Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 1ο.


1

Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες δεν ήταν ποτέ άλλοτε το μεγαλύτερο πρόβλημα της περιόδου των ραγδαίων βροχοπτώσεων. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν είχαν προκαλέσει τέτοιο θέμα, και σίγουρα όχι όσο οι βροχές που τη φετινή χρονιά συνοδεύονταν από ισχυρούς ανέμους των εννέα μποφόρ· είχαν ξεριζώσει σκεπές και καμινάδες και μικρά δέντρα, ενώ μερικά χιλιόμετρα παραπέρα από το κέντρο της πόλης είχαν σημειωθεί καταστροφές σε αγροτικές εκτάσεις και κατοικίες, ζημιές που λίγο πολύ θα αργούσαν να αποκατασταθούν. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, υπήρξαν πλημμύρες που φούσκωναν και παρέσερναν τα κατάλοιπα των καταστροφών που είχε προκαλέσει η περασμένη, ανελέητη θύελλα.

Ορισμένοι κάτοικοι της επαρχίας διαμαρτύρονταν. Δεν είχαν άδικο, βέβαια. Όση βλάστηση είχε απομείνει από το πέρασμα των καταστροφών, την αποτελείωνε ένα αλλόκοτο κρούσμα μικρών πλασμάτων που λειτουργούσαν ύπουλα τη νύχτα σαν μυθικά, αιμοβόρα πλάσματα. Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες έβγαιναν δεκάδες στο υγρό περιβάλλον των κήπων· τρέφονταν από οτιδήποτε περνούσε κάτω από το σαρκώδες σώμα τους, αφήνοντας πίσω το τελευταίο ίχνος μιας αηδιαστικής βλέννας. Τότε είχε αρχίσει να υπάρχει πρόβλημα.

Το ζεύγος που είχε αποφασίσει να συνάψει σχέση δίχως την αναγκαιότητα του γάμου έμενε σε μια μικρή, αξιοπρεπή στέγη. Είχαν παρατηρήσει πως τα σαλιγκάρια πλήθαιναν στον κήπο τους, όπως συνέβαινε και στους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής. Ένα συννεφιασμένο πρωινό, η Βίκυ άφησε τα ουρλιαχτά της να ακουστούν σαν προειδοποιητική σειρήνα, ξαφνιάζοντας τον άντρα της και τους γείτονες. Την ίδια στιγμή ο Αποστόλης έβαζε να πιει λίγο νερό από τη βρύση της κουζίνας, τίναξε το ποτήρι που κράταγε και έτρεξε αμέσως στον κήπο, εκεί όπου είχε ακούσει τα ξαφνικά ουρλιαχτά της Βίκυς.

«Γιατί στο καλό φωνάζεις έτσι;» ρώτησε ο Αποστόλης.

«Δες τι σκατά συμβαίνει στον κήπο!» απάντησε η Βίκυ, φωνάζοντας πιο πολύ.

Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει, αλλά όχι από θυμό. Φαινόταν αηδιασμένη.

Ο Αποστόλης πλησίασε και κοίταξε πάνω από τον ώμο της. Στην αρχή δεν ήξερε τι έβλεπε, αλλά σύντομα το πρόσωπό του άλλαζε καθώς διαπίστωνε τι ήταν αυτό, παίρνοντας μια γκριμάτσα που έφερνε κοντά στην σύγχυση. Τα καλλωπιστικά φυτά στα παρτέρια της Βίκυς είχαν φαγωθεί και στη θέση τους αναδεύονταν γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια· μπλεγμένα μέσα στο ξύλινο πλαίσιο έκαναν σιαλώδεις ήχους, το ένα ανέβαινε πάνω στ’ άλλο με τρομακτική βραδύτητα και αναισθησία, ενώ το χώμα ήταν δύσκολα διακριτό έτσι όπως τα καστανόχρωμα σώματά τους το έκρυβαν σαν ζωντανό, σαρκώδες επικάλυμμα· τα σπειροειδή κελύφη τους ήταν κινούμενα καρύδια φρίκης και η Βίκυ ήταν έτοιμη να ουρλιάξει πάλι.

«Χριστέ μου… δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο», είπε ο Αποστόλης. Τώρα κοίταξε αριστερά τους άσπρους τοίχους του σπιτιού. Και εκεί υπήρχαν σαλιγκάρια κολλημένα στον τοίχο, αφήνοντας πίσω τους γυαλιστερές γραμμές ενώ έκοβαν αργοκίνητες βόλτες κοντά στην πέτρινη βρύση με το λάστιχο ποτίσματος, πάνω στο ποτιστήρι και κάτω, με τις κεραίες τους να γαργαλούν επιφάνειες μικροσκοπικών λιμνών νερού. Αυτά τα πράγματα είχαν εισβάλλει στον κήπο τους.

«Κάλεσε αμέσως βοήθεια!» φώναξε πάλι η Βίκυ. «Δεν με νοιάζει πώς θα τα ξεφορτωθείς, αρκεί να μην τα βλέπω μπροστά μου!»

«Μπορείς να πάψεις με τις υστερίες; Κάνεις σαν να μην έχεις ξαναδεί ποτέ σου σαλιγκάρια…» Την πήρε από τους ώμους και την οδήγησε μέσα στην κουζίνα. «Κάτσε εδώ». Ο Αποστόλης την έβαλε να καθίσει σε μια ξύλινη καρέκλα με ίσια ράχη. «Θα δω τι μπορώ να κάνω». Πήγε να φύγει, αλλά διαπίστωσε πως η Βίκυ έτρεμε ελαφρά σαν φύλλο, παρόλο που κρατούσε αγκαλιά το σώμα της για να μην φανεί.

«Νιώθεις… καλά;» ρώτησε ανήσυχος. «Εσύ τρέμεις».

«Μου υπόσχεσαι ότι θα τα ξεφορτωθείς;»

«Τα φοβάσαι;» απόρησε. «Πώς γίνεται να φοβάσαι κάτι τόσο άκακο;»

«Ναι, έχεις δίκιο. Δεν τα φοβάμαι. Τα σιχαίνομαι. Είναι σιχαμερά. Διώξε τα… κάνε κάτι αμέσως…»

«Ηρέμησε, Βίκυ. Θα τα διώξω, εντάξει; Το υπόσχομαι». Έσκυψε και φίλησε το κούτελό της.

Η Βίκυ ηρέμησε κάπως και μίλησε: «Θα μαζέψω το σπασμένο ποτήρι», είπε. «Εσύ να καλέσεις την υπηρεσία απεντόμωσης».

2

Ο Αποστόλης δεν κάλεσε την υπηρεσία απεντόμωσης. Δεν του πήγαινε καρδιά να τα σκοτώσει. Ωστόσο, σκόπευε να τηρήσει την υπόσχεσή του. Υπήρχαν χιλιάδες τρόποι να απομακρύνεις τα σαλιγκάρια από τον κήπο σου χωρίς να τα σκοτώσεις. Ο Αποστόλης δεν είχε ποτέ του κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά ούτε κάποιο χόμπι. Είχε όμως ένα κάρο εγκυκλοπαίδειες που τις ξεφύλλιζε μια στο τόσο. Κάποτε είχε διαβάσει ότι υπάρχουν ορισμένα είδη σαλιγκαριών που είναι ερμαφρόδιτα όπως και ότι οι γυμνοσάλιαγκες δαγκώνουν έχοντας είκοσι επτά χιλιάδες δόντια στο στόμα τους, πράγμα που του είχε φανεί εκπληκτικό. Όταν τα είδε στον κήπο σήμερα το πρωί μπόρεσε να αναγνωρίσει το είδος τους· ήταν μικρότερα από το κοινό σαλιγκάρι, αλλά το όνομα τού διέφευγε, και, εξάλλου, δεν είχε σημασία. Λίγο πιο αργά το βράδυ, μετά το δείπνο, η Βίκυ τον περίμενε στο κρεβάτι. Διάβαζε ένα μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ όταν εκείνος έβγαινε από το μπάνιο μετά το ντους, φρέσκος και ζεστός από τους ατμούς. Το μαλλί του ήταν βρεγμένο και τον έκανε να μοιάζει νεότερο. Τον Οκτώβριο είχε μπει στα σαράντα, κι όμως το κορμί του ήταν σμιλεμένο σαν αγάλματος.

«Πολύ αργείς», του είπε η Βίκυ. Δεν είχε πάρει το βλέμμα της από το βιβλίο.

«Γιατί; Φοβάσαι μη γεράσεις;» της έκανε κοροϊδευτικά ο Αποστόλης. Ξάπλωσε δίπλα της χωρίς να φοράει ρούχα. Πάντοτε κοιμόταν γυμνός.

«Με το ρυθμό που πας θα πιάσουμε και αράχνες. Παρεμπιπτόντως, τι έκανες με το άλλο που λέγαμε;»

«Μιλάς για τα σαλιγκάρια;»

«Ναι, για τι άλλο;»

«Θα το κοιτάξω το πρωί».

«Κάνεις πλάκα;» είπε εκείνη, απομακρύνοντας το βλέμμα της από το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη του κομοδίνου και έβγαλε τα γυαλιά της. «Θες να μου πεις ότι αυτά βρίσκονται ακόμα στον κήπο μας;»

«Θα φύγουν το πρωί, Βίκυ. Χαλάρωσε. Δεν θα σε φάνε κιόλας».

«Εμένα όχι! Τον κήπο μου όμως ναι!» φώναξε.

Ο Αποστόλης γύρισε πλευρό. «Υπερβάλλεις τώρα».

Η Βίκυ τον χαστούκισε στον πισινό. «Βλάκα!» είπε, και αυτό ήταν. Τώρα θα έκανε την προσπάθεια να κοιμηθεί, ελπίζοντας πως κανένα γλιστερό πράγμα δεν θα σερνόταν μέχρι το κρεβάτι τους.

3

Η Βίκυ ξύπνησε αργά το μεσημέρι μετά από μια δύσκολη βραδιά ύπνου. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί στην σκέψη ότι σαλιγκάρια έτρωγαν τα φυτά στον κήπο της και ότι γυμνοσάλιαγκες έψαχναν καινούργια στέγη κάτω από τα παπλώματά τους. Τέτοιες ιδέες έκαναν το σώμα της να ριγεί και να ιδρώνει. Η πρώτη σκέψη όμως που πέρασε από το μυαλό της την επόμενη μέρα, ήταν να πάρει τα πράγματά της, να φύγει από το σπίτι και να πάει στο σπίτι της μάνα της, μακριά από δω.

Είχε πάει στην κουζίνα πλησιάζοντας μόνο μέχρι τον νεροχύτη. Στο μυαλό της είχε δημιουργήσει μια νοητή γραμμή μεταξύ της πόρτας της κουζίνας και το χώρο του κήπου, που αν την ξεπερνούσε, τα σαλιγκάρια θα την έπιαναν. Πώς γίνεται να φοβάσαι κάτι τόσο άκακο; Σκέφτηκε με τη φωνή του Αποστόλη. Αλλά αυτό που της συνέβη το μεσημέρι αφότου είχε ξυπνήσει, ήταν μια φρίκη που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στο παρελθόν στα τριάντα επτά της χρόνια.

Ήθελε να πιει νερό. Ένιωθε αναγούλα και, μάλλον, αυτός ήταν ο λόγος που είχε ξυπνήσει. Οι μαβί σακούλες κάτω από τα μάτια της μαρτυρούσαν την χθεσινή αϋπνία της. Άνοιξε το πάνω ντουλάπι και θυμήθηκε ότι της έλειπε ένα ποτήρι, πως ήταν αυτό που είχε σπάσει χθες ο Αποστόλης. Πήρε άλλο και ύστερα άνοιξε την βρύση. Δεν βγήκε νερό από το στόμιο. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα άφησε στην άκρη του γρανιτένιου πάγκου. Προσπάθησε ξανά μα, και πάλι τίποτα. Αναστέναξε και δοκίμασε το διακόπτη για το ζεστό νερό. Τώρα γινόταν κάτι και νερό γέμιζε επιτέλους το ποτήρι της. Ταυτόχρονα έτριβε τα κουρασμένα μάτια της. Έκλεισε τη βρύση και έφερε το ποτήρι κοντά στο πρόσωπό της. Και εκεί το χέρι της πάγωσε· ήταν λίγο πριν ακουμπήσει τα χείλη της στο γυάλινο χείλος. Οσφράνθηκε τη δυσάρεστη οσμή στον χώρο και αμέσως κατάλαβε ότι ερχόταν από το ποτήρι. Κοίταξε το νερό. Ήταν γκρίζο με μαύρα αιωρούμενα σωματίδια. Φόρεσε πάλι τα γυαλιά της, απομακρύνοντας το ποτήρι και άνοιξε άλλη μια φορά την βρύση. Δεν βγήκε νερό. Αλλά εκεί πίσω, κάπου εκεί πίσω από τους τοίχους οι σωληνώσεις έτριζαν και μούγκριζαν σαν ήχοι που έβγαιναν από κάποιο ζωώδες λαρύγγι. Η Βίκυ έκανε ένα φοβισμένο βήμα πίσω, δεν ήξερε γιατί, αλλά η καρδιά της χτυπούσε εκκωφαντικά μέσα στο στέρνο της· στην κουζίνα όμως τώρα, επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Η Βίκυ είδε κάτι να σέρνεται έξω από το στόμιο της βρύσης. Ένα ζευγάρι μικρές κεραίες έλεγχαν το περιβάλλον και η Βίκυ έφερε το χέρι στο στόμα της, αφήνοντας τις κοφτές αναπνοές της να θερμαίνουν την παλάμη της. Και τότε τα μάτια της γούρλωσαν και μια κραυγή μεγάλωσε στον λαιμό της με αυτό που αντίκρισε· από το στόμιο της βρύσης βγήκε ένας ανεξέλεγκτος πίδακας από γυμνοσάλιαγκες χτυπώντας βαρύγδουπα τον μεταλλικό πάτο του νεροχύτη με τέτοιο θόρυβο, σαν σφυριά πάνω σε κρανίο και τέτοια ορμή, που το μακρόστενο επιχρωμιωμένο σώμα της βρύσης τιναζόταν ελαφρά προς τα πάνω. Ήταν μια σκηνή που την ανάγκασε να κρύψει το πρόσωπό της για να μην βλέπει, όμως στη φαντασία της ο βαρύγδουπος θόρυβος έφερε ακουστικές εικόνες εφιάλτη και η Βίκυ ούρλιαξε μέχρι να αδειάσουν τα πνευμόνια της.

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Advertisements

Posted on 20/05/2018, in Ιστορίες Φίλων, Ψυχολογικός Τρόμος. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: