Monthly Archives: Ιουνίου 2019

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 3ο Μέρος.


Αφότου βγήκαμε από το δωμάτιο γεμάτοι θάρρος προχωρήσαμε και ανεβήκαμε τις σκάλες που οδηγούσαν στη δεξαμενή του αντικειμένου SCP-173.

Β: Που λες να είναι αυτό το πράγμα τώρα; Δεν έχουμε κανένα στοιχείο. Επίσης δεν θα μπορέσουμε να το «σπρώξουμε» γιατί δεν κουνιέται από τη θέση του και τέλος αν ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας θα μας σκοτώσει επιτόπου. Για πες μου πως θα το βάλουμε πάλι μέσα στη δεξαμενή, ε;

Α: Αν δε σταματήσεις να μιλάς πως θα σκεφτώ ε, και στο κάτω κάτω αν κάνεις πολύ φασαρία τότε θα μας ακούσει και θα πεθάνουμε πολύ νωρίτερα από ότι ελπίζουμε, εντάξει;

B: Καλά ντε.

Και δυο τους προσπαθούσαν να σκεφτούν κάποιο τρόπο για να βάλουν το SCP-173 πίσω στο κελί του. Πέρασε πολύ ώρα και τελικά Bill κατάφερε να σκεφτεί κάτι:

Β: Ε, το SCP-173 κουνιέται μόνο όταν δε κοιτάμε σωστά;

Α: Ναι αλλά αν δε το κοιτάμε για πολύ ώρα θα πεθάνουμε.

Β: Ναι λοιπόν πες μου ότι ξέρεις για αυτό το πράγμα.

Αφού ο Arthur είπε στον  Bill ότι ήξερε για το αντικείμενο του είπε:

Β: Λοιπόν άκου προσεχτικά… θα βρούμε το SCP και μόλις το δούμε θα αρχίσουμε να προχωράμε γρήγορα προς τα πίσω αλλά χωρίς να του γυρίσουμε τη πλάτη γιατί θα είναι απλά αυτοκτονία. Έτσι όταν θα κλείνουμε τα μάτια μας απλά θα έρχεται κοντά μας. Με αυτό τον τρόπο θα το παρασύρουμε στη δεξαμενή και κάποιος από εμάς θα πρέπει να μπει μέσα στη δεξαμενή για να το παρασύρει. Τότε ο άλλος θα κλείσει τη πόρτα αφού πρώτα είναι και οι δύο έξω και αυτό ήταν. Τι λες; Συμφωνείς;

Α: Πιστεύεις πως θα πιάσει και κατά αρχάς πως θα βρούμε το SCP ε;

Β: Απλά ακολούθα το δρόμο όπου όλοι οι νεκροί έχουν σπασμένους λαιμούς.

Α: Αμ, εντάξει.

Μετά από πολύ περπάτημα και πολλές ώρες καταφέραμε να βρούμε το SCP. Ήταν μέσα στο δωμάτιο που είχα βρει το φύλακα που μου είχε δώσει το όπλο, φαίνεται πως το θέατρο δεν έπιασε σε αυτό το τέρας. Το SCP κοιτούσε το τοίχο όπως κάνει πάντα δηλαδή και προσπαθούσαμε να του τραβήξουμε τη προσοχή. Όμως δε μπορούσαμε να πλησιάσουμε πολύ. Φωνάζαμε πολλή ώρα και τότε θυμήθηκα πως έχω όπλο επάνω μου:

Β: Πυροβόλα το, δεν είπες πως έχεις όπλο μαζί σου;

Α: Ναι αυτός εδώ ο φύλακας μου το είχε δώσει.

Μπαμ. Τότε εμείς αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη κατεύθυνση από την οποία ήρθαμε.

Α: Ε, πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια. Να το κάνουμε μαζί για να κουνηθεί.

Όταν ανοιγοκλείσαμε τα μάτια είδαμε το SCP μπροστά μας. Αρχίσαμε να τρέχουμε πιο γρήγορα για να φτάσουμε  στο θάλαμο. Αλλά έπρεπε να βλέπουμε και που πάμε. Έτσι κάποιος από εμάς έπρεπε να γυρίσει και να κοιτάξει το δρόμο.

Β: Περίμενε λίγο να κοιτάξω μη πέσουμε σε κάνα τοίχο.

Α: Οκ. Αλλά θυμάσαι το δρόμο καθόλου;

Β: Αχ, όχι, μπορείς να γυρίσεις εσύ;

Α: Καλά… λοιπόν στρίψε αριστερά και μετά όλο ευθεία.

Β: Εντάξει. Όλο ευθεία είπες ε, ναι.

Όταν οι ήρωες μας έφτασαν στο θάλαμο ο Bill μπήκε μέσα για να παρασύρει το SCP-173 μέσα στο θάλαμο. Αφού μπήκε τότε ο Bill βγήκε γρήγορα χωρίς να σταματήσει να το κοιτάει και είπε στον Arthur να κλείσει τη πόρτα.

Α: Πάει το πρώτο.

Β: Ναι αλλά τώρα πρέπει να βάλουμε πίσω το SCP-049 και αυτό έχει ίδια νοημοσύνη με των ανθρώπων. Τι θα κάνουμε λοιπόν;

Α: Κάποιος πρέπει να γίνει το δόλωμα για να το πείσει να μπει μέσα.

Β: Από ότι ξέρω αυτό το SCP θεωρείται «γιατρός». Επίσης μέσα στο κελί του έχει διάφορα μηχανήματα εργαστηρίου.

Α: Α!! Το βρήκα. Bill θέλω να μου πυροβολήσεις το πόδι. Αλλά να περάσει ξυστά μη μου το χτυπήσεις σοβαρά, εντάξει;

Β: Μη μου πεις ότι θα μπεις εκεί μέσα… μαζί του.

Α: Για πες μου κάτι άλλο.

Β: Καλώς. Ετοιμάσου γιατί θα πονέσει.

Α: Κάντο!

Β: Ρε σίγουρος είσαι;

Α: Κάντο ντε!!!!

Μπαμ!!!!!!!

Α: Αααααα!!!

Β: Στο είπα ότι θα πονέσει. Περίμενε έρχεται.

SCP-049: Τι έπαθες;!!

Α: Ααααα, πονάω!!!!!!!!

Β: Πυροβολήθηκε από έναν φύλακα. Μπορείς να τον κάνεις καλά;

SCP-049:  Ναι φέρτε τον στο κελί μου. Βασικά ξέρετε που είναι το κελί μου;

Β: Ναι. Πάμε γρήγορα.

Αφού φτάσανε «στο εργαστήριο» ο «γιατρός» πήγε να κάνει μια μικρή εγχείριση στο πόδι του.

Τότε ο Arthur έδωσε μια μπουνιά στο SCP και προσπάθησε να τρέξει προς τη πόρτα του κελιού.

Β: Γρήγορα!!!!!!

Α: Α, βγήκα κλείσε τη πόρτα.

Β: Τα καταφέραμε!!!!

Α: Ναι, και τώρα πάνε σε κανένα κανονικό ιατρό

Β: Χαχα. Εντάξει.

Πέθαναν πολλά άτομα εκείνη τη μέρα. Μόλις όλα μπήκαν στη σειρά οι δύο ήρωες παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους και επέστρεψαν σπίτια τους. Ο Arthur είπε την αλήθεια στην οικογένεια του όχι όμως για το ίδρυμα αλλά για το ότι δούλευε σε ταβέρνα και ο Bill μετακόμισε στη γειτονιά του Arthur. Μαζί με τη βοήθεια της οικογένειας και ενός ειδικού έφτιαξαν ένα βιντεοπαιχνίδι με όλα τα SCP που υπήρχαν στο ίδρυμα και έβγαλαν εκατομμύρια. Από τότε προσπάθησαν να κρατήσουν μυστικό από όλους ότι είδαν εκεί.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη με το email cheatteach@gmail.com για την ιστορία του

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, 2ο Μέρος.


Μόλις μπήκαμε αντικρίσαμε το αντικείμενο. Είχε σχήμα φιστικιού και κοιτούσε τον τοίχο απέναντι μας. Τότε ακούσαμε τους φύλακες να μας λένε:

Ασφάλεια: Ο αριθμός D-3721 να πλησιάσει το αντικείμενο SCP-173.

Ο αριθμός αυτός ήταν του πρώτου ατόμου στη σειρά. Όταν έφτασε μπροστά του, του γύρισε τη πλάτη και μας είπε

D-3721: Δεν έγινε τίποτα παιδιά, ελάτε είναι ασφαλές.

Τότε του φωνάξαμε μαζί «Προσοχή!!!».

D-3721: Γιατί τι έγινε;

Όταν γύρισε είδε το αντικείμενο μπροστά στα μάτια του. Από το φόβο άρχισε να τρέχει προς εμάς. Ξαφνικά είδαμε τον άντρα πεσμένο νεκρό στο πάτωμα και το αντικείμενο να μας κοιτάζει.

Τότε εγώ είπα στον διπλανό μου.

Α: Φίλε πρέπει να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου εσύ συνέχυσε να το κοιτάς, εντάξει;

D-9563: Έγινε.

Μετά από το πολύ 5 δεύτερα το αντικείμενο άρχισε να τρέμει. Τότε η πόρτα άνοιξε και οι φύλακες μας είπαν βγούμε. Όμως έτσι το αντικείμενο βρήκε την ευκαιρία να σκοτώσει και τον D-9563. Μόλις έπεσε κάτω νεκρός το αντικείμενο με κοιτούσε. Έκλεισα τα μάτια μου από το φόβο μου κατά λάθος και τότε σκέφτηκα:

Α: (Ωχ, έκανα μεγάλη βλακεία τώρα θα πεθάνω κι εγώ. Γιατί να πεθάνω τόσο νέος. Έχω να κάνω πολλά ακόμα στη ζωή μου. Αντίο κόσμε.)

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα το αντικείμενο μπροστά μου. Με κοιτούσε απλά και δεν έκανε τίποτα άλλο. Εγώ έκανα σιγά πίσω χωρίς να το χάσω από τα μάτια μου. Βγήκα από τη δεξαμενή και πήγα πίσω στο χώρο όπου ο φύλακας μου είχε δώσει το χαρτί με της πληροφορίες που χρειαζόμουν για το πράγμα αυτό.

Άκουσα τότε πυροβολισμούς και ουρλιαχτά από την αίθουσα. Γεμάτος φόβο κατέβηκα κάτι σκάλες που υπήρχαν αριστερά μου και κρύφτηκα εκεί. Προσπαθούσα να κάνω ησυχία αλλά η καρδιά μου χτυπούσε πολύ δυνατά κα ακουγόταν μέχρι τον επάνω όροφο. Μόλις πέρασαν μερικά λεπτά ανέβηκα επάνω να δω τι έγινε.

Στο πάτωμα υπήρχαν και οι δύο φύλακες που με είχαν συνοδέψει πριν και μέσα στο χώρο που βρισκόταν το αντικείμενο οι άλλοι δύο. Όμως το αντικείμενο δεν τους είχε κατασπαράξει απλά τους είχε σπάσει το λαιμό. Και στους τέσσερεις φαίνονταν κόκαλα να βγαίνουν από το λαιμό. Μα του ούτε αίμα ούτε τίποτα άλλο. Βγήκα από την αίθουσα και κατέβηκα πάλι τις σκάλες που είχα κατεβεί και πιο πριν. Κάτω υπήρχαν γραφεία, πολλά γραφεία.   

Προχώρησα λίγο και έφτασα στο τέλος της αίθουσας. Τότε είδα πάλι το αντικείμενο να κοιτάει το τοίχο. Τρομοκρατημένος προχώρησα πάλι προς τα πίσω για να μην με καταλάβει. Ανέβηκα τις σκάλες. Δεν ήθελα να ξαναπάω ποτέ εκεί κάτω. Όταν ανέβηκα πήρα το δρόμο που είχα πάρει και με τους φύλακες για να με φέρουν στην αίθουσα. Πίστευα ότι εφόσον η πόρτα ήταν αρκετά σκληρή θα μπορούσε να συγκρατήσει το αντικείμενο από το να τη σπάσει. Όμως όταν έφτασα στο δωμάτιο μου είδα τη πόρτα πεσμένη στο πάτωμα. Είδα τι είχε γίνει μέσα, είχε ένα φύλακα νεκρό πάνω στο γραφείο μου. Όμως κανένα SCP-173. Μπήκα μέσα και είδα τον φύλακα. Τότε ο φύλακας σηκώθηκε και μου είπε ψιθυριστά

Φυλ: Πέσε κάτω.

Α: Γιατί, τι έγινε;

Φυλ: Θες να ζήσεις ή όχι, ρε; Πέσε κάτω τώρα.

Α: Μ..μ… μάλιστα κύριε.

Όμως δεν μπορούσα να κάθομαι και να κάνω τον νεκρό. Έπρεπε να βγω και να βοηθήσω.

Α: Συγνώμη κύριε μπορώ να πάρω το όπλο σας;

Φυλ: Δεν θες να ζήσεις, ε. Πολύ καλά όμως το μη ξαναέρθεις σε αυτό το χώρο.

Α: Μάλιστα κύριε.

Βγήκα από το δωμάτιο και προχώρησα ευθεία. Τότε πέρασα από μια πόρτα με ένα χαρτί απ’ έξω που έλεγε SCP-096.

Α: ( Περίμενε υπάρχουν και άλλα τέτοια πράγματα;)

Μπήκα μέσα και είδα μια αίθουσα με ενισχυμένους τοίχους και ένα γραφείο με ένα τζάμι μπροστά. Πίσω από το τζάμι υπήρχε ένας ατσάλινος κύβος. Ακούγονταν μουγκρητά και ένα άτομο να κλαίει. Είδα ένα χαρτί που έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής ανιτικειμένου SCP-096

Το αντικείμενο SCP-096 πρέπει να κρατιέται συνεχώς υπό επιτήρηση σε ένα σιδερένιο κλουβί διαστάσεων 5 x 5 x 5 κάθε στιγμή. Πρέπει το κλουβί να επιτηρήται συχνά για τυχόν ρωγμές ή τρύπες. Μέσα στο κλουβί δεν πρέπει να υπάρχει καμία κάμερα ή κάποιο άλλο μέσο παρατήρησης.

Περιγραφή:

Το αντικείμενο SCP-096 έχει ύψος 2.38 μ. Το αντικείμεο δεν δείχνει πολύ μυική μάζα. Δεν είναι ακόμα γνώστο αν το αντικείμενο είναι τυφλό ή όχι. Ο εγκέφαλός του αντικειμένου δεν βρίσκεται σε υψυλό επίπεδο και δεν ενδιαφέρεται για άλλα αντικείμενα ή ανθρώπους.

To αντικείμενο είναι αρκετά υπάκουο. Ωστόσο αν κάποιος δεί το πρόσωπο του αντικειμένου, είτε κανονικά είτε μέσω κάμερας τότε το αντικείμενο θα μπει σε μια φάση ντροπής βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπό του, ουρλιάζοντας και κλαίγοντας. Το άτομο που είδε το πρόσωπο του SCP-096 είναι γνωστό και ως SCP-096-1. Μολίς περάσουν το πολύ δυο λεπτά τότε το αντικείμενο θα τρέξει προς το άτομο πού που είδε το πρόσωπό του με σκοπό να το σκοτώσει. Εκείνη τη στιγμή κάθε είδος όπλου είναι άχριστο.

Μόλις το αντικείμενο φτάσει στη τοποθεσία του SCP-096-1 τότε θα το σκοτωσεί και δε θα αφήσει τίποτα, με λίγα λόγια θα το φάει. Τότε το αντικείμενο θα κάτσει κάτω και θα του πάρει το πολύ 5 λεπτά για να ξαναγίνει υπάκουο.

Α: Ωχ καλύτερα να βγώ από’ δω καλού κακού, μη πατήσω τίποτα και βγεί κι αυτό έξω.

Αφού προχώρησα είδα κάτι σκάλες και μια πινάκιδα που έλεγε πως οδηγούν προς τη καφετέρεια.

Α: (Πως και έχει καφετέρεια αυτό το μέρος; Μάλλον κυλικείο θα εννοεί).

Αφού κατέβηκα τις σκάλες είδα τη καφετέρεια. Ώντως είχε καφετέρεια. Εκεί είδα δύο φύλακες να μιλάνε αλλα δεν ήταν κανονικοί φύλακες είχαν κάτι το διαφορετικό πάνω τους που δε μπορούσα να το καταλάβω. Όταν τους πλησίασα είδα ότι είχαν αίματα πάνω τους. Σκέφτηκα οτί μπορεί να ήταν επειδή θα σκότωσαν κάποιο SCP. Τους πλησίασα και τους είπα:

Α: Συγνώμη αλλά ένα αντικείμενο έχει αποδράσει, μπορείτε να με βοηθήσετε; Δε ξέρω ακόμα αυτό το μέρος, σήμερα είναι η πρώτη μου μέρα. Τότε γύρισαν και με κοιτάξαν. Τους είδα και κατάλαβα τι το διαφορετικό είχαν πάνω τους. Ήταν σαν ζόμπι και το μισό τους σώμα ήταν γεμάτο πληγές. Έτρεξα φοβισμένος και σκεφτόμουν αν ήταν κι αυτά SCP. Τότε αντίκρισα έναν άντρα με μία μασκά πουλιού κι έναν μανδύα. Και του είπα:

Α: Μη πάτε προς τα εκεί είναι δύο φύλακες που έχουν γίνει ζόμπι. Μη τους πλησιάσετε ποιος ξέρει τι θα σας κάνουν. Μπορείτε να με βοηθήσετε;

Τότε ο άντρας μου είπε με μια απόκοσμη ρομποτική φώνη:

Αγν: Αχ, ακόμα ένα θύμα της νόσου.

Α: Ποιας αρρώστιας, σας λέω πρέπει να τρέξετε.

Αγν: Μη φοβάσαι είμαι η θεραπεία.

Τότε άκουσα τη φωνή ένος φύλακα να μου λέει:

Φυλ: Μη τον πλησιάζεις, θα σε σκοτώσει δεν είναι άνθρωπος.

Α: Ε;

Φυλ: Είναι το SCP-049, αν σε πιάσει θα πεθάνεις τρέχα τώρα!!!!!

SCP-049: Μην ανυσηχείς είμαι η θεράπεία.

Α: Α, φύγε από μπροστά μου

Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και τότε άκουσα πυροβολισμούς. Πρέπει ο φύλακας να προσπάθησε να σκοτώσει εκείνο το πράγμα.

Μετά από πολύ τρέξιμο άκουσα κλάματα, σκέφτηκα πως ήταν πάλι εκείνο το SCP-096 και πως θα κατάφερε να βγει από το κλουβί του. Για να κρυφτώ μπήκα στο θάλαμο του SCP-294. Ήταν μια απλή μηχανή από αυτή που παίρνεις αναψυκτικά και τέτοια. Μόλις μπήκα μέσα είδα έναν άλλο άντρα της τάξης D. Έκλεγαι αν και δεν ήξερα γιατί.

Α: Γιατί κάθεσαι και κλαίς, ε;

Άγνωστος: Α, βοήθεια!!!! Όχι περίμενε είσαι άνθρωπος.

Α: Τι νόμιζες;

Άγνωστος: Άσε, τίποτα. Είμαι ο Bill εσύ;

Α: Arthur.

Β: Χάρηκα για τη γνωριμία. Κάτι πρέπει να κάνουμε, δε μπορούμε να καθόμαστε.

Α: Να εγώ έχω αυτό το όπλο, εσύ έχεις κανένα πάνω σου;

Β: Όχι

A: Δε πειράζει. Ξέρεις τι σκέφτομαι; Πρέπει να προσπαθήσουμε να βάλουμε κάποιο SCP πίσω στο κελί του.

Β: Μα είμαστε απλά από τη τάξη D, δε μπορουμε να κάνουμε τίποτα.

Α: Ε, και εγώ λέω ότι μπορούμε και θα το κάνουμε, τι λές λοιπόν;

Β: Πολύ καλά λοιπόν. Αλλά αν πεθάνουμε θα είναι δικό σου λάθος, κατάλαβες;

Α: Ενταξει. Λοιπόν πάμε να δείξουμε σε όλους ότι η τάξη D μπορεί να κάνει κάτι από το να πεθαίνουν άτομα συνεχώς στα τέστ.

Β: Έγινε πάμε λοιπόν.

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, Μέρος 1ο.


Το παρακάτω κείμενο περιγράφει την ιστορία του Arthur House ο οποίος ζει στην Καλιφόρνια και είναι 36 ετών. Έχει βάλει συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό επιβίωσης υπό δύσκολες συνθήκες. Το βραβείο του διαγωνισμού είναι ένας μήνας δωρεάν εργασία στο ίδρυμα SCP. Μάλιστα αν η απόδοσή του στη δουλειά είναι αρκετά καλή τότε μπορεί να πιάσει δουλειά εκεί εφόσον ο ήρωας μας είναι άνεργος. Πέρασαν πέντε μέρος αφότου τέλειωσε ο διαγωνισμός και τα αποτελέσματα θα βγουν δημοσίως σε δυο μέρες.

Παρασκευή 16 Ιουνίου

Ο Arthur ξαπλώνει στο καναπέ ψάχνοντας θέσεις στο ίντερνετ σε περίπτωση που δεν νικήσει το διαγωνισμό.

Α: (Μακάρι να νικήσω. Θα είναι μια μοναδική εμπειρία εκεί. Φυσικά δεν έχω ξανακάνει κάποια δουλειά αλλά θα εξοικειωθώ γρήγορα, δε μπορεί. Μακάρι μόνο να νικήσω γιατί δεν βλέπω καμιά ελεύθερη θέση πουθενά αλλού. Αααχχχ.) Σκέφτεται ο Arthur.

Λοιπόν ήρθε η ώρα για βόλτα.

O Arthur συχνάζει σε ένα μικρό καφενείο μαζί με τον μικρότερο αδερφό του τον Jonathan ο οποίος είναι εργάτης στο λιμάνι. Είναι 27 ετών και ζει με τους γονείς τους.

A: Πως πάνε οι δουλειές λοιπόν;

J: Καλά, εσύ τι κάνεις βρήκες καμιά δουλειά να μου ξεπληρώσεις τα χρέη για τους καφέδες; Χαχαχαχα.

Α: Ναι, ναι γέλα εσύ να ξέρεις πως θα βρω δουλειά σύντομα (αν νικήσω δηλαδή).

J: Μπα, πως και. Τι έκανες και λες πως βρήκες δουλειά. Αγγελίες;

Α: Εεε… Φυσικά τι νόμιζες.

J: Μπράβο ρε αδελφέ, συγχαρητήρια. Και τι δουλειά είναι αυτή;

Α: Ααα σε μια ταβέρνα να με πήραν λόγο έλλειψης προσωπικού.

J: Ωραία έτσι θα ξεπληρώνεις με ένα δωρεάν γεύμα, χαχαχαχαχα

Α: Ναι, βεβαίως … χαχαχαχα.

Ο Arthur γυρνάει σπίτι του γεμάτος άγχος.

A: Τι θα γίνει αν δε με πάρουν; Θα καταλήξω στους δρόμους; Δεν αντέχω την ιδέα να ζητιανεύω από καθάρματα που θα γελούν πίσω από τη πλάτη μου. Θεέ μου ας με πάρουν σε παρακαλώ.

Σάββατο 17 Ιουνίου

Το επόμενο πρωί κατά τις 12:30 χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Ο Arthur πηγαίνει στη πόρτα και γεμάτος απορία βλέπει τους γονείς του με τον αδερφό του.

Α: Τι κάνετε όλοι εδώ ρε παιδιά μεσημεριάτικα;

J: Να σου πούμε συγχαρητήρια για τη δουλειά. Άντε δε μπούμε μέσα;

Α: Ναι περάστε, και το ρωτάτε;

Όλη την υπόλοιπη μέρα η οικογένεια του ήταν στο σπίτι του Arthur γιορτάζοντας για την υποτιθέμενη δουλειά του.

Κυριακή 18 Ιουνίου: Ημέρα της απονομής των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού.

Α: Λοιπόν σήμερα είναι η ημέρα της κρίσης. Πρέπει να χαλαρώσω, θα τα έχω πάει καλά, ουφ.

Το απόγευμα στις 5:10 χτύπησε το κουδούνι. Ο Arthur άνοιξε την πόρτα και είδε δύο άντρες στα μαύρα να του λένε πως νίκησε. Ήταν κατενθουσιασμένος με αυτά που άκουγε.

Α1: Κύριε μπορείτε να έρθετε κοντά μου παρακαλώ;

Α: Ναι.

Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από πολλές ώρες ο ήρωας μας ξύπνησε σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, πάνω σε ένα κρεβάτι με ένα χαρτί στο στήθος που έλεγε:

«Οδηγίες για το προσωπικό την τάξης D.

Σύμφωνα με το ίδρυμα SCP Foundation και το προσωπικό μας σας καλωσορίζουμε σε μια περίοδο ενός μήνα σε μια από τις πιο κρυφές εταιρίες στον κόσμο. Δυστυχώς ο τομέας εργασίας που σε έχει ανατεθεί δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά παρακαλώ διαβάστε αυτό το έγγραφο προσεχτικά για να μείνετε όσο πιο ασφαλής και ευχαριστημένοι γίνετε.

Σε κάθε εργαζόμενο της τάξης D έχει δοθεί ένα αριθμός. Ο δικός σας είναι D-9341. Σας παρακαλούμε πολύ να θυμάστε τον αριθμό σας γιατί θα σας φωνάζουν με αυτόν από τώρα

Κατά την διαμονή σας στο ίδρυμα θα παίρνετε μέρος σε διάφορα τεστ. Κάποια από αυτά πιθανότατα θα είναι πολύ επικίνδυνα αν δε υπάρχει μέγιστη προσοχή. Για αυτό χρειαζόμαστε πλήρη συγκέντρωση σε κάθε περίσταση. Οι κορυφαίας κλίμακας ειδικοί μας θα σας ενημερώνουν για τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που θα πρέπει να υπάρχουν στα τεστ. Αν αποτύχετε στα τεστ θα γυρίσετε στο σπίτι σας νεκρός.

Αν όλα πάνε καλά θα είστε ελεύθεροι να φύγετε ή να κάτσετε στο τέλος του μήνα».

Γεμάτος απορία και λίγο φόβο να πούμε την αλήθεια ο Arthur άκουσε βήματα πίσω από την σιδερένια πόρτα του δωματίου.

Φυλ.1: Ασφάλειά, θέλω να ανοίξετε το κελί 311.

Α: (περίμενε κελί είναι αυτό;)

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η σιδερένια πόρτα άνοιξε και είδα δύο φύλακες με όπλα να με κοιτάνε.

Φυλ.1: Ει, εσύ. Έχουν μια δουλεία για σένα, κάνε μου τη χάρη και βγες από το κελί.

Ήμουν πολύ μπερδεμένος και δεν είχα καταλάβει τι μου έλεγε.

Φυλ.1: Τι στο, ηλίθιος είσαι ή κάτι, είπα βγες από το κελί. Αν δε βγεις από το κελί θα σε πυροβολήσω.

Α: Ααα, ναι μάλιστα συγνώμη.

Φυλ.1: Απλά ακολούθησε με. Ο, παρεμπιπτόντως είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε ανθρώπους της τάξης D αν δε κάνουν σωστά τη δουλειά τους οπότε μη κάνεις καμιά βλακεία, κατάλαβες;

Α: Μάλιστα κύριε.

Περνούσαμε από έναν σκοτεινό διάδρομο όταν:

Φυλ.1: Ααα, λοιπόν πως πάνε τα πράγματα

Α: Μι..Μι..Μιλάς σε εμένα;

Φυλ.1: Φυσικά μιλάω σε εσένα βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω;

Α: Τίποτα απλώς είμαι λίγο ενθουσιασμένος γιατί είναι η πρώτη φορά που μιλάς κανονικά.

Φυλ.1: Ε, ναι είναι η πρώτη σου μέρα δουλειά σε αυτό το μέρος.

Περπατήσαμε λίγο ακόμη και φτάσαμε σε ένα δωμάτιο με μία μεγάλη σιδερένια πόρτα.

Φυλ.1: Λοιπόν φτάσαμε. Μπες μέσα και ακολούθα προσεχτικά όλες τις οδηγίες που θα σου δώσουν και εε λογικά, θα είσαι καλά… ή μπορεί και να μην είσαι. Βασικά, απλά μπες μέσα. Α, και πριν μπεις διάβασε προσεχτικά αυτό.

Μου έδωσε ένα χαρτί με μια παράξενη εικόνα.

A: Τι είναι αυτό;

Φυλ.1: Το πράγμα που θα βρεις εκεί μέσα.

Το χαρτί έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής αντικειμένου SCP-173:

Το αντικείμενο SCP-173 πρέπει να κρατιέται σε μία κλειδωμένη δεξαμενή κάθε στιγμή. Όταν πρόκειται το προσωπικό να εισέλθει στη δεξαμενή, τουλάχιστον τρία άτομα πρέπει να μπούν και να κλειδώσει η πόρτα πίσω τους. Ανα πάσα στιγμή πρέπει τουλάχιστον δυο άτομα να έχουν οπτική επάφη με το αντικείμενο SCP-173 μέχρι να τους δοθεί άδεια να βγουν από το θάλαμο.

Περιγραφή:

Η προέλευσή του δεν είναι ακόμη γνωστή. Είναι φτιαγμένο από σκυρόδεμα και σχέδια από σπρέι. Tο αντικείμενο είναι ζωντανό και εξαιρετικά εχθρικό. Το αντικείμενο δεν μπορεί να κουνηθεί όταν υπάρχει οπτική επαφή. Η οπτική επαφή με το αντικείμενο δεν πρέπει να χαθεί.

Το αντικείμενο επιτίθεται βαρώντας πάρα πολύ δυνατά το λαιμό στη βάση του κρανίου ή πνίγοντάς το.

Αφού το διάβασα με ελουσε κρύος ιδρώτας. Όταν μπήκα στον θάλαμο που βρισκόταν η δεξαμενή είδα άλλα δυο άτομα της τάξης D να με περιμένουν μπροστά από τη πόρτα. Τότε ακούσαμε τον φύλακα.

Φυλ: Ασφάλεια, άνοιξε τη πόρτα του αντικειμένου SCP-173.

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η πόρτα άνοιξε και αντικρίσαμε έναν τεράστιο θάλαμο με αίμα στο πάτωμα και το αντικείμενο να κοιτάει τον τοίχο.

Φυλ: Τι περιμένετε μπείτε λοιπόν.

Φαντάσματα: Το Χωριό Της Γιαγιάς Μου.


Με λένε Kelly και είμαι 31 χρονών. Έχω έναν αδερφό ονόματι John που είναι 36 ετών και μία αδερφή την Suzan, 40 ετών. Θα ήθελα να σας διηγηθώ τι μου συνέβη ένα καλοκαίρι πριν από 19 χρόνια. Οι γονείς μου είχαν κανονίσει να με πάνε στο χωριό της γιαγιάς μου.

Το σπίτι ήταν μικρό και είχε μόνο δυο κρεβάτια, ένα για τη γιαγιά μου και ένα για τον παππού μου, έτσι εγώ έπρεπε να κοιμηθώ στο πάτωμα, όχι ότι με πείραζε δηλαδή. Ούτως η άλλως είναι ηλικιωμένοι και πρέπει να κοιμούνται άνετα.

Κατά τις 3:00 το βράδυ ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήμουν σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι με έναν φακό και μία πληγή στο δεξί μου χέρι. Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από κάποιο δεύτερα ξαναβρήκα την όρασή μου και βρέθηκα έξω από το σπίτι, γύρισα πίσω μου και είδα έναν άντρα με αίμα σε όλο του το σώμα να μου κάνει σους. Τότε ήταν που σηκώθηκα. Πήγα στο παράθυρο και είδα τον άντρα από το όνειρο να βάζει το δάχτυλο του στο στόμα και να μου λέει σους. Ξύπνησα την γιαγιά και τον πάππου μου και τους είπα τι έγινε. Ο παππούς άρπαξε τη καραμπίνα και βγήκε έξω, όμως δεν είδε τίποτα. Με ρώτησε αν νιώθω καλά και του είπα ναι. Ήμουν σίγουρη ότι είδα τον άντρα. Το επόμενο βράδυ  έγινε το ίδιο πράγμα, είδα το ακριβώς ίδιο όνειρο και μετά ο άντρας εμφανίστηκε πάλι αλλά πιο κοντά από το προηγούμενο βράδυ.

Μία εβδομάδα αργότερα ο άντρας ήταν ακριβώς στο παράθυρο. Όσο ήταν μακριά δεν μπορούσα να δω το βλέμμα του, αλλά τώρα το έβλεπα καθαρά. Ήταν ένα άγριο, απόκοσμο και μοναχικό βλέμμα. Το επόμενο βράδυ ο άντρας δεν ήταν στο παράθυρο. Ήμουν ανακουφισμένη. Από τότε ο άντρας δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά.

Μετά από αυτό το γεγονός δεν πήγαμε στο χωρίο της γιαγιάς μου ποτέ ξανά. Έτσι η γιαγιά και ο παππούς έρχονταν στη πόλη για να μείνουν στο διαμέρισμά μας κάθε καλοκαίρι.

Κάπου ενάμιση χρόνο αργότερα απέκτησα έναν αδερφό που τον ονομάσαμε Πίτερ. Περίπου έξι χρόνια μετά οι γονείς μου κανόνισαν να πάμε ο Πίτερ και εγώ να μείνουμε για δύο εβδομάδες στο χωριό της γιαγιάς μου. Φυσικά εγώ είχα ξεχάσει το γεγονός με εκείνον τον άντρα οπότε δεν δίστασα να πω ναι.

Το πρώτο βράδυ όσο ετοίμαζα το sleeping bag του αδερφού μου τον ρώτησα αν ήταν χαρούμενος που θα κοιμόταν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Όμως δεν πήρα απάντηση. Γύρισα και τον είδα να έχει ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο και ανησυχία. Τον ρώτησα τι έπαθε και μου έδειξε το παράθυρο. Ήταν ένας άντρας με αίμα σε όλο του το σώμα. Μας έκανε σους. Τότε θυμήθηκα τα πάντα, τους εφιάλτες, τον άντρα και το πόσο φόβο είχα νιώσει εκείνο το καλοκαίρι. Ταυτόχρονα με τον αδερφό μου βγάλαμε μια τσιρίδα που ακούστηκε σε όλο το χωριό. Η γιαγιά και ο παππούς έτρεξαν να μας ρωτήσουν τι συνέβη. Τους είπαμε πως είδαμε έναν άντρα με αίμα σε όλο του το σώμα να μας κάνει σους. Ο παππού πήρε την καραμπίνα και βγήκε έξω. Δεν βρήκε τίποτα όμως.

Από εκείνο το βράδυ εγώ και ο αδερφός μου κοιμόμαστε στο ντουλάπι της κουζίνας με το φόβο ότι ο μυστηριώδης άντρας θα μας βρει.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την ιστορία του.

Τρελοί: Ο Άντρας Που Έτρωγε Γυαλί.


Με λένε Αντρέα και είμαι 12 ετών. Έχω δύο φίλους τον Γιάννη και τον Γιώργο. Ζούμε στη Χαλκιδική και μας αρέσει και τους τρείς να παίζουμε με πιστόλια, ειδικά με νεροπίστολα. Κάθε Παρασκευή βράδυ μαζευόμαστε στην αυλή κάποιου και παίζουμε με νεροπίστολα ειδικά τα καλοκαίρια. Αυτό ωφελεί και εμάς και τους γονείς μας γιατί αυτοί μαζεύονται και συζητάνε ενώ εμείς παίζουμε έξω στην αυλή του σπιτιού.

Ένα ανοιξιάτικο βράδυ όσο παίζαμε έξω στην αυλή του Γιάννη, είδαμε έναν πολύ ψηλό άντρα πίσω από το δέντρο της αυλής. Οι γονείς και των τριών μας είχαν αφήσει στο σπίτι του Γιώργου και εκείνοι είχαν πάει στο mall για να κάνουν τη βόλτα τους και να αγοράσουν και τίποτα. Σκεφτήκαμε ποιος να ήταν και ο Γιάννης έκανε τη κίνηση και τον ρώτησε ποιός ήταν. Δε μας απάντησε αλλά μετά από λίγο μας είπε «ε, μπορώ να παίξω και εγώ παιδιά;».

Και οι τρείς μας είχαμε κολλήσει πάνω στα νεροπίστολα φακούς για να βλέπουμε μέσα στο σκοτάδι. Φωτίσαμε το πρόσωπό και μας έλουσε κρύος ιδρώτας. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο πληγές και ράμματα. Το πιο τρομαχτικό από όλα ήταν ότι έτρωγε ένα κομμάτι γυαλιού και από το στόμα του έτρεχε πολύ αίμα.

Τρέξαμε τρομοκρατημένοι μέσα στο σπίτι. Κλειδώσαμε τη πόρτα πίσω μας και πήγαμε να κρυφτούμε στη κρεβατοκάμαρα. Τότε ακούσαμε έναν πυροβολισμό. Ο άντρας κρατούσε όπλο και είχε πυροβολήσει τη κλειδαριά καταφέρνοντας έτσι να μπει στο σπίτι. Ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στη κρεβατοκάμαρα. Εγώ κρυμμένος πίσω από τη πόρτα του έδωσα μια μπουνιά και κατευθείαν βγήκαμε από το δωμάτιο. Όσο ήμασταν στη πόρτα για να βγούμε από το σπίτι ακούσαμε κι άλλο πυροβολισμό. Δεν σταματήσαμε να τρέχουμε ούτε κοιτάξαμε πίσω μας. Ευτυχώς το αστυνομικό τμήμα ήταν κοντά.

Μετά από κάποια λεπτά αφού ενημερώσαμε του γονείς μας γυρίσαμε στο σπίτι με τους αστυνομικούς. Ψάξαμε το σπίτι και δε βρήκαμε τίποτα. Όμως όταν ανοίξαμε τη πόρτα του μπάνιου είδαμε τον άντρα. Είχε αυτοπυροβοληθεί στο λαιμό. Κανείς δε ξέρει γιατί το έκανε αυτό.

Οι αστυνομικοί μάζεψαν το πτώμα και η μητέρα του Γιώργου καθάρισε το μπάνιο. Από τότε οι γονείς μας δεν μας ξανάφησαν να παίζουμε μόνοι μας.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την ιστορία του.

Αρέσει σε %d bloggers: