Monthly Archives: Ιανουαρίου 2019

Φαντάσματα: Το Φάντασμα Της Πολυκατοικίας.


Εδώ και καιρό η Τζέσυ ένιωθε κάτι περίεργο να συμβαίνει στην πολυκατοικία που έμενε τους τελευταίους πέντε μήνες. Ενώ είναι κοπέλα αθλητική, χωρίς φοβίες και μόλις 25 χρονών, όταν σβήνει το κοινόχρηστο φως στη σκάλα, βιάζεται να το ανάψει πάλι. Δεν φοβάται το σκοτάδι. Όταν κοιμάται δεν θέλει ίχνος φωτός. Ούτε φοβάται κάποιον ληστή ή βιαστή μιας και η εξώπορτα της πολυκατοικίας κλείνει πολύ γρήγορα.  Φοβάται ότι μόλις σβήσει το φως κάποιος θα εμφανιστεί πίσω της. Μια αρχετυπική μορφή σαν σκιά χαραγμένη στο μυαλό του κάθε ανθρώπου από την εποχή των σπηλαίων. Γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί. Δεν ξεπηδάνε σκιές και φαντάσματα μέσα σε πολυκατοικίες. Έτσι κι αλλιώς δεν πιστεύει στα φαντάσματα και στην αστρολογία. Ούτε καν στη θρησκεία. Όμως όταν καθυστερεί στις σκάλες και το φως σβήνει, νιώθει τον σβέρκο της να ανατριχιάζει και την αίσθηση αιμοδηψίας μιας οντότητας να την μαχαιρώνει στη πλάτη και να της σκίζει την καρδιά.

Ο τρόμος που την κυριεύει κάθε φορά είναι κάτι το ανεξήγητο για αυτή. Είναι κάτι που πάει κόντρα στις ορθολογικές της αντιλήψεις. Για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ο φόβος αυτός είναι ηλίθιος, στάθηκε έξω από την πόρτα της ένα βράδυ και έμεινε στο σκοτάδι. Το αποτέλεσμα ήταν να βάλει τα κλάματα και τελικά να λιποθυμήσει. Την βρήκε το επόμενο πρωί ο γερο-Τζόνυ που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν μεθυσμένη και πήγε να τη βοηθήσει. Όταν συνήλθε του είπε ότι λιποθύμησε από τον φόβο της σε μια προσπάθεια να τον αντιμετωπίσει. Ο γερο-Τζονυ τη σήκωσε απαλά και της είπε ότι δεν πρέπει να ντρέπεται που φοβάται το σκοτάδι. Η Τζέσυ ενοχλήθηκε αλλά δεν μπήκε στον κόπο να του δώσει εξηγήσεις φοβούμενη μήπως την περάσει για τρελή. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τη διώξουν από αυτό το διαμέρισμα.

Λίγες μέρες αργότερα καθώς έφευγε για τη δουλειά της, είδε κολλημένο στη εξώπορτα ένα κηδειόχαρτο. Έγραφε ότι θα τελεστεί εξάμηνο μνημόσυνο για τον Μπέντζαμιν Κούπερ ο οποίος ήταν κάτοικος της πολυκατοικίας. Η Τζέσυ δεν είχε ιδέα ότι κάποιος πέθανε λίγο πριν μετακομίσει και είχε σοβαρές υποψίες ότι πέθανε στο διαμέρισμά της. Πως το είπε ο σπιτονοικοκύρης της; “Το διαμέρισμα είναι πλήρως επιπλωμένο. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν τα χρειάζεται πια”. Λογικό είναι. Το μόνο έπιπλο στον τάφο είναι το φέρετρο. Ξεροκατάπιε και συνέχισε το δρόμο της.

Επέστρεψε το απόγευμα με μια σακούλα ψώνια στα χέρια. Δεν ήθελε να πέσει ο ήλιος πριν μπει στο σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα της, γύρισε και κοίταξε την πόρτα του γερο-Τζονυ. “Αυτός θα ξέρει” σκέφτηκε. Άφησε τα ψώνια στην πόρτα της και πήγε στην πόρτα του γείτονα. Χτύπησε το κουδούνι αλλά δεν ακούστηκε ήχος. “Θα χάλασε” σκέφτηκε και χτύπησε την πόρτα. “Ποιος είναι;” ακούστηκε η αδύναμη φωνή του γερο-Τζονυ. “Η Τζέσυ κύριε Τζον”. Η πόρτα άνοιξε και ο γερο-Τζονυ την καλωσόρισε. “Πέρνα μέσα κοπέλα μου, συνέβη κάτι;” Η Τζέσυ έκανε ένα βήμα μέσα. Τα φώτα ήταν σβηστά και το φως του ηλιοβασιλέματος έμπαινε από τα παράθυρα και φώτιζε το σπίτι του. Τα έπιπλα ήταν παλιά, όπως και αυτός, και υπήρχε η μυρωδιά αρωματικών φυτών στον αέρα. “Δεν συνέβη κάτι κύριε Τζον, είπε η Τζέσυ, ήθελα να σας ρωτήσω για κάποιον Μπέντζαμιν Κούπερ”. “Α ο Μπεν” το πρόσωπο του γερο-Τζονυ κατσούφιασε “ήταν καλός άνθρωπος, πέθανε από καρδιά. Το διαμέρισμά του νοίκιασες. Το ήξερες αυτό, έτσι δεν είναι;”. Η Τζέσυ ταράχτηκε λίγο αλλά το έκρυψε όσο καλύτερα μπορούσε. “Φυσικά και το ήξερα. Από περιέργεια ρώτησα. Πρέπει να πηγαίνω τώρα”, έβλεπε τον ήλιο να δύει και έπρεπε να μπει στο διαμέρισμά της. “Εντάξει καλή μου. Καλό βράδυ να έχεις”. Η Τζέσυ ανταπέδωσε το καληνύχτισμα και γυρνώντας στην πόρτα του διαμερίσματός της δεν έβλεπε πουθενά τη τσάντα με τα ψώνια της. Θυμωμένη και απογοητευμένη έψαξε τριγύρω και δεν τη βρήκε. “Κάποιος την έκλεψε σκέφτηκε. Κάποιος από την πολυκατοικία”. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Την έκλεισε χτυπώντας τη. Έβαλε νερό να βράσει για να φτιάξει τσάι και ένα σιντι κλασικής μουσικής για χαλάρωση.

Μια ώρα αργότερα είχε σχεδόν πιεί το τσάι της και είχε χαλαρώσει αρκετά. Έξω είχε νυχτώσει. Σκέφτηκε πόσο ηλίθια ήταν και πως τώρα έβγαινε κάποιο νόημα. Το φτηνό ενοίκιο, τα παλιά έπιπλα. Προφανώς αυτός ο Μπεν δεν είχε οικογένεια και ποιος θα ήθελε να νοικιάσει το σπίτι και τα έπιπλα ενός νεκρού; Ύστερα υπέθεσε πως ίσως να έχει μείνει κάτι από τον νεκρό και να είναι κρυμμένο. Που όμως; τα συρτάρια και τα ντουλάπια ήταν άδεια. Το στρώμα στο κρεβάτι καινούργιο. Η βιβλιοθήκη άδεια. Το πατάρι άδειο. Ή μήπως όχι; είναι το μόνο μέρος που δεν έχει δει. Στα γρήγορα πήρε μια καρέκλα, ανέβηκε και άνοιξε το πορτάκι και μπίνγκο. Ένα χαρτοκιβώτιο. Το τράβηξε κοντά της και το κατέβασε στο πάτωμα. Το έσυρε μέχρι το σαλόνι και άδειασε το περιεχόμενο του. Βιβλία. Λογοτεχνικά, ιατρικά και ένα τετράδιο. Άνοιξε το τετράδιο και όλες του οι σελίδες ήταν γεμάτες με τρεμάμενες λέξεις, σκόρπιες μέσα στις σελίδες χωρίς νόημα και σειρά. Οι περισσότερες λέξεις ήταν αίμα, φόβος, κρύψου, νεκρός, σκοτάδι, κρύο. Οι υπόλοιπες ήταν μουτζουρωμένες.

Η Τζέσυ ανατρίχιασε. Το μυαλό της πήγαινε στην παράλογη σκέψη ότι ο νεκρός θέλει εκδίκηση. Ότι το πνεύμα του θέλει να τραφεί με τον φόβο και το αίμα της. Έκλεισε το τετράδιο και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν υπάρχουν φαντάσματα και ότι ο Μπεν μάλλον είχε παραισθήσεις και κατάθλιψη και αυτό του προκάλεσε καρδιακό επεισόδιο και τον σκότωσε. Πήρε βαθιές ανάσες και αποφάσισε να κάνει ένα ζεστό ντους για να χαλαρώσει.

Μετά το μπάνιο φόρεσε πιτζάμες και ξάπλωσε στον καναπέ να δει τηλεόραση. Σκεπάστηκε με κουβέρτα και έβαλε δυο μαλακά μαξιλάρια στην πλάτη της. Μετά από μια ώρα τηλεόρασης και μερικές αλλαγές στη στάση που καθόταν από τη βαρεμάρα της, ένιωσε να πεινάει. Σηκώθηκε και άνοιξε το ψυγείο. Το μόνο που είχε ήταν δυο φέτες ψωμί για τοστ και ληγμένο γάλα. Έβρισε που της έκλεψαν τα ψώνια κάτω από τη μύτη και άνοιξε το συρτάρι με τα φυλλάδια για να παραγγείλει. Ήθελε κάτι υγιεινό και χορταστικό και επίσης καλό θα ήταν να δει έναν ακόμη άνθρωπο. Πέντε μήνες σε νέα πόλη και δεν είχε κάποια φίλη ή κάποιον φίλο που θα μπορούσε να καλέσει. Άρα με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Φαγητό και κάποιος που θα περπατήσει στο σκοτάδι της πολυκατοικίας χωρίς φόβο. Πολύ ενθαρρυντικό. Σήκωσε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε τον αριθμό. Την πρώτη φορά δεν είχε γραμμή. Τη δεύτερη όλα κύλισαν ομαλά και παρήγγειλε μια σαλάτα του καίσαρα με έξτρα κοτόπουλο.

Ξάπλωσε πάλι στον καναπέ να δει τηλεόραση αλλά το κανάλι είχε παράσιτα. Άλλαξε κανάλι και τα παράσιτα έγιναν πιο έντονα. Κάλυψαν όλη την οθόνη. Κάθε φορά που άλλαζε κανάλι ακουγόταν μια τρεμάμενη στριγκλιά από την τηλεόραση. Και ύστερα ένας βαθύς βρυχηθμός. Η Τζέσυ πάτησε το πλήκτρο για να κλείσει η τηλεόραση αλλά αυτή συνέχιζε να αλλάζει κανάλια και να βρυχάται. Τρομαγμένη, πετάχτηκε από την καρέκλα και τράβηξε βίαια το καλώδιο της τηλεόρασης. Σπινθήρες πετάχτηκαν από την πρίζα και με έναν κρότο κόπηκε το ρεύμα στο διαμέρισμα. Η Τζέσυ έμεινε μέσα στο σκοτάδι να τρέμει σαν το ψάρι. Είχε παγώσει. Στο ταβάνι ακούστηκαν γδούποι. Ούρλιαξε πάλι και έτρεξε προς τον καναπέ. Εκεί ήταν το κινητό της. Η μοναδική πηγή φωτός. Χτύπησε το πόδι της στο τραπέζι του σαλονιού και έπεσε σχεδόν ξαπλωτή στον καναπέ. Πήρε το κινητό, το ξεκλείδωσε γρήγορα και άνοιξε την εφαρμογή του φακού. Έφεξε στο ταβάνι και σκεφτόταν “Είναι τα βήματα των από πάνω” χωρίς να ξέρει αν είναι όντως νοικιασμένο το πάνω διαμέρισμα. Ο φόβος την είχε μαζέψει σε εμβρυική στάση και δάκρυζε χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει. Τα βήματα ακούστηκαν πάλι. Απομακρύνονταν. “Φεύγει” σκέφτηκε και εκείνη τη στιγμή ένα χτύπημα ακούστηκε έξω από την πόρτα της σαν κάποιος να χοροπήδησε δυνατά στο πάτωμα και αμέσως μετά ο ήχος του θυροτηλέφωνου.

Η Τζέσυ συνήλθε και βρήκε πάλι τα λογικά της. “Τι χαζή που είμαι” σκέφτηκε “Φοβήθηκα από βήματα και ένα βραχυκύκλωμα”. Πάτησε το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξει η εξώπορτα και σε λίγα δευτερόλεπτα είδε το φως της σκάλας που άναψε να φέγγει κάτω από την πόρτα της. Έβγαλε μια μεγάλη ανάσα ανακούφισης. Το φως στη σκάλα έσβησε και το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. “Μισό λεπτό, έρχομαι, δεν έχω ρεύμα” φώναξε η Τζέσυ. Πήγε προσεκτικά προς την πόρτα με το κινητό της για φακό. Άνοιξε ελαφρά την πόρτα και αυτός που ήταν στην άλλη μεριά την έσπρωξε με ορμή. Η πόρτα χτύπησε τη Τζέσυ στο πρόσωπο σπάζοντας της ένα δόντι και ματώνοντας τα χείλη της. Σοκαρισμένη από το χτύπημα έκανε μερικά βήματα πίσω και ένιωσε ένα παγωμένο χέρι να την αρπάζει από το λαιμό. Σήκωσε το φακό να δει ποιος είναι αλλά ο τύπος της χτύπησε το χέρι και της έπεσε το κινητό. Το πρόσωπο του φωτίστηκε στιγμιαία και φάνηκε γνώριμο στη Τζέσυ. Προσπάθησε να φωνάξει βοήθεια αλλά το χέρι την έπνιγε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να ανασάνει. Την έσερνε στη κρεβατοκάμαρα. “Θεέ μου αν είναι να με βιάσει καλύτερα να με σκοτώσει” σκέφτηκε η Τζέσυ. Έκλεισε τη πόρτα του δωματίου και της άφησε το λαιμό. Έβηξε και πήγε να φωνάξει βοήθεια αλλά η φωνή της δεν έβγαινε. Ο άντρας με το παγωμένο χέρι, της έριξε μια γροθιά στο διάφραγμα και της έκοψε την ανάσα. Η Τζέσυ γονάτισε και πάλευε να βάλει αέρα στα πνευμόνια της. Προσπάθησε να σηκώσει τα μάτια της να δει ποιος είναι αλλά μόλις έφτασε μέχρι τη μέση του βασανιστή της, το φως της σκάλας άναψε και αυτός εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρχε ποτέ.

Σύρθηκε μέχρι την πόρτα και την άνοιξε με το ζόρι. Δεν μπορούσε να σηκωθεί και η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος βοήθειας. Συνέχισε να σέρνεται μέχρι το σαλόνι. Κοίταξε έξω από την πόρτα του διαμερίσματος και φώναξε από μέσα της “Μη φεύγετε γαμώτο. Βοηθήστε με. Θα με σκοτώσει.” Ύστερα είδε την πόρτα του γερο-Τζονυ. «Τουλάχιστον να πάω εκεί για να σωθώ». Στα μισά του σαλονιού άκουσε την πόρτα του ασανσέρ στους επάνω ορόφους να κλείνει. “Όχι, θα μπουν στο σπίτι τους και το φως θα σβήσει”. Σε μια ύστατη στιγμή απόγνωσης η Τζέσυ επιστράτευσε όλες τις δυνάμεις της και σηκώθηκε.  Όμως το φως έσβησε λίγο πριν φτάσει στη πόρτα και ο τύπος με τα παγωμένα χέρια της κλώτσησε τα πόδια κι την έριξε κάτω. Η φωνή της δυνάμωνε και προσπαθούσε να καλέσει βοήθεια. Τότε ένιωσε τα χείλη της να μουδιάζουν και το κεφάλι της να τινάζεται πίσω. Η κλωτσιά στο πρόσωπο ήταν τόσο δυνατή που κύλησε ως τη πόρτα και χτύπησε στο κάσωμα. Ο άντρας την έπιασε από τα μαλλιά και τη σήκωσε όρθια. Η παγωμένη του ανάσα έμπαινε στα ματωμένα της ρουθούνια. Πανικοβλημένη και σε κατάσταση υστερίας, η Τζέσυ σπαρταρούσε και τιναζόταν σαν ψάρι έξω από το νερό. Τα μαλλιά της ξεριζώθηκαν και η τούφα με λίγο αίμα έμεινε στα χέρια του παγωμένου άντρα. Με αυτή την κίνηση απόγνωσης η Τζέσυ έπεσε πάνω στην πόρτα του γερο-Τζονυ. “Σώθηκα” σκέφτηκε “είμαι τυχερή” και άρχισε να χτυπάει την πόρτα του γερο-Τζονυ με τα χέρια και το κεφάλι. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και το σώμα της παρέλυσε. Με κλειστά ματιά έπεσε πάνω στον γερο-Τζονυ ψιθυρίζοντας βοήθεια. “Μην ανησυχείς καλή μου, εδώ θα είσαι ασφαλής” είπε ο γερο-Τζονυ με την ήρεμη όπως πάντα φωνή του και την πήρε στο σπίτι του.

Το πρωί το ασθενοφόρο ήταν έξω από την πολυκατοικία και οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην είσοδο και συζητούσαν. “Αυτά τα διαμερίσματα είναι πολύ γκαντέμικα” έλεγε ο ένας, “Όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν από καρδιά” έλεγε ο άλλος, “Ξεκίνησε με το κάθαρμα τον Τζόνυ όταν τον σκότωσαν πριν 20 χρόνια στο διαμέρισμά του και από τότε όσοι μένουν εκεί πεθαίνουν. Και μετά σου λέει να μην πιστεύεις στη κακή ενέργεια. Το κάθαρμα με τα παγωμένα χέρια τον λέγανε. Είχε γεμίσει το σπίτι του αρωματικά φυτά για να μη μυρίζουν τα πτώματα. Ελπίζω να μείνει το σπίτι του κλειστό για άλλα 20 χρόνια” είπε φανερά ενοχλημένος ένας ηλικιωμένος. Οι τραυματιοφορείς έβγαιναν από την πολυκατοικία με τη Τζέσυ ξαπλωμένη. “Κρίμα τόσο νέα κοπέλα να πεθάνει από καρδιά. Ούτε 25 δεν θα είναι. Ευτυχώς η πόρτα της ήταν ανοιχτή και αποφάσισα να πάρω τις σκάλες σήμερα”. Το πρόσωπο της ήταν παραμορφωμένο από φόβο και τα νεκρά μάτια της ανοιχτά.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Φαντάσματα: Στέλλα.


Ο ληστής προχωράει συνέχισε να προχωράει μέσα στο δάσος με πυξίδα τα αστέρια και φως την πανσέληνο. Τα δέντρα δεν ήταν πολύ πυκνά και μπορούσε εύκολα να προσανατολιστεί. Έπρεπε να πάει βόρεια. Όσο πιο βόρεια μπορούσε για να γλιτώσει. Είχε προχωρήσει αρκετά βαθιά στο δάσος και πλέον δε βιαζόταν. Κανείς δεν θα τον έψαχνε σε αυτό το μέρος. Οι ιστορίες για άτομα που δεν ξαναβγήκαν ποτέ από την καρδιά του δάσους είναι πάρα πολλές για να περάσουν αδιάφορες στους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Το δάσος ήταν ήσυχο. Αλλόκοτα ήσυχο. Δεν ακουγόταν το θρόισμα των φύλλων, δεν ακουγόταν τα νυχτόβια αρπακτικά και τρωκτικά παρά μόνο ένας ανεπαίσθητος ψίθυρος που θύμιζε τον ήχο που κάνει η φλόγα του κεριού όταν τη φυσάμε κι αυτή αρνείται να σβήσει. Υπνωτισμένος από τον ψίθυρο άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του, χωρίς να έχει συνείδηση ότι ξεστράτισε από την πορεία του. Συνέχισε να περπατά μέχρι που είδε μπροστά του ένα ξέφωτο και διάχυτο γαλάζιο φως να απλώνεται από το κέντρο του.

Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και κοιτούσε. Το ξέφωτο ήταν ένας τέλειος κύκλος με γρασίδι μέσα στο δάσος. Στη μέση υπήρχε ένας βωμός φτιαγμένος από δέντρο. Το δέντρο αυτό είχε παχύ κορμό αλλά δεν ήταν ψηλότερο από ένα μέτρο. Γύρω από τον κορμό του έκανε διακλαδώσεις και το κέντρο του ήταν σαν κρεβάτι που για στρώμα είχε πράσινα κίτρινα και καφέ φύλλα. Και ξαπλωμένη πάνω στα μαλακά φύλλα ήταν αυτή. Η γυναίκα που διάβαζε στους αρχαίους μύθους.

Πάνω της ήταν το κέντρο του γαλάζιου φωτός που απλωνόταν στο ξέφωτο. Αιωρούνταν και πετούσε γύρω της με σπειροειδείς κινήσεις. Ο ληστής κάρφωσε τα μάτια του σε αυτό και έγινε μάρτυρας καθώς το φως πύκνωνε και έπαιρνε μορφή. Τη μορφή ενός ανθρώπου ψηλού κι αδύνατου. Ήταν το πνεύμα που συντρόφευε τη γυναίκα των αρχαίων μύθων. Κάποτε ήταν αυτός που, σύμφωνα με το μύθο, γεννήθηκε αδύναμος, έζησε δυνατός και πέθανε παντοδύναμος και όλα αυτά για μια αγάπη χωρίς αντίκρισμα. Για να προστατεύσει τη γυναίκα που αγαπούσε χωρίς αυτή να τον αγαπάει. Ανιδιοτελής αγάπη στο μεγαλείο της.

Ο ληστής περίεργος να δει ποια γυναίκα προκάλεσε τόσο μεγάλα γεγονότα κάρφωσε τα μάτια του σε αυτή που ήταν ξαπλωμένη στο βωμό. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα ή καστανόξανθα, ανάλογα με το φως του πνεύματος. Τα χείλη της σφαλιστά κι αυτά σαν τα μάτια της. Το χρώμα και το σχήμα των χειλιών της, τον έκαναν να φανταστεί πόσο όμορφο χαμόγελο θα είχε. Τα χέρια της ήταν ανοιχτά στο πλάι σαν να περίμενε κάποιον να την αγκαλιάσει. Δεν ήταν ψηλή γυναίκα. Ήταν όμως όμορφη και λαμπερή και στο λαιμό της φορούσε ένα μενταγιόν σε σχήμα αστεριού.

Ο ληστής, άπληστος από τη φύση του, σκέφτηκε ότι το μενταγιόν αυτό θα είχε τεράστια αξία και ότι θα έπρεπε να περιμένει να εξαφανιστεί το πνεύμα για να το κλέψει. Τότε το φως άστραψε σαν κεραυνός και το ανθρώπινο περίγραμμά του φάνηκε ολοκάθαρα. Ο ληστής ένιωσε τον αέρα βαρύ. Τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να σταθεί όρθιος και έπεσε στα γόνατα. Ο ήχος της φλόγας που δεν σβήνει, πλέον έγινε ήχος πυρκαγιάς σε ανεμοστρόβιλο. Σήκωσε τα μάτια του να δει την αληθινή μορφή του πνεύματος. Ήταν όντως ανθρώπινη και όπως και στην αρχή, ψηλός, αδύνατος, χωρίς μαλλιά. Όπως τον περιγράφει ο μύθος. Αυτός που θυσίασε το σώμα του για να σώσει τη ζωή της.

Το πνεύμα φτιαγμένο από τρομερή γαλάζια συμπυκνωμένη ενέργεια, αιωρούμενο στάθηκε δίπλα στο βωμό. Κάθισε δίπλα της και άγγιξε το χέρι της. Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της απαλά σαν να ξυπνούσε από γλυκό ύπνο. Είχαν καστανό χρώμα και έλαμπαν όταν αντίκριζε τα μάτια του προστάτη της. Ο ληστής αναρωτήθηκε μήπως κι αυτή τον αγαπούσε κρυφά και τώρα που κανείς δεν τη περιορίζει, μπορεί επιτέλους να του δείξει τι νιώθει και ερωτευμένοι διασχίζουν μαζί το πέρασμα των αιώνων. Γιατί όταν δυο άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να είναι μαζί, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχει σημασία.

Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και το πνεύμα το έκλεισε μέσα στα δικά του. Κοιτάχτηκαν στοργικά. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή Όλος ο κόσμος ήταν ένα βλέμμα. Πλησίασαν κοντά και αγκαλιάστηκαν. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα ζεστό φιλί και τότε αιωρήθηκαν και οι δύο πάνω από το βωμό. Στροβιλιζόμενοι και τυλιγμένοι από γαλάζιες λωρίδες φωτός και ενέργειας, με σπινθήρες να πετιούνται στο τελείωμα τους και τα φύλα του βωμού να στροβιλίζονται κι αυτά γύρω τους και να μοιάζουν με κουρτίνα που κρατάει μακριά τους αδιάκριτους.

Ήταν το πιο αληθινό και ερωτικό φιλί που θα ευχόταν κάθε άνθρωπος να ζήσει. Ύστερα χαμήλωσαν. Κάθισαν πάλι στο βωμό. Κοιτάχτηκαν πάλι στα μάτια. Τα καστανά μάτια της γυναίκας βούρκωσαν και δάκρυσε. Το πνεύμα σκούπισε τα δάκρυά της με το δάχτυλο του. Της χάιδεψε τα μαλλιά και τα έπιασε πίσω από τα αυτιά της για να βλέπει το πρόσωπό της καλύτερα. Χαμογέλασε στη γυναίκα σαν της έλεγε ότι θα συνεχίσει να είναι για πάντα μαζί της. Ύστερα αυτή ξάπλωσε πάλι στο βωμό με τα χέρια ανοιχτά περιμένοντας την επόμενη στιγμή που θα την αγκαλιάσει και έκλεισε τα λαμπερά της μάτια.

Το πνεύμα αιωρήθηκε πάνω της και η μορφή του άρχισε να σπάει και να διαλύεται. Ο κυματισμός της λάμψης του έγινε άγριος και ο ληστής κυριεύθηκε από τρόμο και φόβο. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν μπορούσε. Ήταν ακόμα καθηλωμένος στα γόνατα. Το πνεύμα τον ανάγκαζε να υποκλιθεί μπροστά στην αγαπημένη του. Έπειτα όλα έγιναν αστραπιαία. Η γαλάζια λάμψη τον τύφλωσε και πριν εξαφανιστεί η ύπαρξή του από αυτόν τον κόσμο, άκουσε ολοκάθαρα το πνεύμα μέσα στο κεφάλι του να λέει τον αρχαίο στίχο που τον βασάνιζε «Πάντα θα έχει άλλο ταίρι, αυτή που το όνομά της σημαίνει αστέρι».

*Στέλλα στα λατινικά σημαίνει αστέρι.


Ευχαριστούμε τον Azrael για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Το Μονοπάτι.


Το περσινό καλοκαίρι, η Δανάη είχε πάει διακοπές στην Πάρο με 2 συμφοιτήτριες της. Το σπιτάκι που έμεναν το είχε αγορασμένο ο παππούς της για αυτήν για οπότε πήγαινε διακοπές εκεί. Ήταν χτισμένο μακριά από τα άλλα σπίτια! Έλεγαν για έναν μύθο για μία μητέρα με την κόρη της που τις σκότωσε ο άντρας της μέσα στο σπίτι, και μετά αυτοκτόνησε σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα!

Φυσικά οι τρεις κοπέλες δεν πίστευαν στον μύθο. Ένα βράδυ λοιπόν όταν γυρνούσαν από την απογευματινή τους βόλτα, είδαν στο μονοπάτι μπροστά από το σπίτι να περπατάει ένας άντρας αλλόκοτος, έμοιαζε ζαλισμένος με ένα σχοινί στον λαιμό του! Οι τρεις κοπέλες έμειναν να τον κοιτάζουν, όταν αυτός άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους!

Μπήκαν κάτασπρες απ’ τον φόβο τους στο σπίτι προσπαθώντας να πείσουν τους εαυτούς τους ότι ήταν απλώς οι σκιές των δέντρων… Καταφέρνοντας αυτό, πήγαν να κοιμηθούν.

Η Δανάη όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί! Βγήκε απτό δωμάτιο να κάνει μία βόλτα, μήπως και την πιάσει ο ύπνος, όταν στο τέλος του διαδρόμου είδε ένα κοριτσάκι με γυρισμένη πλάτη! Της είπε κλαίγοντας «Σε παρακαλώ βοήθησέ με….» και η Δανάη της απάντησε τρομαγμένη «Πες μου τι θα ήθελες;».

Η μικρή γύρισε και την κοίταξε! Τα μάτια της ήταν μαύρα και το πρόσωπο της σαπισμένο! Η Δανάη τσιρίζοντας έτρεξε προς το δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα! Οι άλλες δύο κοπέλες την άκουσαν και της είπαν πως θα ήταν καλό να ηρεμήσει λίγο.

Χωρίς να πει λέξη έπεσε να κοιμηθεί. Το όνειρο που είδε όμως δεν της άρεσε καθόλου! Είδε στο ίδιο μονοπάτι μία οικογένεια, και οι τρεις την κοίταζαν! Ακριβώς σε ένα δέντρο λίγο πιο πέρα είδε τον ίδιο άντρα που έβλεπε μπροστά της κρεμασμένο! Της έδειξαν το σπιτάκι. Μπήκε και είδε την μητέρα αποκεφαλισμένη και την κόρη της νεκρή στο πάτωμα!

Ξύπνησε απότομα και είδε στον απέναντι τοίχο γραμμένο με κόκκινα γράμματα «ΦΥΓΕΤΕ»! Ξύπνησε τα δύο κορίτσια και τους έδειξε κλαίγοντας τα γράμματα στον τοίχο! Πήγε να ανοίξει την πόρτα αλλά το κλειδί είχε εξαφανιστεί! Μία γυναικεία και μία παιδική φωνή άρχισαν να φωνάζουν πίσω από την πόρτα και άκουσαν γυαλιά να σπάνε!

Η Δανάη προσπάθησε να τους εξηγήσει τι συνέβη αλλά δεν πρόλαβε! Χτύποι ακούστηκαν απ’ την πόρτα όταν άνοιξε και ξέσπασε μία ανεξήγητη φωτιά. Πήδηξαν απ’ το παράθυρο και είδαν στο μονοπάτι μία οικογένεια να περπατάει προς το μέρος τους! Ήταν γεμάτοι με αίμα και η γυναίκα κρατούσε το κεφάλι της στην αγκαλιά της! Αρχίσαν να τρέχουν προς το χωριό τόσο τρομαγμένες που κλείστηκαν μέσα σε ψυχιατρείο και δεν ξανά μίλησαν ποτέ!


Ευχαριστούμε την Τσαμπίκα για την ιστορία της.


 

Αρέσει σε %d bloggers: