Monthly Archives: Ιανουαρίου 2021

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 3ο.


Μπήκα με φόρα στο ξένο υπνοδωμάτιο. Κλείδωσα με γρήγορες και νευρικές κινήσεις. Πριν προλάβω να αφήσω το κλειδί, άκουσα μια πνιγμένη στριγκλιά και κάτι βαρύ να πέφτει στο πάτωμα. Κοίταξα γύρω μου για να εντοπίσω ένα τηλέφωνο και να καλέσω την αστυνομία.

Μπαπ Μπαπ Μπαπ

Προσπαθούσε να σπάσει την πόρτα. Χτυπούσε με μανία και φοβήθηκα ότι θα τη ρίξει. Θα με έπιανε και θα με σκότωνε, όπως έκανε με τον Ηλία και την οικογένεια του. Τώρα, είχε έρθει η σειρά μου.

Μπαπ Μπαπ Μπαπ

Έπρεπε να καλέσω βοήθεια. Άρχισα να ανοίγω τα συρτάρια και να πετάω το περιεχόμενο τους στο πάτωμα. Τηλέφωνο δεν υπήρχε πουθενά. Έψαξα κάτω από το κρεβάτι και μέσα στις ντουλάπες.

Ο άγνωστος σταμάτησε να βαράει και τον άκουσα να κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω. Θεέ μου, σκέφτηκα, παίρνει φόρα για να τη ρίξει με το σώμα του. Πρέπει να βιαστώ.

Έριξε με φόρα το σώμα του πάνω στην πόρτα. Αυτή τραντάχτηκε ολόκληρη, αλλά δεν υποχώρησε. Η αποτυχημένη προσπάθεια τον πόνεσε και έβγαλε μια κραυγή.

Άρχισε να γυρνάει με βία το πόμολο και να σπρώχνει με μανία με σκοπό να σπάσει την κλειδαριά. Ξαφνικά, όμως , σταμάτησε. Επικράτησε ησυχία.

«Αγάπη μου!» Άκουσα την Αναστασία να με καλεί. «Γιάννη μου, εγώ είμαι. Άνοιξε μου.»

«Όχι, δεν είσαι εσύ. Σταμάτα να με βασανίζεις.»

«Ήρθα να σε σώσω. Άνοιξε μου.» Γύρισε το πόμολο. «Είναι και ο Ηλίας εδώ.»

«Ο Ηλίας εξαφανίστηκε.»

«Γιάννη…» Ήταν ο Ηλίας. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είχα παραισθήσεις. «Έλα άνοιξε μας. Θα σε πάμε σπίτι.»

«Φύγετε. Έχω φωνάξει την αστυνομία.» Έκανα μια προσπάθεια να τους τρομάξω, αλλά δεν ήμουν πειστικός.

«Λες ψέματα αγάπη μου. Και όποιος λέει ψέματα πέφτει μες τα αίματα» χαχάνισε.

« Το καλό που σου θέλω. Ξεκλείδωσε παιδάκι μου, δε θα σε μαλώσω.» Ήταν αυτή η φωνή της μάνας μου;

Ο φόβος με είχε πλημμυρίσει και δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Ήταν όντως γνωστοί μου άνθρωποι απέξω ή φαντάσματα που έπαιζαν μαζί μου. Μήπως τα είχα φανταστεί όλα αυτά; Όχι, δεν είχα τρελαθεί ακόμα.

Πήγα στο παράθυρο. Σκέφτηκα να το ανοίξω και να φωνάξω για βοήθεια. Δεν κατάφερα να φτάσω μέχρι εκεί. Αυτό που είδα με έκανε να σταματήσω.

Στο τζάμι διαγραφόντουσαν τρία κεφάλια. Δεν είχαν σώμα και αιωρούνταν στο κενό. Οι εσοχές των ματιών τους ήταν σκοτεινές και άδειες. Στα πρόσωπα τους ήταν ζωγραφισμένοι ο πόνος και η απελπισία. Έμοιαζαν χαμένα, σαν να μην ήξεραν που βρισκόντουσαν.

Η γυναίκα και τα παιδιά του Ηλία είχαν πεθάνει και είχαν επιστρέψει ως πνεύματα. Ήρθαν να μου δείξουν τι θα συμβεί και σε μένα. Με έπιασε ένας ίλιγγος και το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει. Η πόρτα άνοιξε με ένα δυνατό γδούπο.

Λιποθύμησα.

Όταν επανάκτησα τις αισθήσεις μου, καθόμουν σε μια καρέκλα σε έναν χώρο που δε γνώριζα. Αισθανόμουν ότι βρισκόμουν μέσα σε κουτί, του οποίου τις διαστάσεις δεν μπορούσα να προσδιορίσω με ακρίβεια.

Τα χέρια και τα πόδια μου ήταν δεμένα με ταινία. Προσπάθησα να κουνήσω τα δάκτυλα μου- τα άκρα μου είχαν παραλύσει από την έλλειψη αίματος.

«Γιάννη…», η φωνή ήταν αδύναμη και την άκουγα με δυσκολία. «Μην κουνιέσαι. Δεν πρέπει να καταλάβει ότι ξύπνησες.»

Η Αναστασία; Όχι… Η φωνή ήταν ανδρική.

«Προσπάθησα να σε προειδοποιήσω. Την είδα να κατεβαίνει προχθές -από το ματάκι- όταν εξαφανίστηκαν οι άλλοι. Ήταν-» Τον χτύπησαν με κάτι βαρύ στο κεφάλι.

« Εσένα σου είπα να σκάσεις.»

« Άσε μας να φύγουμε», είπα με όση δύναμη μου απέμενε. Το πίσω μέρος του κεφαλιού μου πονούσε πολύ. Ένιωθα κάτι μεταλλικό και κρύο να ακουμπά το δέρμα μου.

« Δεν έχουμε τελειώσει ακόμα.» Η γυναίκα βρισκόταν από πίσω μου και δεν μπορούσα να την διακρίνω. Όμως, η φωνή μου φαινόταν γνωστή.

«Τι θέλετε από μένα;»

«Ξέρεις τον παλιό αστικό μύθο. Ένας άνδρας γνωρίζει μια πολύ όμορφη γυναίκα σε ένα μπαρ. Πάνε μαζί στο σπίτι του, κάνουν σεξ και το άλλο πρωί αυτός ξυπνάει στην μπανιερά, η οποία είναι γεμάτη πάγο. Βρίσκει ένα σημείωμα που λέει ότι του έχει πάρει το ένα νεφρό.»

Η γυναίκα γύρισε την καρέκλα προς το μέρος της και έχωσε το πρόσωπο της στο δικό μου.

«Ω Θεέ μου, Ω Θεέ μου», κλαψούρισα. Ο Παντελής ήταν δεμένος σε μια καρέκλα ακριβώς από πίσω μου και δεν κουνιόταν. Δεν ήξερα αν ήταν νεκρός ή είχε χάσει τις αισθήσεις του. «Γιατί… Αναστασία γιατί θέλεις να μας πάρεις τα όργανα;»

Η Αναστασία γέλασε και με φίλησε. «Δεν ενδιαφέρομαι για το σώμα σου, αλλά για τη συνείδηση σου. Είναι η μοντέρνα εκδοχή του μύθου.» Γέλασε σαν μαινάδα. Δεν ήταν η γυναίκα που είχα αγαπήσει. όλη της η φυσιογνωμία είχε αλλάξει. Μέσα στο λυκόφως είχε πάρει μια επίβουλη και απειλητική μορφή.

«Που είναι οι άλλοι; Τους άκουσα να μου μιλάνε.»

«Πάνω μας, πίσω μας, δίπλα μας. Εκεί που είναι, ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν σημασία. Έχουν περάσει στην αθανασία. Θα τους ακολουθήσεις και εσύ σε λίγο. Βέβαια, αυτού δε θα του κάνω τη χάρη (έδειξε τον Παντελή). Θα τον αφήσω εδώ για να τον βρουν οι μπάτσοι. Θα κατηγορηθεί για τις εξαφανίσεις σας και θα περάσει το υπόλοιπο της μίζερης ζωής του φυλακή.»

«Δε θα πετύχει. Λύσε με και θα πάμε μαζί στην αστυνομία.»

Δε μου απάντησε. Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ήμουν ήρεμος. Το μυαλό μου είχε αδειάσει από κάθε σκέψη και περίμενα το αναπόφευκτο. Αποφάσισα να πεθάνω με αξιοπρέπεια. Ούτε κλάματα, ούτε παρακάλια.

Η Αναστασία πληκτρολογούσε στον υπολογιστή της. Το μόνο φως προερχόταν από την οθόνη του και έβλεπα το πρόσωπο της να δουλεύει ανέκφραστο. Είχε απόλυτη συγκέντρωση και αφοσίωση σε αυτό που έκανε.

Τότε, μου έγινε κατανοητό. Δεν το έκανε για διασκέδαση- ήταν η δουλειά της!

«Τι περιμένεις; Σκότωσες τέσσερις ανθρώπους και τώρα κολλάς σε μένα;»

«Δεν τους σκότωσα, αγάπη μου», με ειρωνεύτηκε. «Πέρασα τις συνειδήσεις τους στο δίκτυο.»

«Τι πραγ-»

Μου χάιδεψε το κεφάλι και έπιασε τον μεταλλικό σωλήνα που προεξείχε από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Πάτησε έναν διακόπτη.

«Καλώς ήρθες στην Τεχνολογική Μοναδικότητα

Ηλεκτρικό ρεύμα με διαπέρασε. Εγκατέλειψα σταδιακά το ανθρώπινο σώμα μου. Ένιωθα ζωντανός, αλλά ήμουν άυλος, χωρίς διαστάσεις και χωρίς αίσθηση του χρόνο. Ο χωρόχρονος έπαψε να υπάρχει.

End of input….

========================

========================

Ευχαριστούμε τον Archie για την ιστορία του

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 2ο.


«…Ήταν το δικό μου!»

Το είπα φωνακτά και φοβήθηκα μήπως είχα ξυπνήσει την Αναστασία. Κοίταξα προς το μέρος της για να βεβαιωθώ. Δεν είχε καταλάβει τίποτα και ροχάλισε απαλά, σκεπασμένη μέχρι τον λαιμό. Πήγα στο μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου.

Έβαλα το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση και έτριψα το πρόσωπο μου με παγωμένο νερό. Η κρύα αίσθηση πάνω στο ζεστό από τον ιδρώτα δέρμα μου με έκανε να ανατριχιάσω. Έσφιξα τα δόντια μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Παρατήρησα για ώρα την αντανάκλαση μου, χωρίς να ξέρω τι ψάχνω να βρω. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα και τα βλέφαρα μου τα ένιωθα βαριά- σαν να είχα βάλει τα κλάματα.

Σκεφτόμουν ακόμα τον εφιάλτη. Μου φαινόταν ανόητος, αλλά με είχε επηρεάσει η όλη κατάσταση με την εξαφάνιση. Μάλλον, γι’ αυτό έβλεπα και τέτοια όνειρα. Ένα κομμάτι του εαυτού μου περίμενε να δει τη σκοτεινή φιγούρα στον καθρέφτη- να στέκεται πίσω μου κρατώντας το κομμένο μου κεφάλι. Αλλά δε ζω σε ταινία τρόμου· αυτή είναι η πραγματική ζωή, που οι μόνοι που καραδοκούν στις σκιές είναι οι εγκληματίες.

Θα ήταν τρομερά γραφική μια τέτοια σκηνή και αυτό θα ήταν το πιο τρομαχτικό, σκέφτηκα και χαμογέλασα σαρκαστικά.

Το γέλιο μου κόπηκε απότομα όταν άκουσα τον χτύπο στην πόρτα. Ήταν δυνατός και επίμονος. Το αρχικό σοκ πέρασε γρήγορα και με κυρίευσε ο θυμός. Αυτή τη φορά ο Παντελής το είχε παρακάνει.

Άνοιξα απότομα την πόρτα και ήμουν έτοιμος να του πω ότι βρισιά κρατούσα μέσα μου γι’ αυτόν τον ανεκδιήγητο άνθρωπό. Αλλά θα έπρεπε να βρω κάποια άλλη ευκαιρία για να του τα χώσω. Στον σκοτεινό διάδρομο δεν υπήρχε κανένας.

Πήγα μέχρι το διαμέρισμα του στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Ήθελα να μάθω αν μου είχε χτυπήσει την πόρτα βραδιάτικα. Δε θα το παραδεχόταν, αλλά ήμουν θυμωμένος και ήθελα να του τρίξω τα δόντια.

Είχα φτάσει στα μισά του διαδρόμου και ο ήχος της πόρτας μου που έκλεινε με έκανε να γυρίσω. Έτρεξα για να την προλάβω, αλλά ήταν αργά. Κλειδώθηκα έξω χωρίς κλειδιά και κινητό. Έμεινα για λίγο ακίνητος μέσα στο σκοτάδι. Θα με άκουγε η Αναστασία; Πάντα κοιμόταν βαριά.

Πάτησα το κουδούνι, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κανένας ήχος δεν ακούστηκε μέσα από το διαμέρισμα. Η ατυχία μου συνεχιζόταν. Το κουδούνι είχε αποφασίσει να χαλάσει τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Πήγα να χτυπήσω την πόρτα, όμως τα βήματα με έκαναν να παγώσω.

Δεν μπορούσα να προσδιορίσω την ακριβή τους τοποθεσία. Το γεγονός ότι βρισκόμουν στο απόλυτο σκοτάδι, με είχε αποπροσανατολίσει. Αποφάσισα να χτυπήσω στον Παντελή και να τηλεφωνήσω από κει στην Αναστασία. Ήμουν σχεδόν βεβαίως ότι αυτός είχε κάνει τα βήματα που άκουσα. Κρυβόταν πίσω από την πόρτα και γελούσε με την ταλαιπωρία μου.

Έψαξα να βρω τον διακόπτη για να ανάψω το φως στο διάδρομο. Ψαχούλεψα τον τοίχο για να τον εντοπίσω, αλλά αποδείχθηκε χάσιμο χρόνου. Πάτησα το στρογγυλό κουμπί χωρίς αποτέλεσμα και μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός απογοήτευσης.

Την τύχη μου μέσα, σκέφτηκα, έπεσε και το ρεύμα. Τι άλλο θα μου συμβεί;

Η διαδρομή μέχρι την πόρτα του Παντελή μου φαινόταν ατελείωτη. Περπατούσα αργά και πρόσεχα να μη σκοντάψω πουθενά. Το πάτωμα ήταν παλιό με πολλά μικρά εξογκώματα. Μέσα στο σκοτάδι μετατρέπονταν παγίδες που μπορούσαν πολύ εύκολα να καταλήξουν σε διάστρεμμα ή να σε στείλουν να μετρήσεις με το κεφάλι σου ένα, ένα τα σκαλιά.

Χτύπησα τρεις φορές. Δεν έλαβα καμία απάντηση από την άλλη πλευρά. Το μυαλό μου έκανε διάφορα σενάρια για το τι έχει συμβεί. Αν είχε πάθει κάτι δε θα μπορούσα να τον βοηθήσω. Έπρεπε να κατέβω στον δεύτερο όροφο και να ζητήσω βοήθεια.

Πλησίασα τις σκάλες και κατέβασα με προσοχή το ένα μου πόδι ψάχνοντας το πρώτο σκαλοπάτι. Δεν έβλεπα πέρα από τη μύτη μου και έπρεπε να ζυγίζω καλά τα βήματα μου. Έπιασα τη σιδερένια κουπαστή- το μέταλλο ήταν παγωμένο λες και το είχαν βγάλει από την κατάψυξη.

Το φως που ερχόταν από τον επάνω όροφο με έκανε να σταματήσω και να κοιτάξω μέσα από το άνοιγμα της σκάλας. Άκουσα κάποιον να τρέχει και μια πόρτα να ανοίγει τρίζοντας.

Κρύος ιδρώτας άρχισε να τρέχει από το μέτωπο μου και τα πόδια μου είχαν λυγίσει. Έμεινα για λίγο ακίνητος, σαν ελάφι μπροστά σε φώτα αυτοκινήτου. Υποτίθεται ότι δεν είχαμε ρεύμα ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Επιπλέον, κανένας δεν έμενε στον όροφο αφότου είχε εξαφανιστεί ο Ηλίας και η οικογένεια του.

Μετά από λίγα λεπτά -που μου φάνηκαν αιώνας- συνήλθα από το σοκ και κατάλαβα τι είχε συμβεί. Ο Παντελής είχε αποφασίσει να ψάξει το άδειο διαμέρισμα για να ικανοποιήσει την περιέργεια του.

«Είναι μαλάκας ο άνθρωπος» ψιθύρισα με θυμό.

Αποφάσισα να τον πιάσω στα πράσα και να του ρίξω το βρίσιμο του αιώνα. Αυτή τη φορά είχε διαπράξει έγκλημα, αφού είχε εισέλθει παράνομα σε ξένο σπίτι. Η εικόνα των μπάτσων να του βάζουν χειροπέδες και να μπαίνει στο περιπολικό, μου προκάλεσε ευφορία. Χαμογέλασα χαιρέκακα και ανέβηκα τις σκάλες.

Τα διαμερίσματα είχαν όλα την ίδια διαρρύθμιση, οπότε μπορούσα να κινηθώ με σχετική ευκολία μέσα στο έρημο σπίτι (ηλεκτρισμός δεν υπήρχε και τα φώτα δεν λειτουργούσαν). Δεν έκανα θόρυβο για να μη με καταλάβει. Ήθελα να τον ξαφνιάσω και να μην έχει χρόνο για να σκεφτεί κάποια δικαιολογία. Θα τον είχα στο χέρι.

Τα πράγματα όμως δεν πήγαν έτσι όπως τα είχα υπολογίσει. Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, το σύμπαν γελάει.

Έψαχνα για ώρα μέσα στο ξένο σπίτι, αλλά χωρίς αποτελέσματα. Αν και δεν έβλεπα καθαρά -το μόνο φως ερχόταν από τον δρόμο- πέρασα από όλα τα δωμάτια· ο γείτονας μου δεν ήταν πουθενά. Είτε είχα φανταστεί το τρέξιμο είτε ο Παντελής είχε γίνει αόρατος.

Ότι και να συνέβαινε, δεν είχα καταφέρει κάτι· ήταν η ώρα να φύγω. Άλλωστε, και εγώ είχα εισβάλει παράνομα σε μια σκηνή εγκλήματος. Αν έμπαινε αυτή τη στιγμή η αστυνομία δε θα μπορούσα να τους αποδείξω ότι δεν ήμουν ελέφαντας. Θα έμπλεκα στα σίγουρα.

Η έξοδος μου ήταν φραγμένη. Μια μεγάλη ανθρώπινη φιγούρα στεκόταν ανάμεσα σε μένα και την εξώπορτα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. Έμοιαζε περισσότερο με σκιά που είχε πάρει σάρκα και οστά. Στα χέρια της κρατούσε κάτι μεταλλικό και μυτερό· δεν μπορούσα να το διακρίνω με σιγουριά. Το στριφογύριζε με άνεση, σαν να έπαιζε με κάποιο παιχνίδι.

«Ποιος είσαι;» Η φωνή μου έτρεμε. « Νόμιζα ότι άκουσα κάποι-»

Σήκωσε το μαχαίρι και έδειξε προς το μέρος μου. Ένα αίσθημα τρόμου και απόγνωσης με πλημμύρισε. Ο εφιάλτης είχε γίνει πραγματικότητα. Ένιωσα ένα σφίξιμο στον λαιμό μου και τον έτριψα ασυναίσθητα.

Ο άγνωστος άρχισε να κινείτε γρήγορα προς το μέρος μου. Εκείνη τη στιγμή τα ένστικτα μου πήραν τον έλεγχο. Χωρίς να το αντιληφθώ είχα βρεθεί στην άλλη άκρη του σαλονιού. Είδα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να στέκει ορθάνοικτη και έτρεξα προς την μόνη δίοδο σωτηρίας που είχα.

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 1ο.


«Μπορείς να μου πεις τι θέλει τώρα;»

Έκανα νόημα στην Αναστασία να το βουλώσει και κοίταξα από το ματάκι της πόρτας.

Ο ενοχλητικός μου γείτονας, ο Παντελής, βρισκόταν στην άλλη πλευρά. Ήταν ένας αντιπαθητικός γέρος, που ζούσε στο απέναντι διαμέρισμα. Μου χτυπούσε την πόρτα αρκετά βράδια για να παραπονεθεί επειδή κάναμε θόρυβο ή να μου πει για την οικογένεια από την Αλβανία που είχε μετακομίσει στον επάνω όροφο και φοβόταν μην τον κλέψουν. Το οποίο ήταν τελείως υποκριτικό εκ μέρους του, καθώς τον είχαμε πιάσει να κλέβει από τα κοινόχρηστα και τον παύσαμε από διαχειριστή.

Ήταν λοιπόν φυσικό να τον αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι. Σήμερα βέβαια το είχε παρακάνει. Για τρίτη φορά μέσα σε ένα βράδυ μου χτυπούσε επιτακτικά την πόρτα. Είχα αποφασίσει να μην του ανοίξω, αλλά μου είχε σπάσει τα νεύρα.

«Τι συμβαίνει και μου χτυπάς βραδιάτικα την πόρτα, κυρ Παντελή;» του είπα με αγανάκτηση.

«Ευτυχώς παιδί μου, είσαι σπίτι. Φοβόμουν ότι θα έλειπες», είπε με έκπληξη, αν και ήμουν σίγουρος ότι γνώριζε πολύ καλά ότι δεν έλειπα.

Αποφάσισα να μην το σχολιάσω· δεν είχα καμία όρεξη να τσακωθώ. «Ναι, είπαμε να κάτσουμε μέσα σήμερα. Έγινε κάτι;»

«Όχι…», δυσκολεύτηκε να συνεχίσει καθώς κατάλαβε ότι δεν ήμουν μόνος. «Δηλαδή, ναι. Γιάννη έμαθες για τους Αλβανούς στο επάνω διαμέρισμα;»

Γαμώ το μου, σκέφτηκα, δεν αντέχω ακόμη ένα ρατσιστικό παραλήρημα. Ήμουν έτοιμος να τον διώξω κλείνοντας γρήγορα την πόρτα, αλλά με πρόλαβε.

«Εξαφανίστηκαν.»

«Τι πράγμα;»

«Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Ήρθε η αστυνομία και τους έψαχνε. Μπήκαν και στο σπίτι, αλλά όλα τους τα πράγματα και οι βαλίτσες τους ήταν εκεί. Τους ψάχνουν από προχθές.»

«Είμαι σίγουρος ότι θα εμφανιστούν κάποια στιγμή. Δεν εξαφανίζεται έτσι ο κόσμος.»

«Όχι, όχι. Είδα πριν στην τηλεόραση ότι έχουν βγάλει Αmber Αlert.»

Αν δεν ήξερα τι σκατόψυχος ήταν, θα πίστευα ότι ανησυχούσε πραγματικά. Δεν τον είχα δει ποτέ τόσο ταραγμένο. Βαριανάσανε και έτριβε νευρικά τα χέρια του. Τα μάτια του ήταν κολλημένα στο πάτωμα (συνήθως κοιτούσε την Αναστασία και έγλυφε τα χείλη του) και απέφευγε να συναντήσει το βλέμμα μου.

Ωστόσο, η είδηση της εξαφάνισης με έκανε να ανησυχήσω. Γνώριζα τον Ηλία -τον πατέρα- καθώς είχαμε μιλήσει αρκετές φορές. Ήταν παντρεμένος με μια αρκετά μικρότερη γυναίκα και είχαν δύο παιδιά. Μου είχαν δώσει την εντύπωση μιας ήσυχη και ευγενικής οικογένειας. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν μπλεγμένοι σε κάποια βρωμοδουλειά και έπρεπε να εξαφανιστούν.

«Ίσως θα πρέπει να κλειδώνουμε τις πόρτες μας και την εξώπορτα της πολυκατοικίας.»

«Αυτό σκέφτηκα και εγώ παιδί μου και είπα να έρθω να σε ειδοποιήσω.»

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Λοιπόν, πρέπει να επιστρέψουμε στο κρεβάτι, γιατί ξυπνάμε νωρίς αύριο», δεν περίμενα να πει κάτι περισσότερο και έκλεισα την πόρτα.

Γύρισα στην Αναστασία και της χαμογέλασα με αμηχανία. Η ίδια είχε γουρλώσει τα μάτια της και ήταν έτοιμη να μου πει κάτι, αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη. Ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε.

«Θα σε προστατέψω εγώ, αγάπη μου», είπε με περιπαικτικό ύφος και με φίλησε με πάθος.

Τα χείλη της ήταν υγρά και απαλά. Μου κράταγε με δύναμη το κεφάλι και με τράβηξε προς την κρεβατοκάμαρα. Τα νέα με είχαν επηρεάσει, αλλά το σεξ ήταν κάτι που δεν της το είχα αρνηθεί ποτέ. Και δε θα το έκανα τώρα.

«Λες να τους σκότωσε ο Παντελής;» μου είπε όταν είχαμε τελειώσει.

«Μπορεί να είναι ρατσιστής και μισάνθρωπος, αλλά είναι πολύ τεμπέλης για να οργανώσει ολόκληρη εξαφάνιση.»

«Έχεις δίκιο. Άσε που αν έτρεχαν δε θα μπορούσε να τους κυνηγήσει», γέλασε με το υπονοούμενο για τη σωματική διάπλαση του.

Εξεβίασα ένα χαμόγελο, αλλά δε σχολίασα το απρεπές σχόλιο. Ο ίδιος βέβαια έκανε χειρότερα σχόλια για την εμφάνιση των άλλων, αλλά δεν υπήρχε λόγος να πέσουμε στο επίπεδο του.

«Είναι όντως πολύ περίεργο. Και εμείς δεν ακούσαμε τίποτα», απάντησα τελικά.

«Θα πρόσεχαν να μη μας ενοχλήσουν φαίνεται.»

Ούτε αυτή τη φορά γέλασα. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που τους είδαμε;»

«Εγώ δεν τους έχω γνωρίσει». Χασμουρήθηκε δυνατά και έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι. Η συζήτηση είχε λάβει τέλος.

Η Αναστασία δούλευε πολλές ώρες στο τμήμα Επιστήμης της Πληροφορικής του Πανεπιστημίου και λόγω της κούρασης δεν άργησε να την πάρει ο ύπνος. Εγώ πάλι δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Η ιστορία με την οικογένεια του Ηλία μου τριβέλιζε το μυαλό. Κυκλοφορούσε κάποιος τρελός, ο οποίος απήγαγε και σκότωνε ολόκληρη οικογένεια;

Είχα διαβάσει για τέτοιες υποθέσεις. Άτομα που την έβρισκαν να παγιδεύουν και να βασανίζουν άλλους ανθρώπους. Έπρεπε να μάθω περισσότερα για την υπόθεση.

Άνοιξα το κινητό μου και έγραψα στην μηχανή αναζήτησης το όνομα των γειτόνων μας. Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν διάφοροι λογαριασμοί στα σόσιαλ μίντια. Κανένας δεν άνηκε στα μέλη της οικογένειας. Έγραψα ολόκληρο το όνομα του πατέρα.

Ηλίας Ν.

Η σελίδα του Αmber Αlert εμφανίστηκε πρώτη. Την άνοιξα και διάβασα την προειδοποίηση για την εξαφάνιση. Απλώς περιέγραφε τα χαρακτηριστικά του και έλεγε το μέρος και την ημερομηνία που εξαφανίστηκε. Ανέφερε ότι αγνοείται μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά. Στο τέλος της σελίδας είχε τους συνδέσμους και για τα υπόλοιπα μέλη. Κανένα καινούργιο στοιχείο!

Ξαναγύρισα στις αναζητήσεις, αλλά δε βρήκα κάτι περισσότερο. Απογοητεύτηκα από την έλλειψη πληροφοριών και άνοιξα το Facebook. Η Αναστασία άλλαξε πλευρό.

Τα καστανά μαλλιά της είχαν καλύψει το πρόσωπο της. Δε χόρταινα να τη βλέπω να κοιμάται. Τα χαρακτηριστικά της ήταν απλά, χωρίς κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει ήταν το ζεστό χαμόγελο της και το πρόσχαρο βλέμμα της. Της χάιδεψα απαλά τα μαλλιά.

Ο ύπνος μου ήταν ανήσυχος. Συνήθως έβλεπα όνειρα που είχαν να κάνουν με τη δουλειά μου ή με διαγωνίσματα στα οποία είχα αργήσει να πάω και έμενα μετεξεταστέος. Κάποτε είχα δει ότι πετούσα πάνω από τη θάλασσα. Δε θυμάμαι αν έπεσα και πνίγηκα, αλλά θυμάμαι ότι η αίσθηση ήταν απελευθερωτική.

Αυτή τη φορά ο εφιάλτης με έκανε να πεταχτώ από τον ύπνο μου. Ήμουν λουσμένος στον ιδρώτα. Σηκώθηκα και περπάτησα μέχρι το παράθυρο. Έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή.

Στο όνειρό μου καθόμουν σε ένα τραπέζι και έτρωγα. Δεν μπορούσα να δω τι υπήρχε στο πιάτο μου, αλλά το τσιμπούσα με το πιρούνι μου. Γύρω μου επικρατούσε σκοτάδι. Δεν μπορούσα να διακρίνω την άλλη πλευρά του τραπεζιού.

Πήρα μια μπουκιά και την έβαλα στο στόμα μου. Ένιωσα ότι μασούσα αέρα, αλλά η γεύση ήταν περίεργη. Ζουμιά έτρεχαν από την άκρη των χειλιών μου. Προσπάθησα να τα σκουπίσω· δεν ακουμπούσα το πρόσωπο μου, λες και ήταν άυλο. Ένα χέρι εμφανίστηκε από το πουθενά και καθάρισε το στόμα μου. Μετά ένιωσα τον άγνωστο να βάζει τα χέρια του στους ώμους μου και να μου ασκεί πίεση. Δεν μπορούσα να σηκωθώ.

Ποιος είσαι; Σκέφτηκα, αλλά δεν μπορούσα να αρθρώσω την ερώτηση για να με ακούσει. Άσε με.

Οι σκιές άρχισαν να υποχωρούν. Απέναντί μου καθόταν μια μαυροφορεμένη φιγούρα. Είχε ρίξει ένα πέπλο πάνω από το πρόσωπο της. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα και μπροστά της μπορούσα να διακρίνω ένα άδειο πιάτο. Είχε τελειώσει το φαγητό της και με περίμενε.

Προσπάθησα να κατεβάσω το βλέμμα μου για να ανακαλύψω τι τρώω. Το κεφάλι μου κουνήθηκε ελάχιστα και ένιωσα ένα μάγκωμα στην σπονδυλική μου στήλη· δεν ολοκλήρωσα την κίνηση. Το πιρούνι ξαναήρθε στο στόμα μου και έφαγα ακόμα μια μπουκιά.

ΑΙΜΑ…

Το αόρατο χέρι με τάιζε κάτι ωμό. Δεν καταλάβαινα όμως τι ζώο ήταν- η γεύση δε μου ήταν γνώριμη. Έριξα το βλέμμα μου στην άγνωστη φιγούρα και προσπάθησα να τη ρωτήσω.

Τι με ταΐζεις;

Είχε μετακινηθεί πιο κοντά σε μένα- ή για να είμαι πιο ακριβής το τραπέζι είχε μικρύνει. Πλέον, δε φορούσε το πέπλο. Το πρόσωπο της ήταν στρογγυλό, λευκό και λείο. Έμοιαζε σαν να ήταν φτιαγμένο από πορσελάνη.

Την γκροτέσκο εικόνα συμπλήρωνε το απόκοσμο χαμόγελο της – ήταν σαν να προσπαθούσε να μου πει ένα πονηρό μυστικό. Τα μάτια, η μύτη και τα αυτιά έλειπαν. Έμοιαζε με πίνακα που είχαν ξεχάσει να τον ολοκληρώσουν.

Δε με τρόμαζε. Αντιθέτως, μου προκαλούσε μια αίσθηση οικειότητας. Την είχα ξαναδεί στον ύπνο μου; Ή μήπως ήταν από κάποιο θρίλερ που είχαμε δει με την Αναστασία; Γιατί δεν μπορούσα να τη θυμηθώ;

Σήκωσε το ένα χέρι και έδειξε το πιάτο μου. Με καλούσε να συνεχίσω να τρώω το αηδιαστικό περιεχόμενο.

Άσε με να φύγω, παρακαλώ. Δε θέλω να φάω άλλο.

Με κατάλαβε και το χαμόγελο της έγινε απειλητικό. Είχε χάσει την υπομονή της. Μου έκανε νόημα επιτακτικά να δω το πιάτο. Με περιέπαιζε και το διασκέδαζε.

Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να κάνω την προσπάθεια. Το αόρατο χέρι με έσπρωξε προς τα κάτω. Ένιωσα την πίεση και τον πόνο μέχρι το μεδούλι. Και τότε είδα τι μου έδειχνε η φιγούρα.

Στο πιάτο δεν υπήρχε κάποιο νεκρό και άψητο ζώο, αλλά κάτι που έμοιαζε με ανθρώπινο κεφάλι. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ για να καταλάβω ποιος ήταν.

Ήταν δύσκολο να τον αναγνωρίσω γιατί του έλειπαν τα μάτια (ήταν οι δύο μπουκιές που έφαγα;). Το αίμα – που έτρεχε ακόμα από τις κόγχες- είχε ποτίσει όλο το πρόσωπο. Έσκυψα για να το δω καλύτερα. Το κεφάλι ήταν…

Αρέσει σε %d bloggers: