Monthly Archives: Ιουνίου 2020

Φαντάσματα: Αλλιώνα.


Λαγοκοιμόμουν  στο μεγάλο αεροπλάνο με προορισμό το αεροδρόμιο της Ρωσίας της πόλης Κραζνονταρ. Δίπλα μου η σύζυγος μου την πήρε ο ύπνος και αυτή, μετά από πολύ ώρα πτήσης η κούραση της ήταν ακατάπαυστη.

Το πρόγραμμα μας ήταν να πηγαίναμε στο Καύκασο της Ρωσίας σε ένα χωριό συγγενών της συζύγου μου, που πήγαινε εκεί στις καλοκαιρινές διακοπές της, μόλις έκλειναν τα σχολεία. Είχε πάρα πολλά χρόνια να πάει και τις έλειψαν οι διακοπές των παιδικών της χρόνων και θέλαμε να περάσουμε την πρωτοχρονιά εκεί, με τους φίλους και με δικούς τής ανθρώπους.

Οι Τσερκέζοι είναι ένας πολεμικός λαός μεγαλωμένος στα άγρια βουνά του Καύκασου, σκληραγωγημένος που έχει σαν αποστολή το μεγάλωμα των παιδιών πάνω στο σεβασμό προς τους μεγαλύτερους και τις παραδώσεις που τις τηρούν ευλαβικά.

Κοίταγα την σύζυγο μου που έμοιαζε σαν άγγελος που κοιμόταν μέσα στη γαλήνη της.

-Φτάνουμε; με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

-Σε μισή ώρα περίπου θα είμαστε στο Κραζνονταρ, κοιμήσου λίγο ακόμα. Της απάντησα.

Και μου έπιασε το χέρι τρυφερά.

Φτάσαμε στο αεροδρόμιο της πόλης Κραζνονταρ, χιόνιζε και χιόνιζε πάρα πολύ, μας συνόδεψαν στον έλεγχο διαβατηρίων. Μετά μας περίμενε ο αδερφός της συζύγου μου και θα πηγαίναμε περίπου τρείς ώρες οδικώς στο Καύκασο έξω από την πόλη του Μαϊκοπ.

Η διαδρομή αν και κουραστική ήταν ευχάριστη, χάζευα το χιόνι που κάλυπτε τις αχανές εκτάσεις του Καυκάσου σαν άσπρο βασίλειο.

Στο χωριό, μας υποδέχτηκαν πολύ ζεστά οι συγγενείς και οι φίλοι της και μας δέχτηκαν με αγκαλιές φιλιά άφθονο, υπέροχο φαγητό και με ατελείωτη βότκα.

Η βραδιά περνούσε υπέροχα, τα αστεία και τα πειράγματα πήγαιναν και ερχόντουσαν, η μία πρόποση έφερνε την άλλη, βέβαια σε μια γλώσσα που ούτε καν καταλάβαινα αλλά με την βοήθεια της συζύγου μου με έκανε να νιώσω ακόμα ποιο άνετα και όχι σαν ξένο σώμα που απλά άκουγε και έτρωγε.

Κάποια στιγμή ο αδερφός της συζύγου μου, μου ζήτησε πολύ ευγενικά και με τα λίγα Ελληνικά που ήξερε να τον βοηθήσω στο να κατεβάσουμε τα πράγματα μας από το αυτοκίνητο. Εγώ δέχτηκα και τον ακολούθησα.

Έξω από το σπίτι είχε χιόνι πού έτριζε κάτω από τις μπότες μου, ο παγωμένος αέρας γέμισε τα πνευμόνια μου και με ξύπνησε απότομα.

Εκεί που ξεφορτώναμε τα πράγματα μας, το μάτι μου έπεσε σε ένα παλιό πέτρινο πηγάδι που ήταν δίπλα σε έναν εγκαταλελειμμένο ξυλόφουρνο.

Το πηγάδι έμοιαζε παλιό, το καπάκι και η μανιβέλα ήταν σκουριασμένα, έδειχναν τρομακτικά μέσα στο σκοτάδι. Ένοιωσα ξαφνικά το κρύο να δυναμώνει και ένα ρίγος να με διαπερνά, γύρισα να φύγω.

Το τραπέζι συνεχίστηκε μέχρι αργά αλλά η κούραση της μεγάλης πτήσης άρχισε να με νικάει, η σύζυγος μου με χτύπησε ελαφρά στη πλάτη και μου είπε στο αυτί.

-Πάμε για ύπνο είμαστε και οι δύο πολύ κουρασμένοι.

Την ακολούθησα με μια κίνηση του κεφαλιού μου.

Παρόλο τη μεγάλη κούραση ξύπνησα μέσα στα μεσάνυχτα. Σηκώθηκα και έβαλα ένα παλτό και βγήκα έξω στη νύχτα, ήθελα να μαζέψω τις σκέψεις μου.

Κάποια στιγμή εκεί που χαλάρωνα άκουσα μια δυνατή φωνή να φωνάζει:

-Napomaz , (ναπόμαζ, βοήθεια στα Ρωσικά) και ερχόταν από τον εγκαταλελειμμένο δρόμο πίσω από το παλιό πηγάδι.

Κοίταγα αριστερά δεξιά δεν έβλεπα τίποτα.

-Napomaz, ξανά ακούστηκε  σαν κλάμα μέσα στην ησυχία της νύχτας.

Κάποια στιγμή είδα μια νοσοκόμα, έσπρωχνε ένα αναπηρικό καροτσάκι με μια γυναίκα που κρατούσε ένα παλιό φαναράκι.

Φορούσαν και οι δύο παλιά ρούχα και  κοιτούσαν έντρομες… με πλησίαζαν. Παρατήρησα πως και οι δυο δεν είχαν κόρες στα μάτια τους και ήταν λευκά σαν των πεθαμένων και με πλησίαζαν αργά και σταθερά.

Όταν με πλησίασαν τα πρόσωπα τους άλλαξαν και έγιναν απειλητικά. Και με κοιτούσαν άγρια.

Ένιωσα τη καρδιά μου να χτυπάει, το σώμα μου είχε μουδιάσει ήθελα να φωνάξω μα η φωνή μου δεν έβγαινε.

Με πλησίαζαν, το απειλητικό βλέμμα έγινε σαρκαστικό.

Με ακούμπησε με το ένα χέρι της η γυναίκα στο καροτσάκι. Ήταν παγωμένο και ξυλιασμένο παρόλο που φορούσα παλτό, το ένιωσα. Τότε ένα χέρι  με τράβηξε πίσω μου. Ήταν η σύζυγος μου.

Τη κοίταξα και τις έδειξα προς τις δύο γυναίκες. Πλέον δεν υπήρχαν. Υπήρχε το απόλυτο τίποτα.

– Το είδες; Την ρώτησα.

-Ναι. Τις είδα. Μου απάντησε.

-Τι ήταν αυτό; συνέχισε.

Φαινόταν αγχωμένη και τρομαγμένη.

Μπήκαμε στο σπίτι. Όλη νύχτα συζητούσαμε για την εμπειρία μας.

Την άλλη μέρα ήθελα να φύγω τρέχοντας. Όσο ποιο μακριά μπορούσα. Με βασάνιζε αυτό που είδα.

Θέλαμε να μάθουμε πληροφορίες. Οπότε αύριο το πρωί ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να ρωτήσω ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες.

Την επόμενη μέρα το πρωί μας περίμενε ένα υπέροχο σπιτικό πρωινό με ζεστό αχνιστό καφέ,  που ήταν ότι έπρεπε. Ήρθαν διάφοροι συγγενείς να μας δουν και να μάθουν πως περάσαμε το πρώτο βράδυ στα βουνά του Καυκάσου και τα νέα μας από την Ελλάδα. Και πήρα το λόγο.

Και τους είπα τι έγινε, με την βοήθεια της συζύγου μου που ότι λέγαμε μας το μετέφραζε.

Τότε  προτείναν να μας συστήσουν στους μεγαλύτερους σε ηλικία του χωριού. «Τους πρεσβύτερους».

Έτσι αποκαλούσαν τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Είχαν τον σεβασμό όλων και πίστευαν πως  θα μας έδιναν απαντήσεις στις ερωτήσεις μας.

Επειδή στο Καύκασο το κρύο είναι πολύ δυνατό το χειμώνα, δηλαδή από – 20 έως και – 40 βαθμούς, οι ηλικιωμένοι όριζαν ένα σπίτι που περνούσαν τη μέρα τους εκεί με συντροφιά, φαγητό και με διάφορες άλλες απασχολήσεις όπως το κέντημα και συζητήσεις γύρω από την φωτιά και την απόλαυση του παραδοσιακού τσαγιού που συνοδεύεται με παραδοσιακές μυρωδάτες και λαχταριστές πίτες και γνήσιας χειροποίητης ρωσικής σαλάτας.

Όταν μπήκαμε στο σπίτι έκανα μια μικρή υπόκλιση με το κεφάλι όπως ορίζουν οι παραδόσεις των Τσερκέζων ως ένδειξη σεβασμού.

Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μου έκανε νόημα να πλησιάσω και να κάτσω δίπλα στο τζάκι. Και τους είπαμε την εμπειρία μας.

Τότε ο μεγαλύτερος σε ηλικία μας κοίταξε.

-Η Αλλιώνα. Μας είπε.

-Δηλαδή; ρώτησα.

Και ξεκίνησε τη διήγηση του και με την βοήθεια της συζύγου στη μετάφραση προσπαθούσα να καταλάβω τι γινόταν.

-Λίγες μέρες που τελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος υπήρχε ένα χάος, πολλά χωριά ερήμωσαν και πολλοί άνθρωποι είχαν χαθεί.

Τότε στο χωριό είχε έρθει μια οικογένεια από ένα άλλο μέρος της Ρωσίας. Δεν μάθαμε ποτέ από που ήρθαν μα ήταν ένα αντρόγυνο και τα τέσσερα αδέρφια του συζύγου. Τη κοπέλα την λέγανε Αλλιώνα.

Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα μόλις δεκαοχτώ χρόνων. Ο Σύζυγος της ήταν ο Αλεξάντερ ήταν εικοσιπέντε χρόνων σκληραγωγημένος και βοηθούσε στα χωράφια μεροκάματο η στο φτιάξιμο σπιτιών, βάψιμο κτλ.

Άλλα το πρόβλημα ήταν πώς είχε τραυματιστεί στο πόλεμο και τα παυσίπονα της εποχής δεν τον έπιαναν και το είχε ρίξει στο ποτό, με αποτέλεσμα να γίνεται βίαιος. Χτυπούσε την καημένη την Αλλιώνα χωρίς τον παραμικρό λόγο.

Τότε του έγιναν αυστηρές συστάσεις γιατί εμείς οι Τερκέσοι δεν δεχόμαστε τέτοιες συμπεριφορές. Και πότε δεν σηκώνουμε χέρι στις γυναίκες μας. Διαφορετικά όποιος χειροδικούσε σε γυναίκα η σε  ηλικιωμένο εκδιωχνόταν από το χωριό και η οικογένεια του ντροπιαζόταν, οπότε η οικογένεια του φρόντιζε να μην υπάρχουν τέτοιες εκκρεμότητες.

Αυτός μας υποσχόταν πως θα αλλάξει, πως δεν το έκανε με τη θέληση του, μα το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο.

Τέτοιες μέρες το 1946, ήταν ένα πολύ άσχημο βράδυ για όλο το χωριό.

Ο Αλεξάντερ έμαθε πως η μικρή Αλλιώνα ήταν έγκυος. τότε η Αλλιώνα δέχτηκε τρομερό ξυλοδαρμό διότι ο Αλεξάντερ υποστήριζε πως το παιδί δεν ήταν δικό του και πως δεν έπρεπε να ζει. Πως τον πρόσβαλε και η ντροπή έπρεπε να ξεπλυθεί. Και πήγε να φέρει τα αδέρφια του να τιμωρήσουν την Αλλιώνα.

Τότε μια κοπέλα από το χωριό που την έλεγαν Ντάρια, ήταν νοσοκόμα, πήρε την Αλλιώνα και τη φυγάδευσε. Αυτό εξόργισε τον Αλεξάντερ και τα αδέρφια του και κυνήγησαν τη Ντάρια και την Αλλιώνα.

Στο χωριό υπάρχει ένα παλιό πηγάδι. Εκεί τις πρόλαβαν και πριν προλάβουν να φωνάξουν βοήθεια τις δολοφόνησαν και τις πέταξαν στο πηγάδι.

Από τότε την ίδια μέρα κάθε χρόνο η Αλλιώνα ψάχνει δικαίωση για τον άδικο χαμό της και με μίσος εκδικείται όποιον άνδρα βρεθεί στη συγκεκριμένη στιγμή, στο συγκεκριμένο σημείο.

Τότε σηκώθηκα συνεπαρμένος από την ιστορία.

-Και γιατί δεν με σκότωσε και έμενα; ρώτησα.

-Γιατί σε έσωσε η σύζυγος σου που ήταν μαζί σου εκείνη την στιγμή. Μου απάντησε.

-Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να απολαύσεις τις διακοπές σου και να το ξεχάσεις. Συνέχισε χαμογελώντας.

Και έτσι και έγινε.

Πέρασα υπέροχα τις διακοπές μου, απόλαυσα τα ήθη και τα έθιμα, την παραδοσιακή κουζίνα, είδα τις ομορφιές του Καυκάσου και γύρισα στην Ελλάδα με πολλά δώρα και με υποσχέσεις πως σύντομα θα ξανά επισκεφθώ το τόπο τους.

Όταν γύρισα στην Αθήνα, ένα βραδάκι αποφάσισα να τακτοποιήσω τις φωτογραφίες και τα βίντεο που τραβήξαμε από τις διακοπές μας στο Καύκασο. Σε ένα φορητό σκληρό δίσκο.

Έβλεπα τις φωτογραφίες μια μια και με έπιασε μια γλυκιά νοσταλγία, ήθελα πολύ να επισκεφθώ το ίδιο μέρος ξανά αλλά καλύτερα να πήγαινα καλοκαίρι και όχι το χειμώνα γιατί είναι πολύ βαρύς.

Οι σκέψεις μου διακόπηκαν όσο έβλεπα τις φωτογραφίες. Πίσω από τα γελαστά μας πρόσωπα και τις ξένοιαστες  στιγμές είδα κάτι σαν σκιά πίσω από μένα.

Έκανα ζούμ και είδα την Αλλιώνα.

Ήταν σαν σκιά στο τοίχο, πίσω από δέντρα, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.

Όχι σε μια φωτογραφία αλλά σε όλες, με έπιασε πανικός. Η ανάσα μου έβγαινε με δυσκολία. Ένιωσα το χέρι της συζύγου μου να με ηρεμεί. Που μάλλον ξύπνησε από την ταραχή μου.

-Κοίτα, κοίτα. Της λέω έντρομος.

Και τότε άκουσα έναν ψίθυρο που ανατρίχιασα ολόκληρος.

– Ty prinadlezhish’ mne( Τι πρινάντλεζις μνέ) (μου ανήκεις, στα Ρώσικα).

===============

Ευχαριστούμε τον Dimitris Kan για την ιστορία του

===============

Αρέσει σε %d bloggers: