Monthly Archives: Ιουνίου 2019

Μυστηρίου: SCP Containment Breach, Μέρος 1ο.


Το παρακάτω κείμενο περιγράφει την ιστορία του Arthur House ο οποίος ζει στην Καλιφόρνια και είναι 36 ετών. Έχει βάλει συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό επιβίωσης υπό δύσκολες συνθήκες. Το βραβείο του διαγωνισμού είναι ένας μήνας δωρεάν εργασία στο ίδρυμα SCP. Μάλιστα αν η απόδοσή του στη δουλειά είναι αρκετά καλή τότε μπορεί να πιάσει δουλειά εκεί εφόσον ο ήρωας μας είναι άνεργος. Πέρασαν πέντε μέρος αφότου τέλειωσε ο διαγωνισμός και τα αποτελέσματα θα βγουν δημοσίως σε δυο μέρες.

Παρασκευή 16 Ιουνίου

Ο Arthur ξαπλώνει στο καναπέ ψάχνοντας θέσεις στο ίντερνετ σε περίπτωση που δεν νικήσει το διαγωνισμό.

Α: (Μακάρι να νικήσω. Θα είναι μια μοναδική εμπειρία εκεί. Φυσικά δεν έχω ξανακάνει κάποια δουλειά αλλά θα εξοικειωθώ γρήγορα, δε μπορεί. Μακάρι μόνο να νικήσω γιατί δεν βλέπω καμιά ελεύθερη θέση πουθενά αλλού. Αααχχχ.) Σκέφτεται ο Arthur.

Λοιπόν ήρθε η ώρα για βόλτα.

O Arthur συχνάζει σε ένα μικρό καφενείο μαζί με τον μικρότερο αδερφό του τον Jonathan ο οποίος είναι εργάτης στο λιμάνι. Είναι 27 ετών και ζει με τους γονείς τους.

A: Πως πάνε οι δουλειές λοιπόν;

J: Καλά, εσύ τι κάνεις βρήκες καμιά δουλειά να μου ξεπληρώσεις τα χρέη για τους καφέδες; Χαχαχαχα.

Α: Ναι, ναι γέλα εσύ να ξέρεις πως θα βρω δουλειά σύντομα (αν νικήσω δηλαδή).

J: Μπα, πως και. Τι έκανες και λες πως βρήκες δουλειά. Αγγελίες;

Α: Εεε… Φυσικά τι νόμιζες.

J: Μπράβο ρε αδελφέ, συγχαρητήρια. Και τι δουλειά είναι αυτή;

Α: Ααα σε μια ταβέρνα να με πήραν λόγο έλλειψης προσωπικού.

J: Ωραία έτσι θα ξεπληρώνεις με ένα δωρεάν γεύμα, χαχαχαχαχα

Α: Ναι, βεβαίως … χαχαχαχα.

Ο Arthur γυρνάει σπίτι του γεμάτος άγχος.

A: Τι θα γίνει αν δε με πάρουν; Θα καταλήξω στους δρόμους; Δεν αντέχω την ιδέα να ζητιανεύω από καθάρματα που θα γελούν πίσω από τη πλάτη μου. Θεέ μου ας με πάρουν σε παρακαλώ.

Σάββατο 17 Ιουνίου

Το επόμενο πρωί κατά τις 12:30 χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Ο Arthur πηγαίνει στη πόρτα και γεμάτος απορία βλέπει τους γονείς του με τον αδερφό του.

Α: Τι κάνετε όλοι εδώ ρε παιδιά μεσημεριάτικα;

J: Να σου πούμε συγχαρητήρια για τη δουλειά. Άντε δε μπούμε μέσα;

Α: Ναι περάστε, και το ρωτάτε;

Όλη την υπόλοιπη μέρα η οικογένεια του ήταν στο σπίτι του Arthur γιορτάζοντας για την υποτιθέμενη δουλειά του.

Κυριακή 18 Ιουνίου: Ημέρα της απονομής των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού.

Α: Λοιπόν σήμερα είναι η ημέρα της κρίσης. Πρέπει να χαλαρώσω, θα τα έχω πάει καλά, ουφ.

Το απόγευμα στις 5:10 χτύπησε το κουδούνι. Ο Arthur άνοιξε την πόρτα και είδε δύο άντρες στα μαύρα να του λένε πως νίκησε. Ήταν κατενθουσιασμένος με αυτά που άκουγε.

Α1: Κύριε μπορείτε να έρθετε κοντά μου παρακαλώ;

Α: Ναι.

Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από πολλές ώρες ο ήρωας μας ξύπνησε σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, πάνω σε ένα κρεβάτι με ένα χαρτί στο στήθος που έλεγε:

«Οδηγίες για το προσωπικό την τάξης D.

Σύμφωνα με το ίδρυμα SCP Foundation και το προσωπικό μας σας καλωσορίζουμε σε μια περίοδο ενός μήνα σε μια από τις πιο κρυφές εταιρίες στον κόσμο. Δυστυχώς ο τομέας εργασίας που σε έχει ανατεθεί δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά παρακαλώ διαβάστε αυτό το έγγραφο προσεχτικά για να μείνετε όσο πιο ασφαλής και ευχαριστημένοι γίνετε.

Σε κάθε εργαζόμενο της τάξης D έχει δοθεί ένα αριθμός. Ο δικός σας είναι D-9341. Σας παρακαλούμε πολύ να θυμάστε τον αριθμό σας γιατί θα σας φωνάζουν με αυτόν από τώρα

Κατά την διαμονή σας στο ίδρυμα θα παίρνετε μέρος σε διάφορα τεστ. Κάποια από αυτά πιθανότατα θα είναι πολύ επικίνδυνα αν δε υπάρχει μέγιστη προσοχή. Για αυτό χρειαζόμαστε πλήρη συγκέντρωση σε κάθε περίσταση. Οι κορυφαίας κλίμακας ειδικοί μας θα σας ενημερώνουν για τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας που θα πρέπει να υπάρχουν στα τεστ. Αν αποτύχετε στα τεστ θα γυρίσετε στο σπίτι σας νεκρός.

Αν όλα πάνε καλά θα είστε ελεύθεροι να φύγετε ή να κάτσετε στο τέλος του μήνα».

Γεμάτος απορία και λίγο φόβο να πούμε την αλήθεια ο Arthur άκουσε βήματα πίσω από την σιδερένια πόρτα του δωματίου.

Φυλ.1: Ασφάλειά, θέλω να ανοίξετε το κελί 311.

Α: (περίμενε κελί είναι αυτό;)

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η σιδερένια πόρτα άνοιξε και είδα δύο φύλακες με όπλα να με κοιτάνε.

Φυλ.1: Ει, εσύ. Έχουν μια δουλεία για σένα, κάνε μου τη χάρη και βγες από το κελί.

Ήμουν πολύ μπερδεμένος και δεν είχα καταλάβει τι μου έλεγε.

Φυλ.1: Τι στο, ηλίθιος είσαι ή κάτι, είπα βγες από το κελί. Αν δε βγεις από το κελί θα σε πυροβολήσω.

Α: Ααα, ναι μάλιστα συγνώμη.

Φυλ.1: Απλά ακολούθησε με. Ο, παρεμπιπτόντως είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε ανθρώπους της τάξης D αν δε κάνουν σωστά τη δουλειά τους οπότε μη κάνεις καμιά βλακεία, κατάλαβες;

Α: Μάλιστα κύριε.

Περνούσαμε από έναν σκοτεινό διάδρομο όταν:

Φυλ.1: Ααα, λοιπόν πως πάνε τα πράγματα

Α: Μι..Μι..Μιλάς σε εμένα;

Φυλ.1: Φυσικά μιλάω σε εσένα βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω;

Α: Τίποτα απλώς είμαι λίγο ενθουσιασμένος γιατί είναι η πρώτη φορά που μιλάς κανονικά.

Φυλ.1: Ε, ναι είναι η πρώτη σου μέρα δουλειά σε αυτό το μέρος.

Περπατήσαμε λίγο ακόμη και φτάσαμε σε ένα δωμάτιο με μία μεγάλη σιδερένια πόρτα.

Φυλ.1: Λοιπόν φτάσαμε. Μπες μέσα και ακολούθα προσεχτικά όλες τις οδηγίες που θα σου δώσουν και εε λογικά, θα είσαι καλά… ή μπορεί και να μην είσαι. Βασικά, απλά μπες μέσα. Α, και πριν μπεις διάβασε προσεχτικά αυτό.

Μου έδωσε ένα χαρτί με μια παράξενη εικόνα.

A: Τι είναι αυτό;

Φυλ.1: Το πράγμα που θα βρεις εκεί μέσα.

Το χαρτί έλεγε:

«Μέτρα ασφαλείας δεξαμενής αντικειμένου SCP-173:

Το αντικείμενο SCP-173 πρέπει να κρατιέται σε μία κλειδωμένη δεξαμενή κάθε στιγμή. Όταν πρόκειται το προσωπικό να εισέλθει στη δεξαμενή, τουλάχιστον τρία άτομα πρέπει να μπούν και να κλειδώσει η πόρτα πίσω τους. Ανα πάσα στιγμή πρέπει τουλάχιστον δυο άτομα να έχουν οπτική επάφη με το αντικείμενο SCP-173 μέχρι να τους δοθεί άδεια να βγουν από το θάλαμο.

Περιγραφή:

Η προέλευσή του δεν είναι ακόμη γνωστή. Είναι φτιαγμένο από σκυρόδεμα και σχέδια από σπρέι. Tο αντικείμενο είναι ζωντανό και εξαιρετικά εχθρικό. Το αντικείμενο δεν μπορεί να κουνηθεί όταν υπάρχει οπτική επαφή. Η οπτική επαφή με το αντικείμενο δεν πρέπει να χαθεί.

Το αντικείμενο επιτίθεται βαρώντας πάρα πολύ δυνατά το λαιμό στη βάση του κρανίου ή πνίγοντάς το.

Αφού το διάβασα με ελουσε κρύος ιδρώτας. Όταν μπήκα στον θάλαμο που βρισκόταν η δεξαμενή είδα άλλα δυο άτομα της τάξης D να με περιμένουν μπροστά από τη πόρτα. Τότε ακούσαμε τον φύλακα.

Φυλ: Ασφάλεια, άνοιξε τη πόρτα του αντικειμένου SCP-173.

Ασφ: Μάλιστα.

Τότε η πόρτα άνοιξε και αντικρίσαμε έναν τεράστιο θάλαμο με αίμα στο πάτωμα και το αντικείμενο να κοιτάει τον τοίχο.

Φυλ: Τι περιμένετε μπείτε λοιπόν.

Φαντάσματα: Το Χωριό Της Γιαγιάς Μου.


Με λένε Kelly και είμαι 31 χρονών. Έχω έναν αδερφό ονόματι John που είναι 36 ετών και μία αδερφή την Suzan, 40 ετών. Θα ήθελα να σας διηγηθώ τι μου συνέβη ένα καλοκαίρι πριν από 19 χρόνια. Οι γονείς μου είχαν κανονίσει να με πάνε στο χωριό της γιαγιάς μου.

Το σπίτι ήταν μικρό και είχε μόνο δυο κρεβάτια, ένα για τη γιαγιά μου και ένα για τον παππού μου, έτσι εγώ έπρεπε να κοιμηθώ στο πάτωμα, όχι ότι με πείραζε δηλαδή. Ούτως η άλλως είναι ηλικιωμένοι και πρέπει να κοιμούνται άνετα.

Κατά τις 3:00 το βράδυ ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήμουν σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι με έναν φακό και μία πληγή στο δεξί μου χέρι. Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν. Μετά από κάποιο δεύτερα ξαναβρήκα την όρασή μου και βρέθηκα έξω από το σπίτι, γύρισα πίσω μου και είδα έναν άντρα με αίμα σε όλο του το σώμα να μου κάνει σους. Τότε ήταν που σηκώθηκα. Πήγα στο παράθυρο και είδα τον άντρα από το όνειρο να βάζει το δάχτυλο του στο στόμα και να μου λέει σους. Ξύπνησα την γιαγιά και τον πάππου μου και τους είπα τι έγινε. Ο παππούς άρπαξε τη καραμπίνα και βγήκε έξω, όμως δεν είδε τίποτα. Με ρώτησε αν νιώθω καλά και του είπα ναι. Ήμουν σίγουρη ότι είδα τον άντρα. Το επόμενο βράδυ  έγινε το ίδιο πράγμα, είδα το ακριβώς ίδιο όνειρο και μετά ο άντρας εμφανίστηκε πάλι αλλά πιο κοντά από το προηγούμενο βράδυ.

Μία εβδομάδα αργότερα ο άντρας ήταν ακριβώς στο παράθυρο. Όσο ήταν μακριά δεν μπορούσα να δω το βλέμμα του, αλλά τώρα το έβλεπα καθαρά. Ήταν ένα άγριο, απόκοσμο και μοναχικό βλέμμα. Το επόμενο βράδυ ο άντρας δεν ήταν στο παράθυρο. Ήμουν ανακουφισμένη. Από τότε ο άντρας δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά.

Μετά από αυτό το γεγονός δεν πήγαμε στο χωρίο της γιαγιάς μου ποτέ ξανά. Έτσι η γιαγιά και ο παππούς έρχονταν στη πόλη για να μείνουν στο διαμέρισμά μας κάθε καλοκαίρι.

Κάπου ενάμιση χρόνο αργότερα απέκτησα έναν αδερφό που τον ονομάσαμε Πίτερ. Περίπου έξι χρόνια μετά οι γονείς μου κανόνισαν να πάμε ο Πίτερ και εγώ να μείνουμε για δύο εβδομάδες στο χωριό της γιαγιάς μου. Φυσικά εγώ είχα ξεχάσει το γεγονός με εκείνον τον άντρα οπότε δεν δίστασα να πω ναι.

Το πρώτο βράδυ όσο ετοίμαζα το sleeping bag του αδερφού μου τον ρώτησα αν ήταν χαρούμενος που θα κοιμόταν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Όμως δεν πήρα απάντηση. Γύρισα και τον είδα να έχει ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο και ανησυχία. Τον ρώτησα τι έπαθε και μου έδειξε το παράθυρο. Ήταν ένας άντρας με αίμα σε όλο του το σώμα. Μας έκανε σους. Τότε θυμήθηκα τα πάντα, τους εφιάλτες, τον άντρα και το πόσο φόβο είχα νιώσει εκείνο το καλοκαίρι. Ταυτόχρονα με τον αδερφό μου βγάλαμε μια τσιρίδα που ακούστηκε σε όλο το χωριό. Η γιαγιά και ο παππούς έτρεξαν να μας ρωτήσουν τι συνέβη. Τους είπαμε πως είδαμε έναν άντρα με αίμα σε όλο του το σώμα να μας κάνει σους. Ο παππού πήρε την καραμπίνα και βγήκε έξω. Δεν βρήκε τίποτα όμως.

Από εκείνο το βράδυ εγώ και ο αδερφός μου κοιμόμαστε στο ντουλάπι της κουζίνας με το φόβο ότι ο μυστηριώδης άντρας θα μας βρει.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την ιστορία του.

Τρελοί: Ο Άντρας Που Έτρωγε Γυαλί.


Με λένε Αντρέα και είμαι 12 ετών. Έχω δύο φίλους τον Γιάννη και τον Γιώργο. Ζούμε στη Χαλκιδική και μας αρέσει και τους τρείς να παίζουμε με πιστόλια, ειδικά με νεροπίστολα. Κάθε Παρασκευή βράδυ μαζευόμαστε στην αυλή κάποιου και παίζουμε με νεροπίστολα ειδικά τα καλοκαίρια. Αυτό ωφελεί και εμάς και τους γονείς μας γιατί αυτοί μαζεύονται και συζητάνε ενώ εμείς παίζουμε έξω στην αυλή του σπιτιού.

Ένα ανοιξιάτικο βράδυ όσο παίζαμε έξω στην αυλή του Γιάννη, είδαμε έναν πολύ ψηλό άντρα πίσω από το δέντρο της αυλής. Οι γονείς και των τριών μας είχαν αφήσει στο σπίτι του Γιώργου και εκείνοι είχαν πάει στο mall για να κάνουν τη βόλτα τους και να αγοράσουν και τίποτα. Σκεφτήκαμε ποιος να ήταν και ο Γιάννης έκανε τη κίνηση και τον ρώτησε ποιός ήταν. Δε μας απάντησε αλλά μετά από λίγο μας είπε «ε, μπορώ να παίξω και εγώ παιδιά;».

Και οι τρείς μας είχαμε κολλήσει πάνω στα νεροπίστολα φακούς για να βλέπουμε μέσα στο σκοτάδι. Φωτίσαμε το πρόσωπό και μας έλουσε κρύος ιδρώτας. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο πληγές και ράμματα. Το πιο τρομαχτικό από όλα ήταν ότι έτρωγε ένα κομμάτι γυαλιού και από το στόμα του έτρεχε πολύ αίμα.

Τρέξαμε τρομοκρατημένοι μέσα στο σπίτι. Κλειδώσαμε τη πόρτα πίσω μας και πήγαμε να κρυφτούμε στη κρεβατοκάμαρα. Τότε ακούσαμε έναν πυροβολισμό. Ο άντρας κρατούσε όπλο και είχε πυροβολήσει τη κλειδαριά καταφέρνοντας έτσι να μπει στο σπίτι. Ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στη κρεβατοκάμαρα. Εγώ κρυμμένος πίσω από τη πόρτα του έδωσα μια μπουνιά και κατευθείαν βγήκαμε από το δωμάτιο. Όσο ήμασταν στη πόρτα για να βγούμε από το σπίτι ακούσαμε κι άλλο πυροβολισμό. Δεν σταματήσαμε να τρέχουμε ούτε κοιτάξαμε πίσω μας. Ευτυχώς το αστυνομικό τμήμα ήταν κοντά.

Μετά από κάποια λεπτά αφού ενημερώσαμε του γονείς μας γυρίσαμε στο σπίτι με τους αστυνομικούς. Ψάξαμε το σπίτι και δε βρήκαμε τίποτα. Όμως όταν ανοίξαμε τη πόρτα του μπάνιου είδαμε τον άντρα. Είχε αυτοπυροβοληθεί στο λαιμό. Κανείς δε ξέρει γιατί το έκανε αυτό.

Οι αστυνομικοί μάζεψαν το πτώμα και η μητέρα του Γιώργου καθάρισε το μπάνιο. Από τότε οι γονείς μας δεν μας ξανάφησαν να παίζουμε μόνοι μας.


Ευχαριστούμε τον αναγνώστη της σελίδας για την ιστορία του.

Αρέσει σε %d bloggers: