Όνειρα: Παιδικές Αναμνήσεις.


«Οι παρακάτω μεταφρασμένες στα ελληνικά σελίδες βρέθηκαν στο ημερολόγιο ενός ασθενή του ψυχιατρικού νοσοκομείου Bedlam του Λονδίνου, ονόματι James Kalahan ο οποίος βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες  σε ένα δωμάτιο απομόνωσης».

Από πολύ μικρή ηλικία (ίσως από όταν ήμουν μικρότερος των τεσσάρων ετών), ήμουν ένα αλλόκοτο παιδί που πολλοί δεν θα δίσταζαν να το χαρακτηρίσουν από ντροπαλό έως αντικοινωνικό. Φοβόμουν πολύ τον έξω κόσμο, φοβόμουν τον κόσμο που απλωνόταν έξω από το ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον που μου εξασφάλιζε το σπίτι μου, φοβόμουν τον κόσμο των μεγάλων, των ενηλίκων αλλά το κυριότερο, φοβόμουν αυτό που βρισκόταν στον κόσμο που ελλόχευε πέρα από τον κόσμο των ενηλίκων, πέρα από τον κόσμο που θα δεις αν κοιτάξεις έξω από το παράθυρο του σπιτιού σου. Έτρεμα όχι το άγνωστο αλλά αυτό που βρισκόταν καλά κριμένο μέσα στην ομίχλη, μέσα στο έρεβος του αγνώστου αυτού κόσμου που πολλές φορές έβλεπα να ξανοίγεται μπροστά μου, ήταν αυτά τα κόκκινα μάτια με το αιώνιο μίσος που διακρινόταν καθαρά μέσα τους, τον αρχέγονο τρόμο που έκρυβαν και με τη μεθυστικότητά τους. Όμως όσο κι αν προσπαθούσα να το αποφύγω, για εμένα τουλάχιστον, ήταν αναπόφευκτο, τα γρανάζια της αδυσώπητης μοίρας (η μήπως ήταν κάτι ποιο περίπλοκο και δόλιο από απλή μοίρα;) μας έφερναν σε επαφή ξανά και ξανά.

Δεν το έβλεπα με τα μάτια της ύλης, τα μάτια του φθαρτού μου σώματος, γεγονός που πίστευα ότι οφειλόταν στο ότι το πλάσμα αυτό ήταν κατασκευασμένο από μίσος και, γενικότερα, αρνητικά συναισθήματα και όχι από ύλη. Δεν είχε ύλη, δεν διέθετε υλική υπόσταση, προερχόταν από ένα άλλο κόσμο που πιθανότατα υπήρχε παράλληλα με τη δική μας σφαίρα ύπαρξης. Όταν οι δυο μας κόσμοι έρχονταν, από σύμπτωση, σε επαφή, τότε οι πύλες άνοιγαν και ο κόσμος του γινόταν για ένα μικρό διάστημα, αντιληπτός από ορισμένα ευαίσθητα άτομα του δικού μου κόσμου. Ο κόσμος του πλάσματος, μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο μέσο των αισθήσεων και ενός τμήματος του υποσυνείδητου, και όχι μέσω της λογικής, της καθαρής πραγματιστικής ρεαλιστικής σκέψης των ενηλίκων και φυσικά δεν γινόταν αντιληπτός μέσω της ύλης.

Το μόνο μυαλό που θα είχε έστω και μια μικροσκοπική ελπίδα να λάβει μια εικόνα από τον αέναο αυτό παράλληλο κόσμο, ήταν ένα μυαλό γεμάτο φαντασία και αθωότητα, ένα μυαλό που δεν είχε προλάβει να μολύνει η ανθρώπινη κοινωνία καταστρέφοντας τη δημιουργικότητα του και πλάθοντάς το σύμφωνα με τα δικά της πρότυπα. Για το λόγο αυτό, ο αβυσσαλέος κόσμος του πλάσματος που ήταν τόσο δυσνόητος για εμάς τους ανθρώπους μπορούσε να γίνει αντιληπτός μόνο από τα παιδιά και σε κάποιες ποιο σπάνιες περιπτώσεις από τους φρενοβλαβείς αυτούς που είχαν χάσει κάθε λογική σκέψη και διέθεταν ένα εγκέφαλο διαφορετικά δομημένο από το συνηθισμένο, βαρετό κατά την ταπεινή μου άποψη, εγκέφαλο των ενηλίκων.

Έτσι πιστεύω ότι ήταν καλύτερα, δεν πιστεύω ότι ένας συνηθισμένος νους θα ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να δει αυτόν τον κόσμο όπου κατοικούσε το πλάσμα και να διατηρήσει το λογικό του άθικτο. Η τρέλα ήταν ο μόνος δρόμος που θα ακολουθούσε ένας ενήλικας εφόσον είχε κολυμπήσει σε νερά που κάποιος δεν πρέπει ούτε καν να πλησιάζει.

Δυστυχώς η ευτυχώς, ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι που μπορούσαν να κοιτάξουν, ήταν ικανοί να το κάνουν αυτό για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μόλις λίγα δευτερόλεπτα η ίσως για μερικά λεπτά στις ποιο σπάνιες περιπτώσεις. Εγώ τουλάχιστον είχα κολυμπήσει στον αρχέγονο κόσμο του τέρατος για λίγα λεπτά (σύμφωνα με το ρολόι του τοίχου στο οποίο κοίταξα μόλις ξύπνησα) μέχρι που ξαφνικά βρέθηκα πίσω στο κρεβάτι του δωματίου μου αφήνοντας ότι φρικιαστικά θεάματα είχα δει, σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου σαν ένα πολύ μακρινό όνειρο.

Όπως διαπίστωσα λοιπόν, ο κόσμος αυτός έρεε σαν το ποτάμι, επρόκειτο για ένα πεδίο ύπαρξης που ήταν συνεχώς εν κινήσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, ένας κόσμος όπου τα πάντα άλλαζαν και ποτέ σου δεν μπορούσες να κοιτάξεις δυο φορές στο ίδιο μέρος, αν γυρνούσες το βλέμμα σου πίσω εκεί όπου κοίταγες πριν λίγη μόλις ώρα, τώρα θα έβλεπες κάτι εντελώς διαφορετικό. Επίσης έκανα τη διαπίστωση ότι ποτέ δεν έπαυε να υπάρχει, μετά την πρώτη φορά που κοιτούσες στην άβυσσο που τον χαρακτήριζε θα είχες συνεχώς το συναίσθημα ότι αόρατα μάτια σε παρακολουθούν ακόμα κι όταν βρισκόσουν στο ανθρώπινο κόσμο, ακόμα και όταν οι πύλες έκλειναν και οι δυο παράλληλοι κόσμοι, ο δικός μας και ο δικός του, έχαναν την επαφή τους, αυτός που είχε εισέλθει στον κόσμο του πλάσματος, θα συνέχιζε να ζει έχοντας αυτό το συναίσθημα.

Το πραγματικό πρόβλημα όμως, δεν βρισκόταν στο γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν με τα μάτια της ψυχής τους τον τρόμο, τη φρίκη, το πλάσμα με τα κόκκινα στο χρώμα του αίματος μάτια και πολλά από τα άλλα κατώτερα πλάσματα που ζούσαν εκεί μέσα στην ομίχλη, αλλά στο ότι και αυτές οι οντότητες θα είχαν τη δυνατότητα να κοιτάξουν με τη σειρά τους, τον δικό μας κόσμο  και σε ποιο ακραίες περιπτώσεις να αλληλοεπιδράσουν με αντικείμενα κι ανθρώπους πολύ ποιο έντονα και δυναμικά από όσο μπορούσαμε εμείς να αλληλοεπιδράσουμε στο δικό τους κόσμο. Οι πύλες, βλέπετε, που ανοίγονταν με τη σύγκρουση των δυο παράλληλων κόσμων, ήταν διπλής φύσης, και έτσι μπορούσε κάποιος ή κάτι να μετακινηθεί από τον ένα κόσμο στον άλλο και να γυρίσει πάλι πίσω. Μάλιστα αυτά τα πλάσματα είχαν αναπτύξει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στη μετακίνηση αυτή και έτσι μπορούσαν να επιλέξουν που και πότε θα εμφανιστούν στον ανθρώπινο κόσμο αλλά και πότε  θα γυρίσουν πίσω στο δικό τους σκοτεινό τόπο κατοικίας, μια ικανότητα που εγώ όπως και οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι «προικισμένοι» άνθρωποι δεν διέθεταν.

Για το λόγο αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, αν ποτέ ακούσεις ψιθύρους να προέρχονται από τις ποιο σκοτεινές γωνίες του σπιτιού σου, αν ποτέ σου αντιληφθείς ότι αόρατα μάτια είναι καρφωμένα πάνω σου και με την άκρη του ματιού σου μπορείς να δεις μια  σκιά η οποία χάνεται αμέσως μόλις γυρίσεις το βλέμμα σου, αν ποτέ σε κάποιο εφιάλτη δεις ότι σε καταδιώκουν σκιές και σκοτεινά πλάσματα που δεν έχεις ξαναδεί στην πραγματική ζωή και αν ξυπνήσεις συνεχίζοντας να έχεις την αίσθηση ότι ακόμα τα τέρατα είναι εκεί και ελλοχεύουν στις σκιές, αν παρόλο που μένεις μόνος σου δεν νιώθεις ποτέ πραγματικά μόνος στο σπίτι και αντιληφθείς ότι αντικείμενα αλλάζουν θέση την ώρα που δεν βρίσκεσαι στο σπίτι η όταν κοιμάσαι, αν μερικά ή όλα από όσα ανέφερα ισχύουν τότε να ίσε σίγουρος ότι δεν πρόκειται για παιχνίδια της φαντασίας σου τίποτα από αυτά δεν είναι αποκύημα του μυαλού σου, τα πάντα είναι πραγματικά, κακόβουλες οντότητες από τον κόσμο της αβύσσου και ίσως ακόμα και το ίδιο το πλάσμα έχουν εισέλθει στον κόσμο και μολύνουν με την σατανική παρουσία τους τον εγκέφαλο σου, οι παιδικοί μας μπαμπούλες που περιμέναμε ότι θα βγουν από τη ντουλάπα του δωματίου μας το βράδυ, είναι υπαρκτοί, είναι εδώ και το γνωρίζω καλά αυτό γιατί συνέβη σε εμένα και το πλήρωσα ακριβά.

James Kalahan – 1750


Ευχαριστούμε τον shockwave2000 για την ιστορία του.


 

Posted on 07/04/2019, in Όνειρα, Ιστορίες Φίλων. Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

  1. parisienneblabla

    Απλά ήθελα να σε ευχαριστήσω για τις ιστορίες σου . Είμαι γαλλίδα , μαθαίνω Ελληνικά και οι ιστορίες του blog σου με επιτρέπουν να αποκτήσω πολύ λεξιλόγιο :) Περιμένω για τη συνέχιση της ιστορίας με ανυπομονησία, merci beaucoup ! :)

    Μου αρέσει!

Γράψτε απάντηση στο parisienneblabla Ακύρωση απάντησης

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: