Monthly Archives: Ιανουαρίου 2021

Μυστηρίου: Από Μηχανής, Μέρος 1ο.


«Μπορείς να μου πεις τι θέλει τώρα;»

Έκανα νόημα στην Αναστασία να το βουλώσει και κοίταξα από το ματάκι της πόρτας.

Ο ενοχλητικός μου γείτονας, ο Παντελής, βρισκόταν στην άλλη πλευρά. Ήταν ένας αντιπαθητικός γέρος, που ζούσε στο απέναντι διαμέρισμα. Μου χτυπούσε την πόρτα αρκετά βράδια για να παραπονεθεί επειδή κάναμε θόρυβο ή να μου πει για την οικογένεια από την Αλβανία που είχε μετακομίσει στον επάνω όροφο και φοβόταν μην τον κλέψουν. Το οποίο ήταν τελείως υποκριτικό εκ μέρους του, καθώς τον είχαμε πιάσει να κλέβει από τα κοινόχρηστα και τον παύσαμε από διαχειριστή.

Ήταν λοιπόν φυσικό να τον αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι. Σήμερα βέβαια το είχε παρακάνει. Για τρίτη φορά μέσα σε ένα βράδυ μου χτυπούσε επιτακτικά την πόρτα. Είχα αποφασίσει να μην του ανοίξω, αλλά μου είχε σπάσει τα νεύρα.

«Τι συμβαίνει και μου χτυπάς βραδιάτικα την πόρτα, κυρ Παντελή;» του είπα με αγανάκτηση.

«Ευτυχώς παιδί μου, είσαι σπίτι. Φοβόμουν ότι θα έλειπες», είπε με έκπληξη, αν και ήμουν σίγουρος ότι γνώριζε πολύ καλά ότι δεν έλειπα.

Αποφάσισα να μην το σχολιάσω· δεν είχα καμία όρεξη να τσακωθώ. «Ναι, είπαμε να κάτσουμε μέσα σήμερα. Έγινε κάτι;»

«Όχι…», δυσκολεύτηκε να συνεχίσει καθώς κατάλαβε ότι δεν ήμουν μόνος. «Δηλαδή, ναι. Γιάννη έμαθες για τους Αλβανούς στο επάνω διαμέρισμα;»

Γαμώ το μου, σκέφτηκα, δεν αντέχω ακόμη ένα ρατσιστικό παραλήρημα. Ήμουν έτοιμος να τον διώξω κλείνοντας γρήγορα την πόρτα, αλλά με πρόλαβε.

«Εξαφανίστηκαν.»

«Τι πράγμα;»

«Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Ήρθε η αστυνομία και τους έψαχνε. Μπήκαν και στο σπίτι, αλλά όλα τους τα πράγματα και οι βαλίτσες τους ήταν εκεί. Τους ψάχνουν από προχθές.»

«Είμαι σίγουρος ότι θα εμφανιστούν κάποια στιγμή. Δεν εξαφανίζεται έτσι ο κόσμος.»

«Όχι, όχι. Είδα πριν στην τηλεόραση ότι έχουν βγάλει Αmber Αlert.»

Αν δεν ήξερα τι σκατόψυχος ήταν, θα πίστευα ότι ανησυχούσε πραγματικά. Δεν τον είχα δει ποτέ τόσο ταραγμένο. Βαριανάσανε και έτριβε νευρικά τα χέρια του. Τα μάτια του ήταν κολλημένα στο πάτωμα (συνήθως κοιτούσε την Αναστασία και έγλυφε τα χείλη του) και απέφευγε να συναντήσει το βλέμμα μου.

Ωστόσο, η είδηση της εξαφάνισης με έκανε να ανησυχήσω. Γνώριζα τον Ηλία -τον πατέρα- καθώς είχαμε μιλήσει αρκετές φορές. Ήταν παντρεμένος με μια αρκετά μικρότερη γυναίκα και είχαν δύο παιδιά. Μου είχαν δώσει την εντύπωση μιας ήσυχη και ευγενικής οικογένειας. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν μπλεγμένοι σε κάποια βρωμοδουλειά και έπρεπε να εξαφανιστούν.

«Ίσως θα πρέπει να κλειδώνουμε τις πόρτες μας και την εξώπορτα της πολυκατοικίας.»

«Αυτό σκέφτηκα και εγώ παιδί μου και είπα να έρθω να σε ειδοποιήσω.»

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Λοιπόν, πρέπει να επιστρέψουμε στο κρεβάτι, γιατί ξυπνάμε νωρίς αύριο», δεν περίμενα να πει κάτι περισσότερο και έκλεισα την πόρτα.

Γύρισα στην Αναστασία και της χαμογέλασα με αμηχανία. Η ίδια είχε γουρλώσει τα μάτια της και ήταν έτοιμη να μου πει κάτι, αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη. Ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε.

«Θα σε προστατέψω εγώ, αγάπη μου», είπε με περιπαικτικό ύφος και με φίλησε με πάθος.

Τα χείλη της ήταν υγρά και απαλά. Μου κράταγε με δύναμη το κεφάλι και με τράβηξε προς την κρεβατοκάμαρα. Τα νέα με είχαν επηρεάσει, αλλά το σεξ ήταν κάτι που δεν της το είχα αρνηθεί ποτέ. Και δε θα το έκανα τώρα.

«Λες να τους σκότωσε ο Παντελής;» μου είπε όταν είχαμε τελειώσει.

«Μπορεί να είναι ρατσιστής και μισάνθρωπος, αλλά είναι πολύ τεμπέλης για να οργανώσει ολόκληρη εξαφάνιση.»

«Έχεις δίκιο. Άσε που αν έτρεχαν δε θα μπορούσε να τους κυνηγήσει», γέλασε με το υπονοούμενο για τη σωματική διάπλαση του.

Εξεβίασα ένα χαμόγελο, αλλά δε σχολίασα το απρεπές σχόλιο. Ο ίδιος βέβαια έκανε χειρότερα σχόλια για την εμφάνιση των άλλων, αλλά δεν υπήρχε λόγος να πέσουμε στο επίπεδο του.

«Είναι όντως πολύ περίεργο. Και εμείς δεν ακούσαμε τίποτα», απάντησα τελικά.

«Θα πρόσεχαν να μη μας ενοχλήσουν φαίνεται.»

Ούτε αυτή τη φορά γέλασα. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που τους είδαμε;»

«Εγώ δεν τους έχω γνωρίσει». Χασμουρήθηκε δυνατά και έχωσε το κεφάλι της στο μαξιλάρι. Η συζήτηση είχε λάβει τέλος.

Η Αναστασία δούλευε πολλές ώρες στο τμήμα Επιστήμης της Πληροφορικής του Πανεπιστημίου και λόγω της κούρασης δεν άργησε να την πάρει ο ύπνος. Εγώ πάλι δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Η ιστορία με την οικογένεια του Ηλία μου τριβέλιζε το μυαλό. Κυκλοφορούσε κάποιος τρελός, ο οποίος απήγαγε και σκότωνε ολόκληρη οικογένεια;

Είχα διαβάσει για τέτοιες υποθέσεις. Άτομα που την έβρισκαν να παγιδεύουν και να βασανίζουν άλλους ανθρώπους. Έπρεπε να μάθω περισσότερα για την υπόθεση.

Άνοιξα το κινητό μου και έγραψα στην μηχανή αναζήτησης το όνομα των γειτόνων μας. Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν διάφοροι λογαριασμοί στα σόσιαλ μίντια. Κανένας δεν άνηκε στα μέλη της οικογένειας. Έγραψα ολόκληρο το όνομα του πατέρα.

Ηλίας Ν.

Η σελίδα του Αmber Αlert εμφανίστηκε πρώτη. Την άνοιξα και διάβασα την προειδοποίηση για την εξαφάνιση. Απλώς περιέγραφε τα χαρακτηριστικά του και έλεγε το μέρος και την ημερομηνία που εξαφανίστηκε. Ανέφερε ότι αγνοείται μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά. Στο τέλος της σελίδας είχε τους συνδέσμους και για τα υπόλοιπα μέλη. Κανένα καινούργιο στοιχείο!

Ξαναγύρισα στις αναζητήσεις, αλλά δε βρήκα κάτι περισσότερο. Απογοητεύτηκα από την έλλειψη πληροφοριών και άνοιξα το Facebook. Η Αναστασία άλλαξε πλευρό.

Τα καστανά μαλλιά της είχαν καλύψει το πρόσωπο της. Δε χόρταινα να τη βλέπω να κοιμάται. Τα χαρακτηριστικά της ήταν απλά, χωρίς κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει ήταν το ζεστό χαμόγελο της και το πρόσχαρο βλέμμα της. Της χάιδεψα απαλά τα μαλλιά.

Ο ύπνος μου ήταν ανήσυχος. Συνήθως έβλεπα όνειρα που είχαν να κάνουν με τη δουλειά μου ή με διαγωνίσματα στα οποία είχα αργήσει να πάω και έμενα μετεξεταστέος. Κάποτε είχα δει ότι πετούσα πάνω από τη θάλασσα. Δε θυμάμαι αν έπεσα και πνίγηκα, αλλά θυμάμαι ότι η αίσθηση ήταν απελευθερωτική.

Αυτή τη φορά ο εφιάλτης με έκανε να πεταχτώ από τον ύπνο μου. Ήμουν λουσμένος στον ιδρώτα. Σηκώθηκα και περπάτησα μέχρι το παράθυρο. Έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή.

Στο όνειρό μου καθόμουν σε ένα τραπέζι και έτρωγα. Δεν μπορούσα να δω τι υπήρχε στο πιάτο μου, αλλά το τσιμπούσα με το πιρούνι μου. Γύρω μου επικρατούσε σκοτάδι. Δεν μπορούσα να διακρίνω την άλλη πλευρά του τραπεζιού.

Πήρα μια μπουκιά και την έβαλα στο στόμα μου. Ένιωσα ότι μασούσα αέρα, αλλά η γεύση ήταν περίεργη. Ζουμιά έτρεχαν από την άκρη των χειλιών μου. Προσπάθησα να τα σκουπίσω· δεν ακουμπούσα το πρόσωπο μου, λες και ήταν άυλο. Ένα χέρι εμφανίστηκε από το πουθενά και καθάρισε το στόμα μου. Μετά ένιωσα τον άγνωστο να βάζει τα χέρια του στους ώμους μου και να μου ασκεί πίεση. Δεν μπορούσα να σηκωθώ.

Ποιος είσαι; Σκέφτηκα, αλλά δεν μπορούσα να αρθρώσω την ερώτηση για να με ακούσει. Άσε με.

Οι σκιές άρχισαν να υποχωρούν. Απέναντί μου καθόταν μια μαυροφορεμένη φιγούρα. Είχε ρίξει ένα πέπλο πάνω από το πρόσωπο της. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα και μπροστά της μπορούσα να διακρίνω ένα άδειο πιάτο. Είχε τελειώσει το φαγητό της και με περίμενε.

Προσπάθησα να κατεβάσω το βλέμμα μου για να ανακαλύψω τι τρώω. Το κεφάλι μου κουνήθηκε ελάχιστα και ένιωσα ένα μάγκωμα στην σπονδυλική μου στήλη· δεν ολοκλήρωσα την κίνηση. Το πιρούνι ξαναήρθε στο στόμα μου και έφαγα ακόμα μια μπουκιά.

ΑΙΜΑ…

Το αόρατο χέρι με τάιζε κάτι ωμό. Δεν καταλάβαινα όμως τι ζώο ήταν- η γεύση δε μου ήταν γνώριμη. Έριξα το βλέμμα μου στην άγνωστη φιγούρα και προσπάθησα να τη ρωτήσω.

Τι με ταΐζεις;

Είχε μετακινηθεί πιο κοντά σε μένα- ή για να είμαι πιο ακριβής το τραπέζι είχε μικρύνει. Πλέον, δε φορούσε το πέπλο. Το πρόσωπο της ήταν στρογγυλό, λευκό και λείο. Έμοιαζε σαν να ήταν φτιαγμένο από πορσελάνη.

Την γκροτέσκο εικόνα συμπλήρωνε το απόκοσμο χαμόγελο της – ήταν σαν να προσπαθούσε να μου πει ένα πονηρό μυστικό. Τα μάτια, η μύτη και τα αυτιά έλειπαν. Έμοιαζε με πίνακα που είχαν ξεχάσει να τον ολοκληρώσουν.

Δε με τρόμαζε. Αντιθέτως, μου προκαλούσε μια αίσθηση οικειότητας. Την είχα ξαναδεί στον ύπνο μου; Ή μήπως ήταν από κάποιο θρίλερ που είχαμε δει με την Αναστασία; Γιατί δεν μπορούσα να τη θυμηθώ;

Σήκωσε το ένα χέρι και έδειξε το πιάτο μου. Με καλούσε να συνεχίσω να τρώω το αηδιαστικό περιεχόμενο.

Άσε με να φύγω, παρακαλώ. Δε θέλω να φάω άλλο.

Με κατάλαβε και το χαμόγελο της έγινε απειλητικό. Είχε χάσει την υπομονή της. Μου έκανε νόημα επιτακτικά να δω το πιάτο. Με περιέπαιζε και το διασκέδαζε.

Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να κάνω την προσπάθεια. Το αόρατο χέρι με έσπρωξε προς τα κάτω. Ένιωσα την πίεση και τον πόνο μέχρι το μεδούλι. Και τότε είδα τι μου έδειχνε η φιγούρα.

Στο πιάτο δεν υπήρχε κάποιο νεκρό και άψητο ζώο, αλλά κάτι που έμοιαζε με ανθρώπινο κεφάλι. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ για να καταλάβω ποιος ήταν.

Ήταν δύσκολο να τον αναγνωρίσω γιατί του έλειπαν τα μάτια (ήταν οι δύο μπουκιές που έφαγα;). Το αίμα – που έτρεχε ακόμα από τις κόγχες- είχε ποτίσει όλο το πρόσωπο. Έσκυψα για να το δω καλύτερα. Το κεφάλι ήταν…

Αρέσει σε %d bloggers: