Monthly Archives: Ιουνίου 2018

Τρόμου: Μια Παλιά Φίλη.


Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, με ένα ανοιξιάτικο αεράκι. Ότι πρέπει για ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή. Πριν μια εβδομάδα, όταν με πήρε τηλέφωνο η παλιά μου συμμαθήτρια η Γωγώ, πραγματικά ένιωσα μεγάλη χαρά αν και ποτέ δεν ήμασταν ιδιαίτερα κολλητές. πιο πολύ, την είχαμε στην παρέα γιατί ήταν λίγο μυστήριο κορίτσι έως τρομακτικό θα έλεγα αλλά εμείς δεν είχαμε πρόβλημα, έτσι και αλλιώς δεν ενοχλούσε, μιας και ήταν λιγομίλητη.

Μετά το σχολείο χάσαμε τα ίχνη της και δεν την ξαναείδαμε ποτέ, ούτε και ξανά ασχοληθήκαμε πολύ να μάθουμε να πω την αλήθεια. Προερχόταν από μια μυστήρια οικογένεια, το σπίτι της ήταν κοντά σε ένα ποτάμι, βαθιά στο δάσος. Ποτέ δεν είχαμε δει τους γονείς της, δεν τους άρεσε να βγαίνουν και πολύ από το σπίτι, μόνο τον αδερφό της τον μεγάλο βλέπαμε που και που, όταν ερχόταν να την πάρει από το σχολείο. Ακόμα πιο μυστήριος από την αδερφή του και με ένα βλέμμα που σου πάγωνε το αίμα.

Έτσι λοιπόν μετά από τόσα χρόνια να που θα την ξαναδώ. Έχω πολύ περιέργεια η αλήθεια είναι. Στο τηλέφωνο την άκουσα πολύ ευχάριστη, αυτό και αν είναι περίεργο. Μου είπε ότι ήταν Αθήνα για δουλειές και έτυχε να δει την μητέρα μου στον δρόμο και της ζήτησε το τηλέφωνο μου. Με πήρε λοιπόν και μου έκανε την πρόταση να περάσω ένα Σαββατοκύριακο στο πατρικό της σπίτι. Μου είπε δεν έφυγε ποτέ από εκεί και αυτό μου ακούστηκε περίεργο μιας και δεν είχαμε ποτέ νέα της για το τι κάνει.

Μόλις έφτασα στο ποτάμι, κοντά στο σπίτι της, σταμάτησα για λίγο να απολαύσω το μέρος. Είχα δέκα χρόνια να πατήσω το πόδι μου στην Καλαμάτα. Εγώ και τα άλλα δύο μέλη της παλιοπαρέας, η Μαρία και η Μαριάννα, μόλις φύγαμε από την Καλαμάτα πιάσαμε αμέσως δουλειά. Εγώ Αθήνα, η Μαρία Γιάννενα και η Μαριάννα Θεσσαλονίκη. Μόνο η Γωγώ έμεινε πίσω στο χωριό της. Ένα πολύ μικρό χωριό λίγο έξω από την Πόλη. Μου είχε λείψει η άγρια φύση που είδα μπροστά μου. Το ποταμάκι με το πεντακάθαρο νερό, ο βαρύς ίσκιος των δέντρων και το βαθύ πράσινο τους. Τελικά νομίζω ότι η Γωγώ έκανε το πιο σωστό απ’ όλες που έμεινε πίσω.

Γυρίζοντας για να πάω στο αμάξι άκουσα ένα θόρυβο, σαν κάποιος να είναι πίσω μου. Γύρισα και δεν ήταν κανείς. Ξαφνικά, βρέθηκε μπροστά μου ένα πλάσμα σαν από ταινία τρόμου. Χριστέ μου, πάγωσα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο ξανά. Ήταν σαν ένας άντρας ψιλός, με πολύ ξανθά μαλλιά, μάτια μαύρα σαν του νεκρού και το δέρμα του σαπισμένο σαν κάτι να βγήκε απευθείας από τον τάφο ή από την κόλαση καλύτερα. Με πλησίασε πολύ κοντά μέχρι που άρχισα να μυρίζω τα σαπισμένα σωθικά του.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να με τυλίγει το σκοτάδι. Δεν έχω ιδέα τι έγινε μετέπειτα. Όταν βρήκα τις αισθήσεις μου, ήμουν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με δροσερά σεντόνια. Το δωμάτιο είχε μία αύρα σαν κάτι  από παλιά. Λευκές δαντελωτές κουρτίνες ανέμιζαν απαλά σε ένα ξύλινο παράθυρο. Τα έπιπλα όλα βαριά και αντίκες και πίνακες, είχε πάρα πολλούς μικρούς πίνακες.

Κατάλαβα ότι δίπλα μου κάποιος καθόταν και ξαφνικά θυμήθηκα όλα όσα έγιναν στο ποτάμι. Έσφιξα τα μάτια μου μέχρι που έτσουξαν και προσευχήθηκα να μην ήταν δίπλα μου το πλάσμα, μέχρι που ένιωσα δύο  απαλά ζεστά χέρια να μου αγγίζουν το πρόσωπο. Άνοιξα αργά τα μάτια μου μέχρι που την είδα, ήταν η Γωγώ, χαμογελαστή, με μακριά ξανθά μαλλιά και μεγάλα διαπεραστικά μάτια, ακριβώς όπως πριν δέκα χρόνια.

Τι συνέβη, την ρώτησα; Δεν ξέρω ακριβώς αλλά πριν λίγο σε βρήκαμε λιπόθυμη με τον αδερφό μου στο ποτάμι και σε φέραμε σπίτι. Ακούσαμε το αμάξι σου και όταν είδαμε ότι καθυστερούσες να έρθεις, ήρθαμε εμείς να σε βρούμε.

Την κοίταζα για λίγο αμίλητη και ύστερα την ρώτησα αν είδαν το πλάσμα. Δεν είδαμε τίποτα, μου είπε παραξενευμένη. Όταν της εξήγησα τι είχε συμβεί μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε να ξεκουραστώ και μετά να φάω κάτι. Πίστεψε ότι είχα παραισθήσεις αλλά εγώ ήξερα τι είδα. Με άφησε να ξεκουραστώ και έφυγε κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της. Είχα την ευκαιρία εκείνη την ώρα να περιεργαστώ με την ησυχία μου το δωμάτιο. Δίπλα από μια τουαλέτα με έναν καθρέφτη αντίκα, ήταν ακουμπισμένο το σακ βουαγιάζ μου. Κοίταξα προσεκτικά τους πίνακες και είδα ότι κάποιοι ήταν κενοί χωρίς τίποτα μέσα και όσοι είχαν κάτι, ήταν εικόνες, εικόνες ανθρώπων βασανισμένων. Πάντα ήξερα ότι ήταν μυστήρια η Γωγώ και η οικογένειά της αλλά τώρα σιγουρεύτηκα.

Ήταν αργά το απόγευμα όταν κατέβηκα στον κάτω όροφο να βρω την Γωγώ. Ήταν στην κουζίνα και  είχε ετοιμάσει το βραδινό. Ο αδερφός της είχε πάει για λίγο στην πόλη και θα γύριζε αργά την νύχτα. Τρώγοντας παρέα μιλήσαμε λίγο για τα παλιά, τι κάναμε στην ζωή μας. Μου είπε ότι δεν έφυγε ποτέ από το πατρικό της, έμενε με τον αδερφό της και οι γονείς της είχαν μετακομίσει, πολύ καιρό τώρα, σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Το χόμπι της ήταν η ζωγραφική γι’ αυτό και το σπίτι ήταν γεμάτο με πίνακες. Της άρεσε πάντα το μυστήριο γι’ αυτό το θέμα  ήταν πάντα, ο ανθρώπινος πόνος, όπως μου είπε. Χριστέ μου, τι τρομακτικό κορίτσι.

Με ξενάγησε για λίγο στο σπίτι και μου έδειξε τους πίνακες της. Στον έναν ήταν ένας άντρας στο δάσος, τρομοκρατημένος, σαν κάτι να τον κυνηγούσε. Σε έναν άλλο, ένα ζευγάρι σφιχτά αγκαλιασμένο και τρομοκρατημένο σε ένα κρεβάτι. Δεν άντεχα άλλο να δω. Της είπα ότι ήμουν κουρασμένη και ότι έπρεπε να πάω στο δωμάτιο.

Μόλις μπήκα και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα το είχα πάρει απόφαση, θα έβρισκα μια δικαιολογία και θα έφευγα αμέσως από εκεί. Πήρα την μητέρα μου τηλέφωνο, μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να με πάρει σε πέντε λεπτά αυτή. Είχα σκοπό να ακούσει το τηλεφώνημα η Γωγώ και να της πω ότι τάχα, έτυχε κάτι στην οικογένεια μου και έπρεπε να φύγω.

Μόλις χτύπησε το τηλέφωνο το άφησα λίγο και μετά το σήκωσα, χωρίς πολλά πολλά, εξήγησα στα γρήγορα στην μητέρα μου τι είχε συμβεί. Για το πλάσμα στο δάσος, για την Γωγώ και τους πίνακες. Μα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Γωγώ, μου είπε. Της είπα μια παλιά συμμαθήτρια από ένα χωριό έξω από την Πόλη. Αυτή που την έδωσες το τηλέφωνο μου πριν μια εβδομάδα. Εγώ, μου είπε, δεν είδα καμία φίλη σου την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε  έδωσα σε κανέναν το τηλέφωνο σου.

Έχασα την γη κάτω απ’ τα πόδια μου, δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, η μητέρα μου φώναζε αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ένιωσα να σβήνω για δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα και όλα σκοτείνιασαν. Αρκετή ώρα μετά, άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα σκοτάδι. Τι είχε συμβεί, που βρισκόμουν; Ήμουν πάλι στο κρεβάτι ξαπλωμένη και όλα τα θυμόμουν θολά. Το τηλεφώνημα στην μητέρα μου ήταν σαν να έγινε σε κάποιο όνειρο, εφιάλτη να λες καλύτερα. Το κινητό μου ήταν στο κομοδίνο, το πήρα γρήγορα και ξανά τηλεφώνησα στην μητέρα μου. Μόλις το σήκωσε της είπα στα γρήγορα να μου πει αν ήταν όλα ένα όνειρο. Αν όντως της τηλεφώνησα πιο πριν. Λάθος κάνετε μου είπε η φωνή στην άλλη γραμμή, δεν έχω κόρη. Ήμουν σίγουρη ότι η φωνή ήταν της μητέρας μου, κοίταξα την οθόνη και είδα ότι δεν έκανα λάθος. Μαμά σε παρακαλώ μην κάνεις πλάκα τέτοια ώρα την είπα. Σας παρακαλώ δεσποινίς μου, είπε, σας είπα ότι κάνετε κάποιο λάθος, δεν έχω καθόλου παιδιά και μετά τίποτα, μου το είχε κλείσει. Ο τρόμος και το σοκ με είχαν παραλύσει, δεν μπορούσα να κλάψω, να μιλήσω, να φωνάξω. Νόμιζα ότι έχανα το μυαλό μου.

Άκουσα την πόρτα σιγά σιγά να ανοίγει και τότε κουκουλώθηκα αμέσως κάτω από τα σκεπάσματα. Όποιος και να μπήκε στο δωμάτιο ερχόταν προς το κρεβάτι. Έτρεμα πολύ και δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω και περίμενα, ίσως ήταν η Γωγώ ή ο αδερφό της. Κάποιος ξάπλωσε δίπλα μου και με πλησίασε πολύ κοντά. άκουγα την βαριά αναπνοή του και την αισθανόμουν στον αυχένα μου, Είχε μπει κάτω από τα σκεπάσματα. Ξαφνικά μου ξαναήρθε αυτή η άσχημη μυρωδιά όπως στο ποτάμι, η μυρωδιά ενός ψόφιου ζώου. Άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Ένα χέρι με αγκάλιασε και το σκέπασμα σιγά σιγά υποχώρησε. Είδα την Γωγώ από πάνω μου, να μου χαμογελάει και να μου λέει. Τον αδερφό μου τον έχεις γνωρίσει φαντάζομαι ε; Κοίταξε πίσω μου και γύρισα σιγά σιγά μέχρι που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια την κόλαση. Το νεκρό σαπισμένο πλάσμα με κοίταξε και μου χαμογέλασε, σκουλήκια έβγαιναν μέσα από το στόμα του.

Τι πλάσματα είσαστε εσείς; Ούρλιαξα και τότε η Γωγώ μου είπε «είμαστε καλλιτέχνες εδώ και αιώνες», και μου έδειξε τους πίνακες «εσύ όμως δεν ήσουν τίποτα ποτέ, δεν υπήρξες ποτέ», ήταν τα τελευταία λόγια της Γωγώς.

Δύο μέρες μετά , ένα όμορφο πρωινό, η Γωγώ ξεναγούσε ένα κορίτσι στο σπίτι της . Αυτό θα είναι το δωμάτιο σου, της είπε, ξεκουράσου και θα σε περιμένω κάτω στην κουζίνα και έκλεισε πίσω της απαλά την πόρτα καθώς έφευγε. Μόνη της τώρα η Μαρία, περιεργαζόταν το δωμάτιο και τους πίνακες. Πω πω, πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Μαριάννα και να της πω για όλα αυτά, σκέφτηκε.

Της έκανε εντύπωση ένας πίνακας με ένα μελαχρινό κορίτσι, σε ένα κρεβάτι σε στάση εμβρύου, τρομοκρατημένο, να κρατά ένα κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Έμοιαζε να την κοιτά κατάματα και κάτι της θύμιζαν αυτά τα μάτια. Δίπλα από αυτόν τον πίνακα ήταν άλλοι δύο λευκοί πίνακες.

=====================

ΡΟΗ ΛΕΜΠΕΣΗ

=====================

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: