Στοιχειωμένα Σπίτια: Η Έπαυλη Ραγκάβη.


Η Ελένη είναι ένα κορίτσι 14 ετών η οποία ζει στο Σιδηρόκαστρο, ένα απομονωμένο χωριό στην ορεινή Μεσσηνία και φοβάται τις γάτες. Η Ελένη ζει με το πατέρα της το Σάκη ο οποίος δουλεύει ως αγρότης. Η μητέρα απεβίωσε 4 χρόνια μετά τη γέννησή της. Το χωριό αυτό είναι γνωστό για τα υπέροχα γλυπτά του. Σε κάθε σκάλα υπάρχει κι ένα αγαλματάκι που βρίσκετε εκεί είτε ως διακοσμητικό είτε για να χαρακτηρίσει την οικογένεια του σπιτιού. Η Έλενα έχει μία μονάχα φίλη, τη Σαββίνα, επίσης 14 ετών.

Τα δύο αυτά κορίτσια ονειρεύονται να φύγουν στο εξωτερικό και να σπουδάσουν γλυπτική. Δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο κρίνοντας από το ενδιαφέρων όλου του χωριού στη γλυπτική. Ένα Σαββατιάτικο απόγευμα όπου η Ελένη και η Σαββίνα είχαν βγει περνούσαν από τη παλιά έπαυλη του χωρίου. Στη έπαυλη αυτή ζούσε η οικογένεια Ραγκάβη η οποία και ίδρυσε το Σιδηρόκαστρο.

Η έπαυλη ήταν εγκαταλελειμμένη εδώ και δεκαετίες. «Είσαι;» ρώτησε η Σαββίνα την Ελένη. «Τι;» απόρησε η Ελένη. «Να μπούμε φυσικά, δεν νομίζω να φοβάσαι». «Ξανά πες το, αν τολμάς». Τελικά οι δύο φίλες μπήκαν στην έπαυλη.

«Πωωωω είναι πολύ σκοτεινά, δεν βλέπω τη μύτη μου» είπε η Σαββίνα. Έψαξαν λίγο το χώρο και αργότερα ανέβηκαν στον πάνω όροφο. Υπήρχε μία μεγάλη βιβλιοθήκη εκεί. Είδαν τα βιβλία και σκέφτηκαν να ανοίξουν κάνα δυο.

Δυστυχώς τα βιβλία ήταν παλιά και είχαν καιρό να ανοιχτούν και έτσι οι σελίδες έλιωναν στα χέρια των δυο κοριτσιών. Τότε ακούστηκε ένα παιδικό ουρλιαχτό. «Γιατί το έκανες αυτό, με τρόμαξες» είπε η Σαββίνα. «Δεν ήμουν εγώ» απάντησε η Έλενα διστακτικά. Ξαφνικά είδαν έναν πίνακα της οικογένειας. «Μπρρρ, τι είναι αυτό;», είπαν ταυτόχρονα τα δύο κορίτσια. Το παιδί δεν είχε μάτια και ο λαιμός του ήταν κόκκινος. φοβισμένες προχώρησαν με τα μάτια και τα αυτιά τους δεκατέσσερα.

Στο τρίτο όροφο υπήρχε άλλος ένας πίνακας της οικογένειας χωρίς το παιδί. Αυτός ο πίνακας φαινόταν πιο καινούργιος από τον προηγούμενο. Σκέφτηκαν λοιπόν πως το παιδί πρέπει να είχε πεθάνει μετά από κάποια χρόνια. «Ωχ, Ελένη έλα ‘δω». «Τι θες πάλι». «Κοίτα λίγο καλύτερα το πίνακα». «Τι έχει, απλά λείπ… Θεέ μου». Η Μητέρα δεν είχε μάτια και ο λαιμός της ήταν κόκκινος. «Τι συμβαίνει με αυτή την οικογένεια πια, ρε παιδί μου» αναφώνησε η Ελένη. «Έλα ένας όροφος έμεινε ακόμα» την καθησύχασε η Σαββίνα.

Στον τέταρτο και τελευταίο όροφο δεν υπήρχε πίνακας, μονάχα ένα σύνθημα στη θέση που ήταν οι προηγούμενοι δύο πίνακες το οποίο έλεγε «Η οικογένεια πέθανε». Φοβισμένα τα δυο κορίτσια, έσπευσαν να βγουν από την έπαυλη όμως η τσιρίδα ακούστηκε πάλι πιο δυνατά από πριν. «Ααα, τρέχα να σωθείς Έλενα».

Τότε είδαν τους δύο πίνακες να βρίσκονται καρφωμένοι πάνω στη πόρτα έτσι ώστε να μην ανοίγει. Τα κορίτσια δεν μπορούσαν να βρουν κάποιο σπασμένο παράθυρο για να φύγουν. Το ουρλιαχτό ακούστηκε πάλι πιο δυνατά από τις προηγούμενες δύο φορές. Εκείνη τη στιγμή είδαν την μητέρα και το παιδί στις σκάλες. Δεν είχαν μάτια και από το λαιμό τους έτρεχε ασταμάτητα αίμα. «Αααααααααα» ούρλιαξαν και οι δύο. Τα φαντάσματα πλησίαζαν όλο και περισσότερο.

Πανικοβλημένες και οι δυο τους άρπαξαν από ένα ξύλο και το έριξαν στα φαντάσματα. Όμως κατάληξαν να τα εξαγριώσουν. Τα φαντάσματα άρχισαν να ουρλιάζουν, τα στόματά τους ήταν σκοτεινά και ανοιχτά κατάπλατα. Το παιδί κοίταξε τη μητέρα του και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας. Μας κοίταξε ουρλιάζοντας και απομακρύνθηκε τρέχοντας πίσω στη μητέρα του. Έκανε σαν να κλαίει και η μητέρα εξαγριώθηκε. Άρχισε να τρέχει καταπάνω μας ουρλιάζοντας με μια απόκοσμη φωνή. Τρέχοντας τα δύο κορίτσια όρμησαν πάνω στη πόρτα με δύναμη για να τη σπάσουν. Τίποτα όμως.

Ξαναπροσπάθησαν, πάλι τίποτα. Μόλις γύρισαν είδαν τη μητέρα του παιδιού από πίσω τους. Έτρεξαν με όλη τους τη δύναμη πάνω στη πόρτα. Κατάφεραν να τη σπάσουν και βγήκαν τελικά έξω είδαν τα δύο φαντάσματα να τις περιμένουν στη πόρτα. Τελικά όμως εξαφανίστηκαν στον άνεμο.

Τα δύο κορίτσια επέστρεψαν κατατρομαγμένα σπίτια τους. Δεν είχαν ξανανιώσει τέτοιο φόβο μέσα τους. Από τότε δεν ξαναπέρασαν από την έπαυλη και το κράτησαν μυστικό για όλη τους τη ζωή.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας μας για την ιστορία του.

Posted on 30/05/2019, in Ιστορίες Φίλων, Στοιχειωμένα Σπίτια. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Διαβάστε πρώτα τους κανόνες πριν γράψετε οτιδήποτε. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να διαγράψουμε το σχολιό σας. Τα greeklish απαγορεύονται δια ροπάλου.

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: