και η μάσκαρα είχε τρέξει μέχρι τα σκασμένα χείλη της. «Μίλα μου… σε παρακαλώ, πες κάτι, σε παρακαλώ…»

Η Βίκυ κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, κατόπιν κάρφωσε τα γυάλινα μάτια της στα δικά του και το πρόσωπό της άρχισε να αλλάζει και να ρυτιδώνει. Ήταν έτοιμη να πει κάτι. Άνοιξε το στόμα της και φώναξε με υστερίες: «Πάρε επιτέλους την υπηρεσία απεντόμωσης, παλιό μαλάκα!»

Ο Αποστόλης γέλασε με την ψυχή του. «Δόξα τω Θεώ, ζεις… Έχω μια ανακούφιση τώρα. Δεν μπορώ να το πιστέψω… Για μια στιγμή νόμιζα-»

Η Βίκυ τον έπιασε και τον φίλησε, παρόλο που ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει με το χάλκινο κατσαρόλι στο κεφάλι. «Σε αγαπώ, Αποστόλη».

«Κι εγώ σε αγαπώ, Βίκυ».

Και έτσι λοιπόν πέρασε άλλη μια σεζόν βροχοπτώσεων, άλλη μια σεζόν με το πλήγμα μεγαλύτερο από το περσινό, και ένα κέρδος τόσο ανεκτίμητο, όσο καμιάς άλλης καταστροφής. Ο Αποστόλης και η Βίκυ παντρεύτηκαν λίγους μήνες αργότερα, παρόλο που η ζωή τους συνέχισε να κυλάει το ίδιο ομαλά όπως και πριν, με το μόνο διαφορετικό η ιδέα πως είχαν σώσει τον κόσμο. Όσο οι δυο τους συνέχισαν το δρόμο τους πέρα από τον περιορισμό των λέξεων, σε κανέναν πλέον τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες δεν θα φαίνονταν ποτέ ξανά το ίδιο.

Τέλος

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

 

Advertisements

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 3ο.


7

Για περίπου μια βδομάδα δεν υπήρξε άλλο πρόβλημα σαν αυτό που είχε προκύψει με τα σαλιγκάρια. Η Βίκυ γνώριζε πως δεν ήταν ακριβώς επειδή ο Αποστόλης τα είχε διώξει αλλά μάλλον πρέπει να έφταιγε η απότομη αλλαγή του καιρού. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να τον επαινεί για τη γενναία πράξη του.

Είχε μπει Νοέμβρης και ο ουρανός κατά κάποιο περίεργο τρόπο είχε ανοίξει. Ο ήλιος ήταν δυνατός και ξάστερος. Έδειχνε την επιδημία των σαλιγκαριών για τέσσερις μέρες στις ειδήσεις και την προηγούμενη Πέμπτη είχε βγει μια νέα είδηση πως όλα τους είχαν πια εξαφανιστεί από τους κήπους των κατοίκων. Η συχνότητα του φαινομένου δεν είχε απλώς μειωθεί (κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα γινόταν βαθμιαία), αλλά είχε χαθεί θαρρείς με το πάτημα ενός διακόπτη.

Για μερικούς όμως δεν ήταν τόσο ήρεμα τα πράγματα. Ένας μικρός ­-αλλά σχετικά σημαντικός- αριθμός κατοίκων εμφάνισε τρομερούς πονόκοιλους. Αυτό είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα τον Αποστόλη. Υπήρξε μια ανακοίνωση τις δύο τελευταίες μέρες από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων για κάποια ενδεχόμενη λοιμική ασθένεια που, κατά πάσα πιθανότητα να οφειλόταν στην εισβολή των σαλιγκαριών. Ο Αποστόλης είχε έρθει σε επαφή με τους γυμνοσάλιαγκες στον νεροχύτη πριν δύο μέρες. Αλλά γνώριζε πως τα γαστερόποδα όπως οι γυμνοσάλιαγκες δεν κουβαλούσαν ασθένειες. Γνώριζε εντούτοις πως κουβαλούσαν μόνο παράσιτα, όχι ικανά να επηρεάσουν τους ανθρώπους, πόσο μάλλον ένα τόσο μεγάλο πληθυσμό ενηλίκων την ίδια χρονική στιγμή. Σκέφτηκε ότι κάτι άλλο συνέβαινε εδώ πέρα, κάτι που δεν του άρεσε καθόλου.

Η Βίκυ και ο Αποστόλης βρίσκονταν στην κουζίνα. Εκείνη τη στιγμή ετοίμαζε τον καφέ της στην καφετιέρα. Είχε πάρει νερό απέξω γιατί φοβόταν μήπως πετάγονταν σάλιαγκες από την βρύση της και αποδεικνυόταν πως ο εφιάλτης δεν είχε τελειωμό. Καμιά φορά όταν μετατοπιζόταν, στα μάτια της στραφτάλιζαν τα νομίσματα που είχε αφήσει ο Αποστόλης μπροστά από την πόρτα της κουζίνας. Η Βίκυ επέμενε να μη τα βγάλουν μέχρι τουλάχιστον να περάσει ολοκληρωτικά η τρέλα που επικρατεί.

Πήρε το φλιτζάνι της και κάθισε απέναντί του. «Φαίνεσαι καλύτερα», του είπε.

«Δηλαδή πώς φαινόμουν πριν;» απόρησε εκείνος, ενώ ξεφύλλιζε την εφημερίδα.

«Σαν άρρωστος», απάντησε. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Αλήθεια, δεν μου είπες. Γιατί νομίσματα;»

«Χαλκός», αποκρίθηκε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του πάνω.

Ανασήκωσε το φρύδι της. «Και γιατί αυτό;»

«Ο χαλκός τα απωθεί», εξήγησε. «Όταν έρχεται σε επαφή με τη βλέννα, γίνεται αντίδραση και αυτό στέλνει ηλεκτρικά σήματα στο σαλιγκάρι».

«Σαν ηλεκτροσόκ;»

«Ακριβώς».

«Και γιατί όχι αλάτι;»

«Βίκυ…» είπε δυσαρεστημένος και την κοίταξε απευθείας στα μάτια «…δεν έριξα αλάτι για τον ίδιο λόγο που δεν κάλεσα την υπηρεσία απεντόμωσης».

Εκείνη δεν θύμωσε. Για την ακρίβεια, ένιωθε ωραία. «Έχεις καλή ψυχή, Αποστόλη». Του έπιασε το χέρι. «Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;»

«Δε νομίζω να γλίτωνα τις υστερίες διαφορετικά».

Η Βίκυ γέλασε. «Συγγνώμη που σου έχω προκαλέσει τέτοιο φόβο. Γίνομαι όντως σκύλα ώρες-ώρες».

«Δεν είπα σκύλα».

«Έστω, αυτό υπονοείς», είπε και του χαμογέλασε. «Θα πιείς καφέ;»

«Αφού ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσει ο καφές».

«Ναι, αλλά δεν έκλεισες μάτι χθες το βράδυ. Νομίζεις πως δεν σ’ άκουγα;»

Ο Αποστόλης την κοίταξε θορυβημένος. «Δηλαδή;» ρώτησε.

«Σάλιωνες συνέχεια το στόμα σου», είπε. «Σπαστικός ήχος».

«Κοιμόμουν βαριά. Μάλλον πάλι έβλεπα όνειρο ότι έτρωγα».

«Το είχα ξεχάσει ότι έχεις αυτό το κρυφό ταλέντο. Μια φορά σε είχα ακούσει να λες ‘Νόστιμο γιαούρτι. Είναι σπιτικό;’ και να κάνεις ολόκληρο διάλογο στον ύπνο σου».

Και οι δυο γέλασαν.

«Μιας και το πες, τι θα μαγειρέψεις σήμερα;» ρώτησε ο Αποστόλης.

«Δεν θα μαγειρέψω. Θα πάρουμε απέξω να φάμε».

«Πάλι;»

«Ναι, πάλι. Δεν πρόκειται να πλησιάσω τον νεροχύτη».

«Καλά».

«Αν και δεν ξέρω κατά πόσο είναι ασφαλές με τη νόσο», είπε η Βίκυ.

«Δεν υπάρχει νόσος», είπε ο Αποστόλης.

«Τι εννοείς; Δεν άκουσες τι είπαν από-»

«Ναι, αλλά τα σαλιγκάρια είναι καθαρά ζώα. Δεν είναι σαν τα ποντίκια ή τις μύγες».

«Ίσως και να ‘χεις δίκιο. Άλλωστε το είπαν οι ίδιοι πως είναι άγνωστη μολυσματική ασθένεια».

«Δεν πρόκειται καν για μολυσματική ασθένεια. Κανείς δεν ξέρει τι είναι, απλά υποθέτουν».

Η Βίκυ στραβομουτσούνιασε. Είχε πιει όλο τον καφέ της. «Νιώθεις πράγματι καλύτερα;»

«Νομίζω πως ναι».

«Νομίζεις;» έκανε αποδοκιμαστικά. «Δεν έκλεισες ποτέ ραντεβού με τον ουρολόγο, έτσι;»

«Υπέθεσα πως δεν χρειαζόταν».

«Έλα ρε συ Αποστόλη, γιατί το αφήνεις; Μου λες;»

«Αν ξανανιώσω ότι υπάρχει πρόβλημα, θα πάω. Δεν αθετώ υποσχέσεις».

Αλλά εκείνη την τρομακτική νύχτα που ο άνεμος σφύριζε μέσα από τις γωνιές της οροφής, το πρόβλημα είχε επιστρέψει δριμύτερο από κάθε άλλη φορά. Όχι… δεν ήταν τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες, αλλά κάτι άλλο…

Ήταν περασμένες δώδεκα και είχαν πέσει ξεροί στο κρεβάτι τους. Ο Αποστόλης έβλεπε ένα όνειρο αλλά ξύπνησε τόσο απότομα από τον ισχυρό πόνο, που ξέχασε μονομιάς αυτό που έβλεπε. Έσφιγγε τα δόντια του μέσα στα σκοτάδια, καθώς το φεγγαρόφωτο έλουζε την φιγούρα της κοιμισμένης συντρόφου του. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Δεν ήθελε ούτε να την ανησυχήσει αλλά ούτε να νιώσει βλάκας γιατί τελικά η Βίκυ, είχε δίκιο. Σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε το ίδιο αθόρυβα στο κάτω μπάνιο. Το στομάχι του κόντευε να τον πεθάνει. Είχε τάση για εμετό. Μπήκε στο μπάνιο νιώθοντας κρύο ιδρώτα να στάζει από το πιγούνι του. Στάθηκε πάνω από την λεκάνη, κοιτώντας με αρρωστημένη ευχαρίστηση το νερό στο βάθος της. Ρεύτηκε φέρνοντας το χέρι στο στόμα. Τώρα κάτι ανέβαινε από το στομάχι του και στήριξε τα χέρια στο χείλος της λεκάνης. Η πορσελάνη ήταν παγωμένη, όπως επίσης και τα πλακάκια στα γόνατά του. Και ύστερα ξέρασε και η λεκάνη γέμισε με τον εμετό του.

Πάτησε καζανάκι και αυτό ήταν. Ένιωθε καλύτερα.

Ανέβηκε πάλι πάνω ακροπατώντας στις ξύλινες σκάλες. Θα συνέχιζε τον ύπνο του και την επόμενη μέρα θα ξύπναγε θυμούμενος το όνειρο που έβλεπε προτού ανοίξει τα βλέφαρά του.

Αλλά δεν έγινε ποτέ αυτό. Προτού καν προλάβει να ξαπλώσει, ο Αποστόλης έκανε μια δεύτερη επίσκεψη στο μπάνιο, αλλά δεν προλάβαινε με τίποτα να κατέβει τα σκαλιά και να πάει στο κάτω του ισογείου. Πήγε στο μικρό του δωματίου τους και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εδώ μπορούσε να ακούσει τον άνεμο να ουρλιάζει απόκοσμα από το φρεάτιο. Το δυνατό φως έκανε τους οφθαλμούς του να πονάνε, και αυτή τη στιγμή ευχόταν να μπορούσαν να χωθούν μέσα στις κόγχες του, όπως έκαναν και αυτά των σαλιγκαριών. Ο Αποστόλης ένιωσε την παρόρμηση να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Είδε το είδωλό του και βόγκηξε τρομαγμένος όταν παρατήρησε πως η κοιλιά του ήταν πρησμένη σαν εγκυμονούσας. Ένιωσε την ανάγκη να κατουρήσει και διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε, γιατί κάτι είχε φράξει την ουρήθρα του και τον έτσουζε σαν διάολος, θαρρείς πως του είχαν περάσει καθετήρα.

Ο Αποστόλης έλεγξε την άκρη της βαλάνου του. Η σχισμή της ουρήθρας του ήταν σφραγισμένη από κάποιο είδος ξεραμένης βλέννας. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ουρηθρίτιδα, αλλά αυτή η ιδέα εξαφανίστηκε και τη θέση της διαδέχτηκε κάτι χειρότερο που έκανε την αναπνοή του να σταματήσει, βλέποντας τον κορμό του πέους του να φουσκώνει και να πρήζεται. Τώρα έβγαλε κάτι σαν κλαψούρισμα από το λαρύγγι του και ο πανικός τον συνεπήρε. Μήπως ήταν ούρα που προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο αλλά δεν έβρισκαν, με συνέπεια να…

Κάτι κουνήθηκε μέσα από το πέος του. Η καρδιά του έχασε ρυθμούς. Τα χέρια του είχαν μουσκέψει και ο ιδρώτας και ο φόβος είχαν νοτίσει το οξυγόνο της τουαλέτας. Φοβήθηκε τόσο που οι όρχεις του άρχισαν να ζαρώνουν σαν μικρά καρύδια. Τι συμβαίνει… τι σκατά μου συμβαίνει… Στάθηκε όρθιος πάνω από το νερό της λεκάνης, κάνοντας μαλάξεις στο πέος του, χωρίς την παραμικρή διάθεση στύσης. Ακόμα κι αν το ήθελε, αυτό δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς. Ο Αποστόλης έξυσε την κίτρινη βλέννα, άφησε ένα άναρθρο βογκητό και με ένα τελευταίο «τράβηγμα», κάτι γλίστρησε έξω από την ουρήθρα του (πλουτς!) κάνοντας βουτιά στη λεκάνη.

Δεν πρόλαβε να δει τι ήταν.

Τέντωσε το λαιμό του να κοιτάξει. Το νερό της λεκάνης πριν από δυο δευτερόλεπτα ήταν διάφανο, καθαρό. Τώρα αποκτούσε ένα έντονο κόκκινο χρώμα καθώς από την ουρήθρα του έσταζαν σταγόνες αίμα. Κοίταξε πιο προσεκτικά το κόκκινο νερό της λεκάνης. Είδε την επιφάνεια να ρυτιδώνει και κάτι να αναδύεται από εκεί μέσα, και αυτό το κάτι που ανακάλυψε έφερε ουρλιαχτά που δεν πίστευε ότι θα ακούγονταν χειρότερα και από της συντρόφου του.

Από την επιφάνεια του νερού βγήκε ένας γυμνοσάλιαγκας. Σύρθηκε πάνω στην αιματοβαμμένη πορσελάνη, σήκωσε τον φαρδύ λαιμό του προς τα πάνω και σχεδόν τον κοίταξε, πλαταγίζοντας περιπαιχτικά τις νηκτικές, καστανόχρωμες μεμβράνες του στο λευκό φως του μπάνιου.

8

«Αποστόλη!» Η Βίκυ ανασηκώθηκε στο κρεβάτι με την καρδιά της σχεδόν να βγαίνει από το λαρύγγι της. Είχε ακούσει το ουρλιαχτό του Αποστόλη. Δεν τον είχε βρει στο κρεβάτι και δεν τον είχε ξανακούσει να ουρλιάζει ποτέ του με τέτοιο τρόπο. Αυτά ήταν δύο κακά σημάδια.

Έτρεξε στο μπάνιο και τον είδε μαρμαρωμένο πάνω από την λεκάνη. Γύρισε προς το μέρος της και έφερε το χέρι στο στόμα της. Ήταν γυμνός και από την άκρη του πέους του έσταζε αίμα. Ήθελε να τσιρίξει, αλλά η σύγχυση που επικρατούσε στο πρόσωπό της δεν της επέτρεπε να κάνει τίποτε άλλο παρά μόνο να στέκει εκεί και να κοιτάζει σαν ηλίθια.

«Τι… τι έπαθες… Χριστούλη μου… αυτό είναι αίμα;»

Ο Αποστόλης έγλειψε τα χείλη του· ήταν μοβ, και εκείνος κάτωχρος. «Κάλεσε έναν γιατρό».

Και μόνο απ’ αυτό η Βίκυ κατάλαβε πόσο σοβαρό ήταν το πράγμα. Ποτέ της δεν περίμενε ο Αποστόλης να ζητήσει από μόνος του κάτι τέτοιο.

«Όχι», του είπε, «δώσε μου ένα λεπτό να δω ποια εφημερεύουν. Μείνε εδώ, σε παρακαλώ».

***

Από το ζεστό κρεβάτι τους είχαν βρεθεί σε ένα εφημερεύον νοσοκομείο. Ξαφνικά η ζωή τους είχε πάρει την κατρακύλα. Η Βίκυ βρισκόταν πάλι εδώ, τα μάτια της και πάλι με μπλάβες σακούλες, με την αναγούλα τουλάχιστον εξηγήσιμη. Θυμόταν το αίμα που έσταζε στα πλακάκια του μπάνιου και (πλιτς!) το αίμα που έβγαινε από… (πλιτς!)

Δεν ήθελε καν να το ξανακάνει εικόνα στο μυαλό της. Όλα όσα είχαν περάσει την τελευταία βδομάδα ήταν αρκετά για εκείνη. Και τώρα ξανά τα ίδια. Ξαφνικά φοβόταν για την ζωή του Αποστόλη. Δεν ήξερε καν τι είχε συμβεί στο μπάνιο. Απλώς τον βρήκε εκεί, να τρέμει σαν το ψάρι, και το αίμα… πολύ αίμα… της θύμισε το συμβάν με την βδέλλα όταν ήταν μικρή και ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα της.

«Γιατί αργούν τόσο…» ψέλλισε, με το πόδι της να φρίττει νευρικά. Ήπιε μια τελευταία γουλιά από τον καφέ της και σήκωσε το κουρασμένο βλέμμα της στο ρολόι του τοίχου. 2.45π.μ. Το μεδούλι της την πέθαινε από την αυπνία. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Αποστόλης δεν συμπαθούσε τα νοσοκομεία και τους γιατρούς. Η όλη αύρα και οι ανεπαίσθητοι ήχοι των ασθενών μέσα στα δωμάτια… ήχοι συνδεδεμένοι με την αρρώστια, η ίδια η μυρωδιά της αρρώστιας… η καμφορά του φαρμάκου… το πόδι της έτρεμε κι άλλο… κι άλλο… ο ήχος την ηρεμούσε, ρυθμικός όπως του ρολογιού…

Η πόρτα άνοιξε μπροστά της. Αυτή τη φορά δεν βγήκε ο Αποστόλης. Ήλπιζε να έβγαινε με ένα τσιρότο και να της χαμογελούσε, αλλά δεν βγήκε…

Ήταν ο γιατρός. Η Βίκυ διάβασε το πρόσωπό του, φαινόταν… άγαρμπο. Σαν κάτι να τον είχε ταράξει, μια επιβεβαίωση ότι τα πράγματα όντως ήταν σοβαρά.

«Πείτε μου επιτέλους τι συμβαίνει!» είπε φωναχτά η Βίκυ, χωρίς να το θέλει.

«Κυρία Βαρνακιώτη, διατηρήστε παρακαλώ τον τόνο σας», είπε ο γιατρός.

«Πώς είναι; Πείτε μου παρακαλώ, πώς είναι…»

«Ο σύζυγό σας είναι καλύτερα. Του έκανα μια ηρεμιστική και τώρα κοιμάται».

«Ηρεμιστική; Ποιος ο λόγος; Τι του συμβαίνει, γιατρέ;»

«Τον έπιασε κρίση πανικού. Η διάγνωση, ξέρετε, δεν ήταν ευχάριστη».

«Η διάγνωση; Έχει κάτι με τα νεφρά του τελικά; Αυτό μας είπε ο άλλος γιατρός και δεν το πήρε τό-»

«Δεν πρόκειται περί αυτού», την διέκοψε.

«Τ-τι εννοείτε…»

Ο γιατρός την έβαλε να καθίσει στις πλαστικές καρέκλες. Κάθισε και εκείνος δίπλα της. «Κυρία Βαρνακιώτη, δεν θέλω να προκαλέσω ταραχή. Οτιδήποτε κι αν σας πω, θέλω να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας. Υπάρχουν ασθενείς που πονάνε εδώ μέσα».

Η Βίκυ άρχισε να βουρκώνει, αλλά δεν αποτράβηξε το βλέμμα της όσο και αν ήθελε να το κάνει. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, όσο πιο σταθερά μπορούσε μιας και έτρεμε ολόκληρη. «Εντάξει…»

«Δεν έχω συναντήσει ποτέ μου κάτι παρόμοιο. Αμφιβάλλω αν το έχει συναντήσει κανένας άλλος». Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με ένα μαντιλάκι. «Έκανα στον σύζυγό σας μια αξονική τομογραφία και ανακάλυψα κάτι ασυνήθιστο στην βουβωνική περιοχή της πυέλου». Έδωσε στην Βίκυ έναν φάκελο που κρατούσε παραμάσχαλα. «Δείτε μόνη σας. Μπορεί να καταλάβετε τι εννοώ».

Η Βίκυ κοίταξε τις ακτινογραφίες για λίγη ώρα. Απεικόνιζε την λεκάνη του σε ένα μαύρο φόντο, με τα λευκά, φωτεινά μέρη του σκελετού. Έπειτα γούρλωσε τα μάτια της τόσο, που κόντευαν να πεταχτούν έξω. «Τι… τι είναι αυτά εδώ κάτω; Αυτές οι μικρές λουρίδες αριστερά και δεξιά στην λεκάνη…»

«Νομίζω ότι είναι σκουλήκια», είπε ο γιατρός. «Έχουν φωλιάσει στην ουροδόχο κύστη του άντρα σας».

«Χριστέ μου!» φώναξε η Βίκυ. Τώρα ήξερε. Έκανε αμέσως την σύνδεση και τώρα ήξερε ότι, «Δεν είναι σκουλήκια!» Άρχισε να κλαίει, αδυνατώντας να συγκρατήσει τον πανικό της. «Είναι γυμνοσάλιαγκες!»

«Αυτό θα ήταν τρελό…»

«Σας παρακαλώ… κάντε κάτι… κάντε κάτι γιατί θα τρελαθώ, μα την Παναγιά θα τρελαθώ… Δείτε πώς τρέμουν τα χέρια μου, θα-» Τα μάτια της γούρλωσαν πάλι. Έπιασε την κοιλιά της σαν παλαβή, λες και έψαχνε για κάποιο παιδί που είχε χάσει. «Τα έχω κι εγώ μέσα μου; Τα νιώθω, γιατρέ… τα νιώθω είναι μέσα μου και με τρώνε και εμένα!»

«Κυρία, Βαρνακιώτη, θα χρειαστεί να σας συνοδεύσω έξω».

«Όχι, γιατρέ… πρέπει… πρέπει να μου πείτε τι μπορώ να κάνω… σας εκλιπαρώ!» Έκλαψε με λυγμούς πάνω στο στέρνο του. «Ό,τι θέλετε από μένα, οτιδήποτε θέλετε αρκεί να τον σώσετε απ’ τις βδέλλες!» Κλάματα. Όχι άλλες λέξεις.

Ο γιατρός αναστέναξε, νιώθοντας λύπη για την γυναίκα που κρεμόταν κυριολεκτικά από πάνω του. Οι ακτινογραφίες είχαν αφεθεί στο πάτωμα, σκόρπιες σαν μια σκέτη ταινία. «Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου», είπε ο γιατρός.

Το κλάμα της καταλάγιασε κάπως και τον κοίταξε με μάτια πρησμένα και νωθρά, λες και την είχαν ξυλοκοπήσει. «Ο Θεός να σας έχει καλά…»

«Περιμένετε να σας δώσω λίγο νερό».

Ο γιατρός τής πήγε λίγο νερό και αφού η Βίκυ ηρέμησε, ανέκτησε την μιλιά της.

«Υπάρχει κάτι που πρέπει να σας πω», είπε η Βίκυ.

«Μόνο αν νιώθετε ήρεμη».

«Όλο αυτό με την επιδημία… ξέρετε…»

«Μιλάτε για το συμβάν με τα σαλιγκάρια;»

«Ο σύντροφός μου λέει ότι δεν είναι νόσος», συνέχισε, αγνοώντας εντελώς την ερώτηση. «Εννοώ, τα συμπτώματα που παρουσιάστηκαν σε όλους οφείλονται σ’ αυτό που συμβαίνει τώρα στον άντρα μου. Και νομίζω ότι το έχετε καταλάβει και εσείς».

«Δεν είμαι ειδικός στα σαλιγκάρια, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι αυτά στην ακτινογραφίες μοιάζουν περισσότερο με γυμνοσάλιαγκες παρά με σκουλήκια. Το σώμα τους είναι πεπλατυσμένο, όχι σαν του σκουληκιού. Πώς το ήξερε αυτό ο άντρας σας;»

«Έχει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις», είπε η Βίκυ. «Είναι… μυστήριος. Σπάνια πέφτει έξω». Χαμογέλασε, και ύστερα, σοβάρεψε. «Θα γίνει καλά, γιατρέ;»

«Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε. Αν μάθετε το οτιδήποτε που να έχει να κάνει με την τωρινή κατάσταση, παρακαλώ καλέστε με εδώ». Ο γιατρός έβγαλε ένα καρτελάκι από το πέτο της ποδιάς του.

«Εντάξει. Ευχαριστώ και πάλι, γιατρέ».

«Προσέξτε στο δρόμο, κυρία Βαρνακιώτη. Άκουσα πως πλησιάζει καταιγίδα».

«Θα τα καταφέρω», είπε και του χαμογέλασε με το χαμόγελο της ανησυχίας.

***

Η Βίκυ έφυγε από το νοσοκομείο και πήγε κατευθείαν στο σπίτι. Τώρα όλα έμοιαζαν με κακό όνειρο και σχεδόν ένιωθε μια σημαντική αλλαγή στην αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν ήξερε τι διάολο συνέβαινε και δεν μπορούσε να εξηγήσει τίποτε απ’ όλα αυτά. Οι τελευταίες δυο βδομάδες ήταν ταξίδι σουρεαλιστικό. Δεν ήθελε με τίποτα να πέσει να κοιμηθεί και δεν ήθελε με τίποτα να μπει σε εκείνο το μπάνιο, ούτε για να πλύνει το πρόσωπό της ούτε καν για να κατουρήσει. Θα έπεφτε λιπόθυμη κάτω αν έβλεπε το αίμα του Αποστόλη. Ήταν ξαπλωμένη, με τα χέρια ήρεμα στην ποδιά της, όταν σκέφτηκε το αίμα… και ότι βγήκε κάτι από μέσα του… αλλά τής έμοιαζε απίστευτο να είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά εδώ που τα λέμε, ήταν απίστευτο αυτό που είχε ανακαλύψει ο ουρολόγος. Για μια στιγμή ξανασκέφτηκε αν υπήρχαν μέσα της, αλλά δεν παρουσίαζε κανένα από τα συμπτώματα που είχε ο Αποστόλης, παρά μόνο την ναυτία. Όμως ένιωθε ναυτίες από τον καφέ, το ήξερε ότι ο καφές της προκαλούσε ναυτίες, δεν θα μπορούσε ξαφνικά να είναι αυτό, να είναι οι σάλιαγκες μέσα της…

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 2ο.


4

Το απόγευμα έβρεξε. Η Βίκυ είχε πακετάρει τα πράγματά της ώσπου ο Αποστόλης να αποφασίσει να κάνει κάτι με την υπόθεση. Η Βίκυ δεν φαινόταν να αλλάζει γνώμη, και ούτε σκόπευε αν δεν άκουγε να της λέει πως δεν υπάρχουν σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες στον κήπο της και μέσα στο σπίτι της. Και μέσα στο σπίτι υπήρχαν περισσότερα απ’ όσα υπήρχαν στον κήπο. Ο νεροχύτης είχε υπερχειλίσει και η κουζίνα βρόμαγε σαν χαλασμένο λάχανο. Μέχρι σήμερα δεν ήξεραν ότι αυτά τα μικρά πράγματα μπορούσαν να μυρίζουν τόσο άσχημα.

«Θα τα διώξω Βίκυ, εξαρχής σκόπευα, στο είχα υποσχεθεί. Απλώς, δώσε μου λίγο χρόνο να…»

«Λίγο χρόνο να κάνεις τι, γαμώτο;» φώναξε η Βίκυ. Αυτή τη φορά το πρόσωπό της ήταν αρκετά θυμωμένο. «Έχουν εισβάλλει μέσα στο σπίτι μας και φταις εσύ γι’ αυτό όσο περίμενες να σκαρφιστεί κάτι το μυαλουδάκι σου!»

«Τότε γιατί δεν το κάνεις εσύ;»

«Γιατί…»

«Γιατί φοβάσαι, πες το».

«Εντάξει, φοβάμαι λοιπόν! Είναι παράλογο; Άλλωστε μου υποσχέθηκες πως θα το έκανες εσύ».

«Και αυτό σκόπευα να κάνω αν δεν σε έπιαναν οι υστερίες σου πάλι!»

«Οι υστερίες μου… μάλιστα… Δεν είδες αυτό που είδα εγώ, γι’ αυτό μιλάς».

«Όπως αυτό με τα παρτέρια σου; Ήταν τόσο τρομερό για σένα, Βικούλα;

«Κόφτο».

«Να κόψω τι; Μήπως είδες τον μπαμπούλα;»

«Έβγαιναν από τη γαμημένη βρύση!»

«Τρομερό», έκανε ο Αποστόλης γελώντας. «Πήγαινε τότε στην μανούλα σου αν γουστάρεις. Εγώ πάντως δεν πρόκειται να σκοτώσω ούτε ένα απ’ αυτά επειδή εσύ φοβάσαι. Το πιο λογικό είναι να βρούμε μαζί μια λύση, αλλά είσαι τόσο φοβισμένη που δεν θέλεις ούτε τη σκιά σου να βλέπεις».

«Αυτό δεν είναι αλήθεια και το ξέρεις», είπε η Βίκυ, «απλώς…»

«Απλώς τι;»

«Έχω ψυχολογικό με… τις βδέλλες. Από μικρή μού θύμιζαν βδέλλες… ξέρεις, εκείνα τα πράγματα που κολλάνε πάνω σου και σου ρουφάνε το αίμα».

«Ξέρω τι είναι οι βδέλλες. Γιατί δεν μου το είχες πει;»

«Γιατί πίστευα πως δεν είχε σημασία αφού έβλεπες πόσο πολύ φοβόμουν».

«Ναι… αλλά αυτά είναι σαλιγκάρια και…»

«Δεν με νοιάζει!» φώναξε. «Δεν τα θέλω κοντά μου, ρε Αποστόλη, κατάλαβέ το επιτέλους!»

«Εντάξει». Την πλησίασε. «Θα βρω την άκρη… Μάλλον, όχι. Μαζί θα την βρούμε. Μόνο μη φύγεις. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ».

«Θα μείνω, αν κάνουμε κάτι αμέσως».

«Θα κάνουμε. Έλα μαζί μου».

Ο Αποστόλης πήγε στην κουζίνα και η Βίκυ τον ακολούθησε. Τα παπούτσια τους πλατσούριζαν και κολλούσαν. Κάτω από το νεροχύτη έρπαν γυμνοσάλιαγκες με τα σκωληκώδη σώματά τους και στο πάτωμα σέρνονταν σαλιγκάρια κουβαλώντας τα στριφογυριστά κελύφη τους. Ήταν εκατοντάδες και είχαν γεμίσει την κουζίνα με γλίτσα και βλέννα. Η Βίκυ στάθηκε στο χολ και δεν προχώρησε πιο πολύ. Ο Αποστόλης πήγε προς το τραπέζι και άρπαξε από τη φρουτιέρα ένα σαγκουίνι. Το ξέσκισε με τα χέρια του, κόκκινα ζουμιά σαν αίμα έτρεξαν στους καρπούς του και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο. Άφησε το ανοιγμένο φρούτο έξω, ένα μέτρο πιο πέρα από το κατώφλι με τη σάρκα του να μοιάζει σχεδόν ανθρώπινη. Ο Αποστόλης πήγε πίσω στην Βίκυ με προσεκτικά βήματα μη τυχόν πατήσει κανένα.

«Λες να πιάσει; Να πάνε στην τροφή;» τον ρώτησε η Βίκυ.

«Έτσι διάβασα», αποκρίθηκε ο Αποστόλης. «Απλά είναι άσκοπο να περιμένουμε εδώ. Θα αργήσει».

«Δεν το κουνάω ρούπι αν δεν σιγουρευτούμε ότι πιάνει».

Έκατσαν με σταυρωμένα χέρια στο ίδιο σημείο για τριάντα, ίσως και σαράντα λεπτά. Τα σαλιγκάρια που βρίσκονταν πιο κοντά στην πόρτα είχαν αρχίσει να κάνουν πορεία προς τον κήπο. Η Βίκυ ένιωσε μια μικρή ανακούφιση. Ωστόσο, ο νεροχύτης ήταν ακόμα γεμάτος και το χείλος του έσταζε κολλώδη υγρά. Θα έπαιρνε και ολόκληρες μέρες για να βγουν όλα τους από κει μέσα.

«Δεν το βλέπω να κοιμάμαι ήρεμη σήμερα».

«Μόλις σκέφτηκα κάτι».

«Τι σκέφτηκες;»

«Έχεις το φτυαράκι στον κήπο;» την ρώτησε.

Η Βίκυ έγνεψε καταφατικά.

«Ωραία, περίμενέ με εδώ».

Ο Αποστόλης πήγε ακροπατώντας στον κήπο και άρπαξε το μισοθαμμένο φτυαράκι κοντά στα παρτέρια με τα φαγωμένα καλλωπιστικά της. Έτρεξε πίσω στην κουζίνα και βοήθησε λίγο στην επιτάχυνση της διαδικασίας, φτυαρίζοντας μαλακά τον νεροχύτη, πετώντας τους γυμνοσάλιαγκες από το παράθυρο. Όταν έσκαγαν στο πάτωμα έκαναν ήχους χλαπάτσας. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ασφαλές για κείνα, αλλά αυτά που είχαν κέλυφος βρίσκονταν μόνο στο πάτωμα οπότε υπέθεσε πως δεν υπήρχε θέμα ως προς την έξοδό τους. Τα δάχτυλά του χάνονταν μέσα στον νεροχύτη και το μόνο που ένιωθε ήταν γλιστερά και κρύα ζυμάρια. Η Βίκυ στην άλλη άκρη της κουζίνας είχε πάρει μια έκφραση αηδίας και η αναγούλα που ανακάτωνε το στομάχι της είχε επιστρέψει. Ο Αποστόλης σκούπισε το κούτελό του που είχε ιδρώσει και χωρίς να το έχει καταλάβει πασάλειψε το μαλλί του με βλέννα, που κάθισε εκεί, σαν γλοιώδη ζελέ. «Έβγαλα τα περισσότερα», είπε βαριανασαίνοντας. «Τώρα περιμένουμε μέχρι το πρωί. Θα περάσω μερικά νομίσματα στην γραμμή της πόρτας. Δεν θα μας ενοχλήσουν για λίγο».

«Είσαι σίγουρος γι’ αυτό;» τον ρώτησε η Βίκυ.

«Απολύτως», απάντησε. «Θα φάμε έξω. Πήγαινε να ετοιμαστείς».

«Μου κόπηκε η όρεξη. Αλλά προτιμώ να είμαι έξω παρά εδώ μέσα».

5

Κατά τις έντεκα το βράδυ η βροχή είχε δυναμώσει και το σπίτι έσκουζε από τους ανέμους. Όταν γύρισαν από το εστιατόριο η Βίκυ ένιωσε την υγρασία να πλανιέται στο χώρο, μια αίσθηση βαριά που έκανε τις κλειδώσεις της να πονάνε. Είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να επαναφέρει τον κήπο της από τους εισβολείς που τον είχαν διαλύσει, και τώρα η καταιγίδα δεν έλεγε να αφήσει τίποτα άλλο για εκείνη παρά μόνο κατήφεια. Ίσως το καλοκαίρι να έκανε κάποια απόπειρα να διορθώσει τις ζημιές, αλλά τώρα δεν ήθελε ούτε να πλησιάσει τον κήπο της, γιατί εξάλλου, δεν της ανήκε πια.

Ο Αποστόλης έκανε το βραδινό του ντους και αφού στέγνωσε το σώμα του ξάπλωσε στο κρεβάτι γυμνός. Εκείνη τη στιγμή η Βίκυ δε διάβαζε τίποτα. Είχε πέσει στο μαξιλάρι νιώθοντας ξαφνικά πολύ κουρασμένη μ’ όλα αυτά.

«Έριξα μια ματιά στην κουζίνα και ανακάλυψα κάτι», της είπε.

Η Βίκυ δεν ήθελε να ακούσει. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα άλλο που επρόκειτο να την ταράξει. Δεν απάντησε, σχεδόν έκανε πως την είχε πάρει ο ύπνος.

«Δεν βρήκα κανένα σαλιγκάρι», συνέχισε εκείνος. «Ούτε γυμνοσάλιαγκα».

«Σοβαρά;» εξεπλάγη, γυρνώντας σαν σβούρα προς το μέρος του.

«Ναι. Ούτε στον κήπο είδα κάτι, όσο τουλάχιστον μου επέτρεπε το εξωτερικό φως να δω. Στο ‘πα ότι θα τα διώξω».

«Μου το ‘πε ο γλυκός μου», έκανε ναζιάρικα η Βίκυ και του χάιδεψε το στήθος, βρίσκοντας ξανά τη χαμένη διάθεσή της.

Ο Αποστόλης γύρισε και την κοίταξε σοβαρός. «Θες να κάνουμε σήμερα;» ρώτησε. «Έχουμε καιρό».

«Θα ήταν ο ιδανικός τρόπος να το γιορτάσουμε», του είπε εκείνη και έγειρε πάνω του, φιλώντας τρυφερά τα χείλη του.

***

Όταν τέλειωσαν να κάνουν έρωτα στο μυαλό της υπήρχε μια σκέψη που δεν έλεγε να φύγει. Μολονότι ο Αποστόλης τής είχε πει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα απ’ αυτά πλέον στην κουζίνα τους, η σκέψη αυτή ήταν τόσο επικίνδυνη που κόντευε να την τρελάνει. Πώς γίνεται να εξαφανίστηκαν σε λίγες ώρες; Μήπως έφταιγε επειδή ο Αποστόλης είχε ρίξει τα περισσότερα έξω από το παράθυρο; Μήπως έφταιγε ο βροχερός καιρός και η υγρασία που τα έκανε να έρπουν γρηγορότερα;

Αποκοιμήθηκε μ’ αυτές τις σκέψεις.

Στον ύπνο της είδε ότι βρίσκονταν κρυμμένα κάπου μέσα στο σπίτι τους.

6

Το πρωί ο Αποστόλης ξύπνησε με έναν φοβερό πονόκοιλο. Τα βογκητά του την είχαν ξυπνήσει και τους είχαν αναστατώσει και τους δυο, παρόλο που η Βίκυ επέμενε πως πρέπει να τον είχε πειράξει το φαγητό του εστιατορίου. Ο Αποστόλης όμως δεν πίστευε πως ήταν αυτό. Ένιωθε ατονία, ζάλη, τάση για εμετό και ένα συνεχές βάρος στο στομάχι του.

«Τι νιώθεις;» τον ρώτησε η Βίκυ, ενώ κάθονταν στην κουζίνα. Η Βίκυ, αντιθέτως, ένιωθε πολύ καλύτερα με την όλη κατάσταση.

«Νιώθω… σαν να θέλω να κατουρήσω και να…» Δεν του έβγαινε η λέξη.

«Και να;…» έκανε εκείνη.

«Σαν να θέλω να κατουρήσω και να χέσω ταυτόχρονα».

Η Βίκυ εξέτασε το πρόσωπό του με τα μάτια της. Ήταν άσπρο σαν κιμωλία. «Πονάς;» τον ρώτησε τώρα.

«Είναι παράξενο. Την μία πονάω και την άλλη νιώθω…» παύσανε. Και μετά: «Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Νιώθω πολύ περίεργα. Νομίζω έχει να κάνει με το στομάχι μου. Κάτι δεν πάει καλά».

«Θα πάμε στον γιατρό, εντάξει;»

«Δεν μ’ αρέσουν οι γιατροί».

«Το ξέρω, Αποστόλη. Πρέπει όμως να δούμε τι τρέχει».

Ο Αποστόλης δεν έφερε αντιρρήσεις.

***

Η Βίκυ τον πήγε με το αυτοκίνητο σε ένα κοντινό ιατρείο. Δεν είχε σταματήσει να βρέχει και έβλεπες το νερό να φουσκώνει δίπλα στα πεζοδρόμια. Στην Βίκυ άρεσε πολύ αυτός ο καιρός. Το μόνο που δεν της άρεσε ήταν όλη αυτή η καταστροφή.

Περίμενε για λίγο στην αίθουσα αναμονής, όσο ο Αποστόλης ήταν μέσα με τον παθολόγο. Ξεφύλλιζε ένα περιοδικό όταν επέστρεψε η αναγούλα που είχε νιώσει πριν δυο μέρες. Σκέφτηκε κάπως ανόητα αν είναι έγκυος, αλλά πήγαιναν τρεισήμισι χρόνια από τότε που είχε κάνει ολική υστερεκτομή. Εκείνη τη στιγμή είδε την πόρτα να ανοίγει και τον Αποστόλη να βγαίνει με ένα τσιρότο στο έσω μέρους του αγκώνα.

Η Βίκυ ανασηκώθηκε από το κάθισμα. «Τι έγινε; Όλα καλά;» ρώτησε.

«Θα σου πω στην διαδρομή. Δεν νιώθω άνετα εδώ».

Έφυγαν από το ιατρείο και στην διαδρομή με το αυτοκίνητο, ο Αποστόλης τής εξήγησε:

«Μου ζήτησε να περάσω από κάποιον ουρολόγο να με δει».

«Τι πράγμα;» απόρησε η Βίκυ τόσο, που τα μάτια της ξέφυγαν για λίγο από το δρόμο. «Γιατί; Τι έχεις τελικά;»

«Ο γιατρός που πήγαμε τώρα λέει ότι μπορεί να έχω νεφρολίθο… λίθη… κάτι με τα νεφρά τέλος πάντων. Δύσκολη λέξη. Ποτέ δεν το είχα με τα ονόματα».

«Νεφρολιθίαση;»

«Ναι, αυτό, αλλά δεν είναι σίγουρος».

«Και η ένεση;»

«Αντιφλεγμονώδη», είπε ο Αποστόλης, «για τον πόνο».

Η βροχή είχε γίνει ψιχάλα αλλά οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν ακόμα πάνω στο παρμπρίζ.

«Νιώθεις καλύτερα;» τον ρώτησε.

«Ναι, αρκετά μπορώ να πω».

«Φτάνουμε όπου να’ ναι. Θέλεις να σου ετοιμάσω να φας και να πέσεις μήπως;»

«Δεν πεινάω», είπε και έκανε μια παύση.

Δεν αντάλλαξαν κουβέντες.

Μετά από λίγο ξαναμίλησε: «Όταν με εξέταζε σκεφτόμουν εσένα».

Η Βίκυ γέλασε. «Τι σκεφτόσουν δηλαδή;»

«Πώς και δεν μου έχεις πει ποτέ γιατί φοβάσαι τις βδέλλες».

Η Βίκυ έπεσε σε βαθιά σιωπή.

«Δεν έτυχε», είπε.

«Μόνο αυτό;»

Άλλη μια παρατεταμένη σιωπή.

«Όχι… μάλλον, ένιωθα ντροπή να στο πω».

«Ένιωθες ντροπή;» απόρησε εκείνος. «Για ποιο λόγο;»

«Να… Όταν ήμουν επτά χρονών είχα πάει για κολύμπι στην λίμνη. Ξέρεις, γεμάτο έλη, πρασινάδα, πουλιά να τιτιβίζουν. Το νερό ήρεμο, καθαρό. Ήταν όμορφη εικόνα για μένα. Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι υπήρχε κάτι σαν αυτό… Δεν ταίριαζε με την εντύπωση που μου είχε δημιουργήσει η θέα της λίμνης. Γύρισα σπίτι και είχα την πρώτη μου ρινορραγία. Μέχρι που έβγαζα κάθε μέρα αίμα από τη μύτη μου. Πολύ αίμα. Δεν έστεκε όλο αυτό και-»

«Πού κολλάνε αυτά που μου λες τώρα;»

«Θα σου πω, μη με διακόπτεις».

«Συγγνώμη».

«Περίπου ένα μήνα αργότερα, όπως κοιταζόμουν στον καθρέφτη είδα κάτι που με φρίκαρε. Υπήρχε μια βδέλλα μέσα στη μύτη μου, κρεμόταν η ούρα της πίσω-πίσω στο ρουθούνι».

«Ένα μήνα;»

«Ακούγεται τρελό, αλλά Μάρτυς μου ο Θεός, υπήρχε μια γαμημένη βδέλλα εκεί μέσα. Γι’ αυτό τις φοβάμαι τόσο. Ντρεπόμουν να το πω σε κάποιον. Πήρα το τσιμπιδάκι της μαμάς και την έβγαλα».

«Και γι’ αυτό φοβάσαι τα σαλιγκάρια;»

«Οτιδήποτε μοιάζει με βδέλλα».

«Χμμ… η αλήθεια είναι πως οι γυμνοσάλιαγκες μοιάζουν λίγο με βδέλλες. Μπορώ να καταλάβω το φόβο σου. Τώρα όμως δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά, το υπόσχομαι».

«Άντε πάλι με τις υποσχέσεις», έκανε η Βίκυ ενοχλημένη.

«Ναι, με τη μόνη διαφορά πως τώρα υπόσχομαι χωρίς να μου το ζητήσεις».

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 1ο.


1

Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες δεν ήταν ποτέ άλλοτε το μεγαλύτερο πρόβλημα της περιόδου των ραγδαίων βροχοπτώσεων. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν είχαν προκαλέσει τέτοιο θέμα, και σίγουρα όχι όσο οι βροχές που τη φετινή χρονιά συνοδεύονταν από ισχυρούς ανέμους των εννέα μποφόρ· είχαν ξεριζώσει σκεπές και καμινάδες και μικρά δέντρα, ενώ μερικά χιλιόμετρα παραπέρα από το κέντρο της πόλης είχαν σημειωθεί καταστροφές σε αγροτικές εκτάσεις και κατοικίες, ζημιές που λίγο πολύ θα αργούσαν να αποκατασταθούν. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, υπήρξαν πλημμύρες που φούσκωναν και παρέσερναν τα κατάλοιπα των καταστροφών που είχε προκαλέσει η περασμένη, ανελέητη θύελλα.

Ορισμένοι κάτοικοι της επαρχίας διαμαρτύρονταν. Δεν είχαν άδικο, βέβαια. Όση βλάστηση είχε απομείνει από το πέρασμα των καταστροφών, την αποτελείωνε ένα αλλόκοτο κρούσμα μικρών πλασμάτων που λειτουργούσαν ύπουλα τη νύχτα σαν μυθικά, αιμοβόρα πλάσματα. Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες έβγαιναν δεκάδες στο υγρό περιβάλλον των κήπων· τρέφονταν από οτιδήποτε περνούσε κάτω από το σαρκώδες σώμα τους, αφήνοντας πίσω το τελευταίο ίχνος μιας αηδιαστικής βλέννας. Τότε είχε αρχίσει να υπάρχει πρόβλημα.

Το ζεύγος που είχε αποφασίσει να συνάψει σχέση δίχως την αναγκαιότητα του γάμου έμενε σε μια μικρή, αξιοπρεπή στέγη. Είχαν παρατηρήσει πως τα σαλιγκάρια πλήθαιναν στον κήπο τους, όπως συνέβαινε και στους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής. Ένα συννεφιασμένο πρωινό, η Βίκυ άφησε τα ουρλιαχτά της να ακουστούν σαν προειδοποιητική σειρήνα, ξαφνιάζοντας τον άντρα της και τους γείτονες. Την ίδια στιγμή ο Αποστόλης έβαζε να πιει λίγο νερό από τη βρύση της κουζίνας, τίναξε το ποτήρι που κράταγε και έτρεξε αμέσως στον κήπο, εκεί όπου είχε ακούσει τα ξαφνικά ουρλιαχτά της Βίκυς.

«Γιατί στο καλό φωνάζεις έτσι;» ρώτησε ο Αποστόλης.

«Δες τι σκατά συμβαίνει στον κήπο!» απάντησε η Βίκυ, φωνάζοντας πιο πολύ.

Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει, αλλά όχι από θυμό. Φαινόταν αηδιασμένη.

Ο Αποστόλης πλησίασε και κοίταξε πάνω από τον ώμο της. Στην αρχή δεν ήξερε τι έβλεπε, αλλά σύντομα το πρόσωπό του άλλαζε καθώς διαπίστωνε τι ήταν αυτό, παίρνοντας μια γκριμάτσα που έφερνε κοντά στην σύγχυση. Τα καλλωπιστικά φυτά στα παρτέρια της Βίκυς είχαν φαγωθεί και στη θέση τους αναδεύονταν γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια· μπλεγμένα μέσα στο ξύλινο πλαίσιο έκαναν σιαλώδεις ήχους, το ένα ανέβαινε πάνω στ’ άλλο με τρομακτική βραδύτητα και αναισθησία, ενώ το χώμα ήταν δύσκολα διακριτό έτσι όπως τα καστανόχρωμα σώματά τους το έκρυβαν σαν ζωντανό, σαρκώδες επικάλυμμα· τα σπειροειδή κελύφη τους ήταν κινούμενα καρύδια φρίκης και η Βίκυ ήταν έτοιμη να ουρλιάξει πάλι.

«Χριστέ μου… δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο», είπε ο Αποστόλης. Τώρα κοίταξε αριστερά τους άσπρους τοίχους του σπιτιού. Και εκεί υπήρχαν σαλιγκάρια κολλημένα στον τοίχο, αφήνοντας πίσω τους γυαλιστερές γραμμές ενώ έκοβαν αργοκίνητες βόλτες κοντά στην πέτρινη βρύση με το λάστιχο ποτίσματος, πάνω στο ποτιστήρι και κάτω, με τις κεραίες τους να γαργαλούν επιφάνειες μικροσκοπικών λιμνών νερού. Αυτά τα πράγματα είχαν εισβάλλει στον κήπο τους.

«Κάλεσε αμέσως βοήθεια!» φώναξε πάλι η Βίκυ. «Δεν με νοιάζει πώς θα τα ξεφορτωθείς, αρκεί να μην τα βλέπω μπροστά μου!»

«Μπορείς να πάψεις με τις υστερίες; Κάνεις σαν να μην έχεις ξαναδεί ποτέ σου σαλιγκάρια…» Την πήρε από τους ώμους και την οδήγησε μέσα στην κουζίνα. «Κάτσε εδώ». Ο Αποστόλης την έβαλε να καθίσει σε μια ξύλινη καρέκλα με ίσια ράχη. «Θα δω τι μπορώ να κάνω». Πήγε να φύγει, αλλά διαπίστωσε πως η Βίκυ έτρεμε ελαφρά σαν φύλλο, παρόλο που κρατούσε αγκαλιά το σώμα της για να μην φανεί.

«Νιώθεις… καλά;» ρώτησε ανήσυχος. «Εσύ τρέμεις».

«Μου υπόσχεσαι ότι θα τα ξεφορτωθείς;»

«Τα φοβάσαι;» απόρησε. «Πώς γίνεται να φοβάσαι κάτι τόσο άκακο;»

«Ναι, έχεις δίκιο. Δεν τα φοβάμαι. Τα σιχαίνομαι. Είναι σιχαμερά. Διώξε τα… κάνε κάτι αμέσως…»

«Ηρέμησε, Βίκυ. Θα τα διώξω, εντάξει; Το υπόσχομαι». Έσκυψε και φίλησε το κούτελό της.

Η Βίκυ ηρέμησε κάπως και μίλησε: «Θα μαζέψω το σπασμένο ποτήρι», είπε. «Εσύ να καλέσεις την υπηρεσία απεντόμωσης».

2

Ο Αποστόλης δεν κάλεσε την υπηρεσία απεντόμωσης. Δεν του πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσει. Ωστόσο, σκόπευε να τηρήσει την υπόσχεσή του. Υπήρχαν χιλιάδες τρόποι να απομακρύνεις τα σαλιγκάρια από τον κήπο σου χωρίς να τα σκοτώσεις. Ο Αποστόλης δεν είχε ποτέ του κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά ούτε κάποιο χόμπι. Είχε όμως ένα κάρο εγκυκλοπαίδειες που τις ξεφύλλιζε μια στο τόσο. Κάποτε είχε διαβάσει ότι υπάρχουν ορισμένα είδη σαλιγκαριών που είναι ερμαφρόδιτα όπως και ότι οι γυμνοσάλιαγκες δαγκώνουν έχοντας είκοσι επτά χιλιάδες δόντια στο στόμα τους, πράγμα που του είχε φανεί εκπληκτικό. Όταν τα είδε στον κήπο σήμερα το πρωί μπόρεσε να αναγνωρίσει το είδος τους· ήταν μικρότερα από το κοινό σαλιγκάρι, αλλά το όνομα τού διέφευγε, και, εξάλλου, δεν είχε σημασία. Λίγο πιο αργά το βράδυ, μετά το δείπνο, η Βίκυ τον περίμενε στο κρεβάτι. Διάβαζε ένα μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ όταν εκείνος έβγαινε από το μπάνιο μετά το ντους, φρέσκος και ζεστός από τους ατμούς. Το μαλλί του ήταν βρεγμένο και τον έκανε να μοιάζει νεότερο. Τον Οκτώβριο είχε μπει στα σαράντα, κι όμως το κορμί του ήταν σμιλεμένο σαν αγάλματος.

«Πολύ αργείς», του είπε η Βίκυ. Δεν είχε πάρει το βλέμμα της από το βιβλίο.

«Γιατί; Φοβάσαι μη γεράσεις;» της έκανε κοροϊδευτικά ο Αποστόλης. Ξάπλωσε δίπλα της χωρίς να φοράει ρούχα. Πάντοτε κοιμόταν γυμνός.

«Με το ρυθμό που πας θα πιάσουμε και αράχνες. Παρεμπιπτόντως, τι έκανες με το άλλο που λέγαμε;»

«Μιλάς για τα σαλιγκάρια;»

«Ναι, για τι άλλο;»

«Θα το κοιτάξω το πρωί».

«Κάνεις πλάκα;» είπε εκείνη, απομακρύνοντας το βλέμμα της από το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη του κομοδίνου και έβγαλε τα γυαλιά της. «Θες να μου πεις ότι αυτά βρίσκονται ακόμα στον κήπο μας;»

«Θα φύγουν το πρωί, Βίκυ. Χαλάρωσε. Δεν θα σε φάνε κιόλας».

«Εμένα όχι! Τον κήπο μου όμως ναι!» φώναξε.

Ο Αποστόλης γύρισε πλευρό. «Υπερβάλλεις τώρα».

Η Βίκυ τον χαστούκισε στον πισινό. «Βλάκα!» είπε, και αυτό ήταν. Τώρα θα έκανε την προσπάθεια να κοιμηθεί, ελπίζοντας πως κανένα γλιστερό πράγμα δεν θα σερνόταν μέχρι το κρεβάτι τους.

3

Η Βίκυ ξύπνησε αργά το μεσημέρι μετά από μια δύσκολη βραδιά ύπνου. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί στην σκέψη ότι σαλιγκάρια έτρωγαν τα φυτά στον κήπο της και ότι γυμνοσάλιαγκες έψαχναν καινούργια στέγη κάτω από τα παπλώματά τους. Τέτοιες ιδέες έκαναν το σώμα της να ριγεί και να ιδρώνει. Η πρώτη σκέψη όμως που πέρασε από το μυαλό της την επόμενη μέρα, ήταν να πάρει τα πράγματά της, να φύγει από το σπίτι και να πάει στο σπίτι της μάνα της, μακριά από δω.

Είχε πάει στην κουζίνα πλησιάζοντας μόνο μέχρι τον νεροχύτη. Στο μυαλό της είχε δημιουργήσει μια νοητή γραμμή μεταξύ της πόρτας της κουζίνας και το χώρο του κήπου, που αν την ξεπερνούσε, τα σαλιγκάρια θα την έπιαναν. Πώς γίνεται να φοβάσαι κάτι τόσο άκακο; Σκέφτηκε με τη φωνή του Αποστόλη. Αλλά αυτό που της συνέβη το μεσημέρι αφότου είχε ξυπνήσει, ήταν μια φρίκη που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στο παρελθόν στα τριάντα επτά της χρόνια.

Ήθελε να πιει νερό. Ένιωθε αναγούλα και, μάλλον, αυτός ήταν ο λόγος που είχε ξυπνήσει. Οι μαβί σακούλες κάτω από τα μάτια της μαρτυρούσαν την χθεσινή αϋπνία της. Άνοιξε το πάνω ντουλάπι και θυμήθηκε ότι της έλειπε ένα ποτήρι, πως ήταν αυτό που είχε σπάσει χθες ο Αποστόλης. Πήρε άλλο και ύστερα άνοιξε την βρύση. Δεν βγήκε νερό από το στόμιο. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε στην άκρη του γρανιτένιου πάγκου. Προσπάθησε ξανά μα, και πάλι τίποτα. Αναστέναξε και δοκίμασε το διακόπτη για το ζεστό νερό. Τώρα γινόταν κάτι και νερό γέμιζε επιτέλους το ποτήρι της. Ταυτόχρονα έτριβε τα κουρασμένα μάτια της. Έκλεισε τη βρύση και έφερε το ποτήρι κοντά στο πρόσωπό της. Και εκεί το χέρι της πάγωσε· ήταν λίγο πριν ακουμπήσει τα χείλη της στο γυάλινο χείλος. Οσφράνθηκε τη δυσάρεστη οσμή στον χώρο και αμέσως κατάλαβε ότι ερχόταν από το ποτήρι. Κοίταξε το νερό. Ήταν γκρίζο με μαύρα αιωρούμενα σωματίδια. Φόρεσε πάλι τα γυαλιά της, απομακρύνοντας το ποτήρι και άνοιξε άλλη μια φορά την βρύση. Δεν βγήκε νερό. Αλλά εκεί πίσω, κάπου εκεί πίσω από τους τοίχους οι σωληνώσεις έτριζαν και μούγκριζαν σαν ήχοι που έβγαιναν από κάποιο ζωώδες λαρύγγι. Η Βίκυ έκανε ένα φοβισμένο βήμα πίσω, δεν ήξερε γιατί, αλλά η καρδιά της χτυπούσε εκκωφαντικά μέσα στο στέρνο της· στην κουζίνα όμως τώρα, επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Η Βίκυ είδε κάτι να σέρνεται έξω από το στόμιο της βρύσης. Ένα ζευγάρι μικρές κεραίες έλεγχαν το περιβάλλον και η Βίκυ έφερε το χέρι στο στόμα της, αφήνοντας τις κοφτές αναπνοές της να θερμαίνουν την παλάμη της. Και τότε τα μάτια της γούρλωσαν και μια κραυγή μεγάλωσε στον λαιμό της με αυτό που αντίκρισε· από το στόμιο της βρύσης βγήκε ένας ανεξέλεγκτος πίδακας από γυμνοσάλιαγκες χτυπώντας βαρύγδουπα τον μεταλλικό πάτο του νεροχύτη με τέτοιο θόρυβο, σαν σφυριά πάνω σε κρανίο και τέτοια ορμή, που το μακρόστενο επιχρωμιωμένο σώμα της βρύσης τιναζόταν ελαφρά προς τα πάνω. Ήταν μια σκηνή που την ανάγκασε να κρύψει το πρόσωπό της για να μην βλέπει, όμως στη φαντασία της ο βαρύγδουπος θόρυβος έφερε ακουστικές εικόνες εφιάλτη και η Βίκυ ούρλιαξε μέχρι να αδειάσουν τα πνευμόνια της.

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Αρέσει σε %d bloggers: