Monthly Archives: Απρίλιος 2019

Όνειρα: Παιδικές Αναμνήσεις.


«Οι παρακάτω μεταφρασμένες στα ελληνικά σελίδες βρέθηκαν στο ημερολόγιο ενός ασθενή του ψυχιατρικού νοσοκομείου Bedlam του Λονδίνου, ονόματι James Kalahan ο οποίος βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες  σε ένα δωμάτιο απομόνωσης».

Από πολύ μικρή ηλικία (ίσως από όταν ήμουν μικρότερος των τεσσάρων ετών), ήμουν ένα αλλόκοτο παιδί που πολλοί δεν θα δίσταζαν να το χαρακτηρίσουν από ντροπαλό έως αντικοινωνικό. Φοβόμουν πολύ τον έξω κόσμο, φοβόμουν τον κόσμο που απλωνόταν έξω από το ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον που μου εξασφάλιζε το σπίτι μου, φοβόμουν τον κόσμο των μεγάλων, των ενηλίκων αλλά το κυριότερο, φοβόμουν αυτό που βρισκόταν στον κόσμο που ελλόχευε πέρα από τον κόσμο των ενηλίκων, πέρα από τον κόσμο που θα δεις αν κοιτάξεις έξω από το παράθυρο του σπιτιού σου. Έτρεμα όχι το άγνωστο αλλά αυτό που βρισκόταν καλά κριμένο μέσα στην ομίχλη, μέσα στο έρεβος του αγνώστου αυτού κόσμου που πολλές φορές έβλεπα να ξανοίγεται μπροστά μου, ήταν αυτά τα κόκκινα μάτια με το αιώνιο μίσος που διακρινόταν καθαρά μέσα τους, τον αρχέγονο τρόμο που έκρυβαν και με τη μεθυστικότητά τους. Όμως όσο κι αν προσπαθούσα να το αποφύγω, για εμένα τουλάχιστον, ήταν αναπόφευκτο, τα γρανάζια της αδυσώπητης μοίρας (η μήπως ήταν κάτι ποιο περίπλοκο και δόλιο από απλή μοίρα;) μας έφερναν σε επαφή ξανά και ξανά.

Δεν το έβλεπα με τα μάτια της ύλης, τα μάτια του φθαρτού μου σώματος, γεγονός που πίστευα ότι οφειλόταν στο ότι το πλάσμα αυτό ήταν κατασκευασμένο από μίσος και, γενικότερα, αρνητικά συναισθήματα και όχι από ύλη. Δεν είχε ύλη, δεν διέθετε υλική υπόσταση, προερχόταν από ένα άλλο κόσμο που πιθανότατα υπήρχε παράλληλα με τη δική μας σφαίρα ύπαρξης. Όταν οι δυο μας κόσμοι έρχονταν, από σύμπτωση, σε επαφή, τότε οι πύλες άνοιγαν και ο κόσμος του γινόταν για ένα μικρό διάστημα, αντιληπτός από ορισμένα ευαίσθητα άτομα του δικού μου κόσμου. Ο κόσμος του πλάσματος, μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο μέσο των αισθήσεων και ενός τμήματος του υποσυνείδητου, και όχι μέσω της λογικής, της καθαρής πραγματιστικής ρεαλιστικής σκέψης των ενηλίκων και φυσικά δεν γινόταν αντιληπτός μέσω της ύλης.

Το μόνο μυαλό που θα είχε έστω και μια μικροσκοπική ελπίδα να λάβει μια εικόνα από τον αέναο αυτό παράλληλο κόσμο, ήταν ένα μυαλό γεμάτο φαντασία και αθωότητα, ένα μυαλό που δεν είχε προλάβει να μολύνει η ανθρώπινη κοινωνία καταστρέφοντας τη δημιουργικότητα του και πλάθοντάς το σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Για το λόγο αυτό, ο αβυσσαλέος κόσμος του πλάσματος που ήταν τόσο δυσνόητος για εμάς τους ανθρώπους μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο από τα παιδιά και σε κάποιες ποιο σπάνιες περιπτώσεις από τους φρενοβλαβείς αυτούς που είχαν χάσει κάθε λογική σκέψη και διέθεταν ένα εγκέφαλο διαφορετικά δομημένο από το συνηθισμένο, βαρετό κατά την ταπεινή μου άποψη, εγκέφαλο των ενηλίκων.

Έτσι πιστεύω ότι ήταν καλύτερα, δεν πιστεύω ότι ένας συνηθισμένος νους θα ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να δει αυτόν τον κόσμο όπου κατοικούσε το πλάσμα και να διατηρήσει το λογικό του άθικτο. Η τρέλα ήταν ο μόνος δρόμος που θα ακολουθούσε ένας ενήλικας εφόσον είχε κολυμπήσει σε νερά που κάποιος δεν πρέπει ούτε καν να πλησιάζει.

Δυστυχώς η ευτυχώς, ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κοιτάξουν, ήταν ικανοί να το κάνουν αυτό για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μόλις λίγα δευτερόλεπτα η ίσως για μερικά λεπτά στις ποιο σπάνιες περιπτώσεις. Εγώ τουλάχιστον είχα κολυμπήσει στον αρχέγονο κόσμο του τέρατος για λίγα λεπτά (σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου στο οποίο κοίταξα μόλις ξύπνησα) μέχρι που ξαφνικά βρέθηκα πίσω στο κρεβάτι του δωματίου μου αφήνοντας ότι φρικιαστικά θεάματα είχα δει, σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου σαν ένα πολύ μακρινό όνειρο.

Όπως διαπίστωσα λοιπόν, ο κόσμος αυτός έρεε σαν το ποτάμι, επρόκειτο για ένα πεδίο ύπαρξης που ήταν συνεχώς εν κινήσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, ένας κόσμος όπου τα πάντα άλλαζαν και ποτέ σου δεν μπορούσες να κοιτάξεις δυο φορές στο ίδιο μέρος, αν γυρνούσες το βλέμμα σου πίσω εκεί όπου κοίταγες πριν λίγη μόλις ώρα, τώρα θα έβλεπες κάτι εντελώς διαφορετικό. Επίσης έκανα τη διαπίστωση ότι ποτέ δεν έπαυε να υπάρχει, μετά την πρώτη φορά που κοιτούσες στην άβυσσο που τον χαρακτήριζε θα είχες συνεχώς το συναίσθημα ότι αόρατα μάτια σε παρακολουθούν ακόμα κι όταν βρισκόσουν στο ανθρώπινο κόσμο, ακόμα και όταν οι πύλες έκλειναν και οι δυο παράλληλοι κόσμοι, ο δικός μας και ο δικός του, έχαναν την επαφή τους, αυτός που είχε εισέλθει στον κόσμο του πλάσματος, θα συνέχιζε να ζει έχοντας αυτό το συναίσθημα.

Το πραγματικό πρόβλημα όμως, δεν βρισκόταν στο γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν με τα μάτια της ψυχής τους τον τρόμο, τη φρίκη, το πλάσμα με τα κόκκινα στο χρώμα του αίματος μάτια και πολλά από τα άλλα κατώτερα πλάσματα που ζούσαν εκεί μέσα στην ομίχλη, αλλά στο ότι και αυτές οι οντότητες θα είχαν τη δυνατότητα να κοιτάξουν με τη σειρά τους, τον δικό μας κόσμο  και σε ποιο ακραίες περιπτώσεις να αλληλοεπιδράσουν με αντικείμενα κι ανθρώπους πολύ ποιο έντονα και δυναμικά από όσο μπορούσαμε εμείς να αλληλοεπιδράσουμε στο δικό τους κόσμο. Οι πύλες, βλέπετε, που ανοίγονταν με τη σύγκρουση των δυο παράλληλων κόσμων, ήταν διπλής φύσης, και έτσι μπορούσε κάποιος ή κάτι να μετακινηθεί από τον ένα κόσμο στον άλλο και να γυρίσει πάλι πίσω. Μάλιστα αυτά τα πλάσματα είχαν αναπτύξει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη μετακίνηση αυτή και έτσι μπορούσαν να επιλέξουν που και πότε θα εμφανιστούν στον ανθρώπινο κόσμο αλλά και πότε  θα γυρίσουν πίσω στο δικό τους σκοτεινό τόπο κατοικίας, μια ικανότητα που εγώ όπως και οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι «προικισμένοι» άνθρωποι δεν διέθεταν.

Για το λόγο αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους να προέρχονται από τις ποιο σκοτεινές γωνίες του σπιτιού σου, αν ποτέ σου αντιληφθείς ότι αόρατα μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου και με την άκρη του ματιού σου μπορείς να δεις μια  σκιά η οποία χάνεται αμέσως μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου, αν ποτέ σε κάποιο εφιάλτη δεις ότι σε καταδιώκουν σκιές και σκοτεινά πλάσματα που δεν έχεις ξαναδεί στην πραγματική ζωή και αν ξυπνήσεις συνεχίζοντας να έχεις την αίσθηση ότι ακόμα τα τέρατα είναι εκεί και ελλοχεύουν στις σκιές, αν παρόλο που μένεις μόνος σου δεν νιώθεις ποτέ πραγματικά μόνος στο σπίτι και αντιληφθείς ότι αντικείμενα αλλάζουν θέση την ώρα που δεν βρίσκεσαι στο σπίτι η όταν κοιμάσαι, αν μερικά ή όλα από όσα ανέφερα ισχύουν τότε να ίσε σίγουρος ότι δεν πρόκειται για παιχνίδια της φαντασίας σου τίποτα από αυτά δεν είναι αποκύημα του μυαλού σου, τα πάντα είναι πραγματικά, κακόβουλες οντότητες από τον κόσμο της αβύσσου και ίσως ακόμα και το ίδιο το πλάσμα έχουν εισέλθει στον κόσμο και μολύνουν με την σατανική παρουσία τους τον εγκέφαλο σου, οι παιδικοί μας μπαμπούλες που περιμέναμε ότι θα βγουν από τη ντουλάπα του δωματίου μας το βράδυ, είναι υπαρκτοί, είναι εδώ και το γνωρίζω καλά αυτό γιατί συνέβη σε εμένα και το πλήρωσα ακριβά.

James Kalahan – 1750


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 3ο.


Όσο μιλούσε ο Ανδρέας εγώ είχα γίνει κατάχλομος. «γιατί σε εμένα;», «γιατί να βρεθώ εγώ σε τέτοια κατάσταση;». Αυτά σκεφτόμουν όσο ο Ανδρέας συνέχιζε να μιλάει για τον Γιάννη και όσα του είχε ομολογήσει, όμως είχα ακούσει αρκετά το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονά αφόρητα. Κάποια στιγμή ο Ανδρέας βλέποντας τον πανικό που άρχιζε να με καταβάλει, σταμάτησε την αφήγηση του και με κοίταξε στα μάτια.

Α- είσαι καλά; φαίνεσαι κατάχλομος , θα πάω να σου φέρω λίγο νερό.

Ε- ναι

πήγε λοιπόν στο ψυγείο του μαγαζιού αγόρασε ένα μπουκάλι με νερό και μου το έφερε. Το άδειασα σχεδόν αμέσως. Περιμέναμε λίγο μέχρι να συνέλθω και μόλις φάνηκα να συνέρχομαι, αυτός συνέχισε.

Α- σε μια άλλη συζήτηση που είχα με το Γιάννη, μου είπε πως πίστευε ότι η κούκλα ήταν πράγματι υπαρκτή και ότι μέσα της ήταν παγιδευμένη η ψυχή του αδικοχαμένου συζύγου. Την τελευταία φορά που τον είδα του ζήτησα να φύγει από εκείνο το μέρος όσο ακόμα προλαβαίνει γιατί τα πράγματα δεν φαινόντουσαν καθόλου καλά. Αυτός όμως παρά τις παρακλήσεις μου δεν άκουσε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να λάβει απαντήσεις σχετικά με τον άνδρα, τη γυναίκα, την κούκλα. Είχε αποφασίσει να πάει στη γριά και να πάρει από αυτήν, με τη βία, το κλειδί του δωματίου μέσα στο οποίο πίστευε ότι θα έβρισκε την μαύρη κούκλα. Δεν στάθηκα ικανός να τον μεταπείσω, αν απλώς τα παρατούσε όλα και έφευγε εκείνη τη μέρα από εκεί…

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Το τι του συνέβη μετά δεν το ξέρω.

Μόλις σταμάτησε να μιλά με κοίταξε κατάματα με ένα ύφος σοβαρό και συνάμα ανήσυχο που δεν μου είχε ξαναδείξει ως τότε.

Α- άκουσε με και φύγε από το διαμέρισμα , φύγε σήμερα και ξέχνα τα όλα, ξέχνα τη γριά, ξέχνα τον μακαρίτη, ξέχνα την κούκλα, αυτοί έχουν βρει τη μοίρα τους, άκουσε με και φύγε από εκεί όσο προλαβαίνεις.

Εγώ έγνεψα καταφατικά.

Επέστρεψα λοιπόν γύρω στις μια το βράδυ στο διαμέρισμα, μάζεψα τα λίγα υπάρχοντα μου και ήμουν έτοιμος να φύγω εκείνη τη στιγμή. Προτού φύγω όμως έπρεπε να ανοίξω εκείνη την πόρτα, ΕΠΡΕΠΕ να δω τι βρισκόταν πραγματικά εκεί μέσα, δεν είχα το κλειδί, όμως ίσως η γριά να την είχε ξεχάσει ανοικτή, ίσως να την έβρισκα ξεκλείδωτη, ίσως…

αισθανόμουν μια ακαταμάχητη έλξη προς την πόρτα, έτσι πλησίασα κι έστριψα αργά και με βαριές ανάσες το πόμολο και η πόρτα άνοιξε μπρος τα έκπληκτα μάτια μου. Δεν το πίστευα, η πόρτα ήταν ανοικτή.

Μέσα στο δωμάτιο έλπιζα ότι θα έβρισκα τα πράγματα που θα αντίκριζε κανείς σε μια παλιά αποθήκη, εργαλεία, καρφιά, υλικά και διάφορα τέτοια πράγματα. Δυστυχώς για εμένα η ελπίδες μου δεν πραγματοποιηθήκαν, μέσα στο δωμάτιο το οποίο φαινόταν υπερβολικά καθαρό για μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη υπήρχαν παντού πεταμένα γυναικεία ρούχα, φούστες παντελόνια τζιν ζακέτες και ένα σορό άλλα είδη ενδυμασίας που θα μου έπαιρνε όλη τη σελίδα για να τα απαριθμήσω και στη μέση του δωματίου υπήρχε ΑΥΤΗ η κούκλα καθισμένη σε μια καρέκλα. Ήταν ακριβώς όπως την είχα δει στο όνειρο μου, είχε το πρόσωπο της στραμμένο προς την είσοδο του δωματίου όπου βρισκόμουν εγώ και το ένα χέρι της ήταν όρθιο σαν να με χαιρετούσε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι μετά από αυτή τη σκηνή της φρίκης είναι εμένα να τρέχω έξω από το διαμέρισμα ουρλιάζοντας μέχρι να φτάσω τελικά σε ένα πολυσύχναστο δρόμο όπου και λιποθύμησα.

Ξύπνησα την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Μου πείρε αρκετές ημέρες για να συνέλθω από όσα είδα και βίωσα στο διαμέρισμα εκείνο αλλά και από όσα άκουσα από τον Ανδρέα. Όταν τελικά έχοντας βρει ένα νέο διαμέρισμα για να μείνω αποφάσισα να επιστρέψω στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσω να παρακολουθώ τα μαθήματα, διαπίστωσα πως ο Ανδρέας είχε γίνει άφαντος. Δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά και όποτε καλούσα το νούμερο ακουγόταν μήνυμα που έλεγε ότι το νούμερο αυτό δεν αντιστοιχούσε σε κανένα συνδρομητή. Στην προσπάθεια μου να μάθω τι απέγινε ο φίλος μου, μίλησα με φοιτητές του τρίτου εξαμήνου στο οποίο και μου είχε πει ότι βρισκόταν ο Ανδρέας, όμως κανείς δεν έδειχνε να τον ήξερε. Τότε ήταν που με χτύπησε σαν κεραυνός εκείνη η σκέψη η μάλλον διαπίστωση που έμελλε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη ευαίσθητη ψυχολογική μου κατάσταση. Θυμήθηκα ότι όσο ανάρρωνα στο νοσοκομείο είχα την ευκαιρία να συζητήσω με μια νοσοκόμα και ένα γιατρό οι οποίοι τύχαινε να γνώριζαν από παλιά τη γριά Μαργαρίτα και τον μακαρίτη άνδρα της. Αυτό που θυμήθηκα από τις συζητήσεις μας ήταν ότι τον άνδρα της τον λέγαν Ανδρέα.


Με μια μικρή καθυστέρηση ανέβηκε το 3ο και τελευταίο μέρος της ιστορίας.

Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 2ο.


Στο πανεπιστήμιο γνώρισα ένα νεαρό λίγο μεγαλύτερο από εμένα ο οποίος επίσης φοιτούσε στο φυσικό τμήμα, τον έλεγαν Ανδρέα και ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος μου. Εκείνη την στιγμή διένυε το τρίτο εξάμηνο των σπουδών του ενώ εγώ βρισκόμουν στο πρώτο, όμως αυτή η μικρή διαφορά δεν μας εμπόδισε από το να κάνουμε παρέα. Έτσι μόλις τελείωσαν οι διαλέξεις για την ημέρα πήγαμε μαζί μια βόλτα στην περιοχή. Ο Ανδρέας ήταν ντόπιος και προθυμοποιήθηκε να μου δείξει τα κατατόπια, εγώ από την άλλη θέλοντας να μείνω στο διαμέρισμα όσο το δυνατόν λιγότερο δέχτηκα την πρόταση.

Είχε πάει δέκα το βράδυ όταν εγώ και ο νέος μου φίλος βρισκόμασταν σε μια δημοφιλή καφετερία λίγα χιλιόμετρα μακριά από το πανεπιστήμιο, ξεκουραζόμασταν καθώς περπατήσαμε πάνω από τρεις ώρες. Κάπου εκεί στη συζήτηση ο φίλος μου με ρώτησε αν είχα ενοικιάσει κάποιο διαμέρισμα.

Α- βρήκες διαμέρισμα;

Ε- ναι, μου πείρε λίγες ημέρες όμως τελικά μου το νοίκιασε μια γιαγιά σε πολύ καλή τιμή.

Α- είναι όμως σε καλή κατάσταση το σπίτι; να προσέχεις αυτές τις «χαμηλές» τιμές γιατί μπορούν να κρύβουν παγίδες. Έλεγξες μήπως έχει κάποιο θέμα το διαμέρισμα;

Ε- το έλεγξα και είναι σε αρκετά καλή κατάσταση, όσον αφορά αυτό το ζήτημα είμαι ικανοποιημένος και είναι και κοντά στο πανεπιστήμιο λιγότερο από τριάντα λεπτά με τα πόδια όμως …

Α- τι;

Ε- αισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά από την στιγμή που πάτησα εκεί.

Α-τι δεν πάει καλά; βρήκες τίποτα κατσαρίδες ή μήπως κανένα σπασμένο σωλήνα;

Ε- πρώτα από όλα υπάρχει μέσα στο διαμέρισμα ένα δωμάτιο το οποίο είναι κλειδωμένο και τα κλειδιά τα έχει μόνο η γιαγιά, εκτός από αυτό τα δυο βράδια που κοιμήθηκα εκεί είδα τρομερά όνειρα με αποτέλεσμα να έχω πολύ ανήσυχο ύπνο. Υπάρχει μια πολύ σκοτεινή αύρα στο μέρος την οποία αρχίζω όλο και περισσότερο να αντιλαμβάνομαι.

-Τώρα τα μάτια του Ανδρέα είχαν γίνει ορθάνοικτα με τον τρόμο να αντικατοπτρίζεται πάνω τους.-

Α- τη γριά μήπως τη λένε Μαργαρίτα;

Ε- ναι πως το ξέρεις;

Α- μήπως στα όνειρα σου πρόσεξες μια μαύρη κούκλα; ξέρεις, σαν αυτές που έχουν στις βιτρίνες των μαγαζιών.

-άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω, όμως η φρίκη που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο μου έδωσε από μόνη της την απάντηση –

Ε- την είδα που να πάρει ο διάβολος όμως εσύ πως τα ξέρεις αυτά; τι συμβαίνει;

– ο φίλος μου τώρα φαινόταν τρομοκρατημένος όμως προσπαθούσε να κρύψει αυτό το συναίσθημα οπότε μετά από μερικά δευτερόλεπτα ησυχίας και με μια φωνή που προσπαθήσει να περάσει για ήρεμη, μου απάντησε-

Α- μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε από εκείνο το μέρος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αν μπορείς καν’ το και σήμερα, όσο μένεις εκεί θα κινδυνεύει η ζωή σου.

Ε- γιατί το λες αυτό; σε παρακαλώ πες μου ότι γνωρίζεις, γιατί κινδυνεύει η ζωή μου και τι είναι αυτή η κούκλα;

Α- πέρυσι, είχα γνωρίσει ένα νεαρό που τον λέγανε Γιάννη, ήταν και αυτός δεκαοκτώ ετών και είχε έρθει από ένα χωρίο μερικές ώρες μακριά, για να σπουδάσει ιατρική. Τον γνώρισα κατά τύχη, το πως ακριβώς δεν έχει και πολύ σημασία τώρα, ήταν καλό παιδί όμως είχε το ίδιο πρόβλημα με εσένα, είχε πολύ λίγα χρήματα, οι γονείς του ήταν φτωχοί και τα χρήματα που του είχανε δώσει δεν θα αρκούσαν για πολύ, οπότε έπρεπε να βρει ένα διαμέρισμα με πολύ φτηνό ενοίκιο και μάλιστα γρήγορα, δυστυχώς είχε αργήσει να έρθει στην πόλη και έτσι δεν υπήρχαν διαθέσιμα διαμερίσματα ούτε από την εστία του πανεπιστήμιου. Καταλαβαίνεις ότι παρόλο που υπήρχαν μερικά συμπαθητικά διαμερίσματα διαθέσιμα προς ενοικίαση, κανένα από αυτά δεν είχε αρκετά χαμηλό ενοίκιο και έτσι ο Γιάννης δεν μπορούσε να ενοικιάσει κανένα. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι που συνάντησε τη κυρία Μαργαρίτα και τελικά νοίκιασε το ίδιο διαμέρισμα που έχεις εσύ τώρα. Ο φίλος μου λοιπόν, από το πρώτο κιόλας βράδυ σε εκείνο το διαμέρισμα είχε τους ίδιους εφιάλτες με εσένα και στις περιγραφές των ονείρων του έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην κούκλα που είδες και εσύ. Αυτή η κούκλα τον πλησίαζε καρφώνοντας όπως μου είπε, τα αόρατα της μάτια πάνω του και έμενε έτσι μέχρι να τελειώσει το όνειρο και να ξυπνήσει. Όμως, όλη κατάσταση έφτασε στο αποκορύφωμα όταν την τέταρτη, αν δεν κάνω λάθος, νύχτα του Γιάννη εκεί, η κούκλα άρχισε να του μιλά τηλεπαθητικά, κανενός τα χείλη δεν κουνιόταν όμως ο φίλος μου μπορούσε να ακούσει ξεκάθαρα τη φωνή της μαύρης κούκλας μέσα στο κεφάλι του. Του είπε ότι η γυναίκα αυτή παλιά διατηρούσε ένα κατάστημα ρούχων, εκεί όπως θα έχεις δει τοποθετούν παρόμοιες κούκλες στις βιτρίνες έτσι ώστε να αναδείξουν καινούργιες συλλογές ενδυμάτων και να προσελκύσουν κόσμο. Όμως η γυναίκα αυτή είχε περισσότερα σχέδια για μια από αυτές τις κούκλες. Μια μέρα λοιπόν όταν ο άνδρας της είχε πάει να πληρώσει μερικούς λογαριασμούς και θα αργούσε να γυρίσει, η γυναίκα πήρε μια από τις κούκλες που είχαν φυλαγμένες στην αποθήκη και τη μετέφερε στο σπίτι της. Εκεί την έντυνε την έγδυνε τις έβαφε τα νύχια και γενικά της φερόταν σα να ήταν άνθρωπος. Είχε πάθει ένα είδος ψύχωσης με την κούκλα. περιττό να πω ότι στο μαγαζί δεν ξαναπάτησε ήταν φαίνεται πολύ απασχολημένη στο σπίτι… Μια μέρα είπε στον άνδρα της ότι μέσα στην κούκλα ήταν φυλακισμένη η ψυχή της κόρης τους, την οποία είχαν χάσει πριν από μερικά χρόνια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο σύζυγος της είχε καταφέρει να ξεπεράσει αυτή την απώλεια η τουλάχιστον είχε μάθει να ζει με τον πόνο, ξέρεις άλλωστε ότι ο χρόνος θεραπεύει τις πληγές της ψυχής. Η γυναίκα όμως δεν ξεπέρασε ποτέ αυτή την απώλεια, ίσως να μην ήθελε και η ίδια να την ξεπεράσει και έτσι κατέληξε να ντύνει και να περιποιείται μια άψυχη μαύρη κούκλα πιστεύοντας πως μέσα της υπήρχε το χαμένο της παιδί. Ο άνδρας της έχοντας μείνει μόνος στο μαγαζί προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα προς το ζην και έχοντας να υποστεί αυτή την παράνοια στο σπίτι έκανε υπομονή για εβδομάδες όμως τελικά ξέσπασε κι άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του η οποία σε αυτό το σημείο φαινόταν εντελώς φρενοβλαβής, αποκομμένη από τον έξω κόσμο και παγιδευμένη στο δικό της μικρό παρανοϊκό σύμπαν, τις είπε ουρλιάζοντας πως η κόρη τους ήταν ΝΕΚΡΉ και αυτό δεν άλλαζε με κανένα τρόπο και πάνω στην οργή του έδωσε μια ισχυρή σπρωξιά στη κούκλα ρίχνοντας την κάτω μπροστά στα έντρομα μάτια της γυναίκας. Μόλις η γυναίκα αντίκρισε την κούκλα πεσμένη κάτω και πιστεύοντας ότι είχε πονέσει το παιδί της, επιτέθηκε στον άνδρα της όταν αυτός έχοντας ηρεμήσει (όσο ήταν δυνατόν σε αυτή την κατάσταση) γύρισε την πλάτη του και έκανε να φύγει από το δωμάτιο, σπρώχνοντας τον με αρκετή δύναμη ώστε αυτός να πέσει με το κεφάλι πάνω στη γωνία μιας συρταριέρας. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος. Η γυναίκα όμως στάθηκε τυχερή αφού φορώντας το προσωπείο της συντετριμμένης από το θάνατο του αγαπημένου της συζύγου γυναίκας κατάφερε να απομακρύνει όλες τις υποψίες από πάνω της και να καταχωρηθεί στα πρακτικά ο θάνατος ως ατύχημα στο οποίο η γυναίκα δεν είχε καμία ανάμειξη. Μάλιστα για να μην κεντρίσει αδιάκριτα βλέμματα προτού καλέσει το ασθενοφόρο υποκρινόμενη την σοκαρισμένη, φρόντισε ώστε να μεταφέρει την κούκλα μαζί με τα ρούχα και τα στολίδια που της φορούσε στο πάνω διαμέρισμα και να τα κλειδώσει σε ένα δωμάτιο. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις ποιο ήταν αυτό το διαμέρισμα. Μέσα σε όλα αυτά, η κούκλα στο όνειρο ανέφερε στο Γιάννη ότι από τη μέρα αυτή η γυναίκα άρχισε να έχει δολοφονικές σκέψεις τις οποίες κατάφερνε με μαεστρία να κρύψει από τον έξω κόσμο με αποτέλεσμα όποιος εισέρχονταν στην πολυκατοικία της να διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο. Επίσης, η κούκλα του ζήτησε να φύγει από το σπίτι όσο ποιο γρήγορα γινόταν γιατί η γριά είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος του και έτσι μπορούσε να μπει μέσα όποτε επιθυμούσε.


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του. Το επόμενο μέρος θα ανεβεί την Τετάρτη.


 

Αρέσει σε %d bloggers: