Τρόμου: Η Κούκλα, Μέρος 3ο.


Όσο μιλούσε ο Ανδρέας εγώ είχα γίνει κατάχλομος. «γιατί σε εμένα;», «γιατί να βρεθώ εγώ σε τέτοια κατάσταση;». Αυτά σκεφτόμουν όσο ο Ανδρέας συνέχιζε να μιλάει για τον Γιάννη και όσα του είχε ομολογήσει, όμως είχα ακούσει αρκετά το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος και το κεφάλι μου είχε αρχίσει να πονά αφόρητα. Κάποια στιγμή ο Ανδρέας βλέποντας τον πανικό που άρχιζε να με καταβάλει, σταμάτησε την αφήγηση του και με κοίταξε στα μάτια.

Α- είσαι καλά; φαίνεσαι κατάχλομος , θα πάω να σου φέρω λίγο νερό.

Ε- ναι

πήγε λοιπόν στο ψυγείο του μαγαζιού αγόρασε ένα μπουκάλι με νερό και μου το έφερε. Το άδειασα σχεδόν αμέσως. Περιμέναμε λίγο μέχρι να συνέλθω και μόλις φάνηκα να συνέρχομαι, αυτός συνέχισε.

Α- σε μια άλλη συζήτηση που είχα με το Γιάννη, μου είπε πως πίστευε ότι η κούκλα ήταν πράγματι υπαρκτή και ότι μέσα της ήταν παγιδευμένη η ψυχή του αδικοχαμένου συζύγου. Την τελευταία φορά που τον είδα του ζήτησα να φύγει από εκείνο το μέρος όσο ακόμα προλαβαίνει γιατί τα πράγματα δεν φαινόντουσαν καθόλου καλά. Αυτός όμως παρά τις παρακλήσεις μου δεν άκουσε και ήταν αποφασισμένος να φτάσει στην άκρη του νήματος και να λάβει απαντήσεις σχετικά με τον άνδρα, τη γυναίκα, την κούκλα. Είχε αποφασίσει να πάει στη γριά και να πάρει από αυτήν, με τη βία, το κλειδί του δωματίου μέσα στο οποίο πίστευε ότι θα έβρισκε την μαύρη κούκλα. Δεν στάθηκα ικανός να τον μεταπείσω, αν απλώς τα παρατούσε όλα και έφευγε εκείνη τη μέρα από εκεί…

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Το τι του συνέβη μετά δεν το ξέρω.

Μόλις σταμάτησε να μιλά με κοίταξε κατάματα με ένα ύφος σοβαρό και συνάμα ανήσυχο που δεν μου είχε ξαναδείξει ως τότε.

Α- άκουσε με και φύγε από το διαμέρισμα , φύγε σήμερα και ξέχνα τα όλα, ξέχνα τη γριά, ξέχνα τον μακαρίτη, ξέχνα την κούκλα, αυτοί έχουν βρει τη μοίρα τους, άκουσε με και φύγε από εκεί όσο προλαβαίνεις.

Εγώ έγνεψα καταφατικά.

Επέστρεψα λοιπόν γύρω στις μια το βράδυ στο διαμέρισμα, μάζεψα τα λίγα υπάρχοντα μου και ήμουν έτοιμος να φύγω εκείνη τη στιγμή. Προτού φύγω όμως έπρεπε να ανοίξω εκείνη την πόρτα, ΕΠΡΕΠΕ να δω τι βρισκόταν πραγματικά εκεί μέσα, δεν είχα το κλειδί, όμως ίσως η γριά να την είχε ξεχάσει ανοικτή, ίσως να την έβρισκα ξεκλείδωτη, ίσως…

αισθανόμουν μια ακαταμάχητη έλξη προς την πόρτα, έτσι πλησίασα κι έστριψα αργά και με βαριές ανάσες το πόμολο και η πόρτα άνοιξε μπρος τα έκπληκτα μάτια μου. Δεν το πίστευα, η πόρτα ήταν ανοικτή.

Μέσα στο δωμάτιο έλπιζα ότι θα έβρισκα τα πράγματα που θα αντίκριζε κανείς σε μια παλιά αποθήκη, εργαλεία, καρφιά, υλικά και διάφορα τέτοια πράγματα. Δυστυχώς για εμένα η ελπίδες μου δεν πραγματοποιηθήκαν, μέσα στο δωμάτιο το οποίο φαινόταν υπερβολικά καθαρό για μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη υπήρχαν παντού πεταμένα γυναικεία ρούχα, φούστες παντελόνια τζιν ζακέτες και ένα σορό άλλα είδη ενδυμασίας που θα μου έπαιρνε όλη τη σελίδα για να τα απαριθμήσω και στη μέση του δωματίου υπήρχε ΑΥΤΗ η κούκλα καθισμένη σε μια καρέκλα. Ήταν ακριβώς όπως την είχα δει στο όνειρο μου, είχε το πρόσωπο της στραμμένο προς την είσοδο του δωματίου όπου βρισκόμουν εγώ και το ένα χέρι της ήταν όρθιο σαν να με χαιρετούσε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι μετά από αυτή τη σκηνή της φρίκης είναι εμένα να τρέχω έξω από το διαμέρισμα ουρλιάζοντας μέχρι να φτάσω τελικά σε ένα πολυσύχναστο δρόμο όπου και λιποθύμησα.

Ξύπνησα την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Μου πείρε αρκετές ημέρες για να συνέλθω από όσα είδα και βίωσα στο διαμέρισμα εκείνο αλλά και από όσα άκουσα από τον Ανδρέα. Όταν τελικά έχοντας βρει ένα νέο διαμέρισμα για να μείνω αποφάσισα να επιστρέψω στο πανεπιστήμιο και να συνεχίσω να παρακολουθώ τα μαθήματα, διαπίστωσα πως ο Ανδρέας είχε γίνει άφαντος. Δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά και όποτε καλούσα το νούμερο ακουγόταν μήνυμα που έλεγε ότι το νούμερο αυτό δεν αντιστοιχούσε σε κανένα συνδρομητή. Στην προσπάθεια μου να μάθω τι απέγινε ο φίλος μου, μίλησα με φοιτητές του τρίτου εξαμήνου στο οποίο και μου είχε πει ότι βρισκόταν ο Ανδρέας, όμως κανείς δεν έδειχνε να τον ήξερε. Τότε ήταν που με χτύπησε σαν κεραυνός εκείνη η σκέψη η μάλλον διαπίστωση που έμελλε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη ευαίσθητη ψυχολογική μου κατάσταση. Θυμήθηκα ότι όσο ανάρρωνα στο νοσοκομείο είχα την ευκαιρία να συζητήσω με μια νοσοκόμα και ένα γιατρό οι οποίοι τύχαινε να γνώριζαν από παλιά τη γριά Μαργαρίτα και τον μακαρίτη άνδρα της. Αυτό που θυμήθηκα από τις συζητήσεις μας ήταν ότι τον άνδρα της τον λέγαν Ανδρέα.


Με μια μικρή καθυστέρηση ανέβηκε το 3ο και τελευταίο μέρος της ιστορίας.

Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Posted on 04/04/2019, in Ιστορίες Φίλων, Τρόμου. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: