Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 3ο.


7

Για περίπου μια βδομάδα δεν υπήρξε άλλο πρόβλημα σαν αυτό που είχε προκύψει με τα σαλιγκάρια. Η Βίκυ γνώριζε πως δεν ήταν ακριβώς επειδή ο Αποστόλης τα είχε διώξει αλλά μάλλον πρέπει να έφταιγε η απότομη αλλαγή του καιρού. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να τον επαινεί για τη γενναία πράξη του.

Είχε μπει Νοέμβρης και ο ουρανός κατά κάποιο περίεργο τρόπο είχε ανοίξει. Ο ήλιος ήταν δυνατός και ξάστερος. Έδειχνε την επιδημία των σαλιγκαριών για τέσσερις μέρες στις ειδήσεις και την προηγούμενη Πέμπτη είχε βγει μια νέα είδηση πως όλα τους είχαν πια εξαφανιστεί από τους κήπους των κατοίκων. Η συχνότητα του φαινομένου δεν είχε απλώς μειωθεί (κάτι που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα γινόταν βαθμιαία), αλλά είχε χαθεί θαρρείς με το πάτημα ενός διακόπτη.

Για μερικούς όμως δεν ήταν τόσο ήρεμα τα πράγματα. Ένας μικρός ­-αλλά σχετικά σημαντικός- αριθμός κατοίκων εμφάνισε τρομερούς πονόκοιλους. Αυτό είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα τον Αποστόλη. Υπήρξε μια ανακοίνωση τις δύο τελευταίες μέρες από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων για κάποια ενδεχόμενη λοιμική ασθένεια που, κατά πάσα πιθανότητα να οφειλόταν στην εισβολή των σαλιγκαριών. Ο Αποστόλης είχε έρθει σε επαφή με τους γυμνοσάλιαγκες στον νεροχύτη πριν δύο μέρες. Αλλά γνώριζε πως τα γαστερόποδα όπως οι γυμνοσάλιαγκες δεν κουβαλούσαν ασθένειες. Γνώριζε εντούτοις πως κουβαλούσαν μόνο παράσιτα, όχι ικανά να επηρεάσουν τους ανθρώπους, πόσο μάλλον ένα τόσο μεγάλο πληθυσμό ενηλίκων την ίδια χρονική στιγμή. Σκέφτηκε ότι κάτι άλλο συνέβαινε εδώ πέρα, κάτι που δεν του άρεσε καθόλου.

Η Βίκυ και ο Αποστόλης βρίσκονταν στην κουζίνα. Εκείνη τη στιγμή ετοίμαζε τον καφέ της στην καφετιέρα. Είχε πάρει νερό απέξω γιατί φοβόταν μήπως πετάγονταν σάλιαγκες από την βρύση της και αποδεικνυόταν πως ο εφιάλτης δεν είχε τελειωμό. Καμιά φορά όταν μετατοπιζόταν, στα μάτια της στραφτάλιζαν τα νομίσματα που είχε αφήσει ο Αποστόλης μπροστά από την πόρτα της κουζίνας. Η Βίκυ επέμενε να μη τα βγάλουν μέχρι τουλάχιστον να περάσει ολοκληρωτικά η τρέλα που επικρατεί.

Πήρε το φλιτζάνι της και κάθισε απέναντί του. «Φαίνεσαι καλύτερα», του είπε.

«Δηλαδή πώς φαινόμουν πριν;» απόρησε εκείνος, ενώ ξεφύλλιζε την εφημερίδα.

«Σαν άρρωστος», απάντησε. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Αλήθεια, δεν μου είπες. Γιατί νομίσματα;»

«Χαλκός», αποκρίθηκε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του πάνω.

Ανασήκωσε το φρύδι της. «Και γιατί αυτό;»

«Ο χαλκός τα απωθεί», εξήγησε. «Όταν έρχεται σε επαφή με τη βλέννα, γίνεται αντίδραση και αυτό στέλνει ηλεκτρικά σήματα στο σαλιγκάρι».

«Σαν ηλεκτροσόκ;»

«Ακριβώς».

«Και γιατί όχι αλάτι;»

«Βίκυ…» είπε δυσαρεστημένος και την κοίταξε απευθείας στα μάτια «…δεν έριξα αλάτι για τον ίδιο λόγο που δεν κάλεσα την υπηρεσία απεντόμωσης».

Εκείνη δεν θύμωσε. Για την ακρίβεια, ένιωθε ωραία. «Έχεις καλή ψυχή, Αποστόλη». Του έπιασε το χέρι. «Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;»

«Δε νομίζω να γλίτωνα τις υστερίες διαφορετικά».

Η Βίκυ γέλασε. «Συγγνώμη που σου έχω προκαλέσει τέτοιο φόβο. Γίνομαι όντως σκύλα ώρες-ώρες».

«Δεν είπα σκύλα».

«Έστω, αυτό υπονοείς», είπε και του χαμογέλασε. «Θα πιείς καφέ;»

«Αφού ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσει ο καφές».

«Ναι, αλλά δεν έκλεισες μάτι χθες το βράδυ. Νομίζεις πως δεν σ’ άκουγα;»

Ο Αποστόλης την κοίταξε θορυβημένος. «Δηλαδή;» ρώτησε.

«Σάλιωνες συνέχεια το στόμα σου», είπε. «Σπαστικός ήχος».

«Κοιμόμουν βαριά. Μάλλον πάλι έβλεπα όνειρο ότι έτρωγα».

«Το είχα ξεχάσει ότι έχεις αυτό το κρυφό ταλέντο. Μια φορά σε είχα ακούσει να λες ‘Νόστιμο γιαούρτι. Είναι σπιτικό;’ και να κάνεις ολόκληρο διάλογο στον ύπνο σου».

Και οι δυο γέλασαν.

«Μιας και το πες, τι θα μαγειρέψεις σήμερα;» ρώτησε ο Αποστόλης.

«Δεν θα μαγειρέψω. Θα πάρουμε απέξω να φάμε».

«Πάλι;»

«Ναι, πάλι. Δεν πρόκειται να πλησιάσω τον νεροχύτη».

«Καλά».

«Αν και δεν ξέρω κατά πόσο είναι ασφαλές με τη νόσο», είπε η Βίκυ.

«Δεν υπάρχει νόσος», είπε ο Αποστόλης.

«Τι εννοείς; Δεν άκουσες τι είπαν από-»

«Ναι, αλλά τα σαλιγκάρια είναι καθαρά ζώα. Δεν είναι σαν τα ποντίκια ή τις μύγες».

«Ίσως και να ‘χεις δίκιο. Άλλωστε το είπαν οι ίδιοι πως είναι άγνωστη μολυσματική ασθένεια».

«Δεν πρόκειται καν για μολυσματική ασθένεια. Κανείς δεν ξέρει τι είναι, απλά υποθέτουν».

Η Βίκυ στραβομουτσούνιασε. Είχε πιει όλο τον καφέ της. «Νιώθεις πράγματι καλύτερα;»

«Νομίζω πως ναι».

«Νομίζεις;» έκανε αποδοκιμαστικά. «Δεν έκλεισες ποτέ ραντεβού με τον ουρολόγο, έτσι;»

«Υπέθεσα πως δεν χρειαζόταν».

«Έλα ρε συ Αποστόλη, γιατί το αφήνεις; Μου λες;»

«Αν ξανανιώσω ότι υπάρχει πρόβλημα, θα πάω. Δεν αθετώ υποσχέσεις».

Αλλά εκείνη την τρομακτική νύχτα που ο άνεμος σφύριζε μέσα από τις γωνιές της οροφής, το πρόβλημα είχε επιστρέψει δριμύτερο από κάθε άλλη φορά. Όχι… δεν ήταν τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες, αλλά κάτι άλλο…

Ήταν περασμένες δώδεκα και είχαν πέσει ξεροί στο κρεβάτι τους. Ο Αποστόλης έβλεπε ένα όνειρο αλλά ξύπνησε τόσο απότομα από τον ισχυρό πόνο, που ξέχασε μονομιάς αυτό που έβλεπε. Έσφιγγε τα δόντια του μέσα στα σκοτάδια, καθώς το φεγγαρόφωτο έλουζε την φιγούρα της κοιμισμένης συντρόφου του. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Δεν ήθελε ούτε να την ανησυχήσει αλλά ούτε να νιώσει βλάκας γιατί τελικά η Βίκυ, είχε δίκιο. Σηκώθηκε αθόρυβα και πήγε το ίδιο αθόρυβα στο κάτω μπάνιο. Το στομάχι του κόντευε να τον πεθάνει. Είχε τάση για εμετό. Μπήκε στο μπάνιο νιώθοντας κρύο ιδρώτα να στάζει από το πιγούνι του. Στάθηκε πάνω από την λεκάνη, κοιτώντας με αρρωστημένη ευχαρίστηση το νερό στο βάθος της. Ρεύτηκε φέρνοντας το χέρι στο στόμα. Τώρα κάτι ανέβαινε από το στομάχι του και στήριξε τα χέρια στο χείλος της λεκάνης. Η πορσελάνη ήταν παγωμένη, όπως επίσης και τα πλακάκια στα γόνατά του. Και ύστερα ξέρασε και η λεκάνη γέμισε με τον εμετό του.

Πάτησε καζανάκι και αυτό ήταν. Ένιωθε καλύτερα.

Ανέβηκε πάλι πάνω ακροπατώντας στις ξύλινες σκάλες. Θα συνέχιζε τον ύπνο του και την επόμενη μέρα θα ξύπναγε θυμούμενος το όνειρο που έβλεπε προτού ανοίξει τα βλέφαρά του.

Αλλά δεν έγινε ποτέ αυτό. Προτού καν προλάβει να ξαπλώσει, ο Αποστόλης έκανε μια δεύτερη επίσκεψη στο μπάνιο, αλλά δεν προλάβαινε με τίποτα να κατέβει τα σκαλιά και να πάει στο κάτω του ισογείου. Πήγε στο μικρό του δωματίου τους και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εδώ μπορούσε να ακούσει τον άνεμο να ουρλιάζει απόκοσμα από το φρεάτιο. Το δυνατό φως έκανε τους οφθαλμούς του να πονάνε, και αυτή τη στιγμή ευχόταν να μπορούσαν να χωθούν μέσα στις κόγχες του, όπως έκαναν και αυτά των σαλιγκαριών. Ο Αποστόλης ένιωσε την παρόρμηση να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Είδε το είδωλό του και βόγκηξε τρομαγμένος όταν παρατήρησε πως η κοιλιά του ήταν πρησμένη σαν εγκυμονούσας. Ένιωσε την ανάγκη να κατουρήσει και διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε, γιατί κάτι είχε φράξει την ουρήθρα του και τον έτσουζε σαν διάολος, θαρρείς πως του είχαν περάσει καθετήρα.

Ο Αποστόλης έλεγξε την άκρη της βαλάνου του. Η σχισμή της ουρήθρας του ήταν σφραγισμένη από κάποιο είδος ξεραμένης βλέννας. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ουρηθρίτιδα, αλλά αυτή η ιδέα εξαφανίστηκε και τη θέση της διαδέχτηκε κάτι χειρότερο που έκανε την αναπνοή του να σταματήσει, βλέποντας τον κορμό του πέους του να φουσκώνει και να πρήζεται. Τώρα έβγαλε κάτι σαν κλαψούρισμα από το λαρύγγι του και ο πανικός τον συνεπήρε. Μήπως ήταν ούρα που προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο αλλά δεν έβρισκαν, με συνέπεια να…

Κάτι κουνήθηκε μέσα από το πέος του. Η καρδιά του έχασε ρυθμούς. Τα χέρια του είχαν μουσκέψει και ο ιδρώτας και ο φόβος είχαν νοτίσει το οξυγόνο της τουαλέτας. Φοβήθηκε τόσο που οι όρχεις του άρχισαν να ζαρώνουν σαν μικρά καρύδια. Τι συμβαίνει… τι σκατά μου συμβαίνει… Στάθηκε όρθιος πάνω από το νερό της λεκάνης, κάνοντας μαλάξεις στο πέος του, χωρίς την παραμικρή διάθεση στύσης. Ακόμα κι αν το ήθελε, αυτό δεν θα γινόταν έτσι κι αλλιώς. Ο Αποστόλης έξυσε την κίτρινη βλέννα, άφησε ένα άναρθρο βογκητό και με ένα τελευταίο «τράβηγμα», κάτι γλίστρησε έξω από την ουρήθρα του (πλουτς!) κάνοντας βουτιά στη λεκάνη.

Δεν πρόλαβε να δει τι ήταν.

Τέντωσε το λαιμό του να κοιτάξει. Το νερό της λεκάνης πριν από δυο δευτερόλεπτα ήταν διάφανο, καθαρό. Τώρα αποκτούσε ένα έντονο κόκκινο χρώμα καθώς από την ουρήθρα του έσταζαν σταγόνες αίμα. Κοίταξε πιο προσεκτικά το κόκκινο νερό της λεκάνης. Είδε την επιφάνεια να ρυτιδώνει και κάτι να αναδύεται από εκεί μέσα, και αυτό το κάτι που ανακάλυψε έφερε ουρλιαχτά που δεν πίστευε ότι θα ακούγονταν χειρότερα και από της συντρόφου του.

Από την επιφάνεια του νερού βγήκε ένας γυμνοσάλιαγκας. Σύρθηκε πάνω στην αιματοβαμμένη πορσελάνη, σήκωσε τον φαρδύ λαιμό του προς τα πάνω και σχεδόν τον κοίταξε, πλαταγίζοντας περιπαιχτικά τις νηκτικές, καστανόχρωμες μεμβράνες του στο λευκό φως του μπάνιου.

8

«Αποστόλη!» Η Βίκυ ανασηκώθηκε στο κρεβάτι με την καρδιά της σχεδόν να βγαίνει από το λαρύγγι της. Είχε ακούσει το ουρλιαχτό του Αποστόλη. Δεν τον είχε βρει στο κρεβάτι και δεν τον είχε ξανακούσει να ουρλιάζει ποτέ του με τέτοιο τρόπο. Αυτά ήταν δύο κακά σημάδια.

Έτρεξε στο μπάνιο και τον είδε μαρμαρωμένο πάνω από την λεκάνη. Γύρισε προς το μέρος της και έφερε το χέρι στο στόμα της. Ήταν γυμνός και από την άκρη του πέους του έσταζε αίμα. Ήθελε να τσιρίξει, αλλά η σύγχυση που επικρατούσε στο πρόσωπό της δεν της επέτρεπε να κάνει τίποτε άλλο παρά μόνο να στέκει εκεί και να κοιτάζει σαν ηλίθια.

«Τι… τι έπαθες… Χριστούλη μου… αυτό είναι αίμα;»

Ο Αποστόλης έγλειψε τα χείλη του· ήταν μοβ, και εκείνος κάτωχρος. «Κάλεσε έναν γιατρό».

Και μόνο απ’ αυτό η Βίκυ κατάλαβε πόσο σοβαρό ήταν το πράγμα. Ποτέ της δεν περίμενε ο Αποστόλης να ζητήσει από μόνος του κάτι τέτοιο.

«Όχι», του είπε, «δώσε μου ένα λεπτό να δω ποια εφημερεύουν. Μείνε εδώ, σε παρακαλώ».

***

Από το ζεστό κρεβάτι τους είχαν βρεθεί σε ένα εφημερεύον νοσοκομείο. Ξαφνικά η ζωή τους είχε πάρει την κατρακύλα. Η Βίκυ βρισκόταν πάλι εδώ, τα μάτια της και πάλι με μπλάβες σακούλες, με την αναγούλα τουλάχιστον εξηγήσιμη. Θυμόταν το αίμα που έσταζε στα πλακάκια του μπάνιου και (πλιτς!) το αίμα που έβγαινε από… (πλιτς!)

Δεν ήθελε καν να το ξανακάνει εικόνα στο μυαλό της. Όλα όσα είχαν περάσει την τελευταία βδομάδα ήταν αρκετά για εκείνη. Και τώρα ξανά τα ίδια. Ξαφνικά φοβόταν για την ζωή του Αποστόλη. Δεν ήξερε καν τι είχε συμβεί στο μπάνιο. Απλώς τον βρήκε εκεί, να τρέμει σαν το ψάρι, και το αίμα… πολύ αίμα… της θύμισε το συμβάν με την βδέλλα όταν ήταν μικρή και ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα της.

«Γιατί αργούν τόσο…» ψέλλισε, με το πόδι της να φρίττει νευρικά. Ήπιε μια τελευταία γουλιά από τον καφέ της και σήκωσε το κουρασμένο βλέμμα της στο ρολόι του τοίχου. 2.45π.μ. Το μεδούλι της την πέθαινε από την αυπνία. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Αποστόλης δεν συμπαθούσε τα νοσοκομεία και τους γιατρούς. Η όλη αύρα και οι ανεπαίσθητοι ήχοι των ασθενών μέσα στα δωμάτια… ήχοι συνδεδεμένοι με την αρρώστια, η ίδια η μυρωδιά της αρρώστιας… η καμφορά του φαρμάκου… το πόδι της έτρεμε κι άλλο… κι άλλο… ο ήχος την ηρεμούσε, ρυθμικός όπως του ρολογιού…

Η πόρτα άνοιξε μπροστά της. Αυτή τη φορά δεν βγήκε ο Αποστόλης. Ήλπιζε να έβγαινε με ένα τσιρότο και να της χαμογελούσε, αλλά δεν βγήκε…

Ήταν ο γιατρός. Η Βίκυ διάβασε το πρόσωπό του, φαινόταν… άγαρμπο. Σαν κάτι να τον είχε ταράξει, μια επιβεβαίωση ότι τα πράγματα όντως ήταν σοβαρά.

«Πείτε μου επιτέλους τι συμβαίνει!» είπε φωναχτά η Βίκυ, χωρίς να το θέλει.

«Κυρία Βαρνακιώτη, διατηρήστε παρακαλώ τον τόνο σας», είπε ο γιατρός.

«Πώς είναι; Πείτε μου παρακαλώ, πώς είναι…»

«Ο σύζυγό σας είναι καλύτερα. Του έκανα μια ηρεμιστική και τώρα κοιμάται».

«Ηρεμιστική; Ποιος ο λόγος; Τι του συμβαίνει, γιατρέ;»

«Τον έπιασε κρίση πανικού. Η διάγνωση, ξέρετε, δεν ήταν ευχάριστη».

«Η διάγνωση; Έχει κάτι με τα νεφρά του τελικά; Αυτό μας είπε ο άλλος γιατρός και δεν το πήρε τό-»

«Δεν πρόκειται περί αυτού», την διέκοψε.

«Τ-τι εννοείτε…»

Ο γιατρός την έβαλε να καθίσει στις πλαστικές καρέκλες. Κάθισε και εκείνος δίπλα της. «Κυρία Βαρνακιώτη, δεν θέλω να προκαλέσω ταραχή. Οτιδήποτε κι αν σας πω, θέλω να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας. Υπάρχουν ασθενείς που πονάνε εδώ μέσα».

Η Βίκυ άρχισε να βουρκώνει, αλλά δεν αποτράβηξε το βλέμμα της όσο και αν ήθελε να το κάνει. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, όσο πιο σταθερά μπορούσε μιας και έτρεμε ολόκληρη. «Εντάξει…»

«Δεν έχω συναντήσει ποτέ μου κάτι παρόμοιο. Αμφιβάλλω αν το έχει συναντήσει κανένας άλλος». Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του με ένα μαντιλάκι. «Έκανα στον σύζυγό σας μια αξονική τομογραφία και ανακάλυψα κάτι ασυνήθιστο στην βουβωνική περιοχή της πυέλου». Έδωσε στην Βίκυ έναν φάκελο που κρατούσε παραμάσχαλα. «Δείτε μόνη σας. Μπορεί να καταλάβετε τι εννοώ».

Η Βίκυ κοίταξε τις ακτινογραφίες για λίγη ώρα. Απεικόνιζε την λεκάνη του σε ένα μαύρο φόντο, με τα λευκά, φωτεινά μέρη του σκελετού. Έπειτα γούρλωσε τα μάτια της τόσο, που κόντευαν να πεταχτούν έξω. «Τι… τι είναι αυτά εδώ κάτω; Αυτές οι μικρές λουρίδες αριστερά και δεξιά στην λεκάνη…»

«Νομίζω ότι είναι σκουλήκια», είπε ο γιατρός. «Έχουν φωλιάσει στην ουροδόχο κύστη του άντρα σας».

«Χριστέ μου!» φώναξε η Βίκυ. Τώρα ήξερε. Έκανε αμέσως την σύνδεση και τώρα ήξερε ότι, «Δεν είναι σκουλήκια!» Άρχισε να κλαίει, αδυνατώντας να συγκρατήσει τον πανικό της. «Είναι γυμνοσάλιαγκες!»

«Αυτό θα ήταν τρελό…»

«Σας παρακαλώ… κάντε κάτι… κάντε κάτι γιατί θα τρελαθώ, μα την Παναγιά θα τρελαθώ… Δείτε πώς τρέμουν τα χέρια μου, θα-» Τα μάτια της γούρλωσαν πάλι. Έπιασε την κοιλιά της σαν παλαβή, λες και έψαχνε για κάποιο παιδί που είχε χάσει. «Τα έχω κι εγώ μέσα μου; Τα νιώθω, γιατρέ… τα νιώθω είναι μέσα μου και με τρώνε και εμένα!»

«Κυρία, Βαρνακιώτη, θα χρειαστεί να σας συνοδεύσω έξω».

«Όχι, γιατρέ… πρέπει… πρέπει να μου πείτε τι μπορώ να κάνω… σας εκλιπαρώ!» Έκλαψε με λυγμούς πάνω στο στέρνο του. «Ό,τι θέλετε από μένα, οτιδήποτε θέλετε αρκεί να τον σώσετε απ’ τις βδέλλες!» Κλάματα. Όχι άλλες λέξεις.

Ο γιατρός αναστέναξε, νιώθοντας λύπη για την γυναίκα που κρεμόταν κυριολεκτικά από πάνω του. Οι ακτινογραφίες είχαν αφεθεί στο πάτωμα, σκόρπιες σαν μια σκέτη ταινία. «Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου», είπε ο γιατρός.

Το κλάμα της καταλάγιασε κάπως και τον κοίταξε με μάτια πρησμένα και νωθρά, λες και την είχαν ξυλοκοπήσει. «Ο Θεός να σας έχει καλά…»

«Περιμένετε να σας δώσω λίγο νερό».

Ο γιατρός τής πήγε λίγο νερό και αφού η Βίκυ ηρέμησε, ανέκτησε την μιλιά της.

«Υπάρχει κάτι που πρέπει να σας πω», είπε η Βίκυ.

«Μόνο αν νιώθετε ήρεμη».

«Όλο αυτό με την επιδημία… ξέρετε…»

«Μιλάτε για το συμβάν με τα σαλιγκάρια;»

«Ο σύντροφός μου λέει ότι δεν είναι νόσος», συνέχισε, αγνοώντας εντελώς την ερώτηση. «Εννοώ, τα συμπτώματα που παρουσιάστηκαν σε όλους οφείλονται σ’ αυτό που συμβαίνει τώρα στον άντρα μου. Και νομίζω ότι το έχετε καταλάβει και εσείς».

«Δεν είμαι ειδικός στα σαλιγκάρια, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι αυτά στην ακτινογραφίες μοιάζουν περισσότερο με γυμνοσάλιαγκες παρά με σκουλήκια. Το σώμα τους είναι πεπλατυσμένο, όχι σαν του σκουληκιού. Πώς το ήξερε αυτό ο άντρας σας;»

«Έχει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις», είπε η Βίκυ. «Είναι… μυστήριος. Σπάνια πέφτει έξω». Χαμογέλασε, και ύστερα, σοβάρεψε. «Θα γίνει καλά, γιατρέ;»

«Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε. Αν μάθετε το οτιδήποτε που να έχει να κάνει με την τωρινή κατάσταση, παρακαλώ καλέστε με εδώ». Ο γιατρός έβγαλε ένα καρτελάκι από το πέτο της ποδιάς του.

«Εντάξει. Ευχαριστώ και πάλι, γιατρέ».

«Προσέξτε στο δρόμο, κυρία Βαρνακιώτη. Άκουσα πως πλησιάζει καταιγίδα».

«Θα τα καταφέρω», είπε και του χαμογέλασε με το χαμόγελο της ανησυχίας.

***

Η Βίκυ έφυγε από το νοσοκομείο και πήγε κατευθείαν στο σπίτι. Τώρα όλα έμοιαζαν με κακό όνειρο και σχεδόν ένιωθε μια σημαντική αλλαγή στην αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν ήξερε τι διάολο συνέβαινε και δεν μπορούσε να εξηγήσει τίποτε απ’ όλα αυτά. Οι τελευταίες δυο βδομάδες ήταν ταξίδι σουρεαλιστικό. Δεν ήθελε με τίποτα να πέσει να κοιμηθεί και δεν ήθελε με τίποτα να μπει σε εκείνο το μπάνιο, ούτε για να πλύνει το πρόσωπό της ούτε καν για να κατουρήσει. Θα έπεφτε λιπόθυμη κάτω αν έβλεπε το αίμα του Αποστόλη. Ήταν ξαπλωμένη, με τα χέρια ήρεμα στην ποδιά της, όταν σκέφτηκε το αίμα… και ότι βγήκε κάτι από μέσα του… αλλά τής έμοιαζε απίστευτο να είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά εδώ που τα λέμε, ήταν απίστευτο αυτό που είχε ανακαλύψει ο ουρολόγος. Για μια στιγμή ξανασκέφτηκε αν υπήρχαν μέσα της, αλλά δεν παρουσίαζε κανένα από τα συμπτώματα που είχε ο Αποστόλης, παρά μόνο την ναυτία. Όμως ένιωθε ναυτίες από τον καφέ, το ήξερε ότι ο καφές της προκαλούσε ναυτίες, δεν θα μπορούσε ξαφνικά να είναι αυτό, να είναι οι σάλιαγκες μέσα της…

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

Advertisements

Posted on 24/05/2018, in Ιστορίες Φίλων, Ψυχολογικός Τρόμος. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: