Ψυχολογικός Τρόμος: Τα Μωρά Της Θύελλας, Μέρος 4ο.


9

Το ίδιο βράδυ κάθισε στον υπολογιστή και έψαξε πληροφορίες γι’ αυτά τα φρικιαστικά πλάσματα που της θύμιζαν τόσο πολύ τις βδέλλες. Απόφυγε να κοιτάξει εικόνες γιατί θα την έπιανε υστερία. Μπήκε στο Wikipedia και πληκτρολόγησε τρόπους για να τα απομακρύνει, ίσως και να τα σκοτώσει. Η Βίκυ ήξερε ήδη για το αλάτι και για τον χαλκό, αλλά αυτά δεν ήταν τόσο πρακτικά και αποτελεσματικά όσον αφορούσε την μικρή λεπτομέρεια πως βρίσκονταν μέσα μας. Δεν θα μπορούσες να καταναλώσεις τόσο αλάτι, ικανό να φτάσει στην ουροδόχο κύστη και να τα διαλύσει, πόσο μάλλον χαλκό, που θα ήταν πρακτικά αδύνατον να καταναλωθεί. Σύντομα όμως ανακάλυψε το πώς, σύντομα είχε ανακαλύψει μια καινούργια αδυναμία και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο εύκολο. Η λύση ήταν ο καφές. Ο καφές ήταν ικανός να τα διώξει, μέχρι και να τα σκοτώσει. Ένα μικρό λαμπάκι φώτισε μέσα στο κεφάλι της, και κατάλαβε πώς και δεν είχαν καταφέρει να μπουν μέσα στον δικό της οργανισμό. Στον Αποστόλη δεν άρεσε ο καφές. Εκείνη όμως έπινε συνέχεια, ίσως και δυο φλιτζάνια την μέρα. Είχε βρει τρόπο να σώσει τον Αποστόλη, προτού εκκολαφθούν μέσα στην κύστη του τα αβγά που είχαν αφήσει τα σιχαμερά αυτά ζώα. Δεν θα κατάφερνε μόνο να σώσει τον Αποστόλη, μα όλους τους κατοίκους που μέσα τους είχαν παρασιτήσει γυμνοσάλιαγκες. Και τώρα έμενε μόνο ένα πράγμα: Να καλέσει τον γιατρό.

Η καταιγίδα μαινόταν έξω χτυπώντας τα δυτικά παράθυρα του δωματίου. Ο ήχος ήταν νανουριστικός και η Βίκυ ήθελε να πέσει να κοιμηθεί, αλλά δεν θα μπορούσε σε μια τέτοια κατάσταση. Η ταχύτητα με την οποία ο χρόνος κυλούσε ήταν σαν θηλιά περασμένη στο λαιμό. Πήγε κάτω να καλέσει στο τηλέφωνο τον γιατρό και να του πει αυτό που είχε ανακαλύψει, όταν παρατήρησε κάτι διαφορετικό στο χολ προς το καθιστικό. Στην αρχή δεν κατάλαβε την διαφορά, και ίσως ποτέ να μην την είχε καταλάβει αν οι φωτοσκιάσεις μιας φωτεινής αστραπής δεν είχαν φωτίσει τους τοίχους του χολ.

Η Βίκυ άφησε μια στριγκλιά. Στον τοίχο σέρνονταν σάλιαγκες και σαλιγκάρια, βάφοντας πίσω τους τους τοίχους με υποκίτρινη βλέννα. Έψαξε το διακόπτη να ανάψει τα φώτα, αλλά δίστασε μήπως και το χέρι της ακουμπούσε μια απ’ αυτές τις υγρές και γλιστερές υπάρξεις. Στο μισοσκόταδο έμοιαζαν τόσο με βδέλλες. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Με μια τελευταία απόπειρα, βρήκε το διακόπτη και τον πάτησε. Ύστερα ανακάλυψε την φρίκη. Όλο το πάτωμα ήταν γεμάτο γυμνοσάλιαγκες και σαλιγκάρια. Όλη την ώρα κρύβονταν πίσω από τους τοίχους και μέσα στις γωνιές του σπιτιού. Η ιδέα πως δεν είχαν εγκαταλείψει ποτέ το σπίτι της και πως τόσο καιρό κοιμόταν στο κρεβάτι ανενόχλητη της έστειλε ρίγη δέους στην ραχοκοκαλιά της. Έβγαζαν φρικτούς, σιαλώδη ήχους που της θύμισαν τον τρόπο που νόμιζε ότι ο Αποστόλης σάλιωνε το στόμα του. Η Βίκυ δεν έφτανε το τηλέφωνο στο καθιστικό. Έπρεπε να κάνει το γύρω, να πάει από την αυλόπορτα και να μπει από την πόρτα της κουζίνας για να φτάσει το τηλέφωνο. Και ενώ τα σκεφτόταν αυτά ένιωθε ότι το κάθε λεπτό μετρούσε για να σώσει τον Αποστόλη, μετρούσε θαρρείς πως μέσα του είχε ωρολογιακή βόμβα.

Έκανε μεταβολή και μόλις στο πρώτο της βήμα, γλίστρησε χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο. Ακόμα ζαλισμένη, με τα αυτιά της να βουίζουν, διαπίστωσε ότι είχε πατήσει γυμνοσάλιαγκες. Ό,τι είχε απομείνει από τα νεκρά τους σώματα ήταν πατημένες κάψες ή πατημένα σταφύλια, που από μέσα τους είχε ξεχειλίσει ένα κιτρινοπράσινο πηχτό πράμα, σαν φλέμα. Ο πόνος την αποσυντόνιζε και σχεδόν δεν είχε καταλάβει ότι μια βδέλλα βύζαινε το πίσω μέρος του μπράτσου της. Συνήλθε, γούρλωσε τα μάτια της και έλεγξε το μπράτσο της. Τα δάχτυλά της άγγιξαν ένα μικρό εξόγκωμα κολλημένο στο δέρμα της, σκληρό, γεμάτο υγρασία. Η Βίκυ πάτησε μια υστερική τσιρίδα και το τράβηξε από πάνω της· η αίσθηση του τραβήγματος την έκανε να νιώσει δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες  να βγαίνουν από τη σάρκα της.

Έτρεξε προς την αυλόπορτα, με τα πόδια της σχεδόν βαριά. Σταμάτησε λίγο πριν την τζαμένια πόρτα και κοίταξε, με τα μαλλιά της να κολλάνε ενοχλητικά στους ώμους της. Ο φανός του δρόμου, έτσι όπως έπεφτε πάνω στο παχνιασμένο τζάμι, σκίαζε τα σκωληκώδη πλάσματα που ήταν κολλημένα εκεί, καθώς πίσω τους είχαν αφήσει καθαρά ίχνη στο γυαλί. Η Βίκυ πλησίασε διστακτικά, και από τόσο κοντά, μπόρεσε να δει έναν γιγάντιο σάλιαγκα-βδέλλα να ανοίγει το στόμα του· από μέσα φάνηκαν να κινούνται δόντια (27.000 δόντια, θα έλεγε με ακρίβεια ο Αποστόλης). Μόρφασε αηδιασμένη και έσυρε με μίσος την πόρτα. Ένας δυνατός άνεμος φύσηξε τα μαλλιά της πίσω, κρύος και υγρός, σαν το πράγμα που είχε τραβήξει από το μπράτσο της. Οι σταγόνες της βροχής έπεφταν σαν σκλήθρες στο πρόσωπό της καθώς έτρεχε μέσα στον κατεστραμμένο κήπο της προς την κουζίνα. Πάνω στην βιασύνη της σκόνταψε στο καρεκλάκι του κήπου, γρατζούνισε το γόνατό της και έπεσε φαρδιά πλατιά ακριβώς μπροστά από την αναθεματισμένη πόρτα της κουζίνας. Είδε τα κέρματα που είχε αφήσει ο Αποστόλης. Τώρα ένιωσε φαγούρα και κοίταξε κάτω τα πόδια της. Βδέλλες είχαν κολλήσει στο δέρμα της, βύζαιναν και φούσκωναν, βύζαιναν και φούσκωναν. Η ανάσα της βγήκε ταραγμένη προτού ουρλιάξει παρατεταμένα και διαπεραστικά, χειρότερα από οποιαδήποτε ταινία φρίκης: «ΑααααααΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!»

Τα πόδια της παρέλυσαν. Δεν μπορούσε να τα κουνήσει πια, λες και είχαν παγώσει στην Αρκτική θάλασσα. Η Βίκυ γύρισε μπρούμυτα. Έτσι όπως ήταν, η βροχή μπορούσε να μαστιγώσει ελεύθερα την πλάτη της. Προσπάθησε να συρθεί με τα χέρια και τώρα σερνόταν στο χώμα σαν να ήταν η ίδια σαλιγκάρι· με τη μόνη διαφορά πως αυτή η σκύλα, αυτή η υστερική σκύλα μπορούσε να περάσει πάνω από τα κέρματα χωρίς να νιώσει τίποτα, χωρίς να νιώσει ηλεκτροσόκ ή πόνο. Πέρασε την γραμμή της πόρτας και σύρθηκε με το στομάχι της μέχρι το καθιστικό. Μαζί της παρέσυρε τα κέρματα που ήταν στο πάτωμα. Το αίμα έφευγε από τα πόδια της με γρήγορο ρυθμό, την εγκατέλειπε όπως την είχαν εγκαταλείψει και τα πόδια της. Έφτασε την συρταριέρα με τη συσκευή του τηλεφώνου. Ανακάλυψε με τρόμο ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί να τηλεφωνήσει. Τέντωσε το χέρι της και τράβηξε το καλώδιο. Η συσκευή έπεσε κάτω. Κάλεσε τον γιατρό. Χτύπησε μία… χτύπησε δύο… στην τρίτη ίσως να λιποθυμούσε… αλλά χτύπησε τέσσερις και ακόμα ήταν εδώ…

«Κυρία Βαρνακιώτη, εσάς θα έπαιρνα μόλις τώρα. Δεν θα πιστέψετε αυτό που έχω να σας πω… Ανακάλυψα πως χρησιμοποιούν τα σώματά μας σαν κελύφη».

«Καφές! Ο καφές τα σκοτώνει! Στείλε βοήθεια!»

Μετά απ’ αυτό η γραμμή έκλεισε από την καταιγίδα. Το ίδιο έκλειναν και τα βλέφαρά της, με το τελευταίο πράγμα που ακουγόταν να είναι ήχοι βυζάγματος.

10

Ξημέρωσε. Η καταιγίδα έδωσε τη θέση της σε ένα βροχερό πρωινό με ομίχλη. Ο γιατρός προσπάθησε να καλέσει πίσω αλλά η γραμμή ήταν νεκρή. Είχε συγκρατήσει αυτό που η Βίκυ τού είχε φωνάξει ταραγμένη στο τηλέφωνο. Με το που ξύπνησε ο Αποστόλης ο γιατρός τού πήγε λίγο καφέ.

«Για ποιο λόγο;» τον ρώτησε, αρνούμενος να τον πιει. «Ευχαριστώ, αλλά δεν μ’ αρέσει ο καφές».

«Είναι για το καλό της υγείας σας», επέμεινε ο γιατρός.

«Σας είπα πως όχι».

«Εντάξει». Ο γιατρός άφησε τον καφέ στην άκρη, αρκετά κοντά του σε περίπτωση που αλλάξει γνώμη. «Θα το αφήσω εδώ. Καλύτερα να το πιείτε προτού κρυώσει».

«Επικοινωνήσατε πάλι με την σύντροφό μου;» τον ρώτησε, λίγο προτού ο γιατρός αποχωρήσει από την αίθουσα επειγόντων.

«Έκανα άλλη μια απόπειρα σήμερα στις οκτώ. Δε το σήκωνε κανείς».

«Θέλετε να μου πείτε τι ακριβώς ακούσατε;»

«Στην τελευταία κλήση;»

«Ναι».

«Παρόλο που υπήρχαν παρεμβολές λόγω της βροχόπτωσης, άκουσα ξεκάθαρα τις λέξεις ‘καφές’ και ‘λύση’». Ο γιατρός δεν ήθελε να του πει ‘τα σκοτώνει’, όπως είχε ακούσει στο τηλέφωνο, προφανώς για να μην τον ταράξει. «Νομίζω πως εννοούσε ότι ο καφές είναι η λύση στο πρόβλημα. Θα ήθελα να σας πω ότι εμπιστεύομαι τις υποψίες της συζύγου σας, γι’ αυτό εξάλλου σας έφερα ένα φλιτζάνι καφέ».

Ο Αποστόλης φάνηκε σκεφτικός και, χωρίς να πει τίποτα άλλο, άρχισε να πίνει αηδιασμένος τον καφέ.

Επίλογος

Ο γιατρός έκανε ένα τελευταίο τηλεφώνημα στο ΚΕΕΛΠΝΟ εξηγώντας την κατάσταση και το πόρισμα που είχε βγάλει από τον ασθενή του. Ο καφές ήταν πράγματι η λύση. Αργότερα στις εφημερίδες μπήκε άρθρο με τίτλο, «Ουρολόγος βρίσκει αιτία και λύση επιδημικού προβλήματος, σώζοντας εκατοντάδες ζωές!» Είχε κάνει πολλές αναφορές για το ζεύγος που του είχε χτυπήσει την πόρτα εκείνη τη νύχτα. Είχε πει την ιστορία του και είχε πει και τη δικιά τους ιστορία. Δεν μπορούσε να πάρει όλα τα εύσημα για μια ανακάλυψη που οφειλόταν κυριολεκτικά σε εκείνο το ζευγάρι απλών πολιτών. Μπορεί πολύ αργότερα να έβρισκε κάποιος άλλος τη λύση στο πρόβλημα, αλλά εδώ επρόκειτο για ένα ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο Αποστόλης δεν είχε καμιά επίσκεψη από την Βίκυ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, πράγμα που τον είχε κάνει να βάλει τα κλάματα κάνα δυο φορές, αφού είχε πιστέψει πως ήταν νεκρή. Όταν πήρε το εξιτήριό του ένιωσε μια διαπεραστική φοβία. Δεν ήταν καθόλου έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι να ανακαλύψει την νεκρή γυναίκα του, με το στομάχι ανοιγμένο και τα έντερα να κρέμονται έξω. Αν έπαιρνε την επιβεβαίωση πως η Βίκυ ήταν νεκρή θα του ρήμαζε τα σωθικά, λες και οι σάλιαγκες δεν είχαν φύγει ποτέ από την κύστη του.

Αλλά τώρα είχαν φύγει. Ήταν όλα τους νεκρά. Ψόφια.

Περπάτησε μέσα στο ψιλόβροχο όταν το ταξί τον άφησε έξω από το σπίτι. Έμοιαζε εξαθλιωμένο. Το ίδιο και εκείνος.

Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

«Βίκυ;» ρώτησε μόνος του. Το σπίτι τού απάντησε με την νεκρή σιωπή του.

Προχώρησε στο χολ, περιμένοντας να ανακαλύψει το πτώμα της γυναίκας του. Κοντοστάθηκε στη μέση του διαδρόμου. Υπήρχε μια κηλίδα ξεραμένο αίμα στο πάτωμα και ο φόβος άρχισε να βαραίνει το στήθος του. «Βίκυ; Μωρό μου; Είσαι εδώ;» ρώτησε πάλι μπαίνοντας στην κουζίνα. Στην άλλη άκρη, η αυλόπορτα έτριζε καθώς πηγαινοερχόταν από τον άνεμο. Παρατήρησε πως στο πάτωμα δεν υπήρχαν πια τα κέρματα που είχε αφήσει, αλλά σκαμμένο χώμα και κομμένο γρασίδι. Από δω μπόρεσε να δει επίσης την πλαστική καρέκλα στον κήπο πεσμένη στο πλάι. Το μέρος έμοιαζε σαν να είχε περάσει σίφουνας.

Έφερε το βλέμμα του προς το τραπέζι που συνήθιζαν να κάθονται το πρωί και τότε το είδε. Για την ακρίβεια, είδε πίσω από το τραπέζι.

Η Βίκυ ήταν κουρνιασμένη εκεί, κάτω από το νιπτήρα που φοβόταν να πλησιάσει, περικυκλωμένη από χάλκινα κατσαρόλια, κέρματα και ό,τι άλλο χάλκινο είχε βρει για να προστατεύσει τον εαυτό της. Η έκφραση τού προσώπου της την έκανε να μοιάζει κατατονική.

«Βίκυ!» φώναξε ρίχνοντας κάτω τα πράγματά του. «Βίκυ, μωρό μου, μίλα μου… Θεέ μου, είσαι καλά; Απάντησέ μου!» Έτρεξε πάνω της και έπιασε το πρόσωπό της. Ήταν υγρό και παγωμένο. Τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο κούτελό της και η μάσκαρα είχε τρέξει μέχρι τα σκασμένα χείλη της. «Μίλα μου… σε παρακαλώ, πες κάτι, σε παρακαλώ…»

Η Βίκυ κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, κατόπιν κάρφωσε τα γυάλινα μάτια της στα δικά του και το πρόσωπό της άρχισε να αλλάζει και να ρυτιδώνει. Ήταν έτοιμη να πει κάτι. Άνοιξε το στόμα της και φώναξε με υστερίες: «Πάρε επιτέλους την υπηρεσία απεντόμωσης, παλιό μαλάκα!»

Ο Αποστόλης γέλασε με την ψυχή του. «Δόξα τω Θεώ, ζεις… Έχω μια ανακούφιση τώρα. Δεν μπορώ να το πιστέψω… Για μια στιγμή νόμιζα-»

Η Βίκυ τον έπιασε και τον φίλησε, παρόλο που ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει με το χάλκινο κατσαρόλι στο κεφάλι. «Σε αγαπώ, Αποστόλη».

«Κι εγώ σε αγαπώ, Βίκυ».

Και έτσι λοιπόν πέρασε άλλη μια σεζόν βροχοπτώσεων, άλλη μια σεζόν με το πλήγμα μεγαλύτερο από το περσινό, και ένα κέρδος τόσο ανεκτίμητο, όσο καμιάς άλλης καταστροφής. Ο Αποστόλης και η Βίκυ παντρεύτηκαν λίγους μήνες αργότερα, παρόλο που η ζωή τους συνέχισε να κυλάει το ίδιο ομαλά όπως και πριν, με το μόνο διαφορετικό η ιδέα πως είχαν σώσει τον κόσμο. Όσο οι δυο τους συνέχισαν το δρόμο τους πέρα από τον περιορισμό των λέξεων, σε κανέναν πλέον τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες δεν θα φαίνονταν ποτέ ξανά το ίδιο.

Τέλος

================

Βαγγέλης Λίμα Ρούσσης (Wattpad, Instagram)

 

Advertisements

Posted on 26/05/2018, in Ιστορίες Φίλων, Ψυχολογικός Τρόμος. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: