Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 2ο.


4

Το απόγευμα έβρεξε. Η Βίκυ είχε πακετάρει τα πράγματά της ώσπου ο Αποστόλης να αποφασίσει να κάνει κάτι με την υπόθεση. Η Βίκυ δεν φαινόταν να αλλάζει γνώμη, και ούτε σκόπευε αν δεν άκουγε να της λέει πως δεν υπάρχουν σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες στον κήπο της και μέσα στο σπίτι της. Και μέσα στο σπίτι υπήρχαν περισσότερα απ’ όσα υπήρχαν στον κήπο. Ο νεροχύτης είχε υπερχειλίσει και η κουζίνα βρόμαγε σαν χαλασμένο λάχανο. Μέχρι σήμερα δεν ήξεραν ότι αυτά τα μικρά πράγματα μπορούσαν να μυρίζουν τόσο άσχημα.

«Θα τα διώξω Βίκυ, εξαρχής σκόπευα, στο είχα υποσχεθεί. Απλώς, δώσε μου λίγο χρόνο να…»

«Λίγο χρόνο να κάνεις τι, γαμώτο;» φώναξε η Βίκυ. Αυτή τη φορά το πρόσωπό της ήταν αρκετά θυμωμένο. «Έχουν εισβάλλει μέσα στο σπίτι μας και φταις εσύ γι’ αυτό όσο περίμενες να σκαρφιστεί κάτι το μυαλουδάκι σου!»

«Τότε γιατί δεν το κάνεις εσύ;»

«Γιατί…»

«Γιατί φοβάσαι, πες το».

«Εντάξει, φοβάμαι λοιπόν! Είναι παράλογο; Άλλωστε μου υποσχέθηκες πως θα το έκανες εσύ».

«Και αυτό σκόπευα να κάνω αν δεν σε έπιαναν οι υστερίες σου πάλι!»

«Οι υστερίες μου… μάλιστα… Δεν είδες αυτό που είδα εγώ, γι’ αυτό μιλάς».

«Όπως αυτό με τα παρτέρια σου; Ήταν τόσο τρομερό για σένα, Βικούλα;

«Κόφτο».

«Να κόψω τι; Μήπως είδες τον μπαμπούλα;»

«Έβγαιναν από τη γαμημένη βρύση!»

«Τρομερό», έκανε ο Αποστόλης γελώντας. «Πήγαινε τότε στην μανούλα σου αν γουστάρεις. Εγώ πάντως δεν πρόκειται να σκοτώσω ούτε ένα απ’ αυτά επειδή εσύ φοβάσαι. Το πιο λογικό είναι να βρούμε μαζί μια λύση, αλλά είσαι τόσο φοβισμένη που δεν θέλεις ούτε τη σκιά σου να βλέπεις».

«Αυτό δεν είναι αλήθεια και το ξέρεις», είπε η Βίκυ, «απλώς…»

«Απλώς τι;»

«Έχω ψυχολογικό με… τις βδέλλες. Από μικρή μού θύμιζαν βδέλλες… ξέρεις, εκείνα τα πράγματα που κολλάνε πάνω σου και σου ρουφάνε το αίμα».

«Ξέρω τι είναι οι βδέλλες. Γιατί δεν μου το είχες πει;»

«Γιατί πίστευα πως δεν είχε σημασία αφού έβλεπες πόσο πολύ φοβόμουν».

«Ναι… αλλά αυτά είναι σαλιγκάρια και…»

«Δεν με νοιάζει!» φώναξε. «Δεν τα θέλω κοντά μου, ρε Αποστόλη, κατάλαβέ το επιτέλους!»

«Εντάξει». Την πλησίασε. «Θα βρω την άκρη… Μάλλον, όχι. Μαζί θα την βρούμε. Μόνο μη φύγεις. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ».

«Θα μείνω, αν κάνουμε κάτι αμέσως».

«Θα κάνουμε. Έλα μαζί μου».

Ο Αποστόλης πήγε στην κουζίνα και η Βίκυ τον ακολούθησε. Τα παπούτσια τους πλατσούριζαν και κολλούσαν. Κάτω από το νεροχύτη έρπαν γυμνοσάλιαγκες με τα σκωληκώδη σώματά τους και στο πάτωμα σέρνονταν σαλιγκάρια κουβαλώντας τα στριφογυριστά κελύφη τους. Ήταν εκατοντάδες και είχαν γεμίσει την κουζίνα με γλίτσα και βλέννα. Η Βίκυ στάθηκε στο χολ και δεν προχώρησε πιο πολύ. Ο Αποστόλης πήγε προς το τραπέζι και άρπαξε από τη φρουτιέρα ένα σαγκουίνι. Το ξέσκισε με τα χέρια του, κόκκινα ζουμιά σαν αίμα έτρεξαν στους καρπούς του και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στον κήπο. Άφησε το ανοιγμένο φρούτο έξω, ένα μέτρο πιο πέρα από το κατώφλι με τη σάρκα του να μοιάζει σχεδόν ανθρώπινη. Ο Αποστόλης πήγε πίσω στην Βίκυ με προσεκτικά βήματα μη τυχόν πατήσει κανένα.

«Λες να πιάσει; Να πάνε στην τροφή;» τον ρώτησε η Βίκυ.

«Έτσι διάβασα», αποκρίθηκε ο Αποστόλης. «Απλά είναι άσκοπο να περιμένουμε εδώ. Θα αργήσει».

«Δεν το κουνάω ρούπι αν δεν σιγουρευτούμε ότι πιάνει».

Έκατσαν με σταυρωμένα χέρια στο ίδιο σημείο για τριάντα, ίσως και σαράντα λεπτά. Τα σαλιγκάρια που βρίσκονταν πιο κοντά στην πόρτα είχαν αρχίσει να κάνουν πορεία προς τον κήπο. Η Βίκυ ένιωσε μια μικρή ανακούφιση. Ωστόσο, ο νεροχύτης ήταν ακόμα γεμάτος και το χείλος του έσταζε κολλώδη υγρά. Θα έπαιρνε και ολόκληρες μέρες για να βγουν όλα τους από κει μέσα.

«Δεν το βλέπω να κοιμάμαι ήρεμη σήμερα».

«Μόλις σκέφτηκα κάτι».

«Τι σκέφτηκες;»

«Έχεις το φτυαράκι στον κήπο;» την ρώτησε.

Η Βίκυ έγνεψε καταφατικά.

«Ωραία, περίμενέ με εδώ».

Ο Αποστόλης πήγε ακροπατώντας στον κήπο και άρπαξε το μισοθαμμένο φτυαράκι κοντά στα παρτέρια με τα φαγωμένα καλλωπιστικά της. Έτρεξε πίσω στην κουζίνα και βοήθησε λίγο στην επιτάχυνση της διαδικασίας, φτυαρίζοντας μαλακά τον νεροχύτη, πετώντας τους γυμνοσάλιαγκες από το παράθυρο. Όταν έσκαγαν στο πάτωμα έκαναν ήχους χλαπάτσας. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ασφαλές για κείνα, αλλά αυτά που είχαν κέλυφος βρίσκονταν μόνο στο πάτωμα οπότε υπέθεσε πως δεν υπήρχε θέμα ως προς την έξοδό τους. Τα δάχτυλά του χάνονταν μέσα στον νεροχύτη και το μόνο που ένιωθε ήταν γλιστερά και κρύα ζυμάρια. Η Βίκυ στην άλλη άκρη της κουζίνας είχε πάρει μια έκφραση αηδίας και η αναγούλα που ανακάτωνε το στομάχι της είχε επιστρέψει. Ο Αποστόλης σκούπισε το κούτελό του που είχε ιδρώσει και χωρίς να το έχει καταλάβει πασάλειψε το μαλλί του με βλέννα, που κάθισε εκεί, σαν γλοιώδη ζελέ. «Έβγαλα τα περισσότερα», είπε βαριανασαίνοντας. «Τώρα περιμένουμε μέχρι το πρωί. Θα περάσω μερικά νομίσματα στην γραμμή της πόρτας. Δεν θα μας ενοχλήσουν για λίγο».

«Είσαι σίγουρος γι’ αυτό;» τον ρώτησε η Βίκυ.

«Απολύτως», απάντησε. «Θα φάμε έξω. Πήγαινε να ετοιμαστείς».

«Μου κόπηκε η όρεξη. Αλλά προτιμώ να είμαι έξω παρά εδώ μέσα».

5

Κατά τις έντεκα το βράδυ η βροχή είχε δυναμώσει και το σπίτι έσκουζε από τους ανέμους. Όταν γύρισαν από το εστιατόριο η Βίκυ ένιωσε την υγρασία να πλανιέται στο χώρο, μια αίσθηση βαριά που έκανε τις κλειδώσεις της να πονάνε. Είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να επαναφέρει τον κήπο της από τους εισβολείς που τον είχαν διαλύσει, και τώρα η καταιγίδα δεν έλεγε να αφήσει τίποτα άλλο για εκείνη παρά μόνο κατήφεια. Ίσως το καλοκαίρι να έκανε κάποια απόπειρα να διορθώσει τις ζημιές, αλλά τώρα δεν ήθελε ούτε να πλησιάσει τον κήπο της, γιατί εξάλλου, δεν της ανήκε πια.

Ο Αποστόλης έκανε το βραδινό του ντους και αφού στέγνωσε το σώμα του ξάπλωσε στο κρεβάτι γυμνός. Εκείνη τη στιγμή η Βίκυ δε διάβαζε τίποτα. Είχε πέσει στο μαξιλάρι νιώθοντας ξαφνικά πολύ κουρασμένη μ’ όλα αυτά.

«Έριξα μια ματιά στην κουζίνα και ανακάλυψα κάτι», της είπε.

Η Βίκυ δεν ήθελε να ακούσει. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα άλλο που επρόκειτο να την ταράξει. Δεν απάντησε, σχεδόν έκανε πως την είχε πάρει ο ύπνος.

«Δεν βρήκα κανένα σαλιγκάρι», συνέχισε εκείνος. «Ούτε γυμνοσάλιαγκα».

«Σοβαρά;» εξεπλάγη, γυρνώντας σαν σβούρα προς το μέρος του.

«Ναι. Ούτε στον κήπο είδα κάτι, όσο τουλάχιστον μου επέτρεπε το εξωτερικό φως να δω. Στο ‘πα ότι θα τα διώξω».

«Μου το ‘πε ο γλυκός μου», έκανε ναζιάρικα η Βίκυ και του χάιδεψε το στήθος, βρίσκοντας ξανά τη χαμένη διάθεσή της.

Ο Αποστόλης γύρισε και την κοίταξε σοβαρός. «Θες να κάνουμε σήμερα;» ρώτησε. «Έχουμε καιρό».

«Θα ήταν ο ιδανικός τρόπος να το γιορτάσουμε», του είπε εκείνη και έγειρε πάνω του, φιλώντας τρυφερά τα χείλη του.

***

Όταν τέλειωσαν να κάνουν έρωτα στο μυαλό της υπήρχε μια σκέψη που δεν έλεγε να φύγει. Μολονότι ο Αποστόλης τής είχε πει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα απ’ αυτά πλέον στην κουζίνα τους, η σκέψη αυτή ήταν τόσο επικίνδυνη που κόντευε να την τρελάνει. Πώς γίνεται να εξαφανίστηκαν σε λίγες ώρες; Μήπως έφταιγε επειδή ο Αποστόλης είχε ρίξει τα περισσότερα έξω από το παράθυρο; Μήπως έφταιγε ο βροχερός καιρός και η υγρασία που τα έκανε να έρπουν γρηγορότερα;

Αποκοιμήθηκε μ’ αυτές τις σκέψεις.

Στον ύπνο της είδε ότι βρίσκονταν κρυμμένα κάπου μέσα στο σπίτι τους.

6

Το πρωί ο Αποστόλης ξύπνησε με έναν φοβερό πονόκοιλο. Τα βογκητά του την είχαν ξυπνήσει και τους είχαν αναστατώσει και τους δυο, παρόλο που η Βίκυ επέμενε πως πρέπει να τον είχε πειράξει το φαγητό του εστιατορίου. Ο Αποστόλης όμως δεν πίστευε πως ήταν αυτό. Ένιωθε ατονία, ζάλη, τάση για εμετό και ένα συνεχές βάρος στο στομάχι του.

«Τι νιώθεις;» τον ρώτησε η Βίκυ, ενώ κάθονταν στην κουζίνα. Η Βίκυ, αντιθέτως, ένιωθε πολύ καλύτερα με την όλη κατάσταση.

«Νιώθω… σαν να θέλω να κατουρήσω και να…» Δεν του έβγαινε η λέξη.

«Και να;…» έκανε εκείνη.

«Σαν να θέλω να κατουρήσω και να χέσω ταυτόχρονα».

Η Βίκυ εξέτασε το πρόσωπό του με τα μάτια της. Ήταν άσπρο σαν κιμωλία. «Πονάς;» τον ρώτησε τώρα.

«Είναι παράξενο. Την μία πονάω και την άλλη νιώθω…» παύσανε. Και μετά: «Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Νιώθω πολύ περίεργα. Νομίζω έχει να κάνει με το στομάχι μου. Κάτι δεν πάει καλά».

«Θα πάμε στον γιατρό, εντάξει;»

«Δεν μ’ αρέσουν οι γιατροί».

«Το ξέρω, Αποστόλη. Πρέπει όμως να δούμε τι τρέχει».

Ο Αποστόλης δεν έφερε αντιρρήσεις.

***

Η Βίκυ τον πήγε με το αυτοκίνητο σε ένα κοντινό ιατρείο. Δεν είχε σταματήσει να βρέχει και έβλεπες το νερό να φουσκώνει δίπλα στα πεζοδρόμια. Στην Βίκυ άρεσε πολύ αυτός ο καιρός. Το μόνο που δεν της άρεσε ήταν όλη αυτή η καταστροφή.

Περίμενε για λίγο στην αίθουσα αναμονής, όσο ο Αποστόλης ήταν μέσα με τον παθολόγο. Ξεφύλλιζε ένα περιοδικό όταν επέστρεψε η αναγούλα που είχε νιώσει πριν δυο μέρες. Σκέφτηκε κάπως ανόητα αν είναι έγκυος, αλλά πήγαιναν τρεισήμισι χρόνια από τότε που είχε κάνει ολική υστερεκτομή. Εκείνη τη στιγμή είδε την πόρτα να ανοίγει και τον Αποστόλη να βγαίνει με ένα τσιρότο στο έσω μέρους του αγκώνα.

Η Βίκυ ανασηκώθηκε από το κάθισμα. «Τι έγινε; Όλα καλά;» ρώτησε.

«Θα σου πω στην διαδρομή. Δεν νιώθω άνετα εδώ».

Έφυγαν από το ιατρείο και στην διαδρομή με το αυτοκίνητο, ο Αποστόλης τής εξήγησε:

«Μου ζήτησε να περάσω από κάποιον ουρολόγο να με δει».

«Τι πράγμα;» απόρησε η Βίκυ τόσο, που τα μάτια της ξέφυγαν για λίγο από το δρόμο. «Γιατί; Τι έχεις τελικά;»

«Ο γιατρός που πήγαμε τώρα λέει ότι μπορεί να έχω νεφρολίθο… λίθη… κάτι με τα νεφρά τέλος πάντων. Δύσκολη λέξη. Ποτέ δεν το είχα με τα ονόματα».

«Νεφρολιθίαση;»

«Ναι, αυτό, αλλά δεν είναι σίγουρος».

«Και η ένεση;»

«Αντιφλεγμονώδη», είπε ο Αποστόλης, «για τον πόνο».

Η βροχή είχε γίνει ψιχάλα αλλά οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν ακόμα πάνω στο παρμπρίζ.

«Νιώθεις καλύτερα;» τον ρώτησε.

«Ναι, αρκετά μπορώ να πω».

«Φτάνουμε όπου να’ ναι. Θέλεις να σου ετοιμάσω να φας και να πέσεις μήπως;»

«Δεν πεινάω», είπε και έκανε μια παύση.

Δεν αντάλλαξαν κουβέντες.

Μετά από λίγο ξαναμίλησε: «Όταν με εξέταζε σκεφτόμουν εσένα».

Η Βίκυ γέλασε. «Τι σκεφτόσουν δηλαδή;»

«Πώς και δεν μου έχεις πει ποτέ γιατί φοβάσαι τις βδέλλες».

Η Βίκυ έπεσε σε βαθιά σιωπή.

«Δεν έτυχε», είπε.

«Μόνο αυτό;»

Άλλη μια παρατεταμένη σιωπή.

«Όχι… μάλλον, ένιωθα ντροπή να στο πω».

«Ένιωθες ντροπή;» απόρησε εκείνος. «Για ποιο λόγο;»

«Να… Όταν ήμουν επτά χρονών είχα πάει για κολύμπι στην λίμνη. Ξέρεις, γεμάτο έλη, πρασινάδα, πουλιά να τιτιβίζουν. Το νερό ήρεμο, καθαρό. Ήταν όμορφη εικόνα για μένα. Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι υπήρχε κάτι σαν αυτό… Δεν ταίριαζε με την εντύπωση που μου είχε δημιουργήσει η θέα της λίμνης. Γύρισα σπίτι και είχα την πρώτη μου ρινορραγία. Μέχρι που έβγαζα κάθε μέρα αίμα από τη μύτη μου. Πολύ αίμα. Δεν έστεκε όλο αυτό και-»

«Πού κολλάνε αυτά που μου λες τώρα;»

«Θα σου πω, μη με διακόπτεις».

«Συγγνώμη».

«Περίπου ένα μήνα αργότερα, όπως κοιταζόμουν στον καθρέφτη είδα κάτι που με φρίκαρε. Υπήρχε μια βδέλλα μέσα στη μύτη μου, κρεμόταν η ούρα της πίσω-πίσω στο ρουθούνι».

«Ένα μήνα;»

«Ακούγεται τρελό, αλλά Μάρτυς μου ο Θεός, υπήρχε μια γαμημένη βδέλλα εκεί μέσα. Γι’ αυτό τις φοβάμαι τόσο. Ντρεπόμουν να το πω σε κάποιον. Πήρα το τσιμπιδάκι της μαμάς και την έβγαλα».

«Και γι’ αυτό φοβάσαι τα σαλιγκάρια;»

«Οτιδήποτε μοιάζει με βδέλλα».

«Χμμ… η αλήθεια είναι πως οι γυμνοσάλιαγκες μοιάζουν λίγο με βδέλλες. Μπορώ να καταλάβω το φόβο σου. Τώρα όμως δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά, το υπόσχομαι».

«Άντε πάλι με τις υποσχέσεις», έκανε η Βίκυ ενοχλημένη.

«Ναι, με τη μόνη διαφορά πως τώρα υπόσχομαι χωρίς να μου το ζητήσεις».

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Advertisements

Posted on 22/05/2018, in Ιστορίες Φίλων, Ψυχολογικός Τρόμος. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: